Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

Τόμας Μπέρνχαρντ – οι φτηνοφαγάδες και η ανθρώπινη γελοιότητα

 Γράφει ο Θανάσης Μπαντές
          Οι κύριοι Άιντσιχ, Γκόλντσμιντ, Γκριλ και Βένινγκερ είναι οι Φτηνοφαγάδες. Σε καθημερινή βάση συναντιούνται σε λαϊκό ταβερνείο και παραγγέλνουν το φτηνότερο πιάτο. Αποκλειστικά το φτηνότερο πιάτο. Πρόκειται για μεσοαστούς, (ο Βένινγκερ διηύθυνε το εργοστάσιο του πατέρα του, ο Γκόλντσμιντ ένα βιβλιοπωλείο που είχε κληρονομήσει, ο Γκριλ ήταν αποθηκάριος κι Άιντσιχ καθηγητής) απολύτως αξιοπρεπείς, που οι απαρέγκλιτες συνήθειες δεν σηματοδοτούν απλώς την προγραμματισμένη επαναλαμβανόμενη ρουτίνα μιας μηχανιστικής, σχεδόν βιομηχανικής, τυποποίησης (που λειτουργεί ασυνείδητα καθώς η ταχύτητα ξεπερνά τη σκέψη απονεκρώνοντας τη βούληση), αλλά οριοθετούν την ίδια την ύπαρξή τους, αφού τους απονέμεται κοινωνική υπόσταση, δηλαδή οντότητα, δηλαδή αδιαπραγμάτευτη αναγνωρισιμότητα.
Πίτερ Μπρίγκελ ή Μπρέγκελ ο πρεσβύτερος. The Peasant Dance (1568), Kunsthistorisches Museum, Vienna, oil on oak panel
Πίτερ Μπρίγκελ ή Μπρέγκελ ο πρεσβύτερος. The Peasant Dance (1568), Kunsthistorisches Museum, Vienna, oil on oak panel
Γιατί όλοι ξέρουν τους Φτηνοφαγάδες, όλοι ξέρουν το τραπέζι τους, όλοι γνωρίζουν εκ των προτέρων την παραγγελία. Η εκκεντρικότητά τους λειτουργεί τόσο δεδομένα που τελικά χάνεται μέσα στο αυτονόητο. Ούτε οι ίδιοι αναγνωρίζουν το παράλογο αυτής της επανάληψης, θα λέγαμε της ιεροτελεστίας, καθώς αδυνατούν να συλλάβουν οτιδήποτε ξεπερνά την ασφυκτική τους κανονικότητα Ο Μπέρνχαρντ, ανατρέποντας τα πάντα καταδεικνύει την ακρότητα που γίνεται τόσο αποδεκτή, ώστε να περνά απαρατήρητη. Η εικόνα των Φτηνοφαγάδων είναι η απαρασάλευτη τάξη που διευθετεί τα πάντα στην εντέλεια με τέτοια επιτυχία, που κάθε σκέψη είναι περιττή.
Οποιαδήποτε ανατροπή είναι ζημιογόνα. Η καλοκουρδισμένη επανάληψη μετατρέπεται σε ασφάλεια της προσωπικότητας. Σε τελική ανάλυση, οι Φτηνοφαγάδες δεν έχουν καμία σημασία. Δεν έχει σημασία τι λένε, τι πολιτικές πεποιθήσεις έχουν, ούτε καν πώς ξεκίνησε η φτηνοφαγία τους. Ουσιαστικά είναι ξένοι, αφού κανείς δεν ξέρει σχεδόν τίποτε για τον άλλο, πέρα από τα απολύτως τυπικά, τι δουλειά κάνει, αν είναι παντρεμένος κτλ. Αναλώνονται σε ανώδυνες φιλοσοφικές συζητήσεις, ποτέ δεν φέρνουν σε δύσκολη θέση ο ένας τον άλλο με αδιάκριτες ερωτήσεις, χωρίς όμως να λείπουν οι παρεξηγήσεις για παιδαριώδη ζητήματα. Όμως ο πυρήνας του έργου είναι ο Κόλερ, ο άνθρωπος που τους μελετάει, ο πέμπτος της συντροφιάς, που όμως δεν είναι τακτικός, γιατί δεν τους έχει σε καμία εκτίμηση, αλλά εμφανίζεται περιστασιακά αντιμετωπίζοντάς τους σαν πειραματόζωα.

            Μ’ αυτό τον τρόπο πλαισιώνει ο Μπέρνχαρντ τους χαρακτήρες του μυθιστορήματός του «Οι Φτηνοφαγάδες» σχεδιάζοντας για μια ακόμη φορά την καταβαράθρωση κάθε σοβαρότητας μέσω της ανελαστικότητας που σηματοδοτεί τη μέγιστη πνευματική ακαμψία. Αναγκαστικά, κάθε αμετάβλητη οπτική, τόσο αμετάβλητη που να ταυτίζεται με την αξιοπρέπεια, γίνεται επίφαση, δηλαδή δεκανίκι που διαλύει κάθε αλήθεια και κάθε αυτογνωσία φέρνοντας στο φως τα απύθμενα βάθη της ανθρώπινης γελοιότητας.
Κι αυτό ακριβώς είναι το θέμα όλου του έργου του Μπέρνχαρντ. Η γελοιότητα που παίρνει δυσθεώρητα ύψη κάτω από την επιφάνεια της σχεδόν θρησκευτικού τύπου προσήλωσης σε αρχές ή ιδανικά ή φιλοδοξίες ή φαντασιώσεις που είναι απελπιστικά επίπλαστες, καθώς διαμορφώνονται μόνο ως άμυνα απέναντι σ’ ένα ακατανόητο περίγυρο. Είναι η τοποθέτηση του εαυτού μέσα στο συλλογικό γίγνεσθαι που πρέπει να κερδίσει το σεβασμό γιατί μόνο έτσι μπορεί να επιβιώσει. Όμως ο σεβασμός επιστρέφει και πάλι στο άτομο, ως αποκλειστικός μηχανισμός καθορισμού της αξιοπρέπειας.
Επί της ουσίας δεν έχει καμία σημασία η πεποίθηση του συνόλου για το άτομο. Αυτό που έχει σημασία είναι η τοποθέτηση του ατόμου στο σύνολο, αφού μόνο το άτομο καθορίζει τους όρους της αναγνώρισης κι αυτό, όσο κι αν δίνει την επίφαση της ανεξαρτησίας, δεν είναι παρά η ύψιστη προσαρμογή. Ο Άιντσιχ απαιτεί από όλους να τον προσφωνούν αριστοκρατικά «φον Άιντσιχ». Όταν όμως οι Φτηνοφαγάδες τον απορρίπτουν γι’ αυτό και τον διώχνουν ξεχνά αμέσως τις αριστοκρατικές προσφωνήσεις κι αποδέχεται τη λαϊκότητα. Αυτό γίνεται με τρόπο τόσο φυσικό που δεν πληγώνει ούτε στο ελάχιστο το κύρος του.
Ο Κόλερ, λειτουργώντας με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο είναι επίσης δέσμιος του ίδιου μηχανισμού. Έχοντας από μικρός προβλήματα υγείας (κακή όραση, πονοκεφάλους κλπ) διεκδίκησε το δικό του καθορισμό εαυτού μέσα από την αδιαπραγμάτευτη πνευματικότητά του. Η ταμπέλα του πνευματικού ανθρώπου, ως καθαρός αυτοχαρακτηρισμός, δεν είναι απλά η εξισορρόπηση με τους άλλους, αλλά η καταφανής υπεροχή του. Ασφαλώς, όλοι οι άλλοι δεν τον καταλαβαίνουν, αφού, από θέση αρχής, είναι κατώτεροι. Η πνευματικότητά του είναι η κινητήριος δύναμη κάθε δράσης. Ακόμα και το ελάχιστο, το πιο επουσιώδες, παίρνει τρομακτικές διαστάσεις γιατί δεν είναι απλώς μια ενέργεια, αλλά η διαιώνιση της υπεροχής.
Παρακολουθούμε δηλαδή τη νομιμοποίηση των εμμονών που παίρνουν διαστάσεις ιδεολογίας καθώς γίνονται σημείο αναφοράς ολόκληρης της ύπαρξης. Τα πάντα καθορίζονται ανάλογα με την πνευματικότητα που εκπέμπουν. Η βόλτα στο ένα ή στο άλλο πάρκο έχει τεράστια σημασία. Η επιλογή της μιας ή της άλλης ταβέρνας είναι ολόκληρη πολιτική: «Κατέκρινε τη βαριά ατμόσφαιρα στο Μάτι του Θεού (μία ταβέρνα) η οποία διέφερε από την εξαιρετικά καλή ατμόσφαιρα στο Δ.Μ.Β. (άλλη ταβέρνα), το προσωπικό στο Μάτι του Θεού δεν αέριζε όλη μέρα το χώρο, είπε, ενώ το προσωπικό του Δ.Μ.Β. αέριζε συνέχεια το δικό του χώρο, μα εξάλλου αυτή η βαριά αντιπνευματική ατμόσφαιρα, αυτή η αντιπνευματική έλλειψη οξυγόνου, που ήταν χαρακτηριστική για τους ανθρώπους του Ματιού……..οι άξεστοι στο Μάτι του Θεού δεν το προσέχουν αυτό και νιώθουν άνετα στο Μάτι του Θεού, επειδή δεν έχουν καν συναίσθηση της αντιπνευματικής ατμόσφαιρας στο Μάτι του Θεού».
Ο Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhardt, 1931-1989), ο κορυφαίος Αυστριακός συγγραφέας που σφράγισε τη γερμανόφωνη λογοτεχνία το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, είναι γνωστός κυρίως από τα πεζογραφικά και θεατρικά του έργα
Ο Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhardt, 1931-1989), ο κορυφαίος Αυστριακός συγγραφέας που σφράγισε τη γερμανόφωνη λογοτεχνία το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, είναι γνωστός κυρίως από τα πεζογραφικά και θεατρικά του έργα
Η κοινωνική απόρριψη είναι για τον Κόλερ πραγματική ευχαρίστηση. Μέσα στο όλο πλαίσιο της αντιπνευματικότητας η απόρριψη δεν είναι παρά η κοινή ομολογία της δικής του πνευματικότητας και η ομοιότητα με τον Άιντσιχ είναι προφανής. Ο ένας απορρίπτει τους αριστοκρατικούς τίτλους για χάρη της αποδοχής, ενώ ο άλλος δεν απορρίπτει την πνευματικότητα για χάρη όμως και πάλι της αποδοχής, καθώς η αποδοχή έχει να κάνει με την εσωστρέφεια που καθορίζει την αυτοεικόνα. Ο ένας πλάθει αυτοεικόνα από την κοινωνική αποδοχή κι ο άλλος από την απόρριψη. Είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, που σηματοδοτεί την οριοθέτηση της ύπαρξης με βάση τον κοινωνικό περίγυρο.
Εξάλλου, στο βάθος κι ο Κόλερ φιλοδοξεί την αποδοχή η οποία θα έρθει οπωσδήποτε με την ολοκλήρωση του έργου του, που θα καταδείξει σε όλους την πνευματική του ανωτερότητα. Αλλά ακόμη κι αν δε συμβεί αυτό, η λύση είναι έτοιμη· είναι τόσο ανώτερος που δεν τον κατανοούν οι αδαείς. Η επιμονή οσιομάρτυρα του Κόλερ δεν είναι απλώς η απόλυτη συντριβή του, είναι το δράμα της εμμονής που αναγκαστικά γίνεται κωμωδία. Ο συνδυασμός της αμετάκλητης, στα όρια της ιερότητας, επιμονής με τα πιο ασήμαντα ζητήματα είναι η αντίφαση που πιστοποιεί τη γελοιότητα, δηλαδή η μέγιστη ειρωνεία.
          Όλο αυτό το γαϊτανάκι της γελοιότητας συντελείται με τα ίδια λεπτεπίλεπτα, στερεότυπα μπερνχαρντικά παιχνίδια των διαρκών φραστικών επαναλήψεων, της υπερβολής, της μονομανίας, της αποξένωσης και του ανεκπλήρωτου, δηλαδή της ξεκάθαρης ψυχοπαθολογίας. Ο Κόλερ, θυμίζοντας απόλυτα τον Κόνραντ από του Ασβεστοκάμινο, βασανίζεται από το μεγαλειώδες πνευματικό του έργο, της Φυσιογνωμικής, που διαρκώς πλάθεται και ποτέ δεν μπορεί να ολοκληρωθεί. Είναι τόσο δοσμένος σ’ αυτό που ανέχεται τους Φτηνοφαγάδες, τους οποίους απεχθάνεται, μόνο και μόνο για να τους μελετά. Πηγαίνει για χάρη τους ακόμα και στο Μάτι του Θεού γνωρίζοντας οδύνη χωρίς προηγούμενο. Όταν ο σκύλος του βιομήχανου Βέλερ του ακρωτηριάζει το ένα πόδι, νιώθει χαρούμενος γιατί η αποζημίωση του εξασφαλίζει το βιοπορισμό και μπορεί να αφοσιωθεί απόλυτα στο έργο του.
Δεν είναι τυχαίο που το ανεκπλήρωτο στα έργα του Μπέρνχαρντ έχει σχεδόν πάντα πνευματικό περιεχόμενο. Ούτε είναι τυχαία η ασημαντότητα που έχει το θέμα της πνευματικής αναζήτησης των χαρακτήρων. Η εμμονή στην πνευματικότητα είναι η γελοιότητα της προσπάθειας του εαυτού να εξυψωθεί απέναντι στους άλλους. Που δήθεν απορρίπτει την αποδοχή, στο όνομα της πνευματικότητας, και ταυτόχρονα επιδιώκει καταξίωση μέσα από τον ίδιο τον κοινωνικό μηχανισμό που αποθεώνει το πνεύμα. Κι αυτό που μένει είναι η υποκρισία που μετατρέπεται σε τρόπο ζωής.
Η πνευματικότητά του Κόλερ είναι ψεύτικη, γι’ αυτό και είναι ασήμαντη και γι’ αυτό δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ. Οι διεισδυτικές, τσουχτερές αναλύσεις που κάνει για τους Φτηνοφαγάδες, όσο κι αν είναι δικαιολογημένες, δεν εξυπηρετούν παρά ένα προσωπικό παιδαριώδες πείσμα. Η πνευματικότητά του δεν είναι παρά εκδίκηση και το ανόθευτο των ιδεών, μια δικαιολογία. Οι μπερνχαρντικές καρικατούρες, μέσα στο μεγαλείο της υπερβολής τους, αντανακλούν μια ολοκάθαρη αλήθεια. Την αλήθεια των εμμονών (πολιτικών, ιδεολογικών, θρησκευτικών, καλλιτεχνικών κλπ), που λειτουργούν ως οριοθέτηση της ύπαρξης διαμορφώνοντες άκαμπτες συμπεριφορές καταδικασμένες στη γραφικότητα. Για τον Μπέρνχαρντ το γελοίο δεν είναι μόνο μηχανισμός άμυνας, αλλά διεκδίκηση αυτοκαθορισμού που θα λειτουργήσει τονωτικά για την ύπαρξη. Κι αυτός είναι ο λόγος που εν τέλει ο αναγνώστης γελά. Γιατί παρακολουθεί την απογύμνωση του ανθρώπινου παραλόγου.
Τόμας Μπέρνχαρντ: «Οι Φτηνοφαγάδες», εκδόσεις «ΝΗΣΙΔΕΣ», Σκόπελος 1998.

ΠΗΓΗ:http://eranistis.net
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.