Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Πιθανός τίτλος : «Με 200 εκπνοές σε ξεψυχάμε»


Της Άννας Στάικου*

Τα χαράτσια νομιμοποιημένα μάς καταπίνουν μέρα τη μέρα.
Οι άνεργες μέρες -νομιμοποιημένες κι αυτές- κάνουν πάρτυ λήθης.
Όπου να ‘ναι θα λες «ζητώ εργασία» και θα θεωρείσαι ύποπτος.
Η κάθε μέρα καταντά αποστολή επικίνδυνη και, το χειρότερο, κάνεις πως δεν το βλέπεις.

Τελευταία, δεν αισθάνομαι καλά.
Παλαιότερα, με το πρωινό τσιγάρο, έβλεπα τον ήλιο έστω και ένα απέναντι ντουβάρι που λιαζόταν, κι αναπολούσα πάντα την πατρίδα.
Η πατρίδα τον χειμώνα ντυμένη χιόνι.
Τα όρη μάς πέμπουν σήματα και νοήματα.
Οι θάλασσες γυαλί -πάγος-και εμένα έκανε γκελ το βλέμμα μου σε καθρέφτες ασημί. Τουρτούριζαν μαζί μας τα σπαράκια. Από κοντά και τα χανάκια.
Τελευταία με έχει σφίξει μια περίεργη ναυτία.
Με πνίγουν οι αναθυμιάσεις του διαχρονικού απέναντι μπουλντόγκ.
Πηγαινοέρχεται και χαριεντίζεται με τα σαλόνια όλων αυτών που μεσιτεύουν τον δικό μου αφανισμό.
Συστήσανε και επιτροπή. Την είπανε 21.
Το δυο πριονοκορδέλα και το ένα καρφωμένο και σταυρωμένο.
Και εάν χτυπά, έστω και με αρρυθμίες, η καρδιά σου, τον βλέπεις τον συμβολισμό.
Αυτοί που δεν τον βλέπουν τι έχουν πάθει;
Ούτε οι ψυχολόγοι μπορούν να ξέρουν, πολύ περισσότερο και οι ανθρωπολόγοι. Δεν κατανοούν τι έχουν πάθει και είναι τυφλοί, ενώ δεν είναι αόμματοι;
Ναι, ναι σύμφωνοι. Ο παραγωγικός ιστός είναι σωριασμένος και πάλι, ναι, η προπαγάνδα στάζει σαν σπασμένη βρύση, σαν κάνουλα με δηλητήριο, στη δεξαμενή της τάχα πληροφόρησης.
Ναι, δε λέω, η φτώχεια βαράει κατακούτελα το … Ποιο; Τι βαράει;
Ο Τόπος είναι Πατρίδα. Δεν είναι; Όλοι έχουν τις πατρίδες τους. ΟΛΟΙ. Και εδώ βαλθήκαν να μας πείσουν ότι για να είμαστε αρεστοί και γαλήνιοι στα ΑΤΜ, δεν πρέπει να έχουμε πατρίδα.
Και αυτό σαν άποψη ηλίθιου κοσμοπολιτισμού τάχα.
Βλακώδους, ανύπαρκτου πολυπολιτισμού.

Στήνουν σύγχρονες σταυροφορίες με τίτλο όραμα και πρόταγμα «κατεδαφίσου έξυπνα» ή «αφανίσου ειρηνικά»
Το αφήγημα ένας μύθος made by banks.
Δηλαδή, με σκεπάρνι θα βγάλεις τον μύθο που σου καταλογίζουν και θα βάλεις τον δικό τους μύθο.
Κάτι σαν ρομπότ.
Που, όπου να ‘ναι, θα συνομιλήσει μαζί μας, βάζοντάς μας σε προκρούστη ειδικού αλγόριθμου και θα μας ρωτά:
«Εγώ είμαι ρομπότ, εσύ είσαι σίγουρα άνθρωπος;»
Σε πιθανή του ημιθανούς απάντηση με νεύμα καταφατικό «ναι ρε, είμαι άνθρωπος», τα προκρούστεια μέτρα θα αγριεύουν.
«Από πού είσαι, αριθμέ τάδε;»
Όποιος ψελλίσει- Ελλάδα- την έχει βάψει .
Θα ακούει ότι Έλληνες είναι οι εκ Ζουαζιλάνδης προερχόμενοι, που κρατούν καλή τάξη στις αλύσους τους.
Με θεωρείτε υπερβολική; Κι όμως λαθεύετε.
Οι 200 συνδαιτυμόνες και μεσίτες της αρπαγής της πολύ καλής μεριάς του πλανήτη, αυτό που μόλις περιέγραψα ετοιμάζουν.
Με φιέστες πασπαλισμένες με μπόλικη λήθη, με σβήσιμο των χρονικών διαδρομών, με φτύσιμο σε ό,τι έχει ποτιστεί με το αίμα του παππούλη μας και πιθανότητα, να γίνει χωματερή ακόμη και το μνήμα της μαρτυρίας των αγώνων.
Γιατί τί άλλο μπορεί να σημαίνει η δήλωση ενός από αυτούς, ότι το μέλλον μας είναι να φιλοξενήσουμε τους γέρους ευρωπαίους και να δώσουμε τα φώτα μας στους πληθυσμούς εξ Ανατολών;
Είναι αυτονόητο ότι μετά θα απέλθουμε στην χωματερή ησύχως.
Με την αποχώρηση της τελευταίας – με μνήμη – γενιάς, οι τραπεζίτες θα συγγράψουν εξ’ αρχής το αγαπημένο πόνημα με τίτλο: «Ελλάς, η χώρα των φαντασμάτων» και υπότιτλο «Πώς εκδιώξαμε τους γηγενείς εχθρούς και επαναφέραμε τους προγόνους του Σωκράτη που ήταν κάτοικοι άπαντες της ανατολής»
Χάιλ, πλήθη φωταδιστικά!

Τελευταία κοιμάμαι άτσαλα.

Κάθε τόσο έρχεται στον ύπνο μου, με ονείρου οπτασία, ο παππούλης μου.
Κρατά το καριοφίλι.
Ντυμένος με την φουστανέλα κι εγώ νεαρή με πλεξούδες στην πηγή του απαντώ:
«Φούστη τη φουστανέλλα σου την έχω εγώ ραμμένη
και με τα τραγουδάκια μου την έχω γαζωμένη»
Κι αυτός σιάζει το ζωνάρι, πίνει νερό απ΄την πηγή και κρένει
«Σου’ πα στο μύλο να μην πας στο μύλο για να αλέσεις
γιατί είναι Τούρκος  μυλωνάς κι αράπης πασπαλιάρης
Παίρνουν για ξάι φίλημα για χούφτα μαύρα μάτια.»
Σηκώνομαι ψυχωμένη και μέσα μου ρέει το δικό μου αφήγημα που είναι
ιστορία.
Κι η ιστορία στο κουκούτσι της λέει αλήθεια.
Και η αλήθεια είναι πάντα μία.
Ποιος σας είπε, κανάγιες, ότι διαλέγουμε να είμαστε σκλάβοι;
Και το «διαλέγω» σημαίνει ότι καριοφίλι έχω την βούληση της λευτεριάς.
Και βούληση σημαίνει ότι μάχομαι για να μην την φάει-την ελεύθερη επιλογή μου- το μαύρο σκοτάδι της καταπακτής, που ορέγεστε να ανοίξετε στην ανθρώπινη ιστορία.
Τέτοια σκέπτομαι και ο νους πετά στα γονικά μου.
Σ’ αυτήν την αγάπη, με αυτόν τον τρόπο, με τούτα τα ήθη με λέξεις ελληνικές -χαυλιόδοντες αθανασίας.
Πάει μετά και σκαρφαλώνει στη αριστερή βουνοκορφή, από εκεί που το πέλαγο μουρμουρά για την ανατολή.
Πετά λίγο μετά, στην ταράτσα της πόλης μου.
Τρίζουν σαν παλιοκόκκαλα οι σιδερένιες σκάλες, κι από κει, σε ένα τοπίο χάρχαλο, εγώ βλέπω τον άθλιο τόπο μου, που όμως είναι ο δικός μου και αυτόν αγαπάω.
Και πάει ο νους μου στην ευθύνη .
Και τρέχει ο λογισμός αυλακωτά.
Και παίρνω, τότε, ανάσα κατεβασιά, από βουνό άπαρτο, επειδή η ελευθερία ισούται με την προσωπική του καθενός ευθύνη.
Φυσικά και θα φτύσω στο χαντάκι της ιστορίας την φάση των 200 συνδαιτυμόνων.
Θα τους κάνω κόμιξ για να γελάνε τα παιδιά.
Αυτών των ξιπασμένων, που με καλαμπαλίκια θα βρίσουν ό,τι εμείς λατρεύουμε.
Μισθοφόροι – ξεφτίλες ενός bar code δεν γινόμαστε
Άννα Στάικου

*Άννα Στάικου

Άσκησε την δικηγορική αλλά την εγκατέλειψε γράφοντας κινηματογραφικά σενάρια, κείμενα σε πολλά έντυπα πολιτιστικού και λαογραφικού χαρακτήρα, συνεργάτης του κέντρου Ελληνικής Παράδοσης. Πάθος για τον τόπο και την ανθρώπινη διάσταση

ΠΗΓΗ:https://ipolizei.gr/me-200-ekpnoes-ksepsixame-anna-staikou/?fbclid=IwAR0fCWc_8FFSLkoEQu07glJHse7-rrOy-Za4kXASvLnflgnkBaw81ccuB_I
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.