Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

Οι απόψεις των βυζαντινολόγων για την τέχνη της Μακεδονικής Αναγέννησης



του Χρήστου Χατζηλία, παιδαγωγού


To παρών άρθρο επιχειρεί να σκιαγραφήσει σε λίγες σειρές τις απόψεις μεγάλων βυζαντινολόγων για την τέχνη μετά τη περίοδο της Εικονομαχίας την οποία ο καθένας αναλύει τις πολιτικές και πολιτισμικές καταβολές τις συγκεκριμένης όπως αυτός τις αντιλαμβάνεται, στόχος είναι η συγκέντρωση, η σύγκριση και η κριτική των απόψεων τους.

Η Μακεδονική δυναστεία (867-1057) υπήρξε μια από τις αποτελεσματικότερες της ιστορίας του Βυζαντίου, μέλη της κατάφεραν να αυξήσουν εδαφικά το κράτος περνώντας στην αντεπίθεση μετά από πολλές ήττες από Άραβες και Βούλγαρους, την περίοδο εκείνη η αυτοκρατορία εκτείνονταν από την Ιταλία μέχρι τον Καύκασο και την Συρία, όπως επίσης από την Κροατία μέχρι την Κριμαία και την Κύπρο. Επηρέασε πολλούς λαούς μέσω της διπλωματίας, της σύναψης επιγαμιών και φυσικά των ιεραποστολών με πρωτεργάτες τους Κύριλλο-Κωνσταντίνο και Μεθόδιο όπου αρχίζει ο εκχριστιανισμός των Σλάβων της Βαλκανικής και των Ρώσων του Κιέβου. Όσον αφορά το καλλιτεχνικό κομμάτι αρχίζει σταδιακά μια ανάκαμψη των απεικονίσεων ιερών προσώπων στους ναούς και ακολουθεί μια στροφή προς τα ελληνιστικά πρότυπα.


Οι βυζαντινολόγοι Vasiliev, Mango, Runciman, Obolensky, Diehl έδωσαν ο καθένας την δική του θεωρία για το πως αντιλαμβάνεται την τέχνη της Μακεδονικής Αναγέννησης.

Charles Diehl

Ο Charles Diehl, (4 Ιουλίου 1859 – 1 Νοεμβρίου 1944) Γάλλος ιστορικός, στο βιβλίο του “Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας”, αναφέρει πως μετά την κρίση της Εικονομαχίας, ο 10ος αιώνας γνώρισε μια νέα και θαυμαστή άνθηση όπου γίνεται αισθητή η πανίσχυρη επίδραση της ελληνικής παράδοσης, συνεχίζει λέγοντας πως η εσωτερική διακόσμηση γίνεται πιο πλούσια και πιο σοφά διατεταγμένη, συγκεντρώνοντας σε μια σειρά από συχνά αξιοθαύμαστους πίνακες τις σκηνές που εικονογραφούν τα δόγματα της Εκκλησίας.

Συμπληρώνει επίσης πως η αίσθηση του χρώματος γίνεται εμφανής τόσο στα μωσαϊκά σε μπλε ή χρυσό φόντο όσο και στα χειρόγραφα που διαπερνώνται από την ελληνική κλασσική έμπνευση όπως το Ψαλτήριο της εθνικής βιβλιοθήκης του Παρισίου, ενώ τις λειψανοθήκες της αναφέρει ως πολυτελείς που είναι εμπλουτισμένες με λαμπρά σμάλτα. Κλείνοντας ο Diehl ονομάζει την περίοδο αυτή ως “δεύτερη χρυσή εποχή της βυζαντινής τέχνης” που διατηρήθηκε και μετά από τον 10ο αιώνα, έως την εποχή των Κομνηνών. ( Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, Τόμος Γ΄ , κεφάλαιο δωδέκατο, σελ. 462)

Alexander Alexandrovich Vasiliev

Ο Alexander Alexandrovich Vasiliev (4 Οκτωβρίου 1867 – 30 Μαΐου 1953) Ρώσος ιστορικός όπου στο έργο του “ Iστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας (324-1453)” αναφέρει πως η περίοδος της Δυναστείας των Μακεδόνων υπήρξε πολύ σημαντική για την ιστορία της βυζαντινής τέχνης, ενώ συμπεριλαμβάνει και την περίοδο των Κομνηνών και τις χαρακτηρίζει κάνοντας μνεία και σε άλλους μελετητές ως δεύτερη χρυσή εποχή της βυζαντινής τέχνης (9ος-12ος αι.).


Συμπληρώνει πως η περίοδος της Εικονομαχίας απελευθέρωσε την τέχνη από τις ασφυκτικές εκκλησιαστικές και μοναστικές επιρροές , ανοίγοντας – όπως λέει- νέους δρόμους, ξένους προς τα θρησκευτικά ζητήματα. Οι δρόμοι αυτοί οδήγησαν την βυζαντινή τέχνη στην επιστροφή στις παραδόσεις των παλαιών αλεξανδρινών προτύπων όπως επίσης και στην ανάπτυξη διακοσμητικών στοιχείων επηρεασμένα από τους Άραβες και κατά συνέπεια, συνδέονταν στενά με το Ισλάμ. Αυτό οδήγησε στην αντικατάσταση των εκκλησιαστικών θεμάτων με ιστορικά και κοσμικά μοτίβα τα οποία παρουσιάζονταν με μεγαλύτερο ρεαλισμό, ο Vasiliev επισημαίνει πως η καλλιτεχνική δημιουργία της εποχής δεν περιορίστηκε στον απλό δανεισμό ή στην αντιγραφή των θεμάτων, αλλά εισήγαγε πρωτότυπα στοιχεία.

Την εποχή αυτή παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά αυτοκρατορικές σχολές εικονογράφησης, οι οποίες όχι μόνο παρήγαγαν πολλές εικόνες, διακόσμησαν τοίχους εκκλησιών, αλλά και ασχολήθηκαν με την εικονογράφηση χειρογράφων, ο Vasiliev αναφέρει πως παρόλο που το κέντρο των καλλιτεχνικών εξελίξεων υπήρξε η Κωνσταντινούπολη και οι επαρχίες είχαν δώσει αξιόλογα μνημεία τέχνης καταλογίζοντας μερικά από αυτά όπως τις εκκλησίες της Καππαδοκίας, την Βοιωτία, το Άγιον Όρος, , την Φωκίδα, την Αττική και την Χίο.
Τέλος τονίζει πως η επίδραση της βυζαντινής τέχνης της εποχής των Μακεδόνων ξεπέρασε τα όρια της αυτοκρατορίας και πως η πιο λαμπρή περίοδος της Δυναστείας των Μακεδόνων συμπίπτει με την καλύτερη περίοδο της βυζαντινής τέχνης από την άποψη καλλιτεχνικής ζωτικότητας και πρωτοτυπίας, χαρακτηρίζοντας έπειτα την τέχνη των Κομνηνών που ακολούθησε ως τελείως διαφορετική, “ξηρότερη” και πιο αυστηρή. ( Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας (324-1453), Τόμος Α΄, σελ. 471-473)


Dimitri Obolensky

O Dimitri Obolensky ( 1 Απριλίου 1918 – 23 Δεκεμβρίου 2001) ήταν Ρώσος ιστορικός, στο βιβλίο του “ Η Βυζαντινή Κοινoπολιτεία”, αναφέρει πως η βυζαντινή τέχνη ανακάμπτοντας σιγά σιγά από τους περιορισμούς της Εικονομαχίας, εισήλθε στην μια από τις πιο λαμπρές περιόδους της η οποία κάλυπτε τον 10ο και 11ο αιώνα. Έπειτα απαριθμεί την διάταξη των εικονογραφήσεων ενός ναού, με τον Χριστό στον τρούλο, την Παναγία στην αψίδα και χαμηλότερα στις κόγχες και στα ημιχώνια , σκηνές από την ζωή του Χριστού επιλεγμένες από την λειτουργική διαδοχή των μεγάλων εκκλησιαστικών εορτών και στην τρίτη και κατώτερη μεμονωμένες μορφές αγίων, αυτό ήταν σύμφωνα με τον Obolensky το ιδανικό εικονογραφικό διάγραμμα ενός ναού τον 10ο και 11ο αιώνα.

Έπειτα συμπληρώνει ότι στην τεχνοτροπία της εικονογράφησης διακρίνονται δύο αντιμαχόμενες παραδόσεις που διαμόρφωσαν την τέχνη της Μακεδονικής Αναγέννησης, ο κομψός, ακαδημαϊκός και κλασσικός τύπος, ο οποίος είχε τις ρίζες του στις ελληνιστικές παραδόσεις οι οποίες καλλιεργήθηκαν στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, αλλά και το πιο αυστηρό, ιερατικό και υπερβατικό ύφος, που κατάγονταν από την Συρία και την Ανατολία και ήταν συνδεδεμένο με τα μοναστήρια. Οι δύο αυτές παραδόσεις -όπως μας λέει- συνυπήρξαν με ποικίλους τρόπους στην ιστορία της βυζαντινής και ανατολικοευρωπαικής τέχνης, όπως στην Μονή Δαφνίου. ( Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, η Ανατολική Ευρώπη 500-1453 σε 461-2)

Steven Runciman

Ο Steven Runciman (7 Ιουλίου 1903 – 1 Νοεμβρίου 2000) ήταν Άγγλος ιστορικός, στο βιβλίο του “ Βυζαντινός πολιτισμός”, αναφέρει για την Μακεδονική Αναγέννηση πως τον 9ο αιώνα παρατηρείται ένα είδος στροφής προς κλασσική παράδοση, ευπρόσδεκτη για τους καλλιτέχνες. Απόρροια αυτής της στροφής ήταν η αναβίωση των παλαιών , ελληνορωμαϊκών αντιλήψεων για την τέχνη, οι μορφές πλέον δεν αποδίδονται πια άκαμπτες και σε μετωπική στάση, αλλά σε στάσεις γεμάτες χάρη, ενώ το προοπτικό βάθος κάνει και πάλι αισθητή την παρουσία του. Όμως ο Runciman αναφέρει πως αυτή η κλασικίζουσα τέχνη είναι πλέον εμπλουτισμένη με ανατολικά μοτίβα όπως παγόνια και φυλλώματα σε ζεύγη, ενώ οι μορφές του Μωυσή και του Σαμψών συνυπάρχουν δίπλα με εκείνες του Αχιλλέα και του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Συνεχίζει λέγοντας πως η νίκη των εικονολατρών επανέφερε στο προσκήνιο της θρησκευτικές σκηνές, όμως οι φιλότεχνοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης είχαν πλέον εξοικειωθεί με την ελληνίζουσα τεχνοτροπία της προηγούμενης περιόδου, οι ζωγράφοι θρησκευτικών σκηνών έπρεπε τώρα να προσαρμοστούν στις ανάγκες ενός κοινού εθισμένου στα ελληνορωμαϊκά πρότυπα.

Αυτή η προσαρμογή συντελέστηκε με τον καλύτερο τρόπο έτσι ώστε ο 10ος και ο 11ος αιώνας να είναι από τους κορυφαίους αιώνες τις βυζαντινής τέχνης. Για τα χειρόγραφα ο καθηγητής επισημαίνει πως είναι εμπλουτισμένα με σκηνές κυνηγιού σε διακοσμητικούς κύκλους, ενώ οι μορφές είναι καλοσχεδιασμένες, ευκρινείς, εκφραστικές, ενώ συγκεκριμένα για τα χειρόγραφα του Παρισινού Ψαλτηρίου και του Μηνολογίου του Βασιλείου Β΄ αναφέρει πως είναι επιδράσεις της ελληνορωμαϊκής παράδοσης και ειδικότερα κάποιων αλεξανδρινών προτύπων του 5ου αιώνα, ο Runciman αφιερώνει μερικές ακόμη σειρές για να αναλύσει το περιεχόμενο του Μηνολογίου λέγοντας πως υπάρχει ορατό μείγμα επιδράσεων, επιτυχημένο αν εξαιρέσει κανείς μια κάποια μονοτονία στην εικονογράφηση. Το πρόσωπο-πρωταγωνιστής δεσπόζει συνήθως με κάποια κτίσματα ή κάποιο τοπίο στο φόντο, -κατά αυτόν- το σχέδιο είναι απλό, αλλά λεπταίσθητο και εκφραστικό, ενώ τα χρώματα είναι πλούσια, με παράλληλη αξιοποίηση των διαβαθμίσεων και των αποχρώσεων, οι απεικονίζεις περιβάλλονται με λεπτοδουλεμένο πλαίσιο με ποικίλα σχέδια.


Τέλος αναφέρει κι αυτός όπως κι ο Obolensky πως υπάρχουν δύο ρεύματα με το ένα να είχε τις ρίζες του στην Εγγύς Ανατολή και αυτό που είχε τις ρίζες του στην ελληνορωμαϊκή παράδοση, όπου παραμένουν ευδιάκριτα, αλλά έχουν οδηγηθεί πλέον σε ένα είδος μεταξύ τους σύντηξης και σύνθεσης. ( Ο Βυζαντινός Πολιτισμός, σελ. 373-5)


Cyril Alexander Mango

Ο Cyril Alexander Mango (14 Απριλίου 1928 – 8 Φεβρουαρίου 2021) ήταν Άγγλος ιστορικός, στο βιβλίο του “ Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης” γράφει πως μετά την θεολογική και φιλοσοφική διαμάχη για την απεικόνιση των ιερών προσώπων και την νίκη των Ορθοδόξων, ο καλλιτέχνης δεν είχε το δικαίωμα να αλλάξει τα καθιερωμένα χαρακτηριστικά του ενός ή του άλλου αγίου και ο ορισμός αυτός συνεπάγονταν ταυτόχρονα με την ισχύ των εικονογραφικών τύπων, πολλοί από τους τύπους που υιοθετήθηκαν μετά το 843 έμελλε να παραμείνουν -όπως μας αναφέρει ο Mango- εν χρήσει για τα επόμενα τριακόσια χρόνια. Όσον αφορά τα εκκλησιαστικά οικοδομήματα, καθιερώνεται πλήρως το τρουλαίο κτίσμα, επιπλέον οι βυζαντινοί αρχιτέκτονες δεν θα ξαναέχτιζαν ναό σε τόσο μεγάλη κλίμακα όπως αυτή του Ιουστινιανού, δηλαδή την Αγία Σοφία, το εσωτερικό παρέμεινε όπως και στην Πρώιμη βυζαντινή περίοδο, με κάθετες επιφάνειες τοίχων οι οποίες καλύπτονταν με ποικιλόχρωμες μαρμάρινες πλάκες έως και την γέννηση των τόξων και των καμαρών.


Η μεγαλύτερη επιτυχία εκείνης της περιόδου ήταν η ψηφιδωτή διακόσμηση, αλλά δεν έχει διασωθεί κανένα σχετικά ολοκληρωμένο δείγμα παλαιότερο του 11ου αιώνα, ενώ τα ψηφιδωτά της εποχής στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, τα χαρακτηρίζει παρένθετα, υπέροχα αυτά καθαυτά, αλλά ασυμβίβαστα με τον αχανή αρχιτεκτονικό τους περίγυρο, για την Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης αναφέρει πως μόνο η Ανάληψη στον τρούλο είναι ίσως ψηφιδωτό του 9ου αιώνα και πως μόνο το εσωτερικό των εκκλησιών της Νέας Μονής Χίου, του Οσίου Λουκά και της Μονής Δαφνίου έχουν ολόκληρο το εσωτερικό του διακοσμημένο τα οποία είναι του 11ου αιώνα, παλιότερα δείγματα αναφέρονται μόνο σε κείμενα. Όπως παραπάνω στον Obolensky κι εδώ ο Μango περιγράφει την ιεραρχημένη διάταξη των εκκλησιών με τον Χριστό στον τρούλο, την Παναγία στην αψίδα κ.ο.κ , εδώ όμως ο καθηγητής περνάει παρά πέρα και συγκρίνει το βυζαντινό σύστημα με το ρωμανικό και γοτθικό, το βυζαντινό έχει περιοριστεί στην απεικόνιση σκηνών της Καινής Διαθήκης και δεν αποτελεί ένα speculum mundi (πανόραμα κόσμου), δηλαδή στην βυζαντινή εκκλησία δεν βρίσκουμε στην διακόσμηση αλληγορίες των αρετών και των κακιών, σύμβολα ζωδίων, τις εργασίες κάθε μήνα, ελεύθερες τέχνες, σχέδια των επαγγελμάτων και των τεχνών. Η θύραθεν παιδία και η Παλαιά Διαθήκη είχε αποκλειστεί με εξαίρεση τους προφήτες που ανήγγειλαν την ενσάρκωση του Χριστού, αναφέρει επί λέξει:

“ Για άλλη μια φορά οδηγούμαστε στην Πενθέκτη σύνοδο και το Συνοδικό της Ορθοδοξίας: oι σκιές και τα σύμβολα της παλιάς τάξης έχουν αχρηστευτεί από την ύψιστη αλήθεια, την έλευση του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους μέσω τις Παρθένου Μαρίας. Η βυζαντινή civitas Dei είναι η Καινή Διαθήκη και ο χορός των χριστιανών αγίων.” Σελ. 318


Για την εκκλησιαστική διακόσμηση, συνεχίζει λέγοντας πως από τον 9ο-12ο αιώνα υπάρχει περιορισμός του αφηγηματικού στοιχείου, αντί για μακροσκελείς κύκλους που βρίσκουμε στην παλαιοχριστιανική τέχνη, η ιστορία της Καινής Διαθήκης έχει συμπυκνωθεί σε περιορισμένο αριθμό βασικών επεισοδίων, ένα είδος λειτουργικού ημερολογίου που αποτελείται από τις μεγαλύτερες εορτές αρχίζοντας με τον Ευαγγελισμό και τελειώνοντας με την Κοίμηση της Θεοτόκου, στις τοιχογραφίες ελαττώνονται τα στοιχεία του τοπίου και της αρχιτεκτονικής και έχουν αντικατασταθεί με ένα ομοιόμορφο χρυσό φόντο. Το μέγεθος των προσώπων σε μία σύνθεση εξαρτάται περισσότερο από την θέση τους στην ιεραρχία παρά από την θέση τους στον χώρο, η απόσταση δεν υποδηλώνεται πια με χρωματικές διαβαθμίσεις, ούτε υπάρχει ομοιόμορφη πηγή φωτός, υπάρχουν αντιψευδαισθητικά μέτρα αλλά οι ανθρώπινες μορφές καμιά φορά παραμένουν εκπληκτικά αρχαιοπρεπείς.

Ο Mango δεν παρέλειψε να σχολιάσει ένα από τα καλύτερα δείγματα της Μακεδονικής Αναγέννησης: αυτό του Παρισινού Ψαλτηρίου και συγκεκριμένα την προσευχή του Ησαΐα:

“ Εντούτοις η γενική εντύπωση δεν είναι εντελώς ικανοποιητική. Οι μορφές παρατάσσονται χωρίς την αίσθηση της σύνθεσης ή της κλίμακας, το σχέδιο σε ορισμένα μέρη έχει λάθη (ιδίως στην περίπτωση του Όρθρου), το έδαφος δεν απομακρύνεται στο βάθος και η γραμμή του ορίζοντα καλύπτεται αδέξια από ανθισμένους θάμνους.” Σελ.320.


Επιπλέον χαρακτηρίζει τα χειρόγραφα ψευτοκλασσικά παρά κλασσικά που αντανακλούν την τεχνητή και αναιμική αρχαιοφιλία των αυλικών κύκλων, παρόμοιες παρατηρήσεις ισχύουν και για τα σκαλιστά από ελεφαντόδοντο, όπου κάποιες μεμονωμένες μορφές έχουν κάτι από την ποιότητα των αρχαίων αγαλμάτων, στο ελεφαντόδοντο του Ρωμανού χαρακτηρίζει το αυτοκρατορικό ζεύγος ως “παραγεμισμένες κούκλες” ενώ για τα κιβωτίδια που διακοσμούνται με μυθολογικά θέματα ως “παχύσαρκοι πηδηχτοί πυγμαίοι, χωρίς να έχουν καθόλου την κομψότητα και την ηρεμία που χαρακτηρίζει στα ελεφαντόδοντα τους χριστιανούς αγίους και μόνο αυτούς”.Σελ.321.

O Cyril Mango κλείνει την κριτική του για την Μακεδονική αναγέννηση σημειώνοντας πως είναι παραπλανητικό να την ονομάζουμε επιστροφή στην αρχαιότητα και σκοπός την αναγέννησης των Μακεδόνων, τόσο στην τέχνη όσο και στην φιλοσοφία ήταν επιστροφή όχι στην ειδωλολατρική αρχαιότητα, αλλά στην περίοδο που η χριστιανική αυτοκρατορία ήταν μεγάλη , όπως ήταν πολιτικός σκοπός των Μακεδόνων την ανασύσταση δηλαδή του κράτους του Ιουστινιανού. ( Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, σελ. 318-322)

Επίλογος

Οι περισσότεροι από τους παραπάνω βυζαντινολόγους, συμφωνούν πως η καλλιτεχνική εποχή των Μακεδόνων πρέπει να ονομάζεται “Χρυσή περίοδος” και επιστροφή στα ελληνικά πρότυπα, επίσης κοινές απόψεις έχουν ( Runciman-Obolensky) για δύο καλλιτεχνικά ρεύματα το ένα με ελληνορωμαϊκές καταβολές και το άλλο με ανατολικές, οι Vasiliev και Diehl συμφωνούν πως η Μακεδονική Αναγέννηση και η εποχή των Κομνηνών είναι μια ενιαία καλλιτεχνική εποχή έως τουλάχιστον την αρχή της νέα Δυναστείας. Ο Μόνος επικριτής φαίνεται να είναι ο Cyril Mango που κάνει αρκετές συγκρίσεις με το αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό παρελθόν αλλά και με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Ρωμανικής και Γοτθικής περιόδου.


Πηγή:https://cognoscoteam.gr/archives/40943
 Ανάρτηση: geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.