Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Ρένος Αποστολίδης: «Το δίχτυ»

Ρένος Αποστολίδης

 Τὸ δίχτυ
Πάντα ἔπιανα τὴν πέννα μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ γράψω κάτι μεγάλο, «ποὺ νὰ τὰ λέῃ ὅλα»! Μιὰ πρώτη φλόγα ἔδιν' ἔν' ἄνοι-
γμα - κι αὐτό ἠταν! Γιόμισα ἔτσι ἀνοίγματα, πρὸς κάτι ποὺ θάταν «τὸ ὅλο» - μὰ ποῦ «τὸ ὅλο»! Φύλαγα ὕστερα τ' ἀνοίγμα-
τα σάν ἁπλές ρωγμές ἀπ' ὅπου κάτι μισόβλεπα - ἤ νόμιζα πὼς μισόβλεπα κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε ἴσως κι ἄλλος νὰ μισοδῇ.Ὕστερα ἔλεγα : «Αὐτά εἰναι - τί νὰ κάνω; Αὐτός εἶμαι!» Καὶ  σιγά-σιγά, τὸ πῆρ' ἀπόφαση... Ἔτσι κι αὐτό ἐδῶ : ἕν' ἄνοιγμα.
    Τὸ βάζω γιὰ κλείσιμο - μ' ὅλο ποὺ θὰ ξετυλίγονταν (εἶχα δηλαδὴ τὴν πρόθεση) σὲ βιβλίο ὁλάκερο, μὲ τὸν ὄχι καὶ λίγο φιλόδοξο τίτλο:
    Ἀπόπειρα συνεννοήσεως.

     Βλέπω πολλούς -- κι ὁλοένα περσότερους -- νὰ βρίσκωνται σὲ μιὰ τρομερή διάσταση, ἄν ἐκφράζωμαι καλά, μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους. Βρίσκομαι κι ὁ ἴδιος; Ὄχι, τολμάω νὰ πῶ - μὰ εἶναι καὶ τόσο «ἰδιότυπη» ἡ «λύση» μου, ποὺ δέν μπορῶ νὰ τὴν προτείνω. Γιὰ νὰ μή μένῃ περιέργεια -- ἤ, τυχόν, ἰδέα πὼς κάνω τὸν ἔξυπνο, μὲ τὸ ἀζημίωτο, μὲς ἀπό 'να βιβλίο ποὺ ὁ ἄλλος τὸ πλήρωσε μὲ τέτοιον τίτλο (κ' ἴσως μ' ἀνάλογη προσδοκία) -- ἡ «λύση» μου συνίσταται στὴν (πολύ «παιδική») ἄ ρ σ η τοῦ ἑνός σκέλους τῆς «ἀντιθέσεως»: ἀγνόησα τὴ ζωή -- τὴ ζωή μου ! -- ἤ ὁπωσδήποτε ἕνα μεγάλο μέρος τῶν τυραννικῶν της «ἀσυμβίβαστων» μὲ τὴ συνείδησή μου, καὶ τραβάω τὸ δρόμο μου ἀδιάφορος γιὰ τὸ τέλος. Παράδοξα, δέν ἔρχεται πάλι κανένα «τέλος», δραματικό ποὺ λένε, τιμωρητικό μὲ δέν ξέρω ποιά «σκληρή μου τιμωρία». Βρίσκονται ἀκόμα κοντινοί ποὺ μ' ἀγαπᾶνε, συχνά μὲ βοηθοῦνε -- θὰ πρέπει λοιπόν νὰ τοὺς εἶμαι ὧρες-ὧρες κ' ἐξαιρετικά ἀξιαγάπητος -- περσότερο λέω θ' ἀγαπᾶνε τὰ παιδιά καὶ τὴ γυναῖκα μου ποὺ μ' ἀγαπᾶνε -- δηλαδή θὰ τοὺς λυποῦνται τρομερά τ ί τοὺς ἔ λ α χ ε ! -- μὰ ὄχι, ἀγαπᾶν κ' ἐμένα τόσες φορές σφοδρά, τὸ βλέπω !.. Ὁπωσδήποτε, εἴμαστε μπερδεμένοι ἐκεῖ, ἀγαπιόμαστε, καμπόσοι ποὺ δέν μπόρεσαν ν' «ἁπλουστέψουν» ἔτσι τὸ πρόβλημα, μ' ἐμένα ποὺ καὶ εἰς βάρος τους -- μπορεῖ ἄθελά μου, μὰ κ α ί εἰς βάρος τους, ἀναμφισβήτητα -- τόσο τὸ «ἁπλούστεψα» !.. Κάποτε κάθομαι κ' ἐξετάζω μήπως μ' ἀγαποῦν σὰν ἕνα «πείραμα»΄ ἕνα πείραμα ποὺ δέν πιστεύουν νάχῃ καλή «ἔκβαση», μὰ τὸ παρακολουθοῦν ὁπωσδήποτε, καὶ, μιά καὶ δέν κοστίζει πάρα πολλά, δίνουν στὸν ἑαυτό τους αὐτή τὴν πολυτέλεια - ἐντελῶς «ἰδιωτική» ἄλλωστε.

     Μὲ παρακολουθεῖτε γιατὶ ἔχει ἀλήθεια τὸ γραφτό μου - ὅσο κι ἄν ἔχῃ παραξενιά. Μὰ δέν εἰν' ἡ παραξενιά΄ ἡ ἀ λ ή θ ε ι α εἶναι. Καὶ δέν εἶναι ὅλη΄ ἔχει κι ἀλλη: Πολλές φορές εἶπα -- μόνος μου, ποὺ κουβεντιάζω σιωπηλά, ὁδηγῶντας -- μ ι σ θ ό ς εἶναι κ' ἡ ἀγάπη ! Κι ἄν μὲ ρωτάγανε ποτέ πῶς ἐπιζῶ ἀκόμα; εἰλικρινά δέ θάβρισκα ν' ἀπαντήσω ἄλλο παρά πῶς μ' ἀγαπᾶνε ! Π ο ι ο ί μ' ἀγαπᾶνε; Εἶναι τόσοι πολλοί, τόσο δυνατοί;.. Μπά !.. Λίγοι - κι ἀπ' τὸ ὑστέρημά τους ! Μὰ ὅσο μικραίνει τὸ ὑστέρημα, τόσο δυναμώνει ἡ ἀπόδοσή του - αὐτό εἶν' ἕνας νόμος ποὺ δέν τὸν ξέρουν μὲς στὴν ἀγορά. Πράγματι, ἐκεῖ, μὲ ὑστέρημα δέν κάνεις τίποτα ! Ἔτσι κ' ἔβαλες ὑστέρημα, στὴν ἀγορά, στ' ἅρπαξαν κ' ἔφυγαν ! Σάν εἶδος χειροποίητο, ποὺ σπάνια βρίσκεται πιά..- κ' εἶναι τόσοι ποὺ ξέρουν πὼς ὅσο καὶ νὰ πληρωθῇ, πάλι τζάμπα ἀγορασμένο εἶναι !..
    Μὰ δέν τὴ δίνω, λοιπὸν, τὴν ἀγάπη γιὰ μισθό. Κάθε ἄλλο. Είλικρινά: τὴν ἀρνιέμαι ! Ἔρχονται ὅμως καὶ μοῦ τὴ δίνουν΄ κι ὅσο πιό πολύ τὴν ἀρνιέμαι, τόσο μοῦ τὴ δίνουν - πάντα σὲ πιό κρίσιμες στιγμές, ποὺ δίχως αὐτήν λέω θὰ χάνομουν καὶ δέ θάχαν πιά τὴν εὐκαιρία... Νὰ πιστέψω ὅμως πὼς κ' ἐπίτηδες ἔχω στήσει τέτοια σοφίνα - δέ γίνεται, δέν εἶν' ἀλήθεια ! (Μοῦ τόπε κι αὐτό κάποιος..- μὰ καὶ τί δέν ἀκοῦς;..) Ὄχι, δέν εἰν' ἀλήθεια...
    Ὕστερα σκέφτηκα πὼς εἶναι ζῶα ποὺ μοιραῖα τ' ἀγαπᾶνε ἄλλα ζῶα. Εἶναι κι αὐτό, ἐν μέρει. Παρασιτικά, λοιπόν, τῆς καρδιᾶς. Μ' ἀξιαγάπητα ! Καὶ, στὸ κάτω-κάτω: ἐκεῖνος ποὺ σοῦ δίνει, χωρίς ποτέ νὰ σοῦ ζητάῃ -- μόνο αὐτό, μόνο ἔτσι (καὶ μόνο ἀ λ ή θ ε ι α αὐτό, ποτέ ψέμματα) -- τί φταίει ποὺ σοῦ πέρνει τὴν ἀγάπη;..
    Ἀλλ' αὐτό δέν εἶναι «λύση», φυσικά, νὰ προταθῇ σοβαρά... Μ' ὅλο ποὺ τὴ γράφει καὶ τὸ Εὐαγγέλιο ! Ἐγὼ τὴ διαβάζω κάτω ἀπ' τὰ τόσο τολμηρά λόγια: «Μή μεριμνᾶτε διὰ τὴν αὔριον΄ καὶ γὰρ ἡ αὔριον μεριμνήσει ἑαυτῆς΄ ἀρκετόν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς» !.. Ὤ, ἀπογνωσμένε μου, πῶς νὰ μή σ' ἀγαπήσουν; Ὥς τὸ σταυρό σ' ἀγάπησαν - κ' ἐκεῖ νὰ ἰδοῦνε τί θὰ μποροῦσες ἄλλο νὰ τοὺς δώσῃς πιά ! Κι ἀδύνατο νὰ φυλαχτοῦνε τέλος ἀπὸ κεῖνο ποὺ ἀ π ὸ κ ε ῖ τοὺς ἔδωσες !..
     Μή βλαστημάω... Κ' ἐξ ἄλλου, τὸ θέμα ἐδῶ εἶναι σαφές: Ἄν ἦταν δυνατό κάπως νὰ βόηθαγα νὰ βγοῦν ἀπ' αὐτή τὴ διάσταση ὁπου βρίσκουνται καὶ τυραννιοῦνται μὲ τὴ ἴδια τὴ ζωή τους - ξ έ ν η ζωή τους, ἄ λ λ η, ποὺ δ έ ν τὴ θέλουν νὰ τὴ ζοῦν !.. Ἄν ἠταν δυνατό, χωρίς τὴν ἐξωφρενική μου «ἄλυτη λύση»..- «ἄλυτη» γι' αὐτούς, ἀπ' αὐτούς, «λύση» ὡστόσο γιὰ μένα, μὰ μόνο γιὰ μένα, ἔστω κι ἄν «ἄρση»: Τὰ χέρια ψηλά - κι ἀδιαφορῶ ! Ἄς φέρῃ ἡ αὔριο ὅ,τι θέλει, ὅ,τι περιέχει ! Μπορεῖ νὰ φέρῃ ὅ,τι δ έ ν περιέχει; (Μὰ θάτανε λοιπόν ὅ,τι πιό κ α λ ό ! Ἀλλὰ φέρνει ὅ,τι πιό κακό - κι αὐτό δεχτό !) Ἤ μπορεῖς ν' ἀποσοβήσῃς ὅ,τι δ έ ν ὑπάρχει, δέ «σοβεῖ» μὲ κανένα τεκμήριο;.. Πές πὼς «ὑποδέχεσαι» λοιπόν - πὲς πὼς «σπίτι σου» τὸ χάος, ὅπου μέσα τίποτα δέ σὲ ρωτᾶ γιὰ νάρθῃ ἤ νὰ σ' ἐγκαταλείψῃ... Δέξου ὅ,τι ἔχει κάθε μέρα - ποὺ ἄ λ λ η δέ μπορεῖς νὰ φέρῃς...
    Ἀπόπειρα συνεννοήσεως..- ποῦ τὸ βρῆκα ! πῶς τὸ τολμάω !.. Καὶ δίχως μιάν ἰδέα τῆς προκοπῆς στὸ νοῦ μου, ἕνα σχέδιο ! Δέν ξέρω τίποτα - τί πρέπει νὰ κάνω, πῶς νὰ σκεφτῶ γιὰ τὴν ἀπόπειρά μου !.. Πές: Νὰ τὰ βάλω ὅ λ α κάτω, κ' ἕνα-ἕνα νὰ τὰ ἐξετάσω, μὲ μυαλό ποὺ θὰ φροντίζω νάναι ὅσο γίνεται καθαρό, ἀνεπηρέαστο !.. Μὰ ποιά ὅ λ α ; Τὰ ξέρω γώ ὅ λ α ; Ἕν' ἀπειροστό κατέχω - καὶ μὲ κατέχει καὶ δαῦτο, καὶ καταλήγουμε νὰ μήν κατέχω κἄν τί μὲ κατέχει... Μὲ ποιά σκέψη λοιπόν, μὲ ποιό σχέδιο;..
    Πιό καταδικασμένη προσπάθεια δέν μπορῶ νὰ βρῶ !
   Μὰ μπορεῖ γ ι' α ὐ τ ό ἴσα-ἴσα νὰ τὴ σκαρφίστηκα. Δέν εἰμαι δά κ' «εὐχαριστημένος ἀπ' τὸν ἑαυτό μου», νὰ τοῦ καλοφέρνουμαι΄ ψάχνω, λοιπόν, κι ὅλο βρίσκω, τρόπους νὰ τὸν παιδεύω, νὰ τοῦ κάνω λέω -- θὰ μποροῦσα νὰ πῶ -- τὴ ζωή ἀ β ί ο τ η !.. Μπά ! Κοροϊδεύουμαι !.. Αὐτός θ η ρ ί ο - τίποτα δέν παθαίνει ! Μαρουλάκια ὅλ' αὐτά - τὰ μασάει, ὁ ρινόκερος ! Κι ἄλλα ! λέει. Γιομᾶτα καρφιά, ξυραφάκια - ἔχει ἄλλα; λέει. Μόνος τρόπος νὰ τὸν σκοτώσω, εἶπα, ν ὰ σ ᾶ ς τ ὸ ν π α ρ ά δ ι ν α ! (Μοῦπε κάτι ἀνάλογο κάποιος κολασμένος φίλος μιά φορά: Δέν ἀφήνεις κάποτε καὶ νὰ νικηθῇς ; Θὰ σοῦ κάνῃ καλό - ναί, ποὺ σοῦ λέω !..) Δηλαδὴ ἀ λ η θ ι ν ό νὰ σᾶς τὸν παράδινα, μισητό κι ἄσκημο, καθὼς ἐδῶ μοῦχει κάτσει μὲ τὴν καλωσύνη σας νὰ τὸν ἀγαπᾶτε καὶ νὰ μή βρίσκῃ ἕνα τέλος ὁ «ἔρωτάς» μας !.. Ἀστειεύομαι ; Ὄχι ! Μιλάω σοβαρά, σοβαρώτατα ! Δηλαδή, νά ! -- θαυμάστε «συνέπεια», στὸν ἐσωτερικό «λόγο» «τετραπέρατου» λέει ἀνθρώπου ! -- ἡ σκέψη μου γιὰ τὴ συνεννόηση ἐκβράζεται ἐντέλει σὲ ἀπίθανη «ἀκτή»: Διηγήσου, ἄς ποῦμε, τί τράβηξες ἐσύ, ὁ ἕνας -- τὸ ἀπειροελάχιστο, τὸ τίποτα -- ὅσο νὰ βγάλῃς ἀπ' τὴ μέση ὁλότελα τόνα σκέλος, καὶ νὰ τραβιέσαι ἀκόμα ἔτσι !.. Δηλαδή, μὲ ποιά κατηγορία τοῦ λόγου αὐτό πάει πουθενά ; Ποιό σχέδιο, ποιά λογική, φέρνει ἀπ' αὐτό σ' ἐκεῖνο, κι ἀπὸ κεῖνο στὸ ἄλλο ; «Φ ῶ ς εἶναι» μᾶς λέγαν «τὸ α ἴ τ ι ο ποὺ προκαλεῖ τὸ αἴσθημα τῆς ὁράσεως» ! (Χαιρέτα μου, παναπῆ, τὸν πλάτανο ! Κι ὅλ' οἱ ὁρισμοί παραπλήσιοι - ἅμα δέ βαριέσαι νὰ ψάξῃς στὸ λεξικό ἤ στὰ ἐγχειρίδια.) Μὰ ἐγώ ποτέ μου δέν κατάλαβα γιατί αὐτό τ' ἄχαρο ἀστεῖο. Δηλαδή, τὰ χ ω ρ ί ζ ο υ μ ε πρῶτα -- κρυφά, σὲ φάση ἄρρητη: «ἄ λ λ ο τὸ φῶς, ἄ λ λ ο τὰ φαινόμενα΄ ἄ λ λ ο ἡ ὅραση, πούναι νὰ βλέπῃς, κι ἄ λ λ ο τὰ ὅρώμενα», σά νὰ μποροῦσες, τάχα, νὰ βλέπῃς, δίχως τίποτα νὰ βλέπῃς ! -- κ' ὕστερα, στὸ φανερό, τὰ ἑ ν ώ ν ο υ μ ε, κάνοντας τὸ «μάγο» μὲ τὰ περιστέρια ἀπ' τἀ μανίκια, καὶ λέμε -- σ' «ἔκθαμβους» ὑποθετικά -- «αὐτό εἰν' αὐτό κ' ἐκεῖνο ἐκεῖνο» !.. Κακόγουστες ταυτολογίες, ἐ ν ῶ δ ρ ό μ ο δ έ χ α ρ ά ξ α μ ε π ο τ έ -- δέν ηὕραμε, δέ μᾶς δόθηκε, δέ μᾶς ρίχτηκε ἀπ' τὸν οὐρανό -- ν ὰ φ έ ρ ν ῃ ἀ π' α ὐ τ ό σ ὲ κ ε ῖ ν ο !..
    Μὰ τὸ δεχτήκαμε, ἔ; Τόπαμε λογική -- τὸ «αὐτό» μὲ τὸ «αὐτό» [σὰ νάχαμε δῆθεν φύγει ἀπ' «αὐτό», καὶ ξαναρχόμαστε (θριαμβευτές) τώρα σ' «αὐτό», τάχα «γνωστό μας» πιά !] -- καὶ μ'αὐτό ριχτήκαμε στὴ «δουλειά» !..
    Φυσικά, ἡ συνείδηση δέν τὰ χάβει - καὶ νά ἡ «διάσταση» (ἀπ' αὐτό ἀπώτερα ὅλη ἡ «διάσταση»), καὶ τώρα ἐγώ: «γιὰ τὴ συνεννόηση» !
    Ποιά συνεννόηση ;..
    Τουλάχιστον, λοιπόν, ἐγώ δέ θὰ πῶ τὰ γνωστά ψέμματα: δέ θὰ παραστήσω τὸν «λογικό», τὸν τσαρλατάνο μὲ τὰ περιστέρια. Σ' αὐτό τὸ θηριῶδες τσίρκο δέν ἔχω νὰ παίξω κανένα «νούμερο». Ἔτσι, μονότονος, βαρετός -- μ' ὅλους νὰ διερωτῶνται «τί παραστένω λοιπόν», κ' ἐγώ μήν παραστένοντας τ ί π ο τ α -- οὔτε κλόουν οὔτε «σπιρτόζος» οὔτε «βλάκας» ἤ «ἀφελής» ἐκ προθέσεως» -- μεγάλο τέχνασμα τοῦ Ντοστογέβσκι, ὅλο νὰ δηγιέται σὰν «ἀφελής» ἤ «περίπου βλάκας» (ἤ τοῦ Κάφκα: σάν «ἀδαῆ», περίπου «ἀγνῶτα τοῦ κόσμου» τὸν ἥρωά του !) -- καὶ δέ σκοπεύω τίποτα «νὰ παίξω». Μὲ φτωχότατη μόνο ἰδέα στὸ νοῦ μου -- παραμύθησέ τους !(μ' ὅ,τι φυσικά ἐγώ ἐχω μέσα μου, ποιός ἄλλος-- πασκίζω μάταια, μάταια, «γελοῖος» προφανῶς -- τί «θέαμα» ὁ κόσμος, τί στραφταλιστές εἰκόνες, κ' ἐγώ: οὔτε κόλλες σωστές γιά 'ναν χαρταετό, ποὺ τρύπιον μοῦ τὸν διαπερνᾶ ὁ ἀέρας καὶ δέ σηκώνεται -- ὅμως ἀ λ ή θ ε ι α παραμυθητικός, παλεύοντας ὁ ἀνόητος, ὁ ἀξιολύπητος, γιὰ «συνεννόηση», γλυστρῶντας, πέφτοντας, κάτω ἀπὸ βλέμματα λαίμαργα γιὰ ἀκροβάτη, γιὰ τὶς ψηλές αἰῶρες δίχως δίχτυ, γιὰ πήδημα θανάτου συνταραχτικό !..
    Ὅλα ὅμως εἶναι δ ί χ ω ς δ ί χ τ υ - ἔννοια σας ! Κάτω ἀπὸ σᾶς, κάτω ἀπὸ μένα: κ α ν έ ν α δ ί χ τ υ ! Τὰ δίχτια, ὅλα, ποὺ κυνηγᾶτε -- λεφτά, δύναμη, ἀσφάλεια, ἀγάπη -- θὰ σᾶς πᾶν «μὲ δίχτυ» μ ό ν ο ὥς τὴν πιό ψηλήν αἰώρα. Α ὐ τ ο ῦ ὅμως: δ ί χ ω ς δίχτυ - ποτέ μὲ δίχτυ ! (Κι ὅλο: στὴν πιό ψηλήν αἰώρα κρέμεστε..- μόνο μήν τὸ σκεφτῆτε !..)
     Νά ἡ «διάσταση»: ποὺ καὶ τὸ σκέφτουνται !
     Κ' ἐγώ τοὺς κλαίω: τὸ «δίχτυ», ὅλο, νὰ πλέκουν -- σ' αὐτό πάνω νὰ κοιμοῦνται, σ' αὐτό τὰ δάχτυλά τους ὅλα γαντζωμένα μήν τοὺς τ' ἁρπάξουν (ποιός; τί νὰ τὸ κάνῃ Αὐτός ποὺ τοὺς προσμένει στὴν πιό ψηλήν αἰώρα β έ β α ι ο ς  -- κι ὡστόσο αὐτό νὰ σκέφτωνται΄ κρυφά νὰ σκέφτωνται: πῶς χωρίς δίχτυ;..
     Λοιπόν, σάλπιγγες -- ἑφτά ἀσημένιες σάλπιγγες ! -- ἀναγγέλουν θριαμβικά:
»»»»»»»»»»»»»»»»»» Τὸ δίχτυ ! ««««««««««««««««««
  Ντυμένοι οἱ σαλπιγκτές στὰ ὁλόασπρα, μὲ χρυσά κουμπιά καὶ γούνινα μποττίνια, στέκουν στὴ σειρά στητοί, μὲ τὶς σάλπιγγες ψηλά ἀνατεταμένες, καὶ σαλπίζουνε στὸν οὐρανό:
»»»»»»»»»»»»»»»»»» Τὸ δίχτυ ! ««««««««««««««««««
    Ἐγώ φτωχός, κουρελής, ἔτσι ποὺ μὲ παίρνουν ἐργάτη τῆς σκηνῆς, στοὺς μακαράδες, πόσες φορές δέν ἄρχισα τὸ «νούμερο» -- κάποιο «νούμερο» πάσκισα νὰ σκαρώσω, μήπως μ' αὐτό τοὺς ἔδινα νὰ καταλάβουν πὼς δέν ἐπρόκειτο γιὰ «νούμερο» -- καὶ πνίγηκα κάτω ἀπὸ χάχανα !.. Ὅ,τι ἔκανα, τόβρισκαν «ἀστεῖο» ! (Μὲ παραλλαγές: Κάποιοι «παράδοξο». Ἄλλοι «συμβολικό». Ὅλοι «ὁπωσδήποτε ἐνδιαφέρον» !) Κι ὅλα, φυσικά, «παραμυθητικά μου» -- μ' ἕνα βαθύτερο ἔνστικτο τοῦ κοινοῦ, πὼς «ἔτσι κάνουν γιὰ νὰ προκαλέσουν» -- ὅσο νὰ βρῶ βέβαια τὴ δύναμη τοῦ «νούμερου» τοῦ ἴδιου, ποὺ φαντάζονταν «διαβολικά κρυμμένο» ἐκ μέρους μου, ποιός ξέρει σὲ ποιά δίπλα τῶν κουρελιῶν μου, σ' ἀπρόσμενη στιγμή ὁπωσδήποτε μελλούμενο τάχα νὰ ξετυλιχτῇ ἀπότομα, τὸ «ἀληθινό» πιά «νούμερο» : τὸ Δίχτυ μὲ τ' ὄνομα, ὄχι τ' ἀστεῖα κι ἄγαρμπα «ὀρεχτικά» του !.. Κι ὅσο πιό «ἄγαρμπα» (καθό ἀ λ η θ ι ν ά) τόσο πιό «καλοδιαλεγμένα» -- καὶ «μέσα στὴν παράδοση τῶν κλόουν» (ποὺ κατάγονται «γραμμή ἀπ' τοὺς τραγικούς τροβαδούρους») -- τάβρισκαν !
    Ἔφτασε νὰ μήν μπορῶ νὰ κάνω τίποτα ποὺ νὰ μήν τὸ βρίσκουν «μὲ νόημα» συνδεδεμένο πρὸς τὸ μελλούμενο Δίχτυ ! Λίγοι δυσανασχετοῦσαν - μὰ κατάλαβα πὼς γιὰ νὰ βαστᾶν τὰ μπόσκα στοὺς ἄλλους ποὺ τοὺς διαβεβαιῶναν: «Θ' ἄρχίσῃ, τώρα θ' ἀρχίσῃ !.. Κοίτα ! Μή χάνῃς οὔτε κίνησή του - γιατι ἔτσι ἀρχίζει αὐτός: ὕπουλα κι ἀνεπαίσθητα!.. Ἡ παράδοση τῶν μεγάλων κλόουν εἶναι νὰ χάνεται ἡ ἀρχή τοῦ νούμερού τους: τὸ κοινό νὰ μ ή μπορῇ νὰ προσδιορίσῃ πότε καθαυτό ἄ ρ χ ι σ ε, ὥστε νὰ μή μπορῇ καὶ νὰ τὸ διηγηθῇ μετά σὲ κανέναν τ ὸ τ ί ε ἶ δ ε, ὅπως στὰ μεγάλα μυθιστορήματα: τὸ π ε ρ ὶ τ ί ν ο ς πρόκειται !..»
   Ἔ λοιπόν στὸ τέλος βαρέθηκα, ἀπελπίστηκα, βρῆκα δύναμη ἀδιαφορίας γιὰ τὸ θάνατό μου, καὶ τὸ ἄρχισα:
    Κάθησα χάμω - καὶ περίμενα νὰ δῶ τί θὰ κάνουν !
   Ξέσπασαν σὲ φρενιτιώδη χειροκροτήματα, γελοῦσαν, χτυπιόντουσαν, φώναζαν κι ἄλλο! κι ἄλλο! - ἐνῶ κάμποσοι τοὺς λέγαν: «Ἔ, ἀφῆστε νὰ κάνῃ κάποτε καὶ τὸ νούμερο΄ γιατὶ αὐτός εἶν' ἱκανός νὰ μᾶς κάνῃ νὰ γελάμε ὥς τὸ τέλος τῆς παράστασης γιὰ τὸ δίχτυ, καὶ νὰ μή φτάσῃ σ τ ὸ ἴ δ ι ο τὸ δίχτυ ποτέ !» («Τόχει κάνει, τόχει κάνει κιόλας πολλές φορές !» πρόσθεσαν ἄλλοι. «Εἶναι μυστήριος καλλιτέχνης - καὶ γι' αὐτό καὶ τὸ νούμερό του τόχουν πράγματι ἐκτός προγράμματος: ἄ ν τ ύ χ ῃ καὶ τὸ κάνῃ ! Εἴδατε, δ έ ν τὸ γράφουν !» Κι ἄνοιγαν τὰ προγράμματα, ἔδειχναν πὼς π ο υ θ ε ν ά δέ γραφόταν...)
    Μὰ δέν ἔχουν τέλος οἱ ἱστορίες μὲ τὰ τσίρκα... Καὶ σχεδόν δέν ὑπάρχει συγγραφέας, σκηνοθέτης, ποὺ νὰ μήν ἔστησε κι ἀπόνα τσίρκο κάποτε, μὲ ἱστορίες μ έ σ α ἤ  γ ύ ρ ω ἀπὸ δαῦτο... Ἡ συνθήκη ἀβαντσάρει: τὰ σκοινιά, οἱ αἰῶρες΄ τὰ θηρία, ποὺ δ έ ν παίζουν΄ τὰ πρωϊνά, ποὺ δ έ δίνεται παράσταση, ἀλλὰ τραβᾶνε καὶ τότε, πολλές φορές, τὸ σκοινί, τὸ δίχτυ μαζεύεται, καὶ γίνουντ' ὅλα στ' ἀλήθεια, γιὰ ἐξάσκηση, ὥστε τὸ βράδι, στὰ ψέμματα, νάναι ἱκανώτεροι - κ' ἔτσι δ έ ν ξέρεις καὶ ποῦ εἶναι φοβερώτερα; ἀληθινώτερα; στὶς δοκιμές ἤ στὴν παράσταση; μὲ κοινό ἤ χωρίς; μὲ δίχτυ (ποὺναι ψέυτικο) ἤ δίχως (ποὺν' ἀληθινό);..
    Κ' ἔπειτα δέ σκοπεύω, στὰ σοβαρά, νὰ σᾶς παίξω τὸ νούμερο, μὲ κανένα τσίρκο -- οὔτε τῶν Ἀγησιλαίων, οὔτε τῆς Ἱστορίας (εἴτε ἄλλης εἴτε αὐτοπροσώπως) -- ὅσο «ελκυστικό» καὶ νάναι. Ἐγώ, γιὰ ἐντελῶς συγκεκριμένο λόγο ἀνάφερα τὸ τσίρκο: ἴσα-ἴσα γιὰ νὰ πῶ, πὼς δ έ ν π ρ ό κ ε ι τ α ι γ ι ὰ «ν ο ύ μ ε ρ ο»΄ πὼς ἐπιτέλους δέν πρόκειται, καὶ γιατί, πρίν ἀδιαφορήσω γιὰ τὸν θάνατό μου, τόσα «νούμερα» ποὺ πάσκισα νὰ σκαρώσω, καὶ νὰ πάω πέρα, μήπως μ' αὐτά κατάφερνα ἕνα εἶδος («συμβολικῆς» ἔστω) συνεννόησης, κανένα δέν ἀξιώθηκα νὰ τελειώσω, οὔτε νὰ προχωρήσω καλά-καλά, πέρ' ἀπ' τὴν ἐντελῶς πρώτη σύλληψή του, κι αὐτό ἀπὸ ἀνίατη πεποίθηση στὴν ἀλήθεια: κάθε τόσο διέκοπτα κι ἀποπειρώμουν νὰ «διορθώσω» τὶς ἀντιδράσεις τοῦ κοινοῦ: «Ἐδῶ γ ε λ ᾶ ν !» τοὺς ἔλεγα. «Τὸ παίρνουνε τοῖς μετρητοῖς τὸ καλαμπούρι, κ α ὶ γ ε λ ᾶ ν ! Δέν κάνουν αὐθαίρετες ὑποθέσεις: μήπως εἶναι συμβολικό καὶ τὰ ρέστα, ποὺ νὰ τοὺς φέρνουν ἀναίτια δάκρυα, τζάμπα καὶ βερ'σέ !» «Κ' ἐδῶ δ έ γ ε λ ᾶ ν πάλι - κι ἄς εἶν' ἡ ἴδια πρόταση΄ μόνο στὶς λέξεις εἶν' ἡ ἴδια, στὶς συλλαβές, σ' αὐτό ποὺ ἀκούγεται΄ μ ὰ  ὄ χ ι  κ α ὶ  σ τ ὶ ς  ἀ ν ά μ ε σ α       σ ι ω π έ ς..- καταλάβατε; Γι' αὐτό, ἐ δ ῶ κ λ α ῖ ν -- τὸ πολύ-πολύ (ἄ ν μποροῦν πιά καὶ νὰ κλάψουν) -- ἤ σωπαίνουν...» Κι αὐτοί μὲν γελοῦσαν στὴν ἀρχή περσότερο μὲ κάτι τετοια -- τὰ τσίρκα ἦταν τ σ ί ρ κ α , κ' ἔπαιρναν πάντα τὸ «νούμερο» γιὰ «κωμικό» -- ἀλλὰ μ' αὐτές τὶς διακοπές στὸ τέλος -- διακοπές τῆς αἰσθητικῆς συνέχειας (βάλτε μὲ τὸ νοῦ σας τί «ἐγκλήματα καθοσιώσεως») ξόν κι ἀπὸ πιό ἐξοργιστικές ἐπεμβάσεις τοῦ συγγραφέα, τὴ μιά πάνω ἀπ' τὴν ἄλλη -- κάποιοι μισοξύπναγαν, βλέπαν τὰ σκοινιά, τὶς αἰῶρες, τὴν ἐλλειψη οἱουδήποτε διχτιοῦ ἀπὸ κάτω, συνελάμβαναν τ' ἦταν νὰ γίνῃ -- ὅτι μ ή κ λ ό ο υ ν, μ ή ἀ κ ρ ο β ά τ η ς, θὰ πηδοῦσε ἀκόμα κι ἀπ' τὴν πιό ψηλή αἰῶρα, γιὰ νὰ τοὺς εἰδοποιήσῃ πὼς δέν ἠταν νούμερο καὶ ποτέ δέν ὑπῆρχε δίχτυ κάτω ἀπὸ κανέναν (πέρ' ἀπ' τὶς πολύ μικρές ἡλικίες, γιὰ νὰ μήν πῶ: μόνο τὶς βρεφικές, καὶ πάλι νὰ δοῦμε΄ ὄχι γιὰ ὅλους !) -- ὁπότε ἀνατρίχιαζαν, τόβαζαν στὰ πόδια, φωνάζοντας (γιὰ νὰ καλύψουν τὴν ταραχή τους) : ...Ἔ, δέν εἴπαμε καὶ σ τ ὰ σ ο β α ρ ά !.. Ἤρθαμε ν ὰ δ ι α σ κ ε δ ά σ ο υ μ ε - ὄχι σὲ κηδεία !..
   Καὶ τὰ «νούμερά» μου λοιπόν ὅλ' ἀπότυχαν -- λόγῳ φυγῆς τοῦ κοινοῦ ἀπὸ κηδεία κι ἀλήθεια (φταίω, φυσικά, ποὺ διάλεγα γιὰ «θέμα» τους τὴν «ἀλήθεια», ταυτόσημη πάντα μὲ τὴν «κηδεία») -- καὶ διάθεση ἀλήθεια πιά δέν ἔχω γιὰ τὴν παραμικρότερη ἀναβολή ! Κι οἱ σαλπιγκτές σαλπίσανε -- μάλιστα ἑφτά φορές μὲ τὶς ἑφτά τους σάλπιγγες -- κ' ἐγώ βαρέθηκα νὰ κάθουμαι χάμω περιμένοντας νὰ καταλάβουν ἀπ' τὴ σιωπή μου περὶ τίνος πρόκειται -- αὐτοί ἐξακολουθοῦν νὰ γελᾶν, νὰ τὸ βρίσκουν ξεκαρδιστικό ἀστεῖο ! -- καὶ σηκώνουμαι καὶ τραβάω στὰ σκοινιά: «Νά τὸ δίχτυ !» λέω. «Τὸ βλέπετε;.. Εἶν' ἀρκετά γερό, γιὰ νὰ σηκώσῃ κ' ἐλέφαντα - πόσῳ μᾶλλον ἄνθρωπο, κι ἄς εἶναι κι ἀπ' τὴν πιό ψηλήν αἰώρα !.. Ἕνας μαθηματικός ἀπὸ σᾶς μπορεῖ ἀμέσως νὰ ὑπολογίσῃ τὴν ἀναλογία: τί βαραίνει ἐλέφας ὄχι ἀπὸ αἰώρα, τί ἄνθρωπος νὰ πέφτῃ ἀπὸ κεῖ ψηλά !» Καὶ τοὺς ἔδειξα στὸ μαῦρο χάος τὴν κορφή τῆς πελώριας σκηνῆς τοῦ τσίρκου, ποὺ χάνονταν πέρα κι ἀπ' τὰ πιό μικρά φῶτα, ποὺ παράστεναν τ' ἄστρα τάχα στὸν οὐρανό...
   Τὸ κοινό, λοιπόν, πάλι ἀνατριχιάζει. Πάλ' εἰν' ἕτοιμο νὰ σκορπιστῇ, νὰ φύγῃ..- δέν ἤρθαμε γιὰ κηδεία, νὰ πῇ, δέν ἤρθαμε γι' ἀλήθεια !
   Πρέπει, ἄρα, κάτι πάλι νὰ κάνω, γιὰ νὰ μείνῃ; Λογουχάρη: νὰ φάω ἕνα μῆλο, ἁρπαχτά, μὲ τὰ φλούδια; Ἔχω ἕνα στὴν τσέπη μου..- θὰ γελάσουν;.. Ἤ κι αὐτό θὰ τὸ πάρουν «συμβολικό» : πὼς «ἐννοῶ», τάχα, «τὴ Γνώση»; Θὰ ποῦν πάλι δέν ἤρθαμε σὲ κηδεῖες -- καὶ δέ θάχουν ἄδικο ! -- ἤρθαμε μ' ὅλη τὴν ἁγνότητά μας, καὶ μὲ προαιώνιο λοιπόν μῖσος προπαντός γιὰ τὰ μ ῆ λ α !..
   Ἔσκασαν καὶ μ' αὐτό στὰ γέλια !
    Δέν ἔχω παρὰ ν' ἀνεβῶ !.. Γελάσουν, κλάψουν - μόνο ν' ἀνεβῶ !
    Κι ἀπὸ κεῖ ψηλά, ὄχι ἀστεῖα, ὄχι σάλτσες, ὄχι περιττά κόλπα καὶ συνήθη ἀκροβατικά ψευτοπηδήματα -- σφίξιμο στὴν καρδιά, σταμάτημα τῶν σφυγμῶν, κ' ὕστερα... ὤπ! στὴν ἄλλη αἰώρα, πούρχεται ζυγιασμένη ! -- παρὰ κ α τ ε υ θ ε ῖ α ν, ὄχι πρὸς κ α μ μ ι ά ἐρχόμενη νὰ μὲ συναντήσῃ αἰώρα,  κ α τ ε υ θ ε ῖ α ν   π ρ ὸ ς   τ ὸ  μ ή   δ ί χ τ υ -- ὅ,τι ἀκριβῶς ὀνομάζουν «ἀλήθεια», «κηδεία» (δέν ἤρθαμε γι' αὐτά ! φεύγουμε ἀπ' αὐτά !) -- ναί,  ἀ κ ρ ι β ῶ ς  ἀ π' α ὐ τ ά  νὰ τοὺς κάνω προτροπάδην        ν   ὰ φ ύ γ ο υ ν, ἀφοῦ γιὰ τσίρκο, μόνο γιὰ τσίρκο δέν πρόκειται, καὶ πρέπει ν ὰ  ε ἰ δ ο π ο ι η θ ο ῦ ν !..
  Πάλι χαχανίζουν - καὶ μὲ τὶς διπλές μου λέξεις, καὶ μὲ τὶς πολλαπλές τους σημασίες !..
  Δέν ὑπάρχει τρόπος νὰ εἰδοποιηθοῦν λοιπόν;.. Τόσο κατωχυρωμένα ἀνυποψίαστοι;..
  Ἤ μήπως εἶν' εἰδοποιημένοι, λαμπρά, μές ἀπ' τὸ πρόγραμμα, ποὺ μὲ χτυπητά στοιχεῖα, ἐντός πλαισίου, τοὺς κάνει τὴν παράξενη γιὰ τσίρκο δήλωση -- θεωρεῖται, ἄλλωστε, ἡ μεγάλη του διαφημιστική ἐπιτυχία (ἐξ οὗ κ' ἡ συρροή τοῦ κόσμου) -- ὅτι:
----------------------------------------------------------------------------------------
 Μεταξύ τῶν σκηνῶν τοῦ προγράμματος
ὑ π ά ρ χ ε ι  κ α ὶ   μ ί α  ἐ ν τ ε λ ῶ ς π ρ α γ μ α τ ι κ ή !
Δέν τὴν ἀνακοινοῦμεν, διὰ λόγους δημοσίας  τάξεως΄
εἶναι ὅμως ἀ λ η θ ῶ ς -- τὸ  έγγυώμεθα -- σ υ ν τ α ρ α κ τ ι κ ή
------------------------------------------------------------------------------------------
       Ἄρα: φ ό ν ο ς νὰ γίνῃ, εἶν' εἰδοποιημένοι !.. Θὰ χειροκροτήσουν κατευχαριστημένοι: Τὸ εἶδαν, ὄ ν τ ω ς, νὰ γίνεται !

ΠΗΓΗ: http://blogs.antifono.gr

     Α ὐ τ ο κ τ ο ν ί α νὰ γίνῃ..- πάλι ! Ἔ γ ι ν ε, πράγματι !.. [Τίμιο τσίρκο !.. («Μὰ εἶναι ἀπ' τἀ μεγαλύτερα τῆς Εὐρώπης !..» «Τ ο ῦ κ ό -σ μ ο υ ! Ὄχι τῆς Εὐρώπης μόνο !..» «Ναί ! Τοῦ κόσμου, πράγματι !»)]

      Πάλι γελᾶν !.. Κτηνωδῶς «εἰδοποιημένοι» !

     Ἔτσι ποὺ καμμιά «εἰδοποίηση» πιά, ὁσοδήποτε «συναρπαστική», «ἐκπληκτική», «συνταρακτική», νὰ μή μπορῇ στ' ἀλήθεια νὰ τοὺς βγάλῃ ἀπ' τὴν ἀσήκωτη ἀνία τους !
    Πόλεμοι διατρέχουν τὴ σκηνή..- καὶ κοιτᾶν ξάφνου ἀ λ λ ο ῦ: ποὺ ἕνας δίνει φάπες στὸ συμπότη του γιατὶ τοῦ κλέβει λέει τὸ κρασί ! (Ἔχει πῇ, στὴν ἀρχή, πὼς εἶναι μεθυσμένος, καὶ νὰ τὸν συγχωροῦν, γιὰ ὅ,τι ἄγαρμπο τυχόν κάνῃ. Αὐτό τοῦχει ἐξασφαλίσει τὸ ἐλεύθερο νάναι ἠθοποιός δεκάτης κατηγορίας καὶ νὰ παραστένῃ τὸν «μεθυσμένο» κατηγορίας πρώτης. Ἔχει δηλώσει κιόλας πὼς εἶναι καὶ ἠθοποιός «ἐποχῆς» - ὅπου πίναν σὲ τέτοια μεγάλα κύπελλα τὸ βαρύ κρασί γιὰ τοὺς ὑποτιθέμενα γενναίους !..)
    Φόνοι γίνονται -- κατὰ ὅλους τοὺς δυνατούς τρόπους -- καὶ λέν: «Ἀστεῖα γραβάτα ποὺ φόραγε !» (Ποιός; Ὁ δ ο λ ο φ ό ν ο ς, ποὺ μὲ δαύτην ἔπνιξε τὸ θῦμα !..)
   Αὐτοκίνητα τρακέρνουν, ἀναφλέγονται, φέρνουν τοῦμπες στὸν ἀέρα, διαλύονται..- κι αὐτοί λέν: «Πολύ φροντισμένα τὰ παρτέρια, ἐνδιάμεσα, μὲ τὶς πιγκόνιες !..» (Εἶναι δέ τὰ παρτέρια: ν ά ι λ ο ν «παρτέρια», ποὺ τὰ μεταφέρουν ἐργάτες σκηνῆς, λίγο πρίν ἀπ' τὰ «νούμερα», ἀπ' τὶς ἀποθῆκες στὸ πράσινο βαγόνι.)
   Λοιπόν, π ο ι ά «συνταρακτική παράσταση» ;
   Δέν ἔχω ἄλλο σχέδιο ! «-- Ἡ πραγματικότητα», τοὺς λέω, «κρατεῖ τὰ σκῆπτρα σ' ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ σχέδια, καὶ σ' ὅ λ α τὰ πλάνα !..»
    (Ξεκαρδίζονται.)
--... Δέν ὑπάρχει φαντασία ποὺ νὰ τὴ συναγωνίζεται !..
     (Κυλιοῦνται χάμω, σπαρταρᾶνε.)
--... Δέν ὑπάρχει, φωνάζω (μὲ κατακαλύπτει ὁ ὀρυμαγδός), δέν ὑπάρχει «νούμερο» πραγματικό, κατὰ τὴ «δήλωση» !..
     (Οὔτ' αὐτό ἀκούγεται.)
--... Ὅλα εἶναι πλαστά, ψεύτικα !..
   Τότε σωπαίνουν. Αὐτό ἀκούστηκε !
   Κάποιος σηκώνεται ἀπ' τὰ μπρός καθίσματα, βγαίνει στὴ σκηνή, μὲ πλησιάζει, καὶ -- σά νὰ παίζουμε «νούμερο» πράγματι, προμελετημένο ( καὶ θέλω κ' ἐπ' αὐτοῦ νὰ εἰδοποιήσω τὸ κοινό, νὰ μή νομίζῃ) -- καὶ στραμμένος στὸ κοινό μοῦ λέει (δηλαδή γυρεύει καὶ τὴ γνώμη τοῦ κοινοῦ΄ γι' αὐτό, τὸ ὕφος του, μ' ὅλο ποὺ δογματικό, εἶναι τάχα καὶ σάν ἐρωτηματικό, πρὸς ἐμένα, ἐκ μέρους ὅλου τοῦ κοινοῦ - μοῦ δίνει τελευταία εὐκαιρία «νὰ σωθῶ», ἄ ν θέλω) :
-- Ἐμεῖς ὅμως ὅλοι εἴμαστε πραγματικοί, ὄχι ψεύτικοι !.. Πληρώσαμε πραγματικά λεφτά τὰ εἰσιτήρια, βγαλμένα μὲ πραγματικόν ἱδρῶτα μας ! Ἡ «δήλωσις» ἀποτελεῖ «σύμβασιν» ! Καὶ μονομερής καταγγελία τῆς συμβάσεως (ὅπως εἶναι καὶ τὰ εἰσιτήρια στὰ δημόσια ὀχήματα) δέ νοεῖται !.. Ὀ φ ε ί λ ε τ ε  ν ὰ  μ ᾶ ς  π ά τ ε  ἐ κ ε ῖ  π ο ὺ γ ρ ά φ ε ι  τ ὸ  ε ἰ σ ι τ ή ρ ι ο !..
-- Ἔ, λοιπόν, νὰ σᾶς πάω !.. ἀποκρίνομαι. Ἐλᾶτε, ἐπιτέλους, νὰ σᾶς πάω !.. Μ' ὅλο ποὺ..- τὸ ξέρετε ; εἶν' ἕνα παλιό πικρό τραγούδι:

     Πάντα στὴ ζωή
     αὐτός ποὺ βλέπει
     τὸ θάνατο ἄφοβα
     ὁδηγεῖ τοὺς ἄλλους
     σ τ ὸ μ α ν τ ρ ί
     γ ι' ἄ ρ μ ε γ μ α !..

   Τὸ ξέρατε ;.. Μὰ ἐλάτε, λοιπόν ἐλάτε !.. Νά ! Ἔχω καὶ φλογέρα ! (Καὶ βγάζω μιά ἀπ' τὴν τσέπη μου, ἀνακατωμένη μὲ τρίμματα μές στὰ κουρέλια μου.) Φρεσκοκομμένη μόλις ἀπ' τὶς καλαμιές (ξεκαρδίζουνται) στὸν ὄχτο, καθὼς πᾶμε...-- (Μὲ βρίσκουν «καὶ λυρικώτατο» !..)
     Κι ἀρχίζω, μή ξέροντας π ῶ ς νὰ τοὺς πάω, π ο ῦ νὰ τοὺς πάω, γ ι α τ ί νὰ τοὺς πάω -- μή δέ θὰ πᾶν ἔτσι κι ἄλλιῶς ; ἔστω σούρνοντας, σπαράζοντας ! -- γ ι α  τ ί   ν ὰ  μ ή σ ᾶ ς  ἀ φ ή σ ω, θέλω νὰ πῶ, χ ω ρ ί ς κ α μ μ ι ά σ υ ν ε ν ν ό η σ η, οὔτε ἀπόπειρα κἄν συνεννοήσεως, τὴν παραμικρή, «εὐτυχεῖς» ἔτσι «μὲ δίχτυ» - ἀφοῦ, ἔτσι κ' ἔτσι, στὴν αἰώρα μ ό ν ο ι, οὕτως ἤ ἄλλως χ ω ρ ί ς δ ί χ τ υ, γνῶστες εἴτε ἀγνῶτες τ ὸ ἴ δ ι ο κάνει ἐντέλει !..
   Οὔτε στὸ τέλος θὰ τὸ βρῶ τὸ γιατί -οὔτε στὴν ἀρχή τὸ βλέπω, κοιτῶντας πίσω... Οὔτε πάνω, οὔτε κάτω. Οὔτε μέσα, οὔτ' ἔξω.
   Π ε ρ ὶ  τ ί ν ο ς  π ρ ό κ ε ι τ α ι - οὔτ' ἐγώ δέν ξέρω !
   Ἄν ἤξερα, σᾶς ἔπαιζα π ρ ο μ ε λ ε τ η μ έ ν ο «νούμερο».
   Αὐτό ἐδῶ εἶναι «τῆς δηλώσεως», τίμια !
   Π ρ α γ μ α τ ι κ ό - χωρίς ὑπόκριση.
  Οἱ ἄλλοι κλόουν ἔφυγαν... Τὸ κοινό ἔφυγε - δέν πᾶνε σὲ κηδεῖες... Ἔχω μείνει μόνος στὴ σκηνή... Δέν εἶναι σκηνή - χάος εἶναι !.. Νάιλον «συντεταγμένες» τάχα τ' «ὁρίζουν» : Χῶρος, χρόνος, τάδε ἤ τάδε... Μὰ κανένας Χρόνος δέν περιέχει μόνο τὸ Χῶρο ὅπου μὲ συναντᾷ Ἐγώ, καὶ κανένας Χῶρος δέ χωρεῖ στὸ Χρόνο ὅπου τὸν συναντάω Ἐγώ... Ὅλοι οἱ χῶροι κι ὅλοι οἱ χρόνοι, μ' ὅλο ποὺ δοσμένοι στὴ σειρά πάντα, μπερδεύονται στὴ συνείδησή μου, στὴν κάθε μου στιγμή...
    Γι' αὐτό κάθουμαι χάμω, κουρελής, ἀμήχανος, ἄπορος..- καὶ δέν παίζω κανένα «νούμερο», μπρός σὲ κανένα...
   Ἔχω τελειώσει - κι ἀποσύρομαι...
 Θυμοῦμαι τί παίζονταν ! Πόσο ἀγωνιοῦσα !
 Τί σπαταλοῦσα μετέχοντας, ὑποφέροντας...
 Τίποτα δέ χρειάζονταν.
 Οὔτε νάχω ὑπάρξει.
 (Οὔτε καὶ ποὺ ὑπῆρξα χρειάστηκε σὲ τίποτα καὶ γιὰ τίποτα.)
 Ἁπλῶς: Τ ί π ο τ α.
 (Αὐτό 'ταν ὅ λ ο τ ὸ ν ο ύ μ ε ρ ο - κι ὅλο τὸ ἄπειρο...)
------------------------------------------------------------[Κ' ἐδῶ διέκοψα.]

*Απόσπασμα απο το βιβλίο του Ρ. Αποστολίδη «ἡ Ἄλλη Ἱστορία»
Θερμές ευχαριστίες στον κ. Κώστα Κυριακού Χουχουλιδάκη για την επισήμανση και την αποστολή του κειμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.