Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

Ενάντια στην οικογένεια


Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Από το τριαδικό, ελληνοχριστιανικό μεταπολεμικό δόγμα «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» -ως συνεκτικό της καθ’ ημάς συλλογικότητας που παριστάνει την κοινωνία- είναι μάλλον φανερό ότι στη συνείδηση των νεότερων τα δυο πρώτα συνθετικά τελούν πλέον σε πλήρη έκπτωση. Και με την ευθύνη της δικαιωματικής αριστεράς το μεν πρώτο, η πατρίς, ταυτίστηκε εύκολα με τον εθνικισμό και υποχώρησε –έως απαγορεύτηκε- από τα παλαιά αντιιμπεριαλιστικά λεξιλόγια, χάριν ενός μοντέρνου κοσμοπολιτισμού, που βέβαια διευκόλυνε την παρασιτική πρόσδεση των ντόπιων ελίτ στην ευρωπαϊκή επικυριαρχία. Το δε δεύτερο, η θρησκεία, εξ’ ορισμού υποθηκευμένο ως παρέκκλιση στην ντόπια παράδοση της «εκκλησίας» του Δήμου (και του ως εκ τούτου γεγονότος των σχέσεων κοινωνίας), εξέπεσε και αυτό σε ευσεβιστικό, ηθικοπλαστικό προτεσταντισμό, που καταριέται από άμβωνος τις αποκλίσεις από τους κανόνες, ως αμαρτίες. Το «ιερό» τρίπτυχο διασπάστηκε, αφήνοντας στη θέση της ονομαστικής κλίσης «η πατρίς» τη γενική του ατομοκεντρικού «της πάρτης» και στη θέση της εκκλησίας το «Θρησκεία Α.Ε.»

Ο τρίτος πυλώνας (sic), εντούτοις, η οικογένεια, μοιάζει να στέκει πεισματικά στο θρόνο του, παρά τις συνήθεις συντηρητικές οιμωγές του τύπου «οι σημερινοί γονείς δεν είναι οι γονείς που ξέραμε». Αρκεί να παρατηρήσει κανείς την οικογένεια Μιχαλιολάκου για να αντιληφθεί το άτρωτο του αξιακού αυτού προτάγματος. Άλλο τόσο μπορεί να προσέξει την οικογένεια Παπανδρέου, την οικογένεια Μητσοτάκη ή ακόμη και την οικογένεια Πατούλη, κραυγαλέα παραδείγματα ακύρωσης του ίδιου του περιεχομένου της έννοιας, τα οποία, παρ΄ όλα αυτά, ασκούν ακόμη μια τεράστια ισχύ στη φαντασιασική θέσμιση της κοινωνίας μας. Η «οικογένεια», παρά τα τόσα διαζύγια, παρά τη συστηματική φθορά από τις εφηβικές εξεγέρσεις ενάντια στα σόγια και τις απαγορεύσεις τους, παρά τη ραγδαία φθορά των άλλων πτυχών του ελληνοχριστιανικού δόγματος, είναι εκεί, ενδυναμωμένη μάλιστα εξ’ αιτίας της αναβάθμισης τους ρόλου που έχει αναλάβει στο πλαίσιο της μνημονιακής κρίσης.

Η νεοελληνική οικογένεια είναι «εδώ», παρούσα, ως ένας ασίγαστος μηχανισμός παραγωγής ατομικής και συλλογικής νοσηρότητας, παρά το γλυκερό και ανακουφιστικό προσωπείο της. Η νεοελληνική οικογένεια είναι «εδώ», παριστάνοντας τη θεραπεία μιας νόσου που η ίδια εν πολλοίς προκαλεί. Έτσι, αν και δεν είναι βέβαιο ότι -στην φάση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης- ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων, φαίνεται ότι η οικογένεια είναι το σύγχρονο θερμοκήπιο της ψυχοπαθολογίας.

Γιατί σ’ αυτό το περιβάλλον το παιδί θα βιώσει ανασφάλεια και εγκατάλειψη, εκεί θα κακοποιηθεί λεκτικά, σωματικά και πιθανόν και σεξουαλικά, κι έτσι όταν ως ενήλικος πια θα επιλέγει αναξιόπιστους συντρόφους ή πολιτικούς, ή όταν αντίθετα, θα κακομεταχειρίζεται ή θα εκμεταλλεύεται τους άλλους, η αιτία θα βρίσκεται σ΄ εκείνο το οικογενειακό μοντέλο που δίδασκε την αγάπη ως ταυτισμένη με τη βία, την καχυποψία, την έλλειψη εμπιστοσύνης, το φόβο της εγκατάλειψης και την ανασφάλεια.

Γιατί σ’ αυτό το περιβάλλον το παιδί θα βιώσει συναισθηματική στέρηση, νιώθοντας μόνο και αποκομμένο κι έτσι αργότερα σαν ενήλικας θα επιλέγει ψυχρούς και απόμακρους συντρόφους, ή θα έχει μια μη ρεαλιστική απαίτηση να καλύπτουν οι άλλοι όλες τις ανάγκες του, μήπως και αποκαταστήσει κάπως το τεράστιο έλλειμμα στοργής που χάσκει εντός του.

Γιατί σ’ αυτό το περιβάλλον το παιδί -μέσα από χίλιες δυο ανόητες, αλλά ντε και καλά παιδαγωγικές συγκρίσεις- θα βιώσει την ντροπή ως συνέπεια της μειονεκτικής απόστασης του από τους «καλούς» άλλους. Κι έτσι όταν σαν ενήλικας θα επιλέγει επικριτικούς συντρόφους, «διανοούμενους» ή πολιτικούς, που τον μειώνουν ατομικά η συλλογικά, όταν θα αποφεύγει να μοιράζεται σκέψεις και συναισθήματα «ντροπής» λόγω του φόβου της απόρριψης ή όταν θα υπεραναπληρώσει την μειονεξία του συμπεριφερόμενος με επικριτικό ή αλαζονικό τρόπο, οι γονείς του μπορεί να τον αποκαλούν δειλό, τεμπέλη ή άχρηστο, όπως θα κάνουν και οι οργανικοί «διανοούμενοι» για τον ίδιο τον Λαό και τον τόπο. Αλλά στο δικό τους θερμοκήπιο ανατράφηκε αυτή η συλλογική ή ατομική συμπεριφορά και το πιο εύκολο είναι να πετάς την μπάλα μακριά από τις ευθύνες της εστίας σου. Με άλλα λόγια, πίσω από την ψυχαναγκαστική εμμονή του κάθε νεοφιλελέ για «τάξη», κρύβεται ένα βαθύ αίσθημα ανεπάρκειας και φόβου απόρριψης με το οποίο τον εμβολίασε η οικογένεια του. Ακόμη και η τελειοθηρία στην νεοφιλελέ εκδοχή της ως «αριστεία» δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα οικογενειακά κληροδοτημένο αίσθημα ελαττωματικότητας και ανεπάρκειας, που για να ανακουφιστεί έχει διαρκή ανάγκη να βρίσκεται στο άλλο άκρο και να επιβεβαιώνεται γι’ αυτό με διακρίσεις, βραβεία ή και δημοσιότητα.

Σ’ αυτό το νεοελληνικό οικογενειακό περιβάλλον, το παιδί συχνά απομονώνεται και αποξενώνεται στην προσπάθεια να ανταποκριθεί στα συγκρατημένα και αυτοπεριοριστικά στάνταρτς που του επιβάλλουν οι γονείς «γιατί τι θα πει ο κόσμος!» Καμιά αυθόρμητη αυτοέκφραση, καμιά παιδική ξενοιασιά, δεν είναι στην πραγματικότητα επιτρεπτή, δίχως να επικρέμεται ο πέλεκυς της επίκρισης ή της τιμωρίας. Και βέβαια, κανείς δεν θυμάται τίποτα απ’ όλα αυτά τα «ανέμελα παιδικά χρόνια», όταν αργότερα σαν ενήλικας πια θα μένει στο περιθώριο των κοινωνικών ομάδων ή όταν θα αποφεύγει τις πολλές κοινωνικές συναναστροφές ή όταν θα υποχρεώνεται να φοράει ένα διαφορετικό «πρόσωπο» κάθε φορά για να ενταχθεί σε ένα εργασιακό περιβάλλον ή σε ένα κόμμα ή σε μια σχέση, αλλά παρ’ όλα αυτά νιώθει πάντα διαφορετικός και αποξενωμένος ακόμη και από τα πιο κοντινά του πρόσωπα.

Σ’ αυτό το οικογενειακό περιβάλλον το παιδί -και μαζί του σχεδόν σύσσωμη η νεοελληνική συλλογικότητα- θα νιώθει πως η ζωή είναι υπερβολικά δύσκολη και πως δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στα προβλήματα, έτσι καθώς είναι «ένα μικρό παιδί παρατημένο σ’ ένα κόσμο ενηλίκων». Μια αίσθηση ανικανότητας και εξάρτησης συνοδεύει εν πολλοίς τα παιδιά που μεγαλώνουν στην ελληνική οικογένεια. Σαν αντεπίθεση στα βιώματα που είχαν οι γενιές πριν την μεταπολίτευση, ετούτοι οι γονείς έφτασαν συχνά στο αντίθετο άκρο. Υπερπροστάτευσαν τα παιδιά, αποφάσισαν γι’ αυτά, τα καθοδήγησαν απολύτως, φρόντισαν -εξ’ αιτίας των ενοχών τους- την κάθε λεπτομέρεια της ζωής τους, καταδίκασαν τη γνώμη τους που «πετάγονταν όταν μιλούσαν οι μεγάλοι», αλλά και την παραμικρή υστέρηση των επιδόσεων τους στο σχολείο. Κυρίως όμως δεν εκπαίδευσαν τα παιδιά τους να αντιμετωπίζουν την ματαίωση των προσδοκιών τους και την αποτυχία. Κι’ έτσι, σήμερα τα παιδιά αυτά, οι νέοι ενήλικες του σήμερα, ζητούν διαρκώς βοήθεια, επιλέγουν υπερπροστατευτικούς συντρόφους, ζητούν μια θέση κάπου «να χώσουν το κεφάλι τους», αναβάλλουν τις αποφάσεις τους, αποφεύγουν να δράσουν ανεξάρτητα ή να αναλάβουν τις ευθύνες που αναλογούν σ’ ένα ενήλικο ή παριστάνουν τους πλήρως ανεξάρτητους που επιδεικνύουν την μαγκιά της αυτο-στήριξης τους εκτός απ’ όταν είναι να τσιμπήσουν κανα χαρτζιλίκι από το ΕΣΠΑ, από το κόμμα ή από την γιαγιά…δεν έχει και διαφορά: σε εξαρτημένους ανήλικους απευθύνονται και τα τρία.

Σ’ αυτό το οικογενειακό περιβάλλον το παιδί – και μαζί του σχεδόν σύσσωμη η νεοελληνική συλλογικότητα- μεγάλωσε πλημμυρισμένο από το άγχος μιας ευαλωτότητας. Μια καταστροφή επαπειλείται ανά πάσα στιγμή και το «παιδί» δεν θα έχει τα μέσα να την αντιμετωπίσει. Τα αγαπημένα λόγια της νεοελληνικής οικογένειας είναι «κι’ αν…». Η καταστροφή μπορεί να έρθει αν «βγούμε από το ευρώ» ή αν δεν περάσει το παιδί στο πανεπιστήμιο. Κι έτσι, το ευάλωτο παιδί του χθες… που η μητέρα του το συμβουλεύει να φορά τη ζακέτα του, σαν ενήλικος πια ανησυχεί συνεχώς ότι θα του πέσει στο κεφάλι κάποια καταστροφή και όλο ζητά από τους Ευρωπαίους κάποιον καθησυχασμό. Προς τούτο, ο ενήλικος αυτός, γίνεται συχνά υποχονδριακά προσεκτικός, αποφεύγοντας να εμπλακεί σε «επικίνδυνες» καταστάσεις, ακόμη και αν εξ’ αιτίας αυτών απειλείται η ίδια η ύπαρξη του. Το πολύ-πολύ να προσκυνήσει κανένα κάστανο, να «ανακαλύψει» κάποια μυστική συνωμοσία, να ενταχθεί στους υποστηρικτές της πατρώας θρησκείας των αρχαίων, να ακούσει με θαυμασμό τον Λιακόπουλο ευελπιστώντας στην μαγική δύναμη των Ελ και της Ομάδας Έψιλον ή να πάρει λίγη από την κρυφή χρυσαυγίτικη δύναμη συμμετέχοντας στις πυρφόρες ιδεοψυχαναγκαστικές τελετές τους. Στις σχέσεις του μπορεί, τέλος, να εμβαπτίζεται ολόκληρος σε κάποιο συναισθηματικό ή ιδεολογικό betadine για να προστατευτεί, γεμάτος σύνεση και φρονιμάδα, από την καταστροφική απειλή της συνάντησης του με τον ξένο-Άλλο. Και στο τέλος-τέλος όλο και σε κάποιο κομματικό μηχανισμό μπορεί να αναθέτει τα της ύπαρξης του και να ησυχάζει το άγχος της αβάσταχτης ευθραυστότητας του.

Σ’ αυτό το οικογενειακό περιβάλλον το παιδί – και μαζί του σχεδόν σύσσωμη η νεοελληνική συλλογικότητα- μπορεί να μεγαλώνει σαμποτάροντας τις ίδιες τις προσπάθειες του, λειτουργώντας κάτω από το επίπεδο της ικανότητας του και συγκρίνοντας διαρκώς τα επιτεύγματα του με αυτά των άλλων (πολιτισμένων Ευρωπαίων), πάντα με τρόπο μεροληπτικό σε βάρος του…επειδή δεν πέρασε διαφωτι(ζ)μό και… «αυτά μόνο εδώ γίνονται».

Σ’ αυτό το οικογενειακό περιβάλλον το παιδί – και μαζί του σχεδόν σύσσωμη η νεοελληνική συλλογικότητα- μπορεί εν τέλει να οδηγηθεί να θεωρεί τον εαυτό του ξεχωριστό και να γίνεται γι’ αυτό καταπιεστικό και απαιτητικό, ακολουθούμενο, ακόμη και σαν ενήλικος, από μια κακομαθημένη αίσθηση αυτονόητου δικαιώματος. Λες και είναι ένα αυτονόητο δικαίωμα μας να εξαρτόμαστε από τους άλλους αδιαφορώντας στην ουσία για τις φυσιολογικές κοινωνικές προσδοκίες και συμβατικότητες, τόσο σε δι-ατομικό όσο και σε δια-συλλογικό επίπεδο. Λες και έχουμε απαίτηση από τους άλλους να μας προστατέψουν και να μας φροντίσουν. Λες και οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να μας περιποιούνται με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί θεωρεί δεδομένη την κάλυψη των αναγκών του από τους γονείς του. Το ενδιαφέρον, το νοιάξιμο των Άλλων, του Άλλου, της Άλλης, του αστικού κράτους, της Ε.Ε. κ.λπ., είναι δικαίωμα μας που μας το χρωστούν.

Η μεταπολιτευτική ελληνική οικογένεια υπήρξε η κατ’ εξοχήν οικογένεια των ακάλυπτων πυρηνικών αναγκών των παιδιών, παρά την οικονομική ευμάρεια που διέθετε όσο σε καμιά άλλη περίοδο στο παρελθόν. Ίσως και γι’ αυτό, εξ’ αιτίας της αιφνίδιας και παρασιτικής ευμάρειας, η ελληνική οικογένεια, παρά τις οιμωγές των μητέρων περί του αντιθέτου, δεν κατόρθωσε να παράσχει στα παιδιά της ούτε ασφάλεια, ούτε συναισθηματική σχέση, ούτε αυτονομία, ούτε αυτοεκτίμηση και αυτοέκφραση, ούτε βέβαια και να θέσει τα ρεαλιστικά όρια εντός των οποίων θα εκπληρώνονταν οι ανάγκες αυτές. Έδωσε βέβαια στα παιδιά μπόλικη «εικόνα» και αρκετές «οθόνες»…αλλά τι να το κάνεις το «ευρώ», άμα δεν έχεις «φράγκο»…

Η νεοελληνική οικογένεια, όπως και οι άλλες δυο πτυχές του παλαιού τριαδικού αφηγήματος, χάσκει σαν ένα πουκάμισο αδειανό, που όμως βολεύει ακόμη για να κρατάει τα μπόσικα της καπιταλιστικής κρίσης, αλλά και για να αναπαράγει τον ανθρωπολογικό τύπο που χρειάζεται για να ανέχεται το σύστημα. Είναι μια οικογένεια χωρίς συνεκτική εστία και είναι χρέος μας να την αποκαταστήσουμε. Ίσως μάλιστα, να πρέπει να ξεκινήσουμε από εκεί ακριβώς.

ΠΗΓΗ:http://www.nostimonimar.gr/enantia-stin-ikogenia/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.