Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Γιὰ τοὺς Ζηλωτὲς


Γιὰ τοὺς Ζηλωτὲς
by admin


Ἡ Κομμούνα τῆς Θεσσαλονίκης καὶ οἱ Ἡσυχαστὲς

Του Γιάννη Ταχόπουλου από τη Ρήξη φ. 96

Στὸ διαδίκτυο (tvxs) ἀναρτήθηκε πρόσφατα ἕνα ἄρθρο τοῦ καθηγητῆ Κώστα Λάμπου «Ἡ Κομμούνα τῆς Θεσσαλονίκης (1342-1350)», στὸ ὁποῖο ἐπαναλαμβάνονται σχεδὸν αὐτούσιες οἱ μεσοπολεμικὲς (1928) ἀπόψεις τοῦ Κορδάτου γιὰ τὸ καθεστὼς τῶν Ζηλωτῶν.
Έτσι, πληροφορούμαστε ὅτι λίγο-πολὺ στὸ τοτεινὸ Βυζάντιο ἡ μερίδα τῶν Ζηλωτῶν ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τοὺς ὁπαδοὺς τοῦ Βαρλαάμ ἢ ταυτιζόταν μαζί τους, καὶ ἀντίστροφα οἱ Ἡσυχαστὲς ταυτίζονταν μὲ τοὺς ἔχθροὺς τῶν Ζηλωτῶν, ὅτι τὸ κίνημα τῶν Ζηλωτῶν ζητοῦσε τὴν ἀνεξιθρησκεία καὶ τὸ χωρισμὸ τῆς ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ κράτος, ἐπιδίωξε τὴν μελέτη τῆς ἀρχαιοελληνικῆς γραμματείας, ὅτι «ήρθε σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον δογματισμό των Ησυχαστών του Γρηγορίου Παλαμά», ὅτι κατάργησε «το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας», «Καθιέρωσαν την άμεση εκλογή από τον Λαό όλων των αξιωματούχων», «Δημοτικοποίησαν τον πλούτο της εκκλησίας και των μοναστηριών» κ.ο.κ.
Ἕνα χειρόγραφο ὅπου εἰκάζεται (ἐσφαλμένα μᾶλλον) ὁ Καβάσιλας νὰ διαμαρτύρεται γιὰ τὴ συνεργασία τοῦ Θεσσαλονίκης Μακαρίου μὲ τοὺς Ζηλωτὲς ὁδηγεῖ τὸν Κ.Λ. στὸ συμπέρασμα ὅτι «Ανακήρυξαν επίτιμο Πρόεδρο της “Ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Θεσσαλονίκης” τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο». Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὸν Κ.Λ. οἱ θεολογικὲς ἀντιπαραθέσεις Ἡσυχαστῶν-Βαρλααμικῶν ἦταν ἕνα παραμύθι χάριν τοῦ ταξικοῦ ἀνταγωνισμοῦ.
Ἀπὸ ποῦ, λοιπόν, ν’ ἀρχίσει κανεὶς μὲ τὲτοια «ἐπιχειρήματα»; Εἶναι λανθασμένη ἡ ταύτιση τῶν ἀντιησυχαστῶν μὲ τοὺς Ζηλωτὲς καὶ τοὺς ἀντιμοναρχικοὺς/ἀντιαριστοκράτες, καὶ ἀντίστροφα. Ὁ ἀντιησυχαστὴς Νικηφόρος Γρηγορᾶς καὶ ὁ Δημήτριος Κυδώνης, δυὸ μεγάλες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς, τάχθηκαν ἐναντίον τῶν Ζηλωτῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ Καντακουζηνοῦ, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν ἐνάντιοι στοὺς Ἡσυχαστές. Ὁ ἐχθρὸς τοῦ Παλαμᾶ, Γρηγορᾶς ἀποκάλεσε «ὀχλοκρατία» τὸ καθεστὼς τῶν Ζηλωτῶν. Ὁ φιλολατίνος, ἀντιησυχαστὴς καὶ οὑμανιστὴς Κυδώνης ἔγραψε θρῆνο γιὰ τοὺς σφαγμένους ἀπὸ τοὺς Ζηλωτὲς ἀριστοκράτες τῆς Θεσσαλονίκης. Ἡ Ἄννα τῆς Σαβοΐας, ἀντίπαλος τοῦ Καντακουζηνοῦ, συμπαθοῦσε τὸν Παλαμᾶ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν πολιτικὸ σύμμαχό της Πατριάρχη Ἰω. Καλέκα. Οἱ δυὸ κύριοι ἀντίπαλοι, Καντακουζηνὸς καὶ Ἀπόκαυκος ἦταν φιλοπαλαμικοί. Ἀριστοκράτες, οἱ Παλαιολόγοι, ἦταν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ζηλωτῶν (ἐδῶ ἐλέγχεται ἡ ἄποψη τοῦ Κ.Λ. γιὰ τὴν ἐκλογὴ τῶν ἀξιωμάτων).
Οἱ Ζηλωτὲς δὲν φαίνεται νὰ ἦταν ἀντιπαλαμικοὶ λόγω θεολογικῶν βαρλααμικῶν ἀπόψεων οὔτε λόγω κάποιων ἀνύπαρκτων ἀντιεκκλησιαστικῶν τους τάσεων. Ὁ ὅρος ποὺ ἔθεσαν ὡς προϋπόθεση γιὰ νὰ δεχτοῦν τὴν εἴσοδο τοῦ Παλαμᾶ στὴν Θεσσαλονίκη ἦταν πολιτικός, νὰ μὴ μνημονεύει τὸν Καντακουζηνό· κι ὄχι νὰ ἀποκηρύξει τὸν Ἡσυχασμό. Ὁ Κ.Λ. λίγο πολὺ ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ Ζηλωτὲς ἦταν «ὄχι καὶ τόσο Ὀρθόδοξοι», ἀλλὰ ὁ φιλοησυχαστὴς Πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος, ποὺ τοὺς κατέκρινε ἐντονότατα, ἀπέρριψε πρόταση τοῦ Ἀρμενόπουλου γιὰ ἀφορισμό τους μὲ τὸ σκεπτικὸ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀναθεματισμὸς χριστιανοῦ ποὺ δὲν ὑπέπεσε σὲ αἵρεση.
Οἱ Ζηλωτὲς δὲν «θέλησαν να εκμεταλλευτούν την εμφύλια σύγκρουση των εξουσιαστικών φατριών του Βυζαντίου με στόχο την αυτονομία τους και την ανατροπή της φεουδαρχίας», ἀλλὰ δήλωναν συνέχεια πιστοὶ στοὺς Παλαιολόγους. Οἱ πολιτικοὶ θεσμοὶ ποὺ ἀναφέρει ὁ Κ.Λ. ὡς δημιούργημα τῶν Ζηλωτῶν, προϋπῆρχαν τῶν Ζηλωτῶν (βλ. Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, Αθήνα 1953, σ. 274-5). Τὸ ἴδιο καὶ ἡ μελέτη τῆς ἀρχαιελληνικῆς γραμματείας, ποὺ κατὰ τὸν Κ.Λ. προώθησαν οἱ Ζηλωτές (βλ. τοὺς ἐπαίνους τοῦ φιλοησυχαστῆ Καβάσιλα καὶ τοῦ ἀντιησυχαστῆ Κυδώνη γιὰ τὴ φιλοσοφικὴ κίνηση στὴν Θεσσαλονίκη): ὁ γνωστὸς φιλόλογος Δημήτριος Τρικλίνιος ἄκμασε πρὶν ἀπὸ τὸ καθεστὼς τῶν Ζηλωτῶν.
Ἡ μόνη σίγουρη κατάσχεση ἐκ μέρους τῶν Ζηλωτῶν ἦταν τῶν περιουσιῶν τῶν πλουσίων (βλ. Ostrogorsky, Ἱστορία τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους, Γ’, σσ. 331-2), ὅπως Γρηγορᾶς καὶ Καντακουζηνὸς γράφουν (ὁ Κ.Λ. δὲν ἀναρωτιέται γιατί δὲν ἀνέφεραν κατάσχεση τῶν ἐκκλησιαστικῶν περιουσιῶν, ἂν αὐτὴ ὄντως συνέβη), ἐνῶ κείμενο τοῦ Νικ. Καβάσιλα σχετικὸ μὲ δημεύσεις ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων φαίνεται ὅτι ἀφορᾶ τὴν κρατικὴ πολιτικὴ καὶ εἶναι ἀρκετὰ μεταγενέστερο. Ὁ σχετικὸς λόγος τοῦ Άλέξιου Μακρεμβολίτη, ποὺ φαίνεται ν’ ἀποδίδει τὰ αἰτήματα τῶν Ζηλωτῶν δὲν ἀναφέρεται σὲ δἠμευση ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας.
Βέβαια, οἱ Ζηλωτὲς ὡς σημαία χρησιμοποιοῦσαν τὸ σταυρό, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἦταν δὰ καὶ δεῖγμα «ἀνεξιθρησκίας» (ποιὲς ἄλλες θρησκεῖες ἐννοεῖ ὁ Κ.Λ. ὅτι ὑπῆρχαν στὴν πόλη; Ἀγνοεῖ ὅτι ὑπῆρχε τζαμὶ ἀπὸ τὸν 10ο αἰ. στὴν Κωνσταντινούπολη; (ἴσως καὶ στὴν Ἀθήνα), ὅπως ἀπαιτοῦν οἱ φαντασιώσεις τῶν σημερινῶν ἐπικριτῶν τῆς κατ’ αὐτοὺς «λεγόμενης Ὀρθοδοξίας».
Ὁ Κ.Λ. ἀναφέρει σωστὰ ὅτι ὁ Καντακουζηνὸς χρησιμοποιοῦσε «Σλάβους» καὶ Τούρκους μισθοφόρους (δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀποκρύβεται ὁ πολιτικὰ καταστροφικὸς ρόλος του γιὰ τὸ Βυζάντιο, τὸ ἀντίθετο μάλιστα)· ἀλλὰ ἀποσιωπᾶ ὅτι οἱ Ζηλωτὲς ἦρθαν σὲ διαπραγματεύσεις μὲ τοὺς Σέρβους ὥστε νὰ τοὺς παραδώσουν τὴ Θεσσαλονίκη (γεγονὸς ποὺ δὲν ταιριάζει μὲ τὴν ἄποψη γιὰ ἀπαίτηση εὐρύτερης αὐτονομίας).
Τὸ θαυμαστὸ κίνημα, πείραμα καὶ καθεστὼς τῶν Ζηλωτῶν ἑρμηνεύεται στερεοτυπικὰ ὡς ἑξῆς: Οἱ μὲν τὸ στρογγυλεύουν/«ἀποκαθάρουν» ὥστε νὰ καπηλεύονται τοὺς τοτεινοὺς (καὶ σημερινοὺς) ταξικοὺς ἀγῶνες ἀποκλείοντας ὅ,τι δὲν εἶναι τῆς ἀρεσκείας τους. Οἱ δε, ἀρνοῦνται νὰ διαπιστώσουν τὴν πολιτικὴ ἀνεπάρκεια τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἡσυχασμοῦ νὰ σταθοῦν στὸ ὕψος ἕνὸς Χρυσόστομου, παρὰ τοὺς περιορισμοὺς τῆς ἐποχῆς τους, κι ἔτσι –χάρη καὶ στὸ φανατισμένο μανιχαϊσμὸ τῶν «προοδευτικῶν»– αἰσθάνονται ἄβολα μὲ τὸ κίνημα τῶν Ζηλωτῶν. Τέλος, μὲ τὴν ἄποψη περὶ «πιο σκληρής δουλοπαροικίας ασιατικού τύπου» ἡ Ἀγγελική Λαΐου – Θωμαδάκη δὲ θὰ συμφωνοῦσε (Η αγροτική κοινωνία στην ύστερη βυζαντινή εποχή, σσ. 195, 207-211, 247), ἐνῶ ἔχοντας ὑπόψη τὴν Παλαιολόγεια «ἀναγέννηση» τῶν τεχνῶν, ἡ ἄποψη τοῦ Κ.Λ. γιὰ «απόλυτη πνευματική στειρότητα» τοῦ Βυζαντίου συνοψίζει τὴ μονομέρεια τοῦ ἄρθρου του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.