Τρίτη 14 Μαΐου 2019

Οἱ καιροί ἀπαιτοῦν θυσίες



Ἡ προσταγὴ αὐτὴ ἀκούγεται στὶς μέρες μας ἀπὸ Δύση καὶ Ἀνατολή, ἀπὸ «δεξιὰ» καὶ ἀριστερά». Θεσμοί, τεχνοκράτες, ἀξιωματοῦχοι καὶ εἰδικοὶ πάσης φύσεως μᾶς διαβεβαιώνουν ὅτι δὲν μπορεῖνὰ γίνει ἀλλιῶς, πὼς δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος. Εἶναι τὸ κέλευσμα αὐτὸ πολιτικὴ πρόταση; Ἴσωςτοῦτο μοιάζει αὐτονόητο. Ἴσως πάλι τὰ πράγματανὰ μὴν εἶναι ἀκριβῶς ὅπως φαίνονται.


Εἶναι πλέον περισσότερο ἀπὸ δύο αἰῶνες, ποὺ ἡἀνθρωπότητα διαλέγεται μὲ μιὰ θεώρηση τῆςζωῆς, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει δογματικὰ πὼς ὁ οὐρανὸς δὲν κρύβει κάτι ἐνδιαφέρον γιὰ τὸνἄνθρωπο· πὼς ἡ γῆ περικλείει κάθε τι σημαντικό, κάθε ἀξία, ὁτιδήποτε ἔχει ἀνάγκη. Ἀπὸ τὰπλέον χαρισματικὰ μυαλὰ ἀκούστηκε σθεναρὰ τὸ νεωτερικὸ ἄγγελμα: «Ὁ Θεὸς εἶναινεκρός».

Τούτη ἡ «πρόοδος» πιστεύθηκε πὼς θὰ ἀπελευθερώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὶς δυνάμεις του. Ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ τεχνολογικὴ ἀνάπτυξη τῶν «μοντέρνων καιρῶν» θεωρήθηκαν ἀποτέλεσμαἀκριβῶς αὐτῆς τῆς δυναμικῆς. Ὁ ἄνθρωπος ἐπιτέλους κάνει θαύματα ποὺ ἐξυπηρετοῦν τὴ ζωήτου, ποὺ τὴν καθιστοῦν πιὸ εὔκολη καὶ περισσότερο ἀπολαυστική.

Ὅμως ὁ ἄνθρωπος παρότι ἀνακαλύπτει καὶ τεχνολογεῖ, συνεχίζει νὰ πεθαίνει. Συνεχίζει νὰ πονᾶ, συνεχίζει νὰ φοβᾶται. Κατανοεῖ μὲ τρόπο ὀδυνηρὸ ὅτι εἶναι φθαρτός, ἀφοῦ δυνάμειςποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὁρίσει ἐπηρεάζουν τραγικὰ τὸν βίο του.

Ἡ ψευδαίσθηση τῆς παντοδυναμίας του ἀπὸ τὴ μία, καὶ ἡ καταθλιπτικὴ συνειδητοποίηση τῆςἀνημποριᾶς του ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁδηγεῖ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ἐκ νέου στὴν ἔννοια τῆςθρησκείας. Δὲν ἀναφερόμαστε σὲ μιὰ κάποια κατάφαση στὴ πίστη. Μιλοῦμε γιὰ τὴ θρησκείαὡς μέσο καταστολῆς καὶ κατευνασμοῦ τοῦ ἄγχους καὶ τῆς θλίψης ποὺ κατακλύζει τὴνὕπαρξη, ἀκριβῶς ἐξαιτίας τῆς προαναφερθείσας σχιζοφρενικῆς κατανόησης τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἄλλοτε ὡς κέντρο τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλοτε ὡς μονάδας ἀσήμαντης.

Μὲ ἄλλα λόγια ἡ «πρόοδος» τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, κατεργάστηκε ἠθελημένα ἢ ἀθέλητα μιὰ φοβερὴ ὀπισθοδρόμηση· τὴν ἐπιστροφὴ στὴν εἰδωλολατρία.

Ὁ ἄνθρωπος σήμερα λατρεύει εἴδωλα, μὲ ἕνα τρόπο πέρα γιὰ πέρα θρησκευτικό, ἐνίοτε καὶθρησκόληπτο. Ἀρκεῖ νὰ ἀνακαλέσει κανεὶς στὴ μνήμη του τὶς τηλεοπτικὲς μαρτυρίες τῶνδελτίων εἰδήσεων, κάθε φορὰ ποὺ μιὰ πολυεθνικὴ ἑταιρεία ἀνακοινώνει τὴν διάθεση πρὸςπώληση ἑνὸς νέου smartphone: Οὐρὲς «προσκυνητῶν» τοῦ νέου «θαύματος» τῆςτεχνολογίας, συρρέουν στὰ πολυκαταστήματα, στοὺς «ναοὺς» τῆς κατανάλωσης, συχνὰ ὧρες πρὶν αὐτὰ ἀνοίξουν, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴ νέα συσκευὴ οἱ «εὐλογημένοι» ποὺ ἔχουντὰ μέσα· ἢ γιὰ νὰ τιμήσουν τὸ νέο εἴδωλο, νὰ τὸ ἀγγίξουν, νὰ τὸ ἐπεξεργαστοῦν, νὰ τὸ ποθήσουν, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν τὰ μέσα γιὰ νὰ ἀξιωθοῦν μιᾶς τέτοιας «χάριτος».

Εὐρύτερα προσεγγίζοντας τὸ ζήτημα δὲν εἶναι δύσκολο νὰ διαπιστώσει κανεὶς πὼς τὸ ζήτηματῆς οἰκονομίας στὸ δυτικὸ πολιτισμὸ ἔχει λάβει θρησκευτικὸ χαρακτήρα, δημιουργώντας μιὰκοσμικὴ «θεολογία». Τὴ φιλοσοφικὴ σκέψη καὶ τὸν δυτικὸ χριστιανικὸ στοχασμὸ ἀρκετὰ τοὺς ἀπασχόλησε τὸ ζήτημα τοῦ «πρώτου αἰτίου». Ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης, ἀκολουθώντας τὴ σκέψη τοῦ Ἀριστοτέλη, ὑποστήριξε πὼς καθετὶ ὀφείλει τὴν ὕπαρξή του σὲ μία αἰτία. Ὅμωςἀκόμα καὶ αὐτὸ ποὺ γεννᾶ κάτι, ἢ ἐκεῖνο ποὺ παράγει ἕνα ἀγαθό, ἀκόμα καὶ αὐτὸ ἔχει μίανἀρχή, ἄρα καὶ ἕνα αἴτιο μὲ τὴ σειρά του. Ἔτσι δημιουργεῖται μία ἀπέραντη ἁλυσίδα αἰτιῶν καὶ αἰτιατῶν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Ἀκινάτη δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ καταλήγει σὲ ἕνα «πρῶτο αἴτιο», ποὺ ἐκεῖνος τὸ ταυτίζει μὲ τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως τί γίνεται τώρα ποὺ μᾶς «ἀποκαλύφθηκε» ἀπὸ τοὺς μεγάλους διανοητὲς τῆςνεωτερικότητας πὼς ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει; Ὅσο καὶ ἂν φαίνεται παράδοξο, μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ ἐγκαταλείφθηκε, μὰ ἡ θεολογικὴ ἐπιχειρηματολογία τοῦ «πρώτου αἰτίου» παρέμεινεἐργαλειακὰ στὸ δυτικὸ στοχασμό. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ κάποιοι διανοούμενοι εἰσηγήθηκαν, ἔμμεσα ἢ ἄμεσα, νὰ τοποθετηθεῖ ἡ οἰκονομία στὴ θέση τοῦ «πρώτου αἰτίου». Ἡ οἰκονομία, ὡςαἰτία κάθε πράγματος, θὰ μποροῦσε νὰ σημαίνει σὲ ἐπίπεδο θεωρητικὸ πὼς ἡ ἀνάγκη γεννᾶ τὸν κόσμο ἢ διαφορετικὰ πὼς ὁ κόσμος ἀναγκαστικὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξει καὶ γι’ αὐτὸ ὑπάρχει. Πρακτικά, ἡ οἰκονομία ὡς «πρῶτο αἴτιο» σημαίνει ὅτι πίσω ἀπὸ κάθε ἱστορικὴ ἐξέλιξη ὑπάρχειἕνας λόγος ποὺ ἀφορᾶ συμφέροντα. (Γιὰ παράδειγμα: Γιατί οἱ Ἕλληνες ἐπαναστάτησανἐναντίον τῶν Τούρκων; Γιὰ νὰ μὴν πληρώνουν τὰ χαράτσια καὶ νὰ ἔχουν πρόσβασηἐλεύθερη στὰ ἀγαθά).

Ἡ συγκρότηση τοῦ κοινοῦ βίου στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀνάγκης ἀποτελεῖ ἴσως τὸν πιὸ βάρβαροπρωτογονισμὸ τῆς κοινωνίας. Μὲ λόγους ἁπλούς, τοῦτο σημαίνει πὼς ζοῦμε ὁ ἕνας δίπλαστὸν ἄλλον ἀναγκαστικά, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζουμε τὴν ἀτομική μας ἀδυναμία, γιατὶ ἀποδεχόμαστε μετὰ λύπης πὼς ὁ ἕνας χρειάζεται τὸν ἄλλο. Δὲν ὑπάρχει κάποια ἀλήθεια ποὺ μᾶς συνέχει, κάποιο νόημα ποὺ μᾶς ἑνώνει σὲ μιὰ κοινὴ ζωή. Δὲν εἶναι, λοιπόν, ὁ κοινωνικὸςβίος ἐλεύθερη ἐπιλογή, ἡ ὁποία φέρει κάποια σημασία, ἡ ὁποία κάπου μᾶς ὁδηγεῖ, ἀλλὰ ἕναἀναγκαῖο κακό.

Ἡ θεώρηση αὐτὴ ὑψώνει, ὡς σύμβολο τοῦ βίου τῆς ἀναγκαιότητας, τὸ ἱερὸ τοτὲμ τῆς οἰκονομίας. Κι ὅπως κάθε εἴδωλο, ἔτσι καὶ αὐτό, ἀπαιτεῖ θυσίες αἵματος, προστάζει σφαγὴ ἀνθρώπων. Ἡ διαπίστωση λοιπὸν πὼς «οἱ καιροὶ ἀπαιτοῦν θυσίες» δὲν εἶναι κάτι ἄλλο ἀπὸ μιὰ συνειδητὴ πρόσκληση σὲ μιὰ λατρεία παγανιστική.

Ἡ πιὸ οὐσιαστικὴ ἀντίδραση ὅμως σὲ τούτη τὴν καινὴ εἰδωλολατρία δὲν εἶναι ἡ ἄρνηση τῆςθυσίας ἀλλὰ ἡ κατάφαση στὸ ἀληθινὸ περιεχόμενο αὐτῆς, ὅπως ἡ Ἐκκλησία τὴν ἐννοεῖ, ἔτσιὅπως τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τὴν ἐγκαινιάζει μέσα στὴν ἱστορία. Γιατὶ Ἐκεῖνος τὴνἄλογη καὶ ἀπάνθρωπη λατρεία τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀνάγκης τὴν μεταποιεῖ σὲ λατρεία λογική, σὲ κοινωνία προσωπικὴ μετὰ τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀπαιτεῖται πλέον τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ γιὰ νὰ κατευνασθεῖ ἡ ὀργὴ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλὰ προσφέρεται ἑκούσια τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου, ὥστενὰ γίνει πόμα ἑνότητας τῶν ἀνθρώπων, κέντρο τοῦ κοινοῦ τους βίου, θεμέλιο τῆς ἐλευθερίαςτους.

Σὲ τούτη τὴ θεώρηση οἱ ἀνάγκες μας λαμβάνουν τὶς φυσικές τους διαστάσεις. Δὲνβρίσκονται πλέον στὸ ἐπίκεντρο τῆς ζωῆς, γιατὶ κέντρο τοῦ βίου μας δὲν εἶναι πλέον ὁ θάνατος, ἐκεῖνος ποὺ καταπατήθηκε μὲ τὴν θυσία καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ συγκρότηση τοῦ κοινοῦ μας βίου στὸ θυσιαστικὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου σημαίνει τελικὰ πὼς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ στερηθοῦμε ἐλεύθερα ὄχι μόνο τὰ «περιττὰ» ἀλλὰ καὶ τὰ«ἀπαραίτητα», ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν ἐλάχιστο ἀδελφό, ἐκεῖνον ποὺ δοκιμάζεταιπερισσότερο ἀπὸ ἐμᾶς. Μιὰ στάση στὸν ἀντίποδα τῆς ἐκσυγχρονιστικῆς πρότασης, ἡ ὁποίαπροστάζει τὴν ἐξουδένωση τῶν ἀδυνάτων, ὥστε οἱ ἔχοντες νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ ἱκανοποιοῦνἀδιάπτωτα τὶς ψευδεῖς τους ἀνάγκες.

Μπορεῖ ἴσως τὸ χριστιανικὸ θυσιαστικὸ ἦθος νὰ ἀποτελεῖ μωρία γιὰ τὴ λογικὴ τῶν διαφόρων«think tanks», ἀλλὰ τοῦτος ὁ τρόπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωποἀπὸ τὴν καταδυνάστευση τῆς ἀνάγκης· εἶναι ὁ μόνος ποὺ δύναται νὰ ἀποτρέψει τὴν πιὸ τραγικὴ ὀπισθοδρόμηση στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία.

Από το περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία τεύχος 291, Aπρίλιος 2017.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Κουβαλήτρες”, 1988) είναι έργο του Ξάνθου Χατζησωτηρίου.


Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.