Κυριακή 16 Απριλίου 2023

Σκέψεις μιας Μεγάλης Παρασκευής…!





«Πως να σωπάσω μέσα μου, την ομορφιά του κόσμου..«



του Δημήτρη Ν.Γ


Οι πρόγονοι, μας έδεσαν σε μια μοίρα τραγική. Βάρος αβάσταχτο και κληρονομιά ευθύνης.., ευωδιά αξιοπρέπειας! όπως στα λουλουδάκια του Επιταφίου και στην προσμονή της Ανάστασης…

 Ένας τόπος, βιωμένος στο φως. Η προίκα που μας έδωσαν, ηρωική και πολλές φορές πένθιμη. Κι εκεί που λες μας γονατίζει θλίψη, η άλλη παράδοση των σεβάσμιων Πατέρων, κλεισμένων στα στενά αλλά και στα ψηλά όρη της οντολογίας μας, να μας τονώνει με το ζωοποιό πένθος, που δίνει καινούρια πνοή, να προχωράς στην δέσμευση της ζωής, του Έρωτα και όχι του Θανάτου. Το αεράκι της κληρονομιάς που χαϊδεύει τα μάρμαρα του Παρθενώνα και τρεμοσβήνει το φως των κεριών, ψηλά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού και στα αγιοκέρια της Αγιά Σοφιάς…

 «Πως να σωπάσω μέσα μου, την ομορφιά του κόσμου..«. 

Ο κόσμος, που είναι το κόσμημα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, που μιλά Φιλοσοφία, και είναι κύκλος, διαλεκτική – διάλογος δηλαδή, θεού και ανθρώπων, εκκλησία προσώπων και δημοκρατίας – όπως οι εκκλησίες μας και οι τρούλοι τους. Στρογγυλοί, σοφοί και συμμετοχικοί, υπερβατικές αγκαλιές αγάπης.

Στα σοκάκια της γειτονιάς μας και τις εξοχές της Ανάστασης….

 «Δεν ξεχωρίζει. Είναι ένας δρόμος σαν όλους τους άλλους δρόμους της Αθήνας. Είναι, ας πούμε, ο δρόμος που κατοικούμε. Μικρός, ασήμαντος, λυπημένος, τυραννικός, μα κι απέραντα ευγενικός. Έχει πολύ χώμα, πολλά παιδιά, πολλές μητέρες, πολλές ελπίδες και πολλή σιωπή. Κι όλα σκεπασμένα από ένα τρυφερό, μα κι αβάσταχτο ουρανό. Εδώ, σ’ αυτό το δρόμο, γεννιούνται και πεθαίνουν τα όνειρα τόσων παιδιών, ίσαμε τη στιγμή που η αναπνοή τους θα ενωθεί με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου και θα χαθεί» (οδός Ονείρων)


Το αεράκι του πολιτισμού μας, δροσερό, πελαγίσιο, σαν στίχος του Ελύτη. Στροβιλίζεται άναρχα και ιαματικά, από τη γη της Ιωνίας, στις πεζούλες του μόχθου, του ξωμάχου και του αγωγιάτη, στην Άννα την Κομνηνή και τη γυναίκα της Πίνδου, στον διάσπαρτο ελληνισμό της Οικουμένης. Εκεί που παντρολογιούνται ο Άη Λαός κι η Αγιά Θαλασσινή. Ωραία λόγια, μας νανούρισαν και μας ξελόγιασαν…

Ο Αίσωπος και η γοργόνα. Κι αν μας πλάνεψε για λίγο η γοργόνα των παραμυθιών της Δύσης, πάντα πιστεύαμε στη μόνη γοργόνα, που σχεδόν μεταφυσικά, μας επέστρεφε στη γενέθλια γη μας. Την αδερφή του Αλέξανδρου, στοιχειό και κατάρα, από τη μια, λιακάδα και μεράκι από την άλλη. Ίδια η διαλεκτική του Ηράκλειτου και του Πλάτωνα, δηλαδή. Που κάποιοι, άλλοι δάσκαλοι, αρνήθηκαν, αυτοί οι «μοντέρνοι», να είναι …δημο-διδάσκαλοι κι έτσι δεν μας είπαν ότι οι βυζαντινοί πατέρες, συνέχισαν και αναγέννησαν το δύσκολο έργο της αποδοχής μιας κληρονομιάς που έρχεται από μακρυά…


Κάποια πρόσωπα μας είπαν, να πενθούμε τους νεκρούς μας, με χορό και δάκρυ, λουλούδι και καθαρό νερό στο μάρμαρο, κάνοντας τους τάφους, μια μεσημεριανή έξοδο στο νησί ή στο χωριό, κατακαλόκαιρο, πριν το νυφοπάζαρο της ζωής, το βράδυ, με τις κλεφτές ματιές και την άπλα του παραθερισμού. Εκείνη την άπλα, μετά το θαλασσινό μπάνιο, που το μποστάνι μύριζε ήλιο στο αιώνιο ελληνικό μεσημέρι, όταν ο Έρωτας έσπαγε την πέτρα, και ο μπερμπάντης Θεός Πάνας, πλημμύριζε μανιακά το τοπίο και την επιθυμία της ψυχής και των σωμάτων…ερωτική συνεύρεση θεών, τόπων και ανθρώπων.

Ποιοι Θεοί, ποιοι θνητοί και ποιοι δαίμονες μας έκαναν τόσο κακό, να αγαπάμε και να πιστεύουμε τούτο τον ρημαδότοπο της αγάπης; Ποια ρίζα είχαν εκείνοι οι Δράκοντες, άντρες και γυναίκες, που μας έκαναν εκείνη την ρίζα, ριζικό; εκεί που το μικρό τοπίο, χάνεται στην απεραντοσύνη της πλάσης και όλη η οικουμένη χωρά σ’ενα αρμυρίκι, σε μια πεσμένη κολώνα, σ΄έναν αποχαιρετισμό, ή σ’ενα φλυτζανάκι καφέ στο σπίτι της γιαγιάς. Όταν μέσα σ’ενα κρασοπότηρο, με φωνές και γέλια φίλων και συγγενών χωρούν όλες οι μνήμες, προσωπικές και συλλογικές, μιας ιστορίας πανάρχαιας, μιας κλωστής που συνεχίζει το κέντημα στο μάθημα της χειροτεχνίας, σε μουντές αίθουσες γεμάτες λαμπερή γνώση και στο πρώτο σκίρτημα, στο δειλό βλέμμα της συμμαθήτριας.

Είμαστε η απάντηση του Γιώργου Σεφέρη, σε ερώτηση ξιπασμένου και ξένου διαπρεπή συνομιλητή του, αν όντως πιστεύουμε ότι είμαστε πραγματικά απόγονοι του Λεωνίδα και του Θεμιστοκλή» …:

 «Όχι, είμαστε απόγονοι μονάχα της μάνας μας, που μας μίλησε Ελληνικά, που προσευχήθηκε ελληνικά, που μας νανούρισε με παραμύθια για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον Λεωνίδα και τον Παπαφλέσσα, και ένιωσε την ψυχή της να βουρκώνει την Μεγάλη Παρασκευή, μπροστά στο ξόδι του νεκρού Θεανθρώπου»

Μπορούμε άραγε, σήμερα να δίνουμε το ίδιο αγέρωχες απαντήσεις, όταν 50 χρόνια, παρακμής μας έκαναν να διαλύσουμε τη γλώσσα και το ήθος που ταίριαζε τις λέξεις μας σε αιώνιες φράσεις;…


ΠΗΓΗ:https://tokoinonikoodofragma.org/2023/04/14/6893/
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.