Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

Α. Γουνόπουλος: Όταν Αθήνα και Ιερουσαλήμ συναντήθηκαν στον «τρόπο» της ελευθερίας της αγάπης

Άγγελος Γουνόπουλος
Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο βιβλίο του «Ποιος Θεός και Ποιος Άνθρωπος;»[1] σχολιάζει μεταξύ άλλων τις θέσεις του υπαρξιστή φιλοσόφου Λεόν Σεστώφ (1866-1938) γύρω από τα δίπολα που θέτει ανάμεσα στην πίστη και τη γνώση ή ανάμεσα στην πίστη και τη φιλοσοφική ηθική. Ο Σεστώφ τοποθετεί στον πόλο της πίστης τον Κίρκεγκωρ, τον Λούθηρο, τον Ντουνς Σκότους, τον Αυγουστίνο, τον Πλωτίνο, τον Ντοστογιέφσκι και τον Νίτσε, θεωρώντας ότι κανείς τους δεν τράβηξε τη θέση του μέχρι τις ακρότατες συνέπειές της, ενώ όλοι τους, πλην ίσως του πρώτου, συμμάχησαν τελικά με τη φιλοσοφία.[2] Στον αντίθετο πόλο, αυτόν της γνώσης και της ηθικής, τοποθετεί τον Αριστοτέλη, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Καντ, τον Χέγκελ, τον Σπινόζα, κ.α., ως τους βασικούς του αντιπάλους. Ο Σεστώφ συντάσσεται με την παθιασμένη πίστη της Βίβλου και της Ιερουσαλήμ και αντιπαρατίθεται με σφοδρότητα στην απαθή γνώση της σοφίας της Αθήνας. Στη μια πλευρά του δίπολου στέκεται με αγωνία και απελπισία ο πιστός, ζώντας την ένταση της προσωπικής του σχέσης με το Θεό, ενώ στην άλλη πλευρά κείται ο λογικός και ηθικός φιλόσοφος μετατρέποντας το υπαρξιακό χάος της πίστης και την αγωνιώδη έντασή της, σε έλλογη και νεκρωμένη τάξη.

Ο Σεστώφ ακολουθεί τον Λούθηρο υποστηρίζοντας ότι η Βίβλος έπρεπε να μεταφραστεί σε φιλοσοφική γλώσσα για να μπορέσει να γίνει αποδεκτή στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα ο εξελληνισμός να προδώσει το βιβλικό πνεύμα της πίστης.[3] Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, υποστηρίζει ο Σεστώφ, ήταν να μην υπηρετηθεί η θεολογία από τη φιλοσοφία όπως υποστηρίζουν οι μεσαιωνικοί θεολόγοι, αλλά το αντίστροφο, η θεολογία να υποταχθεί στη φιλοσοφία. Έτσι, ο Ρωμαιοκαθολικισμός έγινε φιλοσοφικό σύστημα και δόγμα και ο Απόστολος Παύλος αντικαταστάθηκε από τον φιλόσοφο Σωκράτη.[4] Για τον Σεστώφ, ο οποίος επαναλαμβάνει τον Παύλο αν και ατελώς όπως θα δούμε στη συνέχεια, δεν είναι η αρετή, η λογική και η γνώση που σώζουν τον άνθρωπο, αλλά η μωρία της πίστης.[5] Η πίστη δεν στοχεύει στην κατανόηση αλλά στη ζωή· δεν είναι θεωρητική άσκηση του νου αλλά εμπειρία βίου· δεν τρέφεται με τον καρπό του δέντρου της γνώσης και της ηθικής αλλά με τον καρπό του δέντρου της ζωής (της απροϋπόθετης σχέσης με το Θεό). Η δεσποτεία της λογικής είναι η δεσποτεία της δογματικής αλήθειας, δηλαδή του απαλλαγμένου από κίνδυνο και ρίσκο κόσμου της ορθολογικής σκέψης, του απολιθωμένου Είναι και του κοσμικού Νόμου της μοίρας και της αναγκαιότητας. Για τον Σεστώφ, η λογική και η γνώση χαρακτηρίζουν τον παγανιστικό κόσμο της φύσης και τα δεσμά της, όντας το βασίλειο της αναγκαιότητας και της σκλαβιάς· αντίθετα η πίστη είναι το βασίλειο της απεριόριστης δυνατότητας και ελευθερίας, ο τρόπος του Θεού και του θεϊκού Γενηθήτω.[6] Η πίστη διακρίνει τον κόσμο του Θεού και τις ελευθερίες του και όχι ο Νόμος. Η πίστη είναι ελευθερία που φανερώνει τις δυνατότητες της αλλαγής και της αιώνιας κίνησης προς οπουδήποτε και για οτιδήποτε. 
Ο Σεστώφ υποστηρίζει ότι η αλήθεια του Θεού δεξιώνεται από τον άνθρωπο με εμπιστοσύνη χωρίς αιτιολογήσεις και περιττές ερωτήσεις. Όποιος ζητά τη γνώση και την ηθική στάση που απαντούν στο γιατί και το είναι της δημιουργίας αποδέχεται τον πειρασμό του φιδιού. Ο όφις δελέασε τον πρώτο άνθρωπο λέγοντάς του ότι η γνώση του καλού και του κακού, δηλαδή η ηθική γνώση και η αρετή της συμπεριφοράς, μεταμορφώνουν τον άνθρωπο σε Θεό. Ωστόσο, ο άνθρωπος δεν σώζεται από τις ιδέες ή τα έργα του αλλά από την πίστη του, υποστηρίζει ο Σεστώφ ακολουθώντας κατά πόδας τον Λούθηρο (sola fide), υψώνοντας έτσι ένα ακόμα δίπολο αξιώνοντας την ισχύ του.   
Ο Σεστώφ οικοδομεί τη σκέψη του σε αγεφύρωτους και αλληλο-αποκλειόμενους πόλους ανάμεσα σε  απόλυτους φίλους και εχθρούς, χάνοντας έτσι ό,τι σημαντικό είχε να πει μέσα στον δογματισμό ανελαστικών σχηματοποιήσεων. Και είναι πράγματι δογματική και εντέλει νοησιαρχική κάθε σκέψη που συλλαμβάνει την πραγματικότητα με απόλυτους και καθαρούς όρους, όπως η σκέψη που θεωρεί την πίστη ως άπραγη, τη γνώση ως άπιστη, τη λογική ως αναίσθητη, το πάθος ως παράλογο, την πίστη ως άγνοια αιτίων κ.λπ. Απέναντι στον ηθικιστικό, διαφωτιστικό και ορθολογικό δογματισμό, ο Σεστώφ ορθώνει τον υπαρξιακό δογματισμό του παραλόγου και της πίστης. Αν οι ορθολογιστές αντίπαλοί του επεδίωξαν να κατισχύσουν τα πάθη με τον Λόγο, αποτυγχάνοντας οικτρά, ο Σεστώφ δεν πέτυχε καλύτερα αποτελέσματα τοποθετώντας με ένταση τον εαυτό του στον αντίθετο πόλο. Είναι σφάλμα εμπειρικό, όταν ο Σεστώφ απέναντι στην  αυθεντία της εξουσίας της Καθολικής Εκκλησίας του Λόγου και της Ηθικής (potestas clavium) προτάσσει τον Λούθηρο της sola fide. Το πεδίο της μάχης στήθηκε, αλλά και χάθηκε: «Μόνο» πίστη εναντίον «Μόνο» γνώσης και ηθικής. «Κράμερ εναντίον Κράμερ»! 
Ωστόσο, ο Σεστώφ αν και το δηλώνει, δεν είναι και τόσο βιβλικός, όπως επισημαίνει ο Ζουμπουλάκης, ενώ σίγουρα δεν ακολουθεί πιστά τον Παύλο αφού απουσιάζουν από τη σκέψη του η αγάπη, η ελπίδα, το έλεος και η δικαιοσύνη του Θεού. Του λείπει περεταίρω η Καινή Διαθήκη και ο Ιησούς Χριστός. Όταν για παράδειγμα ο βιβλικός Θεός λέγεται «αληθινός», ανάμεσα σε άλλα ονόματα, με αυτό τον όρο σημαίνεται η ιστορική Του αποκάλυψη με την οποία γνωστοποιούνται στον άνθρωπο τα γνωρίσματά Του. Στο κέντρο αυτών των γνωρισμάτων βρίσκεται η αγάπη. Η φανέρωση του βιβλικού Θεού στον άνθρωπο μέσα από τα σημεία Του με αποκορύφωση την ενσάρκωση του Θεού-Λόγου στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, δεν αποτελεί για τον άνθρωπο γνώση σχετικά με το Γιατί υπάρχει ο Θεός όπως υπάρχει, αλλά αποτελεί γνώση για το Πώς συναντά τον άνθρωπο με τα ενεργήματά Του. Επιπλέον, ο Παύλος δεν υποτίμησε τη γνώση γενικά και αφηρημένα παρά μόνο τη γνώση εκείνη που ζητά ο παλιός κόσμος της ελληνικής φιλοσοφίας, ο οποίος ψάχνει τις αιτίες των πραγμάτων πέρα από το Θεό που «αγάπη εστί». Δεν είναι το πρόβλημα του Παύλου η διερώτηση και ο αναστοχασμός των πραγμάτων, ούτε ο Λόγος και η σοφία, η αλήθεια ή η γνώση των Ελλήνων, ούτε τη λύση τη βρίσκει στην πίστη των Εβραίων όπως ο Σεστώφ. Το πρόβλημα υπάρχει όταν από τον στοχασμό και την πίστη απουσιάζει η αγάπη του Θεού, η ελπίδα και η εμπιστοσύνη σ΄αυτήν, η άγνοια ή η άρνηση της αλήθειας και της σοφίας της. Εξάλλου ο Παύλος μιλώντας για τη σοφία του Θεού απορρίπτει την εβραϊκή πίστη του παλιού κόσμου, η οποία θεωρεί τον σταυρωμένο Χριστό (Σωτήρα-Θεό) ως σκάνδαλο.[7] Συνεπώς, ο Παύλος δεν απορρίπτει την πίστη και τη γνώση του καινούριου κόσμου (Καινή Διαθήκη), αλλά την πίστη και τη γνώση του παλιού κόσμου (παγανιστικός κόσμος), ο οποίος δεν έχει αγάπη, ενσάρκωση, σταυρό και ανάσταση, που δεν έχει Χριστό. Και Χριστό δεν έχει ούτε ο Σεστώφ.
Επιπλέον ο Παύλος δεν υποτίμησε τα έργα έναντι της πίστης όπως ο Σεστώφ και ο Λούθηρος, αλλά μόνο τα έργα του Νόμου που απαιτούν ή αναμένουν αξιομισθία και ανταπόδοση θεωρώντας ότι ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί με τις δικές του δυνάμεις και να περηφανευτεί γι΄αυτά. Ο Παύλος μιλά για τη δικαιοσύνη του Θεού που αποδίδεται στους ανθρώπους κατά τα έργα της πίστης τους, δηλαδή σύμφωνα με τα έργα αγάπης και δικαιοσύνης του ανθρώπου.[8] Ο Παύλος δεν απορρίπτει τα έργα γενικά και αφηρημένα, αλλά μόνο τα έργα που γίνονται όχι επειδή ο άνθρωπος αγαπά, αλλά επειδή αναμένει επιβράβευση και αυτοδικαίωση. Για τον Παύλο η σωτηρία έρχεται με την πίστη και την ελπίδα, αλλά πάνω απ΄όλα με την αγάπη. Συνεπώς ο Σεστώφ είναι περισσότερο με τον Λούθηρο παρά με τον Παύλο, διότι για τον Παύλο η γνώση και η πίστη πληρούνται μόνο όταν υπάρχει αγάπη.[9] Η αγάπη είναι η πιστότητα, η σοφία, ο λόγος, η λογική και το ήθος του ανθρώπου που ζει με Χριστό. Συνεπώς για τον Παύλο η Αθήνα δεν κείται στον αντίποδα της Ιερουσαλήμ, αλλά την συναντά· και η μία και η άλλη φωτίζονται και ενώνονται με την αγάπη, πληρώνοντας τις ανεπάρκειές τους. Αθήνα και Ιερουσαλήμ γνωρίζουν και εμπιστεύονται τη δύναμη της αγάπης συμπορευόμενες πλέον μαζί στα χνάρια της ελευθερίας της. Συμπεραίνουμε λοιπόν, πως το πρόβλημα δεν βρίσκεται ανάμεσα στην πίστη και τη γνώση ή την πίστη και την πράξη, αλλά στο πως φανερώνονται εμπειρικά, στο ποιά εμπειρία σημαίνεται με αυτούς τους όρους.
Το πρόβλημα της σκέψης του Σεστώφ που δεν την επιτρέπει να χαρακτηριστεί βιβλική, αλλά και ρεαλιστική, είναι ότι απουσιάζει η ίδια η εμπειρία του ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία κάθε άνθρωπος γνωρίζει εμπειρικά ότι η αγάπη και η εμπιστοσύνη είναι σωτήριες προϋποθέσεις της ζωής· ότι δηλαδή η αγάπη και η εμπιστοσύνη της είναι αληθινή γνώση και καθολική σοφία για τους βιβλικούς συγγραφείς, τον Παύλο και κάθε άνθρωπο. Η αγάπη κομίζει το βασίλειο της ελευθερίας και την πίστη και όχι το αντίστροφο. Ειδικότερα στην Καινή Διαθήκη, η πίστη ότι ο ιστορικός Ιησούς είναι ο ενσαρκωμένος Λόγος θεμελιώνεται στη γνωστοποίηση του Θεού στον κόσμο ως αγάπη. Όπως σημειώνει σχετικά ο π.Βαρνάβας Γιάγκου, 
[...] η βάση της πίστης στο Χριστό είναι η αγάπη. Η ανιδιοτελής αγάπη προς τον εαυτό μας, προς τον συνάνθρωπο μας, η αγάπη για τον Θεό, αυτή είναι η βάση της πίστης. Δεν μπορεί να λογαριαστεί πίστη, αν μέσα της δεν έχει αγάπη. Η γνησιότητα της πίστης με αυτό το μέτρο μετράται, δηλαδή με το βαθμό της αγάπης.[10]
Μια πίστη χωρίς αγάπη είναι ειδωλολατρία, ένας ιδεαλισμός χωρίς εμπειρικό γεγονός, και ο Jean-Luc Marion διερωτάται σχετικά: «[…] η ιδέα είναι η ολοκλήρωση του ειδώλου;».[11] Για τον Γάλλο φιλόσοφο το «είδωλο» δεν είναι μία ψευδαίσθηση αλλά εκείνη η εικόνα που σχηματίζει ο άνθρωπος για το ιερό (θείο), η οποία είναι μερική και αποσπασματική της αλήθειας του. Στον Χριστιανισμό η αγάπη είναι η αλήθεια του Χριστού, επειδή σύμφωνα με τον Παύλο είναι το πλήρωμα των πάντων και όχι μερική εμπειρία και απεριόριστα μεταβλητή πραγματικότητα, δηλαδή είδωλο. Αντίστοιχα ο Θεός στον Χριστιανισμό λέγεται αληθινός και όχι είδωλο, επειδή αγάπη εστί, επειδή δηλαδή είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών.
Επιπλέον, η βιβλική αγάπη, το έλεος και η δικαιοσύνη είναι πάντα προς έτερον, προϋποθέτουν δηλαδή τον πλησίον και την κοινότητα, αφού δεν είναι εμπειρίες εσωτερικής αγωνίας και έντασης του ατόμου, μοναχικοί βασανισμοί απελπισίας, αναμετρήσεις Θεού και ανθρώπου στα αλώνια της ψυχής και της μυστικιστικής αυθυπέρβασης όπως στο έργο του Σεστώφ. Γράφει ο Ζουμπουλάκης σχετικά:
Η Βίβλος, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, είναι πολλά πράγματα, πρωτίστως όμως είναι η κλήση του Θεού στους ανθρώπους να συγκροτήσουν μια κοινότητα λατρευόντων και τηρούντων τις εντολές του, οι οποίες συγκεφαλαιώνονται στην αγάπη για τον συνάνθρωπο. Αυτή είναι η βιβλική ηθική: η δίχως όρια αγάπη για τον άλλο, μια αγάπη που θα φτάνει μέχρι του σημείου να πεθάνεις γι΄αυτόν. Βιβλική ηθική είναι το «ἐπείνασα καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν». Η πίστη του Σεστώφ δεν έχει καμία κοινοτική αναφορά, είναι μοναχική, σολιψιστική, αριστοκρατική, αναρχική.[12]
Ο Σεστώφ αρνιέται την Εκκλησία του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή», του ιεραρχικού και εξουσιαστικού Ρωμαιοκαθολικισμού, αλλά και της εβραϊκής Συναγωγής. Η πίστη όταν γίνεται Εκκλησία, Συναγωγή, χάνεται. Η Εκκλησία για τον Σεστώφ δεν υπάρχει ως ευχαριστιακό γεγονός, ως σύναξη κοινής μαρτυρίας της αλήθειας και κοινωνίας προσώπων, αλλά μόνο ως τόπος ψυχολογικής ασφάλειας και ισχύος, στον οποίο καταφεύγει ο άνθρωπος που ψάχνει να επιλύσει τα προβλήματά του εφησυχασμένος από τον δογματισμό του αυθεντικού νοήματος που του προσφέρεται. Απορρίπτοντας ο Σεστώφ την Εκκλησία ως ολοκληρωτικό φαινόμενο, δεν στρέφεται προς μία άλλη Εκκλησία, ελεύθερη και ζώσα, αλλά οδηγείται στον ατομικισμό.
Η ατομοκεντρική πίστη του Σεστώφ ως αδιαμεσολάβητη μυστικιστική σχέση του εσωτερικού ανθρώπου με τον Θεό του, χαρακτηρίζεται από την απελπισία, την αγωνία, την οδύνη και τη μοναξιά ως τις καταστάσεις έντασης οι οποίες οδηγούν τον άνθρωπο στο Θεό.[13] Απουσιάζουν από τη σκέψη του Σεστώφ η χαρά της συνάντησης με το Θεό και τον κόσμο, η ευχαριστία για τα δώρα της ζωής, αλλά και η κοινωνία των προσώπων που συναντιούνται από αγάπη και ελπίδα και όχι από φόβο και ανασφάλεια ή επειδή από αίσθηση καθήκοντος ακολουθούν κάποιο λειτουργικό. Ως αποτέλεσμα της έλλειψης χαράς, κοινωνίας και αγάπης από τη σκέψη του Σεστώφ σε ότι αφορά την πίστη, είναι η απουσία της ενσάρκωσης στον τόπο του άλλου, του Σταυρού και της ανάστασης. Απουσιάζει τόσο η αγάπη όσο και η νίκη επί του θανάτου, δηλαδή απουσιάζει η σχέση της ελευθερίας της αγάπης με τον πλησίον, το Θεό και τον κόσμο. Αν απουσιάζει όμως η αγάπη, σύμφωνα με τη Βίβλο, απουσιάζει η ίδια η πίστη στην αλήθεια του Θεού. Απουσιάζει ο πιστός και η εμπειρία του. Παρούσα είναι μόνο η υπαρξιακή ατομική αγωνία, το σκοτάδι του ιλίγγου και του τρόμου, η άβυσσος του πάθους και ο ρομαντισμός του εγωισμού, εντέλει ο ψυχικός άνθρωπος που εγκλωβίζεται στον εαυτό και την απελπισία του. Και η απελπισία δεν κινητοποιεί τον άνθρωπο να συναντήσει τον Θεό, αλλά τον εμποδίζει. Η απελπισία ψάχνει ψυχολογικές βεβαιότητες και όχι την περιπέτεια της ελευθερίας της αγάπης. Ο Ζουμπουλάκης συμπεραίνει τελικά ότι ο Σεστώφ δεν ζει ούτε στην Αθήνα ούτε στην Ιερουσαλήμ.[14]
Για τον Χρήστο Γιανναρά, όπως και για τον Σεστώφ, η χριστιανική πίστη δεν είναι νοησιαρχικά θεμελιωμένη γνώση ή δήλωση αποδοχής άτεγκτων αυθαίρετων δογμάτων και πεποιθήσεων,[15] ούτε είναι υπακοή σε ηθικούς κανόνες ψυχολογικής ασφάλισης του εαυτού. Όμως ο Γιανναράς είναι χριστιανός, γνωρίζοντας εμπειρικά ότι η ζωή με Χριστό δεν είναι ούτε ατομοκεντρική κραυγή αγωνίας του απελπισμένου πλάσματος, ούτε υπαρξιακό χάος, αλλά πίστη ιστορική, ενσαρκωμένη, εμπειρική σχέση κοινωνίας αγαπημένων προσώπων, ελπιδοφόρα, χαρούμενη και πασχαλινή. Ο χριστιανός ενεργεί με αγάπη επειδή αγαπά, υπάρχει ως ελεύθερο πρόσωπο επειδή υπάρχει ως κοινωνία ελευθερίας, ζει με θέληση δικαιοσύνης επειδή εμπιστεύεται τον άνθρωπο και τον Θεό, βιώνει με πάθος τα πάντα επειδή γνωρίζει την αλήθεια που κομίζει ο Ιησούς Χριστός. Ως ιστορικά προσδιορισμένη πίστη εκφράζεται στις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου και πολιτισμού ενσαρκωμένη στις ανάγκες του· ταυτόχρονα απλώνεται στην οικουμένη ως πρόταση τρόπου ζωής με αγάπη και ανάσταση. Συνεπώς, η πίστη και η γνώση της ελευθερίας της αγάπης κατοικούν τόσο στην Αθήνα όσο και στην Ιερουσαλήμ, τόσο στα υψίπεδα της Λατινικής Αμερικής όσο και στις πεδιάδες της Κίνας. Η πίστη της αγάπης είναι πίστη λογική, γνώση έμπιστη και ελπιδοφόρο έργο. Για όποιον βέβαια πιστεύει στο Θεό της Βίβλου, αλλά και για όποιον έχει την εμπειρία της αγάπης.
Οι υπαρξιακές αγωνίες του Σεστώφ δεν μπορούσαν να απαντηθούν με τη λογική και τη γνώση, αφού η ανάγκη για πληρότητα αναζητά πάντα και κάτι άλλο. Μέσα στην αγωνία και την απελπισία του κίνησε να βρει αποκούμπι στην πίστη, αλλά τελικά βρήκε μόνο την κραυγή του πονεμένου πλάσματος. Ειδικά η χριστιανική πίστη αναλαμβάνει το σταυρό της αγάπης, ελπίζοντας στην ανάσταση προσώπων και κοινωνιών επειδή γνώρισε και εμπιστεύτηκε τον Ιησού ως Χριστό. Η ελευθερία της αγάπης του Χριστού δεν σχετίζεται με τα σκοτάδια της απελπισίας, τα οποία για τον Σεστώφ κρατούν όρθιο τον άνθρωπο της πίστης, αλλά σχετίζεται με την ελπίδα της χαράς, τη δικαιοσύνη και τη συγχώρηση των πάντων εντός της.
Τόπος της πίστης της αγάπης έγινε η Αθήνα και τόπος της γνώσης της αγάπης έγινε η Ιερουσαλήμ, γιατί ο τόπος της αγάπης είναι η οικουμένη επειδή η αγάπη γεννιέται ως οικουμένη στις καρδιές όσων γνωρίζουν την αλήθεια της και στα μυαλά των ανθρώπων που ζουν με την ελπίδα της. Η ασκητική της αγάπης ενέχει ρίσκο αλλά σε καμία περίπτωση απελπισία. Όπως γράφει ο Γιανναράς, «η πίστη-εμπιστοσύνη είναι συνεχές άθλημα σχέσης, και η γνώση, που η πίστη προσπορίζει, συνάρτηση του αθλήματος […] όσο διαρκεί το άθλημα τίποτα δεν είναι δεδομένο, σίγουρο, ασφαλές. Η αγαπητική σχέση κερδίζεται ή χάνεται κάθε στιγμή, κάθε στιγμή η ιδιοτέλεια παραμονεύει να ακυρώσει τη σχέση».[16] Η Αθήνα και η Ιερουσαλήμ ούτε ασφαλίζονται ούτε και απελπίζονται· άλλοτε κινδυνεύουν να χαθούν και άλλοτε συναντιούνται, ενώνονται και αγαπιούνται, καθώς αναγεννιούνται διαρκώς και βαπτίζονται στην πίστη και τη γνώση της ελευθερίας της αγάπης που ανέβηκε τον Γολγοθά και αναστήθηκε από τον σταυρό. 
Σημειώσεις
[1]                 Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος Θεός και Ποιος Άνθρωπος;, Πόλις, Αθήνα 2013, σσ.11-29.
[2]                 Ό.π., σελ.17.
[3]                 Ό.π., σελ.20. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, ο εξελληνισμός της πίστης πραγματοποιήθηκε από τον Φίλωνα (για τον Ιουδαϊσμό) και από τον Κλήμεντα Αλεξανδρέα (για τον Χριστιανισμό). Εδώ δε θα εξετάσουμε την ορθότητα αυτής της θέσης.
[4]                 Ό.π. Ο Σεστώφ ωστόσο δεν άσκησε ποτέ κριτική στην Ορθόδοξη Εκκλησία (ό.π., σελ.19, υποσημείωση 13).
[5]                 Α΄ προς Κορινθίους, 1:18-25· προς Ρωμαίους, 3:28.
[6]                 Ζουμπουλάκης, σελ.24.
[7]                 Α΄ Κορινθίους, 1:23-24.
[8]                 Β΄ προς Θεσσαλονικείς 1:5· προς Ρωμαίους, 2:5.
[9]                 Α΄ προς Κορινθίους, 13:1-13.
[10]               π.Βαρνάβας Γιάγκου, Αμαρτωλών Εκκλησία, Αρχονταρίκι, Αθήνα 2015, σελ.188.
[11]               Jean-Luc Marion, Ο Θεός Χωρίς το Είναι, μτφρ.Χρήστος Μαρσέλλος, Πόλις, Αθήνα 2012, σελ.53. Ο Marion χρησιμοποιεί τον χαϊντεγγεριανό όρο «Dasein» που ο Έλληνας μεταφραστής απέδωσε ως «θείο».
[12]               Ζουμπουλάκης, σελ.26.
[13]               Ό.π., σελ.28.
[14]               Ό.π., σελ.29.
[15]               Ο Γιανναράς διακρίνει ανάμεσα στην πίστη ως εμπιστοσύνη σε κάποια εμπειρικά επαληθεύσιμη αλήθεια και στη θρησκευτική πίστη που σημαίνει: «[…] τυφλή αποδοχή αρχών, δογμάτων, αξιωματικών αποφάνσεων, ευνουχισμό της σκέψης και της κρίσης» (Χρήστος Γιανναράς, Ενάντια στη Θρησκεία, Ίκαρος, Αθήνα 2010δ (2006), σελ.66).
[16]               Γιανναράς, σελ.64.   
πηγή:  Aντίφωνο 

 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.