Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

Είναι δυνατή μια νέα κοινωνική διαθεσιμότητα; | Από Ρούντι Ρινάλντι



Πριν λίγο καιρό, δύο επίλεκτα στελέχη της συριζικής «κατάστασης» έκαναν λόγο για την κοινωνική διαθεσιμότητα. Ο πρώτος ήταν ο Αλέξης Χαρίτσης, που δήλωνε στο Kalamata Journal: «Είναι αλήθεια πως σήμερα υπάρχει συνολικά μικρότερη κοινωνική διαθεσιμότητα σε σχέση με το παρελθόν για συμμετοχή με ενεργό τρόπο στο πολιτικό γίγνεσθαι, είναι η λεγόμενη κρίση του κομματικού φαινομένου» (9/12/2020). Ο δεύτερος, ο πιο γνωστός ιδιαίτερα με τα έργα του στο χώρο των αδειών για τα ΜΜΕ, Νίκος Παπάς, δήλωνε πως «την κοινωνική διαθεσιμότητα πρέπει να την κάνουμε πολλαπλασιαστική δύναμη για την πολιτική αλλαγή» (30/5/2022).

Η πρώτη δήλωση έγινε μετά από μια εκλογική ήττα (του 2019), η άλλη μέσα σε προεκλογική περίοδο. Και οι δύο όμως αναφέρονται στην «κοινωνική διαθεσιμότητα». Ο ένας παρατηρεί την υποχώρησή της, ο άλλος την επικαλείται, επειδή αυτή διαθέτει μια πολλαπλασιαστική δύναμη για την επίτευξη των στόχων του κόμματός του.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε (και να σκεφτούμε) πάνω στο ζήτημα της κοινωνικής διαθεσιμότητας: τι αφορά, τι είναι, αν υπάρχει, αν υποχωρεί, αν μπορεί να ξαναεμφανιστεί και με ποιο τρόπο, τι την συγκροτεί, τι την αποσυναρμολογεί.

Με πολύ γενικούς όρους, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κοινωνική διαθεσιμότητα αφορά τη συμμετοχή ευρύτερων στρωμάτων του πληθυσμού γενικά στα κοινά, στην πολιτική διαδικασία, σε όλα τα προβλήματα που προκύπτουν και αφορούν την κοινωνία. Αντιδιαστέλλεται δηλαδή με τη σκέτη αντιπροσώπευση από κάποιους ειδικούς ή επαγγελματίες (της πολιτικής, της αυτοδιοίκησης κ.λπ.), και φυσικά μετριέται όχι μόνο με δημοσκοπήσεις (εν πολλοίς κατευθυνόμενες) αλλά με την πραγματική συμμετοχή, με το γενικό κοινό αίσθημα, με τους αγώνες, με τις διεκδικήσεις, με τη διαμαρτυρία, με την προβολή αιτημάτων και με την κινητοποίηση των άμεσων ενδιαφερομένων.

Η κοινωνική διαθεσιμότητα προσδιορίζεται από το στοιχείο μιας κοινωνίας σε κίνηση, μιας κοινωνίας της οποίας τα μέλη δεν είναι παθητικοποιημένα, περιθωριοποιημένα, απληροφόρητα, αποπροσανατολισμένα, κατευθυνόμενα. Η τρέχουσα (αστική) οπτική για το ζήτημα περιορίζει την κοινωνική διαθεσιμότητα απλά και μόνο στην ψήφο, κι αυτό πολύ διαφορετικά από ό,τι πριν μερικές δεκαετίες: Συστηματικά αποθαρρύνεται η συμμετοχή, οι εκλογές δεν αφορούν κρίσιμα ζητήματα, δεν υπάρχει διευκόλυνση της έκφρασης όλων των πολιτών και όλων των πολιτικών κομμάτων, δεσπόζουν απαγορεύσεις και περιορισμοί, αποκλείονται ολόκληρες ομάδες. Τέλος, με την εισαγωγή της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας σε πληθώρα συνδικαλιστικών χώρων έχει καταργηθεί ακόμα και η φυσική παρουσία σε συνελεύσεις, απολογισμούς, ελέγχους κ.λπ. Όλα αυτά ως τάσεις υπήρχαν και από τα τέλη του 20ού αιώνα. Σήμερα περνάμε σε νέες κατεργασίες και χειρισμούς, που οδηγούν σε πολύ μεγαλύτερη περιθωριοποίηση του κοινωνικού σώματος από διαδικασίες στις οποίες θα έπρεπε να έχει παρουσία και συμμετοχή.

Σήμερα περνάμε σε νέες κατεργασίες και χειρισμούς, που οδηγούν σε πολύ μεγαλύτερη περιθωριοποίηση του κοινωνικού σώματος από διαδικασίες στις οποίες θα έπρεπε να έχει παρουσία και συμμετοχή

Η σημερινή συστημική «σύμβαση»: αντιμετωπίζοντας ένα επικίνδυνο παρελθόν

Θα ξεκινήσουμε με ένα άλμα στο παρελθόν: στην αυγή των αστικών επαναστάσεων, σχεδόν στον 18ο αιώνα. Θέλουμε μ’ αυτό να δείξουμε πόσο έχουμε απομακρυνθεί από κάποιες διακηρύξεις και αρχές, και να θυμίσουμε ορισμένες κεντρικές ιδέες που σημάδεψαν την είσοδο πλατιών μαζών στην πολιτική ζωή των κοινωνιών όπως τότε διαμορφώνονταν. Στα πρώτα βήματα των αστικών επαναστάσεων, λοιπόν, βλέπουμε να τίθεται το ζήτημα των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη σε διαφορετική βάση από ό,τι στις φεουδαλικές κοινωνίες. Για παράδειγμα:

► Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ (4/7/1776) θεωρεί ως «συγκεκριμένα απαραβίαστα δικαιώματα, το δικαίωμα στη Ζωή, το δικαίωμα στην Ελευθερία, και το δικαίωμα στην επιδίωξη της Ευτυχίας». Μάλιστα προειδοποιεί πως «όποτε μια μορφή κυβέρνησης γίνεται καταστροφική για τους σκοπούς αυτούς, είναι δικαίωμα του Λαού να την αλλάξει ή να την καταργήσει, και να εγκαταστήσει νέα κυβέρνηση, θέτοντας τα θεμέλιά της σε τέτοιες αρχές και οργανώνοντας τις εξουσίες της σε τέτοια μορφή, ώστε να φανεί πιθανότερο να επιφέρει την Ασφάλεια και την Ευτυχία του. […] Όταν όμως μια μακρά σειρά καταχρήσεων και σφετερισμών, συνεχώς με τον ίδιο σκοπό, μαρτυρά πλεκτάνη υποταγής του Λαού στον απόλυτο δεσποτισμό, είναι δικαίωμά του, είναι καθήκον του, να αποτινάξει μια τέτοια κυβέρνηση».

► Η Γαλλική Επανάσταση πάει πιο πέρα το θέμα, διότι συνδέει το ζήτημα του «δικαιώματος της ευτυχίας» με ορισμένες πλευρές του κοινωνικού ζητήματος: Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, του 1793, διατρανώνει ότι ο σκοπός της κοινωνίας είναι η κοινή ευτυχία. Το άρθρο 1 ορίζει: «Σκοπός της κοινωνίας είναι η καθολική ευημερία. Η κυβέρνηση υπάρχει για να εγγυάται στον άνθρωπο ότι θα απολαμβάνει τα φυσικά και αναφαίρετα δικαιώματά του».

► Αλλά, για να κατανοήσουμε καλύτερα για ποιαν ευτυχία πρόκειται σε αυτήν την περίπτωση, στο άρθρο 21 αναφέρεται πως: «Η δημόσια πρόνοια είναι χρέος ιερό. Η κοινωνία πρέπει να προνοεί για τη συντήρηση των δύστυχων πολιτών, είτε μέσω της προσφοράς εργασίας, είτε μέσω της εξασφάλισης των μέσων επιβίωσης σε όσους δεν είναι σε θέση να εργαστούν». Ας δούμε και το άρθρο 9, για να θυμίσουμε κάτι προς τη δικαστική εξουσία: «Ο νόμος πρέπει να προστατεύει τη δημόσια και την ατομική ελευθερία ενάντια στην καταπίεση αυτών που κυβερνούν».

► Για τη φορολογία, άρθρο 20: «Κανένας φόρος δεν μπορεί να επιβληθεί, παρά μόνο αν αποβλέπει σε δημόσιο συμφέρον. Όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν στη διαμόρφωση των φόρων, στην επίβλεψη της κατανομής τους και στον έλεγχο της διαχείρισής τους». Για τους καταχραστές της εξουσίας, άρθρο 31: «Τα εγκλήματα των εντολοδόχων του λαού και των εκπροσώπων τους δεν πρέπει ποτέ να μένουν ατιμώρητα. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να απαιτήσει για τον εαυτό του μεγαλύτερη ανοχή στην παράβαση από άλλους πολίτες».

► Ακόμα πιο εμφατικά για το κοινωνικό ζήτημα, στο άρθρο 34: «Ολόκληρο το κοινωνικό σώμα καταπιέζεται, όταν καταπιέζεται έστω και ένα μόνο μέλος του. Και κάθε μέλος καταπιέζεται, όταν καταπιέζεται ολόκληρο το κοινωνικό σώμα». Και τέλος το ουσιώδες, άρθρο 35: «Όταν η κυβέρνηση παραβιάζει τα δικαιώματα του λαού, η επανάσταση είναι για τον λαό, και για κάθε μερίδα του, το πιο ιερό δικαίωμα και το πιο αναγκαίο καθήκον».

► Σε αυτό το πνεύμα ο Σεν-Ζιστ, λίγους μήνες πριν καρατομηθεί στην γκιλοτίνα, είχε κάνει την περίφημη δήλωση «Η ευτυχία είναι μια νέα ιδέα στην Ευρώπη». Φεβρουάριος του 1794… Η αστική τάξη πραγμάτων δεν μπορούσε να ανεχθεί αυτόν τον ριζοσπαστισμό. Γρήγορα ήρθε η παλινόρθωση και ο συμβιβασμός με τα φεουδαρχικά στρώματα ενάντια σε ένα νέο υποκείμενο που είχε κάνει ήδη την εμφάνισή του. Ο Μπαμπέφ (από τους πρόδρομους του κομμουνισμού) στη δίκη του θα αναφερθεί στον Σεν-Ζιστ: «Η ευτυχία είναι μια νέα ιδέα στην Ευρώπη. Να μην ανέχεστε το να υπάρχει στο κράτος έστω και ένας μόνον φτωχός ή δυστυχισμένος, να διακηρύσσετε ότι δεν θέλετε πλέον στο γαλλικό έδαφος ούτε έναν δυστυχισμένο, ούτε έναν καταπιεστή. Οι δυστυχισμένοι είναι οι δυνάμεις της γης, αυτοί έχουν το δικαίωμα να μιλούν σαν αφέντες στις κυβερνήσεις που τους παραμελούν».

► O Ρουσό, απαντώντας στις θεωρίες ότι οι φτωχοί είναι πιο ευτυχισμένοι από τους πλούσιους, αναφέρει: «Αυτός, ο πλούσιος, βλέπει δίχως έλεος εκείνους τους δυστυχισμένους, που καταπιέζονται από μιαν αδιάκοπη εργασία, να βγάζουν με δυσκολία λίγο ξερό και μαύρο ψωμί, που χρησιμεύει στο να παρατείνει την αθλιότητά τους. Ο πλούσιος δεν βρίσκει παράξενο που το προϊόν είναι αντιστρόφως ανάλογο προς την εργασία τους, και που ένας ανελέητος και φιλήδονος χαραμοφάης χοντραίνει με τον ιδρώτα ενός εκατομμυρίου εξαθλιωμένων, εξουθενωμένων από τον μόχθο και από την ανάγκη. Είναι η κατάστασή τους, λέει αυτός –δηλαδή ο πλούσιος– έτσι γεννήθηκαν! Η συνήθεια όλα τα εξομοιώνει και εγώ δεν είμαι πιο ευτυχισμένος κάτω από τα πλούσια ταβάνια μου από έναν γελαδάρη στην καλύβα του ή από το βόδι στον στάβλο του»…

Ο Ντομένικο Λοσούρντο, σχολιάζοντας αυτήν την παρατήρηση του Ρουσό, ο οποίος καταγγέλλει το παραμύθι που προσδίδει ευτυχία στον φτωχό παρά την αθλιότητά του, θα σημειώσει: «Το παραμύθι είναι πιστευτό στον βαθμό ακριβώς που ο γελαδάρης δεν κατατάσσεται στην κατηγορία του ανθρώπου, αλλά εξομοιώνεται κατά κάποιον τρόπο με το βόδι στον στάβλο του».

Αυτά όλα είναι ένα «κακό παρελθόν». Μαζί με τις επαναστάσεις που θα συγκλονίσουν τον 20ό αιώνα, μαζί με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, μαζί με τη μαζική είσοδο των λαών στον στίβο της ιστορίας.

Μια μικρή υπενθύμιση: αυτές οι ηχηρές διακηρύξεις και ανατροπές γίνονταν πάντα ενόσω υπήρχε έντονη «κοινωνική διαθεσιμότητα». Ακόμα στη χώρα μας οι ίδιες ανάγκες, «ελευθερία, δικαιοσύνη, ανεξαρτησία, δημοκρατία, κοινωνική ευτυχία», προβλήθηκαν και ταρακούνησαν καθεστώτα μέσα σε μια έντονη κοινωνική διαθεσιμότητα, εξεγέρσεις, επαναστάσεις, παλλαϊκούς αγώνες. Η ηχώ αυτών των αναγκών ακούστηκε έντονα και στις Πλατείες πρόσφατα, άσχετα αν σήμερα όλο το πολιτικό σύστημα και η διανόηση τις καταδικάζει και τις αποδίδει στην ακροδεξιά και στους φασίστες. Στις Πλατείες ο λαός κινήθηκε και απαίτησε να τιμωρηθούν όσοι ευθύνονταν για την χρεοκοπία, έδειξε την εχθρότητά του προς το πολιτικό σύστημα, τα ΜΜΕ και τους τροϊκανούς, απαίτησε πραγματική δημοκρατία. Η κοινωνική διαθεσιμότητα δεν εξαντλείται όμως μόνο στην κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά σε όλους τους χώρους της κοινωνίας, με τη μορφή της αλληλεγγύης, της προσφοράς, της συμμετοχής.

Σήμερα το τοπίο είναι διαφορετικό. Πολύ διαφορετικό.

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι η πιο βολική συνθήκη ώστε, εν μέσω πολυοργανικής κρίσης και οξυνόμενων ανταγωνισμών, να κρατιέται πειθαναγκασμένη η κοινωνία στις επιλογές των ελίτ

Μπροστά σε προχωρημένες μορφές ενσωμάτωσης και χειραγώγησης

Το σύστημα διαρκώς επεξεργάζεται πολιτικές και τεχνικές για να μπορέσει να ποδηγετήσει τη λαϊκή δυσφορία, τη δυσαρέσκεια για τη διευρυνόμενη εκμετάλλευση, καταπίεση, αλλοτρίωση, αποξένωση. Βγάζει διαρκώς μαθήματα από όσα συμβαίνουν, και προσπαθεί να κρατήσει σε ορισμένα ανεκτά επίπεδα τη λαϊκή αγανάκτηση. Αυτό γίνεται με πολλούς τρόπους. Κύρια αιχμή όλων αυτών των διαδικασιών είναι η πλήρης, η απόλυτη αν γίνεται, χειραγώγηση σε κοινωνικό επίπεδο πρώτα, και δευτερευόντως σε πολιτικό επίπεδο. Διότι, αν επιτευχθεί σε κοινωνικό επίπεδο η χειραγώγηση, τότε το μανιπουλάρισμα του πολιτικού, ακόμα και σε περίοδο ενδορρήξεων και κρίσης προσανατολισμού ή ανταγωνισμού ανάμεσα σε μερίδες των κυρίαρχων ελίτ, είναι σχετικά εύκολη υπόθεση. Και θεωρητικά απομακρύνει την εισβολή της «μάζας» στο προσκήνιο. Τα ισχυρά εργαλεία της κοινωνικής χειραγώγησης στις μέρες μας είναι:

► Η απόλυτη κατασκευή μιας «πραγματικότητας» με τις ψευδείς ειδήσεις, τις μισοψευδείς ειδήσεις, με τον καταιγισμό εικόνων και πληροφοριών που δεν υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο και απόδειξη, με τη συστηματική καλλιέργεια φόβου για επερχόμενες καταστροφές.

► Ο έλεγχος και η παρακολούθηση κάθε κίνησης, κάθε κλίσης, κάθε επιθυμίας, κάθε αντίδρασης, κάθε πτυχής της ζωής όλων των πολιτών. Ο βιοπολιτικός έλεγχος χάρη στις δυνατότητες που δίνει ο ψηφιακός καπιταλισμός.

► Η αποικιοποίηση της συνείδησης και η διάλυση κάθε κριτηρίου για το τι είναι σωστό και τι λάθος, τι καλό και τι κακό. Η κατάργηση κάθε ορίου σε όλα τα ζητήματα, η κατάργηση της ηθικής σε όλες τρις διαστάσεις.

► Η ανακήρυξη συνεχώς διαρκών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Οι πανδημίες, η «κλιματική αλλαγή», ο πόλεμος και η πολεμική οικονομία, η εγκληματικότητα, το αβέβαιο, το απροσδόκητο κ.λπ. επιβάλλουν έκτακτα μέτρα, καθολικά μέτρα, που κέντρο τους έχουν τη διάλυση της κοινωνικότητας, την παθητικοποίηση, τον φόβο και τρόμο. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι η πιο βολική συνθήκη ώστε, εν μέσω πολυοργανικής κρίσης και οξυνόμενων ανταγωνισμών, να κρατιέται πειθαναγκασμένη η κοινωνία στις επιλογές των ελίτ.

Μέσα στους «πειρασμούς» του κεφαλαίου στις μέρες μας ξεχωρίζει ο πειρασμός της απόλυτης χειραγώγησης. Οι πρόβες «παγκόσμιου πραξικοπήματος» με την επιβολή των πολιτικών για την αντιμετώπιση της πανδημίας είναι αποκαλυπτικές: το σύστημα σήμερα πρέπει να διαχειριστεί όχι απλά μια περίσσεια εργατικής δύναμης για την εμπέδωση ενός κοινωνικού συμβολαίου αποδεκτού από τις κοινωνίες, αλλά, μέσα από την ανατίναξη κάθε φραγμού και κάθε συμβολαίου, να διαχειριστεί ολόκληρους πληθυσμούς σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό είναι το περιεχόμενου του Μεγάλου Χειρισμού. Στα πλαίσιά του, μια κατάσταση μόνιμου προληπτικού συναγερμού που επηρεάζει όλους, και όπου όλοι πρέπει να είναι σε επιφυλακή (δηλαδή παθητικοποιημένοι και πειθήνιοι να δέχονται κάθε απόφαση) για όποια συμφορά προκύψει.

 

Αίσθηση παντοδυναμίας των ελίτ

Η κατάσταση είναι τέτοια που οι ελίτ έχουν την αίσθηση μιας παντοδυναμίας μέσω της χειραγώγησης που περιγράψαμε. Αυτή η αίσθηση της παντοδυναμίας τις οδηγεί στο να το «τερματίζουν» με κάθε τρόπο. Σε αυτό το πλαίσιο, ματαιώνουν κάθε μέλλον, απαγορεύουν την ελπίδα. Η μόνη «ελπίδα» για τους υποτελείς είναι να αντέξουν και να επιβιώσουν τη σημερινή συμφορά και όποια νέα έρχεται.

Οι ελίτ, ιδιαίτερα οι δυτικές ελίτ, ανακήρυξαν ως μεγάλη απειλή για τις κοινωνίες τον «εθνολαϊκισμό», την «ακροδεξιά και τον φασισμό». Πάνω σε αυτό το μοτίβο και σκηνικό θέλησαν να απωθήσουν και να δυσφημίσουν κάθε λαϊκή και εθνική κινητοποίηση, κάθε υπεράσπιση ή διεκδίκηση μεγάλων ταυτοτήτων και νοημάτων απέναντι στον παγκοσμιοποιητικό ισοπεδωτισμό. Οι ελίτ είναι ενωμένες –παρά τις αντιθέσεις τους– στον πλήρη κοινωνικό έλεγχο, στον έλεγχο επί της κοινωνίας.

Το πρόσφατο παράδειγμα της Βραζιλίας και η ομόθυμη καταδίκη της κίνησης οπαδών του Μπολσονάρου, εντάσσεται όχι σε μια ομόθυμη υποστήριξη της δημοκρατίας, αλλά σε μια ομόθυμη συμπαράταξη απέναντι στον κίνδυνο αμφισβήτησης και εισβολής των μαζών στο προσκήνιο. Το «παιχνίδι» πρέπει οπωσδήποτε να παιχθεί χωρίς αυτές, εν τη απουσία τους και μέσα στην παθητικοποίησή τους. Ποιο άλλο νόημα μπορεί να δοθεί στην ομοθυμία υποστήριξης του Λούλα, από ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Ευρωπαίους, Λατινοαμερικάνους ηγέτες, αριστερά, Ν.Δ. κ.ο.κ., όλων μαζί ομιλούντων για τη δημοκρατία; Σε όλα τα ΜΜΕ του κόσμου η κινητοποίηση-οπερέτα στην Μπραζίλια ήταν πρώτη είδηση, μαζί με την ταυτόχρονη υποστήριξη του Λούλα. Κάτι άλλο συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας.

Είναι δυνατή μια νέα κοινωνική διαθεσιμότητα; | Β΄ μέρος Από Ρούντι Ρινάλντι

Στο προηγούμενο φύλλο, στο Α΄ μέρος του κειμένου που συνεχίζεται σήμερα, έγιναν ορισμένες εισαγωγικές νύξεις και εκτιμήσεις για το τι μπορούμε να εννοούμε με τον όρο «κοινωνική διαθεσιμότητα», για ορισμένες νέες προωθημένες μορφές χειραγώγησης και διαχείρισης της κοινωνικής ζωής εν γένει. Μιλήσαμε επίσης για μια αίσθηση παντοδυναμίας των ελίτ, που τις κάνει να προωθούν αυτές τις νέες μορφές χειραγώγησης ακυρώνοντας μέχρι και τον δημόσιο χώρο και την κοινωνικότητα εν γένει. Επίσης κάναμε ένα «μικρό» άλμα στο παρελθόν (18ο αιώνα) για να θυμίσουμε διακηρύξεις και συνθήματα της ανερχόμενης αστικής τάξης. Τελειώναμε δε το σημείωμα με την ακόλουθη φράση: «Παραμένει το ερώτημα του τίτλου μας: Είναι δυνατή μια νέα κοινωνική διαθεσιμότητα; Το άλμα που κάναμε στο παρελθόν, τα 200 και πάνω χρόνια που μεσολάβησαν, έχουν ένα ειδικό περιεχόμενο που μπορεί να εξηγήσει το πώς και γιατί φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Σε αυτά θα αναφερθούμε στο επόμενο φύλλο». Με αυτά θα ασχοληθούμε λοιπόν στο παρόν σημείωμα.

Η διττή επανάσταση και τι γέννησε

Ο Έρικ Χομπσμπάουμ, εξετάζοντας την ίδια περίοδο, θα κάνει λόγο για «διττή επανάσταση»: τη βιομηχανική επανάσταση που έγινε στην Αγγλία και την Αστική Επανάσταση στη Γαλλία. Χρονικά συμπίπτουν αυτές οι δύο ιστορικές διαδικασίες, και μεταμορφώνουν με εξαιρετική ταχύτητα τον σύγχρονο κόσμο. Μάλιστα ο Χομπσμπάουμ θα ισχυριστεί πως η «διττή επανάσταση» προκάλεσε «τον μεγαλύτερο μετασχηματισμό στην ιστορία της ανθρωπότητας από την μακρινή εποχή που ο άνθρωπος εφεύρε τη γεωργία και τη μεταλλουργία, τη γραφή, την πόλη και το κράτος». Και θα συνεχίσει: «Η επανάσταση αυτή μεταμόρφωσε και εξακολουθεί να μεταμορφώνει τον κόσμο». Αυτά βέβαια γράφονταν το 1961 στο έργο του «Η εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848».

Για τη δική μας «συζήτηση» το διττό στοιχείο της ανάλυσης, δηλαδή τόσο της εξέλιξης του οικονομικού παράγοντα και των αλλαγών που επιφέρει, όσο και της πολιτικής διαμόρφωσης-συγκρότησης και της εξέλιξής τους μέσα από αντιφατικά και ανταγωνιζόμενα στοιχεία, έχει ιδιαίτερη σημασία για το θέμα που μας απασχολεί. Ποτέ η μία ή άλλη σφαίρα (οικονομία και πολιτική) δεν κινήθηκαν σε απόλυτη αυτονομία η μία από την άλλη, και δεν νοείται να αντιμετωπίζεται ο καπιταλισμός, η καπιταλιστική οργάνωση, μόνο με οικονομικούς όρους.

Το κύριο χαρακτηριστικό της νεώτερης εποχής, της μετά το 1789, ήταν η «εισβολή» των μαζών στο πολιτικό προσκήνιο με τρόπο ορμητικό και πρωτόγνωρο. Κι ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο βασικά στοιχεία της νεώτερης πολιτικής. Η αστική τάξη ως ανερχόμενη δύναμη έπρεπε να γκρεμίσει τον παλιό κόσμο, το παλαιό καθεστώς, και για να το κάνει αυτό χρειάστηκε μιαν επανάσταση. Αλλά για να πετύχει τους στόχους της χρειαζόταν τη δύναμη των πλατιών μαζών, κι έτσι συμπαρέσυρε στη δράση στρώματα και τάξεις που δεν είχαν μέχρι τότε κάποια συμμετοχή στην κρατική, πολιτική οργάνωση και ζωή. Προϋπήρξε βέβαια μια περίοδος ιδεολογικής προετοιμασίας, προετοιμασίας των πνευμάτων μέχρι τη στιγμή της επανάστασης. Αλλά από τη στιγμή της έκρηξης και στο εξής, η συμμετοχή των πλατιών μαζών στην πολιτική, στον πολιτικό στίβο, στη νέα πολιτειακή και κρατική οργάνωση, έγινε ένα αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής ζωής.

Ο φιλελευθερισμός, για να επικρατήσει σαν κυρίαρχο μοντέλο στον καπιταλιστικό κόσμο, αρχικά χρειάστηκε τον δημοκρατικό ριζοσπαστισμό, διότι χωρίς αυτόν δεν θα προσελκύονταν στον πολιτικό στίβο οι μάζες. Όταν επικράτησε η αστική τάξη, προχώρησε γρήγορα σε συμβιβασμούς με την αριστοκρατία, τον μεγάλο κλήρο και τμήματα της φεουδαρχίας για να ανακόψει τη φόρα του ριζοσπαστισμού. Σε αυτόν τον «δρόμο», όπου συνυπήρχαν πολλά αντιφατικά στοιχεία και ανταγωνισμοί, αναδύθηκε μια νέα πραγματικότητα: η εθνοκρατική συγκρότηση, ένα ισχυρότερο και παρεμβατικότερο κράτος, ένας νέος τύπος πολιτικής, μεγάλες δυνάμεις, μεγάλα εθνικά και κοινωνικά κινήματα, πόλεμοι και διάλυση αυτοκρατοριών, εμφάνιση νέων κοινωνικών δυνάμεων στο προσκήνιο (εργατική τάξη).

Το κύριο χαρακτηριστικό της νεώτερης εποχής, της μετά το 1789, ήταν η «εισβολή» των μαζών στο πολιτικό προσκήνιο με τρόπο ορμητικό και πρωτόγνωρο. Κι ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο βασικά στοιχεία της νεώτερης πολιτικής. Η αστική τάξη για να πετύχει τους στόχους της χρειαζόταν τη δύναμη των πλατιών μαζών…

Νέο, αντιφατικό πολιτικό σκηνικό – και προλεταριοποίηση

Το σίγουρο είναι πως στις νέες συνθήκες που προκαλεί η «διττή επανάσταση», η κοινωνία μεταβάλλεται. Αυτό που ονομάζεται «δημοκρατία» εμπεριέχει την αξίωση να είναι αυξημένος ο ρόλος των απλών ανθρώπων στις κρατικές υποθέσεις. Ο φιλελευθερισμός, παρ’ όλη την κυριαρχία του, κουβαλά αντιφάσεις δισεπίλυτες: αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση μέσω εκλεγμένων σωμάτων, πολίτες με ίσο νομικό καθεστώς που δεν επιτρέπει ανοικτές διακρίσεις, κοινωνική κινητικότητα μέσω της προόδου και της εκπαίδευσης, καθώς και ασαφή όρια ανάμεσα στα μεσαία και τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας… όλα αυτά δημιουργούν ολοένα και περισσότερες αντιθέσεις και αντιφάσεις, που η επίλυσή τους δεν μπορεί να γίνει όπως πριν και όπως παλιά. Οι παλιές και νέες δυνάμεις του πλούτου έπρεπε να αμυνθούν με καινούργιους τρόπους, και ιδιαίτερα μετά το 1848 αυτές οι δυνάμεις έπρεπε να μάθουν να πολιτεύονται στο όνομα του λαού. Τα νέα πολιτικά συστήματα έπρεπε να δώσουν χώρο στις μάζες, αλλά να διατηρούν τον έλεγχο και την εξουσία τους. Επίσης να μην διστάζουν να συντρίβουν τις πιο οξείες αμφισβητήσεις από μεριάς των φτωχών, των εξεγερμένων, των πεινασμένων, των επαναστατημένων.

Μετά το 1860 παρατηρούμε μια απρόθυμη προσέγγιση προς τον δημοκρατικό συνταγματισμό: τα συντάγματα καθιερώνονται μετά από μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις και αγώνες. Η πολιτική ζωή εντός των χωρών αρχίζει να συγκροτείται με τον κοινοβουλευτισμό, τα κόμματα, το βάρος που έχει ο τύπος και το εκλογικό δικαίωμα σιγά-σιγά διευρύνεται.

Πλάι ή παράλληλα με αυτό το νέο πολιτικό σκηνικό αρχίζει να διαμορφώνεται και ένα άλλο επίπεδο, που θα πάρει ιδιαίτερες διαστάσεις και θα επηρεάσει καθοριστικά την πορεία του πολιτικού πεδίου: οι αγροτικές μάζες σπρώχνονται προς την πολεοποίηση και την προλεταριοποίηση. Αναδύεται και μεγαλώνει μια νέα τάξη, το προλεταριάτο, που αρχίζει να εμφανίζεται με αυτόνομο τρόπο μέσα από τις συνεργατικές ενώσεις, τα συνδικάτα, τους συνεταιρισμούς, τα εργατικά και σοσιαλιστικά κόμματα. Με δυο λόγια, η αστική τάξη πραγμάτων δεν καταργεί διόλου την ανισότητα και πολλαπλασιάζει τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Ο κοινωνικός ανταγωνισμός αποτελεί κεντρικό γνώρισμα της νέας εποχής και, ανεξάρτητα από τις δυνατότητες χειρισμού, χειραγώγησης, καταστολής που μπορεί να διαθέτει ο κόσμος του πλούτου, δεν μπορεί να τον αποτρέψει, να τον εξαλείψει. Από μια στιγμή και έπειτα όλα είναι συνέπεια του συσχετισμού δυνάμεων που υπάρχει μέσα στην κοινωνία.

Ο χειρισμός του «κοινωνικού ζητήματος» εσωτερικά σε κάθε χώρα και σε παγκόσμιο επίπεδο από συνασπισμούς αντιδραστικών δυνάμεων έχει κεντρική θέση στη νέα εποχή – τόση όση έχει και ο αγώνας για ηγεμονία, για συγκεντροποίηση, για αποκλεισμό ανταγωνιστικών δυνάμεων, για επικράτηση. Η είσοδος του καπιταλισμού στη μονοπωλιακή φάση, στον ιμπεριαλισμό, θα οξύνει ακόμα παραπέρα τις συγκρούσεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τις συγκρούσεις απέναντι στις έμπρακτες αμφισβητήσεις του από την εργατική τάξη και τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις, τις προσπάθειες κατάπνιξης της αφύπνισης των εθνικών και απελευθερωτικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο.

Η σημερινή στιγμή και η θετική απάντηση στο ερώτημα

Ο 20ός αιώνας, αιώνας επαναστάσεων, πολέμων και αντεπαναστάσεων, βάζει σε νέα τροχιά ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, σημαδεύει πιο έντονα τη νέα εποχή, διαταράσσεται πιο πολύ και πιο βαθιά και σε παγκόσμια κλίμακα, οδηγεί σε νέες διαστάσεις και δυνατότητες (αλλά και κινδύνους-απειλές) ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Η «διττή επανάσταση» συνεχίζεται στον 20ό αιώνα με νέους πρωταγωνιστές και με πιο δομικές αμφισβητήσεις. Η τρίτη και η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, το πέρασμα από την εισαγωγή της πληροφορικής στον ψηφιακό καπιταλισμό, αλλάζουν πολλά πράγματα σε διεθνή κλίμακα. Ο κόσμος μεταμορφώνεται προς μια κατεύθυνση όπου αυξάνεται η ανισότητα και η αλλοτρίωση σε πρωτόγνωρο βαθμό στην ιστορία· το βάρος μιας πλανητικής αντεπανάστασης και της υποχώρησης προηγούμενων κυμάτων επαναστάσεων και αγώνων βαραίνει την ατμόσφαιρα. Όμως μπορεί ο αρνητικός συσχετισμός που καταγράφεται να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι σήμερα δεν είναι δυνατή μια νέα κοινωνική διαθεσιμότητα; Ποια είναι τα στοιχεία που μπορεί να αποκλείσουν την εμφάνισή της, θεωρητικά και πρακτικά;

Μια πρώτη λοιπόν απάντηση από τη μεριά μας στο γενικό ερώτημα «είναι δυνατή μια νέα κοινωνική διαθεσιμότητα;» είναι κατ’ αρχάς θετική. Πρώτον, επειδή είναι αναγκαία και επειδή προς τα εκεί σπρώχνονται τα πράγματα. Τίποτα δεν σηματοδοτεί πως το αίτημα για δημοκρατία, δηλαδή η αξίωση να είναι αυξημένος ο ρόλος και ο έλεγχος των απλών ανθρώπων στις κρατικές υποθέσεις, έχει μειωθεί ή εξασθενίσει. Πολλά και πυκνά γεγονότα σε όλο τον κόσμο (ακόμα και σε αυτήν τη φάση υποχώρησης του λαϊκού παράγοντα) το αποδεικνύουν. Ακόμα κι αν έχουμε περιπέσει σε μια φάση παθητικής και σκόρπιας αντίστασης (αντί μιας ενεργητικής, ορμητικής φάσης ανάπτυξης της λαϊκής δραστηριοποίησης), το αίτημα δημοκρατίας και δικαιοσύνης παραμένει ενεργό και κινητοποιεί. Δεύτερον, το στοιχείο της ανισότητας δεν μπορεί να παραμεριστεί, να μην ληφθεί υπόψη. Καθημερινά, σε ολόκληρο τον κόσμο έχουμε εμφανείς αντιδράσεις και αγώνες κατά της ανισότητας με όλους τους τρόπους. Τρίτον, οι μορφές ελέγχου και χειραγώγησης που εφαρμόζονται σήμερα συναντούν μια ιδιαίτερη δυσαρέσκεια και αμφισβήτηση από πλατιά λαϊκά στρώματα. Το στοιχείο διχασμένων, διχοτομημένων κοινωνιών μέσα σε μία επικράτεια, και μάλιστα μεγάλων χωρών, όπως οι ΗΠΑ και η Βραζιλία, δείχνει πως το καζάνι βράζει και η λαϊκή οργή μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τέταρτον, μην ξεχνάμε πως κινήματα όπως τα «κίτρινα γιλέκα» έχουν δώσει έντονη παρουσία (και δεν έχουν σβήσει), συνδυάζοντας εθνικά σύμβολα με κοινωνικά αιτήματα, αμφισβητώντας πολιτικές και στρατηγικές του κόσμου του κεφαλαίου. Πέμπτον, και εξίσου σημαντικό, οι γεωπολιτικές αλλαγές, ο πολυπολικός κόσμος που αναδύεται, πέρα από τους κινδύνους που εγκυμονεί, παρέχει την εν δυνάμει δυνατότητα να εκφραστούν λαοί και χώρες έξω από την κυριαρχία του Δυτικού ιμπεριαλισμού, και να εκδηλωθούν νέες χειραφετητικές δυνατότητες κάτω από ορισμένους όρους.

Για όλους αυτούς τους λόγους, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η νέα κοινωνική διαθεσιμότητα υπάρχει εν τω βάθει, σαν υπαρκτό δομικό στοιχείο, πέρα από το τι εμφανίζεται στην «επιφάνεια». Ακόμα περισσότερο, θα ισχυριστούμε ότι η νέα κοινωνική διαθεσιμότητα επωάζεται με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους σε ολόκληρο τον πλανήτη και μέσα στους δεσμούς (ή τα δεσμά) που τον συνέχουν.

Η κοινωνική διαθεσιμότητα που αναζητιέται θα πάρει ποικίλες μορφές στη βάση εθνικών και ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και ριζών, αλλά και θα φέρει πιο πλατιά απελευθερωτικά περιεχόμενα. Δεν θα είναι μια επιστροφή, αλλά μια «μετάβαση προς», με ηρωικά και πνευματικά φτερουγίσματα μεγάλης πνοής

«Η δίψα της ισότητας και της δικαιοσύνης»

Στα 1829 ο αρθρογράφος της εφημερίδας La Jeune France ορίζει έτσι τον ριζοσπαστισμό που είχε εμφανιστεί: «εκείνη η δίψα της ισότητας και της δικαιοσύνης, η καθολική περιφρόνηση για τις διακρίσεις που δεν προέρχονται από την προσωπική αξία, η ανάγκη του ελέγχου όλων των ενεργειών της εξουσίας, τέλος, η συνείδηση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και του πολίτη, που τον κάνει να αντιστέκεται στην αυθαιρεσία και να αγανακτεί με την ιδέα του δεσποτισμού» (Claude Nicolet, Le radicalisme, Παρίσι 1961). Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτή η «δίψα» έχει εκλείψει, ότι δεν μπορεί να ξανακάνει την έντονη εμφάνισή της απέναντι σε εξουσίες και τάχα παντοδύναμες «αυτοκρατορίες»;

Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, όλα σπρώχνουν προς την εμφάνιση και έκφραση ενός νέου ριζοσπαστισμού, ενός σύγχρονου ριζοσπαστισμού που θα κουβαλά πάνω του και συμπυκνώσεις από την πρόσφατη ιστορία, δηλαδή την ιστορία κυρίως του 20ού αιώνα· τα προχωρήματά του, τις αποτυχίες και πισωγυρίσματα, τις αιτίες τους. Θα είναι πιο κοινωνικός, πιο χειραφετητικός, πιο βαθύς και ανθρώπινος. Η τυπική ισότητα και η ελευθερία θα αποκτήσουν πιο ουσιαστικό χαρακτήρα. Μια νέα κοινωνικότητα θα πάρει τη θέση του κατακερματισμού και της διάλυσης. Η κοινωνική διαθεσιμότητα που αναζητιέται θα πάρει ποικίλες μορφές στη βάση εθνικών και ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και ριζών, αλλά και θα φέρει πιο πλατιά απελευθερωτικά περιεχόμενα. Δεν θα είναι μια επιστροφή, αλλά μια «μετάβαση προς», με ηρωικά και πνευματικά φτερουγίσματα μεγάλης πνοής.

Ακόμα περισσότερο: Οι σύγχρονες τάσεις του ψηφιακού καπιταλισμού και της μεταδημοκρατίας (σε Δύση και Ανατολή) σπρώχνουν σε μια περιθωριοποίηση μαζών από θεσμούς και πολιτική σφαίρα. Παράλληλα, τροποποιούν ακόμα περισσότερο τον κόσμο της εργασίας, αδειάζοντας και χώρους σύγχρονων επαγγελμάτων (μόλις πρόσφατα εξαγγέλθηκε η κατάργηση 10.000 θέσεων εργασίας σε κολοσσούς του διαδικτύου). Τέλος, με διάφορους τρόπους επιδιώκεται η ίδια η μείωση του πληθυσμού της Γης. Με διάφορους τρόπους το ίδιο το σύστημα φωνάζει ότι «κάποιοι περισσεύουν πολύ» σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, ακόμα και σκέτα στην ίδια τη ζωή! Ο νέος ριζοσπαστισμός θα πάρει εκ των πραγμάτων έναν χαρακτήρα καθολικής υπεράσπισης της ζωής στον πλανήτη, έμβιας και ανθρώπινης. Και αυτό το στοιχείο επωάζεται σε πολύ μεγάλες κλίμακες ως στοιχείο μιας νέας συνείδησης.

***

Στο επόμενο σημείωμα θα προσγειώσουμε τους προβληματισμούς μας στο τι έφερε ο 20ός αιώνας και ο σοσιαλισμός ως προς την κοινωνική διαθεσιμότητα. Ένα τέταρτο σημείωμα θα εξετάσει το τι ήταν και τι σημαίνει η κοινωνική διαθεσιμότητα στην Ελλάδα.

 

Είναι δυνατή μια νέα κοινωνική διαθεσιμότητα; | Γ΄ μέρος Από Ρούντι Ρινάλντι

Στα δύο προηγούμενα σημειώματα αναφερθήκαμε: α) στο τι μπορούμε να εννοούμε με τον όρο κοινωνική διαθεσιμότητα, β) στις πρώτες διακηρύξεις μεγάλων αστικών επαναστάσεων, γ) στο πώς με αυτές άνοιξε μια νέα εποχή, και βαθμηδόν είχαμε τη μαζικοποίηση του πολιτικού φαινομένου, θεσμικά και κινηματικά. Τέλος, δ) απαντήσαμε γενικά θετικά στο ερώτημα αν είναι δυνατή μια νέα κοινωνική διαθεσιμότητα. Στο Γ΄ μέρος θα εξετάσουμε ορισμένα θέματα που σχετίζονται με τη συμβολή του εργατικού και του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος στο θέμα της κοινωνικής διαθεσιμότητας, στην πορεία των κοινωνιών. Θα δούμε επίσης τις συνέπειες από τη διάλυση ή χρεοκοπία των κινημάτων αυτών. Κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο, επειδή η ιστορική εποχή που άνοιξε από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 κληροδότησε μια πραγματικότητα χωρίς ελπίδα, χωρίς όραμα, χωρίς μπούσουλα για ευρύτατες μάζες και ανθρώπους, που είχαν προσφέρει απλόχερα μεγάλο μέρος της ζωτικότητάς τους σε μεγάλες απόπειρες για να αλλαχτεί προς το καλύτερο ο κόσμος. Η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε δεν είναι άσχετη με το τι έγινε, τι δεν έγινε, τι ήταν λάθος και τι μετατράπηκε σε λάθος.

Σκέψη πρώτη

Η αστική επανάσταση δεν απέχει πολύ, χρονικά και ουσιαστικά, από την εμφάνιση της αμφισβήτησής της από μια κοινωνική δύναμη της οποίας η ανάπτυξη ήταν όρος για την επικράτηση του φιλελευθερισμού: βασικά το προλεταριάτο, αλλά κι άλλα στρώματα. Πριν καλά-καλά σταθεροποιηθεί η αστική τάξη, είδε να ξεπετιέται το εργατικό κίνημα, και αναγκάστηκε να ορίσει πολιτικές για τη διαχείριση του νέου κοινωνικού ζητήματος. Ο ρεπουμπλικανισμός που έφερε με έμφαση η Γαλλική Επανάσταση μιλούσε για ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη. Όμως η ανισότητα έπαιρνε νέες μορφές.

Αυτή η αντίφαση δεν ήταν εύκολο να χαλιναγωγηθεί. Η πιο «αριστερή» πτέρυγα του ρεπουμπλικανισμού, ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός, σύντομα τέθηκε σχεδόν εκτός νόμου. Οι εκπρόσωποί του δραστηριοποιήθηκαν μέσα από μυστικές εταιρείες και πήραν μέρος σε μεγάλα επαναστατικά κινήματα (Ελλάδα, Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία κ.λπ.). Πολλές από αυτές τις μορφές υιοθετήθηκαν από επαναστάτες που προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα νέο, εργατικό κίνημα. Η μορφή συνδικάτο προϋπήρξε της μορφής εργατικό κόμμα, και συνυπήρξε με μυστικές επαναστατικές οργανώσεις και ενώσεις σοσιαλιστών ή κομμουνιστών στα πρώτα βήματα χειραφέτησης του νέου αυτού κινήματος.

Από τη στιγμή που εμφανίστηκε στοιχειωδώς πιο αυτόνομα, το κίνημα αυτό συνάντησε σκληρή καταπίεση. Το πιο σημαντικό σύμβολό του, η Πρωτομαγιά, καθιερώθηκε όταν καταστάλθηκε άγρια η εξέγερση των εργατών στο Σικάγο (1886). Είχε βέβαια προηγηθεί η Παρισινή Κομμούνα (1871), και η μεγάλη σφαγή μετά την ήττα της. Έκτοτε μπορεί να μην υπήρξαν επαναστάσεις, είχαμε όμως μια εκτατική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος: ίδρυση μαζικών κομμάτων με ανεξάρτητη παρέμβαση, ανάπτυξη του συνδικαλιστικού και συνεταιριστικού κινήματος. Ας κρατήσουμε λοιπόν το στοιχείο πως σχεδόν συνυπήρξε η αστική άνοδος με την αμφισβήτησή της από το εργατικό κίνημα, που από τα πρώτα κιόλας βήματά του πέτυχε κατακτήσεις, και σταδιακά απέκτησε συνείδηση του αυτόνομου ρόλου του.

Σκέψη δεύτερη

Δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς την ανεξάρτητη έκφραση του «κοινωνικού ζητήματος» μέσα από το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Ισχυρές ωθήσεις για συμμετοχή και αξιοπρεπή ζωή έφεραν στο επίκεντρο το ζήτημα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης – η συνειδητοποίηση των οποίων οδήγησε σε αφύπνιση μαζών και ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο, που είδαν στο εργατικό κίνημα μια νέα προοπτική. Ο αγώνας του εργατικού, συνδικαλιστικού και σοσιαλιστικού κινήματος μεταμόρφωσε τον σύγχρονο κόσμο. Οικοδομήθηκαν μορφώματα, θεσμοί και πολιτικές είτε για την προώθησή του είτε για τη συντριβή ή ενσωμάτωσή του.

Η σύγχρονη ιστορία, δηλαδή το δεύτερο μισό του 19ου και ολόκληρος σχεδόν ο 20ός αιώνας, δεν μπορεί να νοηθεί με αγνόηση του εργατικού κινήματος. Χωρίς την παρουσία και ανεξάρτητη έκφραση και δράση του δεν θα είχαν γίνει ρωμαλέα βήματα προς την απελευθέρωση, προς τη δημοκρατία, προς την κατάκτηση δικαιωμάτων και ελευθεριών. Δεν θα είχαν εκδηλωθεί και εκφραστεί μεγάλα κινήματα ενάντια στον πόλεμο, τον φασισμό, τον ναζισμό, την αποικιοκρατία, τον ιμπεριαλισμό.

Παρ’ όλη την ετερογένεια στους κόλπους αυτού του κινήματος, είναι αναμφισβήτητη η τεράστια ώθηση που έδωσε στην κοινωνική διαθεσιμότητα. Έθεσε στόχους, διεξήγαγε αγώνες, δημιούργησε συνείδηση, έχτισε μορφές και θεσμούς, συνέβαλε στη μόρφωση και στον πολιτισμό, δημιούργησε δική του κουλτούρα. Είχε την ανάγκη, και το έκανε πράξη, να δημιουργήσει μαζικό κίνημα και συσπείρωση ευρύτατων μαζών. Αυτή είναι μια κύρια πλευρά, που το αντιπαραθέτει με την αστική κίνηση – η οποία μόνο στις αρχές είχε να επιδείξει φωτεινές στιγμές δημοκρατισμού και κινητοποίησης.

Παρ’ όλη την ετερογένεια του εργατικού κινήματος, είναι αναμφισβήτητη η τεράστια ώθηση που έδωσε στην κοινωνική διαθεσιμότητα. Είχε την ανάγκη, και το έκανε πράξη, να δημιουργήσει μαζικό κίνημα και συσπείρωση ευρύτατων μαζών

Σκέψη τρίτη

Το εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα οραματίστηκε και εργάστηκε για την κοινωνική επανάσταση, θεωρώντας πως μόνο μέσω αυτής μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Πλέον η πολιτική επανάσταση θεωρούνταν ένα μονάχα πρώτο βήμα προκειμένου να δημιουργηθούν όροι για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας και των παραγωγικών σχέσεων. Δεν υπήρχαν βέβαια συνταγές, ούτε ολοκληρωμένα προγράμματα για τη μετάβαση. Μια κοινωνία απαλλαγμένη από την καπιταλιστική αναρχία, με οργάνωση της οικονομίας στη βάση ενός κοινωνικού σχεδιασμού, αφού θα είχαν κοινωνικοποιηθεί τα μέσα παραγωγής: αυτό ήταν όλο το πρόγραμμα του σοσιαλισμού. Θεωρητικά, η κοινωνική επανάσταση θα γίνονταν πάνω-κάτω ταυτόχρονα στις βασικές καπιταλιστικές χώρες. Αυτά έλεγε η «θεωρία» που είχε παραχθεί μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.

Η πράξη βέβαια είχε δημιουργήσει κι άλλα πράγματα. Η μαζικοποίηση του μαρξισμού έγινε με τρόπο που τα εργατικά-σοσιαλιστικά κόμματα της εποχής είχαν αποκτήσει γραφειοκρατία και έντονες τάσεις κοινοβουλευτισμού. Διάβασαν λάθος τις βασικές τάσεις του συστήματος, δεν είδαν το τέλος της «μπελ επόκ», αδιαφόρησαν για το εθνικό και το αγροτικό ζήτημα, ακόμα και για το αποικιοκρατικό σύστημα. Αυτή η προσαρμογή περιγράφτηκε λίγο αργότερα σαν «χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς»: όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σχεδόν όλα τα κόμματα στάθηκαν στο πλευρό της αστικής τάξης τους, μετέχοντας στην αλληλοσφαγή.

Εμφανίστηκε βέβαια και μια μεταρρυθμιστική πτέρυγα που επεδίωκε ένα βαθμιαίο πέρασμα στον σοσιαλισμό μέσα από μεταρρυθμίσεις, αλλά ευδοκίμησε σε λίγες μόνο χώρες εξαιτίας της πραγματικότητας που ήδη δημιουργούσε ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Ο ιμπεριαλισμός κι όσα έφερε σαν κομβικά ζητήματα (αγορές, σφαίρες επιρροής, παγκόσμιους πολέμους, ανταγωνισμούς ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις κ.λπ.), μαζί και η πείρα που είχε αποκτήσει η εργατική τάξη, οδήγησαν στο να επιχειρηθούν σοσιαλιστικές επαναστάσεις. Μια μικρή μειοψηφία, ο μπολσεβικισμός στην τσαρική Ρωσία, τόλμησε να μπολιάσει ένα υπαρκτό μεγάλο καζάνι επαναστατικών διαθέσεων και κινημάτων, και μέσα σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου πραγματοποιήθηκε η Οχτωβριανή Επανάσταση (1917).

Στη βάση αυτού του κοσμοϊστορικού γεγονότος έχουμε ένα Παράδειγμα που τροποποιεί την ίδια τη φύση του εργατικού κινήματος: εμφανίζεται το ιστορικό κομμουνιστικό κίνημα, που παίζει πλέον κομβικό, πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιστορία του 20ού αιώνα. Το Παράδειγμα έχει εξαιρετική δύναμη. Κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπων σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, όχι μόνο σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Το εργατικό, το συνδικαλιστικό και το κομμουνιστικό κίνημα παίρνουν πρωτόγνωρες διαστάσεις.

Στην πορεία ριζώματός τους σε κάθε χώρα –κι αφού η παγκόσμια επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε– αποκτούν μια διττή φύση: σύνδεση με την κοιτίδα της επανάστασης, την ΕΣΣΔ, και τη διεθνή οργάνωση που συγκροτήθηκε, την Γ΄ Διεθνή, και ταυτόχρονα απόπειρες σύνδεσης με την πραγματικότητα κάθε χώρας. Οι πιο καλές στιγμές ήταν εκείνες όπου τα γενικά καθήκοντα και οι ιστορικές απαιτήσεις συναντιόντουσαν με την πραγματικότητα και τις ανάγκες κάθε ξεχωριστής χώρας: σε Ελλάδα, Ιταλία, Γαλλία, Κίνα, Γιουγκοσλαβία, Τσεχοσλοβακία, Κούβα κ.λπ. έχουμε τη συνάντηση των κομμουνιστικών χαρακτηριστικών με ιδιαίτερες παραδόσεις, κουλτούρα, ριζοσπαστισμό. Αντίθετα, όπου επιχειρούνταν μια μηχανιστική μεταφορά μοντέλων, η πολιτική απομόνωση και περιθωριοποίηση ήταν κανόνας.

Σκέψη τέταρτη

Πολλοί παραλλήλισαν τον κομμουνισμό –στις καλές μέρες του– με τον χριστιανισμό στα πρώτα βήματά του. Έμμεσα έθεταν έτσι σημαντικά ζητήματα, που αφορούσαν την εμβέλεια, τον διεθνικό χαρακτήρα, τη δύναμη των ιδεών για την κινητοποίηση και μετασχηματισμό του κόσμου. Εδώ θα μείνουμε σε μία μόνο πλευρά, που έχει σχέση με την κοινωνική διαθεσιμότητα: ο εσχατολογικός χαρακτήρας, μια θρησκευτικού είδους πίστη, έπαιξαν ρόλο στο πώς φαντάζονταν ή στο πώς βίωναν οι κομμουνιστές και οι προλετάριοι την ίδια την ύπαρξή τους και τη συμμετοχή τους στον αγώνα.

Σήμερα πλέον γνωρίζουμε ότι ο σοσιαλισμός, η μεταβατική κοινωνία, δεν είναι ο παράδεισος. Δεν υπάρχει επί γης παράδεισος. Δεν υπάρχει τέλεια και απόλυτη λύση. Το Κόμμα δεν είναι ένα επίγειο Υπέρτατο Ον που οδηγεί στη Γη της Επαγγελίας. Αυτό που δίνει νόημα είναι ο μετασχηματισμός του κόσμου και του ανθρώπου μέσα από μια απελευθερωτική πορεία, μετάβαση και διεργασία αγώνων, προσπάθειες προς χειραφέτηση και βελτίωση της ζωής. Θα παρουσιάζονται πάντα νέες αντιθέσεις, νέες προκλήσεις, νέες συγκρούσεις και εμπόδια. Δεν υπάρχει τέλος της Ιστορίας.

Πρόκειται για ένα σημαντικό και βαθύτατο πρόβλημα-ζήτημα, που δεν πρέπει να το προσπερνάμε με ευκολία. Διότι σε αυτό μπλέκονται ζητήματα επιβίωσης, αλλά και γενικά υπαρξιακά θέματα και αγωνίες του ανθρώπου. Ιδιαίτερα σήμερα, που έχει γκρεμιστεί η ελπίδα.

Σκέψη πέμπτη

Το «μετά την επανάσταση» αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετο και πολύπλοκο από το «πριν». Έπρεπε να ανοιχτούν δρόμοι, και σε ένα βαθμό διανοίχθηκαν. Έγιναν μεγάλα προχωρήματα σε πολλούς τομείς. Δόθηκε ορμητική ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με παράλληλη μέριμνα για τις εργαζόμενες μάζες. Τα βήματα που έκανε η ΕΣΣΔ ήταν τεράστια στους τομείς αυτούς. Αλλά και η σύγκριση π.χ. Κίνας-Ινδίας από τη δεκαετία του 1950 και ύστερα δείχνει τι επίδραση έχουν οι αλλαγές στις παραγωγικές σχέσεις στη γενική καλυτέρευση όλων των όρων κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Βέβαια οι νέες μεταβατικές κοινωνικές πραγματικότητες, μετά την πολιτική επανάσταση και στο δρόμο για αλλαγές που θα σήμαναν την προώθηση της κοινωνικής επανάστασης, αντιμετώπισαν τις μεθοδεύσεις και τις επιθέσεις του ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Μετά από 100 και πλέον χρόνια, πολλά μπορούν να ειπωθούν για την Οχτωβριανή Επανάσταση και το ρόλο που έπαιξε. (Από την άλλη, το 1972 ρώτησαν τον Τσου Εν Λάι, πρωθυπουργό της Κίνας, τι γνώμη έχει για τη Γαλλική Επανάσταση του 1789. Απάντησε ως εξής: «Είναι πολύ νωρίς για να κρίνουμε»!). Δεν μπορεί όμως να αμφισβητηθεί το τι ώθηση έδωσε αυτή στην κοινωνική διαθεσιμότητα στον 20ό αιώνα, με πολλαπλό τρόπο και σε πολλά επίπεδα. Τα κομμουνιστικά κόμματα, τα συνδικάτα, τα κινήματα ειρήνης, τα λαϊκά μέτωπα, ο αντιναζιστικός αγώνας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στις δεκαετίες 1950-60-70, είχαν αναμφισβήτητα τη σφραγίδα ενός παγκόσμιου συσχετισμού (με πρωταγωνιστικό ρόλο του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος).

Οι αντιλήψεις που επικράτησαν σταδιακά μετά την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας οδήγησαν σε παροπλισμό και παθητικοποίηση. Όλα αναμένονταν ή επιτρέπονταν αποκλειστικά από το κόμμα-κράτος. Η κοινωνική διαθεσιμότητα πάγωνε

Σκέψη έκτη

Όμως η πολιτική μεταβολή δεν συνοδεύτηκε από προχώρημα της κοινωνικής επανάστασης και μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων. Δεν οικοδομήθηκε ένα εναλλακτικό σύστημα. Ο σοσιαλισμός, η μεταβατική κοινωνία, δεν μπορούσε να χωρέσει στο σχήμα «μεγάλο καπιταλιστικό εργοστάσιο + σοσιαλιστική πολιτική εξουσία». Ακόμα χειρότερα, αφού υπήρξε ένα «πάγωμα της επανάστασης» σε μια σειρά τομείς (είτε ως επιλογή και θεωρητικοποίηση, είτε αναγκαστικά εξαιτίας της εξέλιξης της ταξικής πάλης), παρατηρήθηκε σχεδόν παντού μια μονοπώληση της πολιτικής και οικονομικής ζωής από το κόμμα-κράτος. Αυτό το γεγονός μπλόκαρε ανεπανόρθωτα την κοινωνική διαθεσιμότητα, θεωρώντας την είτε περιττή είτε συμπληρωματική-τυπική διαδικασία.

Εδώ βρίσκεται μία από τις πηγές της αποτυχίας, αφού η μετάβαση προς μια άλλη κοινωνία δεν θεωρήθηκε έργο των μαζών, της κοινωνίας σε κίνηση, αλλά υπόθεση του κόμματος, του κράτους, των στελεχών. Και μάλιστα σε ένα καθεστώς όπου κάθε άλλη σκέψη, θέση, πράξη εύκολα χαρακτηριζόταν ως υποκινούμενη από τον ταξικό εχθρό. Τα πρώτα επαναστατικά μέτρα, που δικαιολογούνταν από έκτακτες καταστάσεις (εμφύλιος, ιμπεριαλιστική επέμβαση κ.λπ.), θεωρητικοποιήθηκαν και έγιναν πρακτικά καθεστώς – που σε πολλές περιπτώσεις συμπεριφέρθηκε καταπιεστικά απέναντι σε πληθυσμούς, εθνότητες, εργαζόμενους.

Το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα στο «μετά την επανάσταση» μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Συναντιέται με τον κρατισμό και τον παραγωγικισμό. Η εξουσία διαβρώνει συνειδήσεις και δημιουργεί προνόμια. Τα νέα μεσαία στρώματα ζητούν έκφραση. Οι μηχανισμοί συγκροτούν τοπικές σατραπείες. Κι όλοι μαζί –παρά τους όρκους στον σοσιαλισμό– στην ουσία προωθούν διαδικασίες παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Η δυνατότητα μιας χώρας «να αλλάξει χρώμα, από κόκκινη να γίνει μαύρη» έγινε εμφανής σχετικά νωρίς: από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Σε μια μονοπωλιακά οργανωμένη μονοκομματική εξουσία, οι θέσεις για «δικτατορία του προλεταριάτου» κ.λπ. μετατρέπονται σε λεοντή μιας νέας νομενκλατούρας, που δεν έχει κανένα λόγο να αρνηθεί κάποια στιγμή τον ίδιο τον εαυτό της. Έτσι σχεδόν όλοι οι κομματικοί-κρατικοί-διοικητικοί παράγοντες μεταλλάχθηκαν σε καπιταλιστές ολιγάρχες, κατακλέβοντας ό,τι δημόσιο και κοινωνικό είχε με μόχθο και αίμα οικοδομηθεί επί 5-6 δεκαετίες.

Τα θέματα αυτά τέθηκαν με εμφατικό τρόπο από την ανολοκλήρωτη μεγάλη θύελλα που σάρωσε τον κόσμο στη δεκαετία 1960-70, με το επίσημο κομμουνιστικό κίνημα αμέτοχο ή και ενάντιο. Από τότε στην ουσία αρχίζει να σημειώνεται μια υποχώρηση, ένας διαλυτισμός. Η κατάρρευση αυτών των σχηματισμών το 1989-91 θα επέλθει χωρίς την παραμικρή αντίσταση εκ μέρους της εργατικής τάξης και των λαών των χωρών αυτών, που είχαν βιώσει την πραγματικότητα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» με οδυνηρό τρόπο. Η ελευθερία, ο δημόσιος χώρος, η δυνατότητα έκφρασης ήταν ερμητικά κλειστά για την εργατική τάξη, τους λαούς…

Αυτή η χρεοκοπία ήταν απείρως μεγαλύτερη από της Β΄ Διεθνούς. Διότι συνέβη αφού το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα πήρε την πολιτική εξουσία. Έκανε προχωρήματα, αλλά διαβρώθηκε από «τις τυλιγμένες σε ζάχαρη οβίδες», και απέτυχε να δει πλευρές της κοινωνικής ζωής με τεράστια σημασία: τη δημοκρατία στην πιο πλατιά και πλήρη έννοιά της, την ελευθερία και τη σχέση της με την ισότητα. Κυρίως, δεν είδε τον σοσιαλισμό σαν μετάβαση στην οποία οι μάζες πρέπει να έχουν λόγο και πράξη. Οι αντιλήψεις που επικράτησαν οδήγησαν σε παροπλισμό και παθητικοποίηση. Όλα αναμένονταν ή επιτρέπονταν αποκλειστικά από το κόμμα-κράτος. Η κοινωνική διαθεσιμότητα πάγωνε.

Σκέψη έβδομη

Τώρα ζούμε το «μετά τη χρεοκοπία», «μετά την παλινόρθωση». Πρόκειται για μεγάλο πισωγύρισμα στο πνευματικό και ιδεολογικό επίπεδο, στο επίπεδο του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε κεφάλαιο και ζωντανή εργασία. Το βάρος της αποτυχίας, και ο τρόπος που τη «γιόρτασε» η αστική τάξη, δημιούργησαν σύγχυση και απαισιοδοξία στις εργαζόμενες μάζες όλου του κόσμου. Η πραγματικότητα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού εμφανίζεται ως παρόν ατέρμονο, χωρίς ελπίδα. Έχει ματαιωθεί σε επίπεδο κοινής αίσθησης η δυνατότητα ενός καλύτερου, δικαιότερου κόσμου. Ο σοσιαλισμός μοιάζει να είναι στα αζήτητα. Η μόνη ιδεολογία που σήμερα κινητοποιεί μάζες είναι ο ισλαμισμός: και στις δύο κύριες παραλλαγές του (σουνιτισμός και σιιτισμός) είναι μια υπολογίσιμη δύναμη.

Τελούμε λοιπόν εν αγωνία, χωρίς ελπίδα, αγωνιζόμενοι και αντιστεκόμενοι χωρίς βεβαιότητες, χωρίς διεθνές καθοδηγητικό κέντρο, χωρίς Παράδειγμα. Κι όμως, η Γη γυρίζει: η κοινωνική διαθεσιμότητα αναζητά το δρόμο της, δεν αποσύρεται δια παντός. Σε ολόκληρο τον κόσμο η δημοκρατία, η ελευθερία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ανάγκη να απαντηθούν τεράστια διεθνή προβλήματα, να ανακαλυφθεί μια νέα ηθική διάσταση του ανθρώπου στη σχέση του με τους άλλους, με τον εαυτό του και με τη φύση, τίθενται ξανά και ξανά. Η πολιτική ζωή εντός των χωρών κατέχει σχετικά μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν μπορεί να «αδειάσει». Κοινωνία ή χώρα χωρίς πολιτικό βίο, συμμετοχή των ανθρώπων στα κοινά, δεν μπορεί να νοηθεί. Όλα αυτά είναι προϋποθέσεις μιας νέας κοινωνικής διαθεσιμότητας που αναζητά το ρυθμό της, τις αξίες της, το νόημά της. Πιστεύουμε, ενάντια σε κάθε πεσιμισμό, ότι η αναζήτηση αυτή θα βρει τρόπους να εκφραστεί θετικά. Ακόμα κι αν πάρει άλλες ονομασίες και βρει νέα σύμβολα, θα πρέπει να απαντά σε όσα έχουν μείνει ανολοκλήρωτα, σε όσα ανθρωποποιούν ξανά τον άνθρωπο.

Η Ιστορία δεν σταματά ούτε στις πιο σκοτεινές εποχές, και τη γράφουν οι άνθρωποι. Τις πρώτες δύο δεκαετίες του 21ου αιώνα εμφανίστηκαν σε όλο τον κόσμο λαϊκά κινήματα, νέες μορφές εθνικών και λαϊκών μετώπων, πρωτότυπα εγχειρήματα και δρόμοι. Συσσωρεύεται μια πείρα που σπρώχνει προς μια νέα μορφή κοινωνικής διαθεσιμότητας. Οι άνθρωποι αγωνίζονται –με ό,τι έχουν και με ό,τι τους λείπει– για την επιβίωση, για έναν καλύτερο κόσμο. Η ελπίδα χτίζεται μέσα από όλα τα υπαρκτά ρυάκια και ρεύματα. Πάντα έτσι γινόταν, και θα ξαναγίνει. Τελικά, ο άνθρωπος θα καταστεί πραγματικό υποκείμενο της ιστορίας, και όχι αντικείμενο υποταγμένο στα ίδια τα δημιουργήματά του!

Είναι δυνατή μια νέα κοινωνική διαθεσιμότητα; ΔΜέρος

Μετά τα όσα έχουμε θίξει στα προηγούμενα τρία σημειώματα (Μέρος Α΄Μέρος Β΄Μέρος Γ΄)  σχετικά με την κοινωνική διαθεσιμότητα, είναι καιρός να προσγειωθούμε στην ελληνική πραγματικότητα και να διαπραγματευτούμε το ζήτημα μέσα σε ορισμένα όρια. Κι αυτό επειδή –όπως ίσως φανεί– το ζήτημα της κοινωνικής διαθεσιμότητας αναγκαστικά αγγίζει και διατρέχει τη νεοελληνική ιστορία (τουλάχιστον, για να μην πάμε ακόμη πιο πίσω στις εποχές). Χρειάζεται λοιπόν, για να ξεκινήσει αυτή η συζήτηση, να γίνει μια σχετικά εκτεταμένη αναφορά στις σημαντικότερες ιστορικές στιγμές της ενεργοποίησης του λαϊκού παράγοντα τους τελευταίους δύο αιώνες. Επομένως θα αρκεστούμε σε ορισμένες βασικές παρατηρήσεις σχετικά με το ζήτημα, θέτοντας εξαρχής το ερώτημα με το οποίο ξεκινά ένα βιβλίο του ο Κωστής Μοσκώφ: «Πώς νοιώθει ο Έλληνας μπρος στην ιστορία του, σ’ αυτή τη ροή των γεγονότων και των καταστάσεων που είναι τμήμα της πλατύτερης δικής του ύπαρξης;»

Ο«Έλληνας» σαν έννοια είναι μια αφαίρεση, όπως κάθε έννοια. Αλλά έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο και συγκρότηση, φτάνει να το ψάξει κανείς με ευσυνειδησία κι όχι πρόχειρα, και να κάνει τον κόπο να τον δει και ως «υποκείμενο» μέσα στην ιστορία – οπότε έτσι προκύπτει ως μια ξεχωριστή εθνική συλλογικότητα, διαμορφωμένη ιστορικά σε έναν τόπο και χώρο. Αυτός λοιπόν ο «Έλληνας» δεν υπάρχει μονάχος του. Η πλατύτερη ύπαρξή του σημαδεύεται από διάφορες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις και ιστορικά γεγονότα, από διάφορα εποικοδομήματα και από τον πολιτισμό που παρήγαγε, από διάφορα εμπόδια που συνάντησε, από διαχωριστικές γραμμές και έριδες που τον συντάραξαν, από περιπέτειες και κατακτήσεις που τον κατέπνιξαν ή τον σταμάτησαν, από αγώνες, εξεγέρσεις και τρόπους που βρήκε είτε για να προσαρμοστεί είτε για να απελευθερωθεί.

Ζωηρή εθνική συλλογικότητα, ιστορικό έθνος, με πλούσια ιστορία και πολιτισμό, που διέτρεξε με συνέχεια και ασυνέχειες μια μεγάλη πορεία. Που βρέθηκε στους νεώτερους χρόνους κάτω από Οθωμανική κυριαρχία, την Τουρκοκρατία (είχε γνωρίσει κι άλλες «-κρατίες»). Στη διάρκειά της προχώρησε σε 61 εξεγέρσεις, συντηρώντας και δημιουργώντας τον πολιτισμό του, κυρίως μέσα από το δημοτικό τραγούδι (και την ιδιαίτερη εκδοχή του, το κλέφτικο τραγούδι), διατηρώντας τη γλώσσα και τη θρησκεία σαν συνεκτικά στοιχεία. Σταδιακά μπήκε στην τροχιά των εμπορικών σχέσεων και της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην ευρύτερη περιοχή, αξιοποιώντας χαραμάδες και προνόμια μέσα από τις αντιθέσεις και τους πολέμους των Μεγάλων Δυνάμεων, από τις εξελίξεις του Ανατολικού Ζητήματος, τη δύση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και βεβαίως τις αστικές επαναστάσεις – με πρώτη τη Γαλλική που, σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη, «μας άνοιξε τα μάτια».

Εθνική συλλογικότητα με πείρα ενός «ανυπότακτου δημοκρατισμού», που στους δύο τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας εξελίχθηκε μέσα από τις κοινότητες και την ενασχόληση με τα «κοινά», με ήδη διαμορφωμένες στο εσωτερικό κοινωνικές αντιθέσεις και τροπικότητες (κοτζαμπάσηδες, πρόκριτοι, φαναριώτες, καραβοκυραίοι κ.λπ.). Και φυσικά μια εθνική συλλογικότητα που παίρνει θέση στη νεώτερη ιστορία μέσα από μια Επανάσταση (1821), που δίνει ζωή σε ένα ανεξάρτητο –ως ένα βαθμό– κράτος (αφού είναι υπό κηδεμονία και αυστηρό έλεγχο των Μεγάλων Δυνάμεων). Πάνω σε αυτήν την πραγματικότητα βρίσκεται η εκκίνηση της πολιτικής ζωής στην ελληνική επικράτεια πριν από 200 χρόνια, και γύρω από αυτήν θα εκδηλωθεί, είτε με μεγάλα κύματα είτε με υποχωρήσεις, είτε με σχεδόν θαύματα, είτε και σε λανθάνουσα κατάσταση, η κοινωνική διαθεσιμότητα. Μόνο που αυτή δεν εκδηλώνεται χωρίς να υπάρχουν νοήματα, χωρίς συγκεκριμένους στόχους, χωρίς μια γενική αίσθηση ή γενική συνείδηση, χωρίς μορφοποιημένες εκφράσεις, προγράμματα, ηγέτες, εκπροσώπους κ.λπ.

Παρ’ όλους τους μηχανισμούς εκπροσώπησης και συμμετοχής και παρ’ όλες τις νομιμοποιητικές και συναινετικές πολιτικές, ο λαός νοιώθει μια εχθρότητα προς το πολιτικό σύστημα: ακριβώς για το ρόλο και τη στάση του σε όλες τις δύσκολες και μεγάλες στιγμές του τόπου, της κοινωνίας, του έθνους

Συμπλοκή εθνικού και κοινωνικού στοιχείου, και εξάρτηση

Ο «Έλληνας» ακόμα κι όταν αντικρίζει την ιστορία του ξέρει πως δεν στάθηκαν όλες οι πλευρές του με ενιαίο τρόπο απέναντι στον ρου των γεγονότων και των καταστάσεων. Λοιπόν δεν είναι συμπαγής και ενιαίος: τα διάφορα τμήματα που τον συναπαρτίζουν παίρνουν διαφορετική θέση και παίζουν διαφορετικούς ρόλους μέσα στην κοινή ιστορία.

Από τους πρώτους βηματισμούς, την προετοιμασία της Επανάστασης, τη διεξαγωγή της και ό,τι θα ακολουθήσει, το εθνικό στοιχείο συμπλέκεται με το κοινωνικό. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι αδιαχώριστα, προσδίδοντας εξαρχής ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο στην ίδια την ύπαρξη της Ελλάδας που θα προκύψει. Θα παραμείνουν ενωμένα ως τις μέρες μας, κι αυτό είναι ένα φανέρωμα πως βαθιά ζητήματα εθνικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, δεν βρήκαν ακόμα μιαν ικανοποιητική λύση. Γιατί με έναν τρόπο το θέμα της εθνικής ανεξαρτησίας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν επιλύθηκαν σε βάθος. Έμειναν επί της ουσίας άλυτα μέχρι σήμερα, αν και άλλαξαν πολλά από τότε μέχρι τώρα.

Σχολιάζοντας, πάλι ο Κωστής Μοσκώφ, τη «σημαντική ιστοριογραφική και κοινωνιολογική παραγωγή που πραγματοποιείται πρόσφατα» (1978), θεωρεί «κύρια αδυναμία» της ότι «παραβλέπει την κυριαρχική σημασία των δομών της εξάρτησης μέσα στο γίγνεσθαι της νεοελληνικής κοινωνίας, παραβλέπει την κυριαρχική αντίθεση που αναπτύσσεται ανάμεσα στις μεγάλες μάζες του λαού μας από την μια πλευρά, και στην αναπτυγμένη Δύση, συλλογική μας μητρόπολη από την άλλη. Παραβλέπει πως η κυριαρχική αυτή κοινωνική αντίθεση της εξάρτησης χαρακτηρίζει το σύνολο των κοινωνικών δομών της χώρας σε όλα τα επίπεδα κίνησης της ζωής, τόσο στο πεδίο της οικονομίας όσο στο πεδίο της πολιτικής και στο πεδίο της ιδεολογίας. Η εξάρτηση είναι συστατικό δομικό στοιχείο της νεοελληνικής κοινωνίας». Θα διαφοροποιηθεί αμέσως από τον «λαϊκισμό» που «υποβαθμίζει τις ταξικές πραγματικότητες», κατηγορώντας τον ότι «παραγνωρίζει πως η εξάρτηση πραγματοποιείται μέσα από εσωτερικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, παραγνωρίζει το γεγονός πως η άρχουσα τάξη είναι μια αστική τάξη, έστω ιδιόμορφη, εμπορομεσιτική, μεταπρατική στο σύνολό της».

Σήμερα αυτή η ανάλυση του Μοσκώφ θεωρείται εντελώς ξεπερασμένη από όλους τους χώρους του εκσυγχρονισμού, και ολόκληρης της αριστεράς σε όλες τις εκδοχές της. Θεωρείται άποψη ρετρό, καθυστερημένη, λαθεμένη. Ακόμα κι αν είναι πολύ νωπά τα Μνημόνια, τα Χίλτον, η Χρεοκοπία, η επέκταση των αμερικανικών βάσεων, η ευρωκρατία, το ίδιο το καθεστώς «αποικίας» στο οποίο έχει εκπέσει με σύγχρονους όρους η Ελλάδα.

Πολυτάραχη πραγματικότητα 200 χρόνων

Η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη στον τόπο μας ήταν ταραχώδης από το ξεκίνημά της. Ο τίτλος μονάχα ενός πρόσφατου βιβλίου του Γ. Δερτιλή το αποτυπώνει αρκετά παραστατικά: «Επτά πόλεμοι, τέσσερεις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις, 1821-2016». Αλλά δεν είναι μόνο αυτά που περιγράφει ο τίτλος με κάποιον απαισιόδοξο τόνο. Έχουμε Επανάσταση 1821, δολοφονία Καποδίστρια, Βαυαροκρατία, Επανάσταση 1843 για το Σύνταγμα, εκδίωξη Όθωνα, νέο Σύνταγμα με δικαίωμα καθολικής ψήφου, ένωση Επτανήσων αλλά και αγγλική κυριαρχία με οίκο Γκλύξμπουργκ, Κρητικές επαναστάσεις, εξεγέρσεις στην Θεσσαλία, Κίνημα στο Γουδί, Κιλελέρ 1910, Βαλκανικούς πολέμους 1912-13, Εθνικό Διχασμό 1915, Μικρασιατική Καταστροφή 1922, ανταλλαγή πληθυσμών, πληθώρα πραξικοπημάτων και κινημάτων στον μεσοπόλεμο, Ιδιώνυμο 1928 και εξορίες, μεταξική δικτατορία 1936, «Όχι» 1940, πόλεμο, κατοχή και ΕΑΜική αντίσταση, απελευθέρωση 1944, Δεκέμβρη και ανοικτή αγγλική επέμβαση, εμφύλιο 1946-49, μετεμφυλιακό κράτος Δεξιάς, Κυπριακό, Ιουλιανά 1965, Δικτατορία 1967, Πολυτεχνείο 1973, τουρκική εισβολή στην Κύπρο 1974, μεταπολίτευση 1974, είσοδο στην ΕΟΚ 1981, Ίμια 1996, Ολυμπιάδα 2004, πτώχευση 2008-2010, Μνημόνια, Δημοψήφισμα 2015, Πρέσπες 2018, και όσα γίνονται στις μέρες με πανδημία και πόλεμο στην Ουκρανία, και στα οποία έχουμε εμπλοκή.

Η πολιτική ζωή αλλά και η κοινωνική διαθεσιμότητα εστιάστηκαν γύρω από αυτά τα θέματα. Εθνική ολοκλήρωση και αγώνας – πόλεμοι – επαναστάσεις για να επιτευχθεί. Αγροτικό ζήτημα και θέμα αναδιανομής της γης. Δημοκρατία και δικαιώματα του λαού. Κοινωνικοί αγώνες για το ψωμί, τη δουλειά, τις ελευθερίες, την πρόσβαση στην εκπαίδευση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε το πολιτικό πεδίο και οι θεσμοί, λειτούργησαν τα πολιτικά κόμματα, αναπτύχθηκε το κράτος και οι μηχανισμοί του. Το πολιτικό σύστημα της χώρας αναπτύχθηκε στις ράγες της εξάρτησης και του μεταπρατισμού και απέκτησε μια δική του «αυτονομία». Δηλαδή αδιαφόρησε για τα κεντρικά ζητήματα του τόπου και της κοινωνίας, αποξενώθηκε από τον λαό. Και γι’ αυτό, παρ’ όλους τους μηχανισμούς εκπροσώπησης και συμμετοχής και παρ’ όλες τις νομιμοποιητικές και συναινετικές πολιτικές, ο λαός νοιώθει μια εχθρότητα προς το πολιτικό σύστημα: ακριβώς για το ρόλο και τη στάση του σε όλες τις δύσκολες και μεγάλες στιγμές του τόπου, της κοινωνίας, του έθνους.

Τομές και διαχωρισμοί

Πάνω στη βάση αυτής της πολυτάραχης ροής γεγονότων και καταστάσεων δημιουργήθηκαν μεγάλες ομαδοποιήσεις και πολιτικοκοινωνικά μπλοκ δυνάμεων, που είχαν σχέση με επιλογές αστικών δυνάμεων αλλά και με επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Στον 20ό αιώνα έχουμε δύο μεγάλες τομές: α) αυτή που επέφερε ο Εθνικός Διχασμός στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, και χώρισε την Ελλάδα στους βενιζελικούς και τους βασιλικούς, δύο μπλοκ με μεγάλη λαϊκή υποστήριξη, και β) αυτή που συντελέστηκε κατά τη δεκαετία του 1940-50 με την πρωταγωνιστική δράση της ΕΑΜικής συσπείρωσης του λαού, και έθεσε στη χώρα νέες ποιοτικές οριοθετήσεις, κοινωνικές και πολιτικές.

Η μεταπολεμική πραγματικότητα ορίζεται ως εποχή της αμερικανοκρατίας και το κράτος έχει τα χαρακτηριστικά του μετεμφυλιακού καθεστώτος, όπου αποκλείεται από την πολιτική και διοικητική ζωή της χώρας πάνω από το μισό της Ελλάδας, με σκληρό αντικομμουνιστικό πλαίσιο και διώξεις που θα τερματιστούν μόνο μετά το 1974.

Η μεταπολίτευση του 1974 βάζει την πολιτική ζωή της χώρας σε μια νέα τροχιά, αλλά και ολόκληρη η οικονομική και κοινωνική ζωή αποκτά νέα χαρακτηριστικά μέσα από καταναλωτικά πρότυπα και νέους τρόπους ζωής. Η πορεία της μεταπολίτευσης, ο δικομματισμός που εγκαθιδρύεται στα πλαίσιά της, έχουν ως στόχο τη θραύση του ριζοσπαστισμού που αγκάλιασε την ελληνική κοινωνία με την πτώση της Χούντας. Το κομματικό φαινόμενο θα γνωρίσει μεγάλες εξάρσεις για αρκετό καιρό. Το σύνθημα του εκσυγχρονισμού θα διαπεράσει την κοινωνία, θα φανεί λογικό, και θα πάρει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις όταν τεθεί ο στόχος του εξευρωπαϊσμού της χώρας, ως πλήρους και «ισότιμου» μέλους της ΕΟΚ αρχικά, και μετέπειτα της Ε.Ε. Ο εξευρωπαϊσμός και ο εκσυγχρονισμός λειτουργούν ως μια νέα Μεγάλη Ιδέα για τον αστισμό, και πάνω σε αυτήν την ιδέα οργανώνει την ηγεμονία του μέσα στην κοινωνία.

Καταναλωτισμός, δανεισμός, πασοκισμός (ως ένταξη και ενσωμάτωση ενός τμήματος της κοινωνίας που λόγω του μετεμφυλιακού κράτους ως τότε δεν μετείχε κανονικά), ακραία φαινόμενα διαφθοράς και σκανδάλων, πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, συγκυβέρνηση Δεξιάς και Αριστεράς στα 1989-90, βαλκανική εξόρμηση, ευρώ και Ολυμπιάδα… όλα αυτά λειτουργούν αποχαυνωτικά. Η επέκταση του τραπεζικού συστήματος και του δανεισμού κάθε είδους δημιουργούν αυταπάτες που αποκρύβουν αυτό που έρχεται, δηλαδή τη χρεοκοπία του 2010. Σε όλη αυτήν την περίοδο λειτουργούν αποδομητικά σχήματα, ξαναγράφεται η ιστορία με άλλους όρους, το θέμα της εξάρτησης θεωρείται λήξαν, και η Ελλάδα φαντάζει ως… ιμπεριαλιστική χώρα (στις αναλύσεις των αριστερών), ή ως αναπτυγμένη και δραστήρια χώρα (στα μάτια των εκσυγχρονιστών).

Με τη χρεοκοπία και τα μνημόνια έχουμε μια νέα έξαρση του ριζοσπαστισμού, μάλιστα με έντονα, θυελλώδη χαρακτηριστικά: το πολιτικό σύστημα κρίνεται ένοχο για τη χρεοκοπία, ζητείται η τιμωρία όσων ευθύνονται γι’ αυτήν, γκρεμίζεται ο δικομματισμός, δημιουργούνται νέα κόμματα ή ενισχύονται άλλα που ήταν μικρά (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ). Δυναμώνει η μαζική πάλη, όπως και η λαϊκή αυτενέργεια σε πολλούς τομείς παραγωγικούς ή εμπορικούς, δημιουργούνται δομές αλληλεγγύης σε πολύ μεγάλη έκταση – κι αυτός είναι ένας τρόπος που, μαζί με την οικογενειακή αλληλεγγύη, σώζει τον λαό από την έσχατη εξαθλίωση που έφερνε η χρεοκοπία.

Η ιδεολογία που εξέπεμψε η παγκοσμιοποίηση και τα δόγματα-στερεότυπα που καλλιεργήθηκαν, η εγκόλπωση της αριστεράς σε αυτά, ο χλευασμός των μεγάλων ταυτοτήτων, η δημιουργία μιας πραγματικότητας παραστάσεων, η διάλυση του δημόσιου χώρου, δημιουργούν ένα περιβάλλον πολτοποίησης της συνείδησης

Ο σημερινός πολτός

Ο τρόπος που έκλεισε αυτό το κεφάλαιο το καλοκαίρι του 2015 θα επιδράσει ιδιαίτερα αρνητικά πάνω στην κοινωνική διαθεσιμότητα, αλλά δεν θα την εξαφανίσει. Η κοινωνική διαθεσιμότητα θα κάνει αισθητή την παρουσία της στο προσφυγικό-μεταναστευτικό, θα εκδηλώσει την αντίθεσή της στη συμφωνία των Πρεσπών, αλλά θα φανεί και στα χρόνια της πανδημίας (ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα). Όμως συνολικά με το διπλό σοκ της ήττας του 2015 και της πανδημίας κι ό,τι αυτή επέφερε, μαζί με τη μόνιμη απειλή από ανατολάς, συν τον πόλεμο που διαρκεί ήδη ένα χρόνο στην Ουκρανία και την εμπλοκή της χώρας σε αυτόν δια των ΝΑΤΟϊκών δεσμεύσεων, προκάλεσαν μια μεγάλη οπισθοχώρηση της κοινωνικής διαθεσιμότητας.

Οι διαχωριστικές που υπήρχαν, είτε με τη μορφή «δεξιά-αντιδεξιά», είτε με τη μορφή «δεξιά-αριστερά», έχουν εκλείψει τελείως με όσα έχουν γίνει και όσα έχουν δει τα μάτια των λαϊκών ανθρώπων. Η ιδεολογία που εξέπεμψε η παγκοσμιοποίηση και τα δόγματα-στερεότυπα που καλλιεργήθηκαν σε αυτήν τη βάση, η εγκόλπωση της αριστεράς σε αυτά, ο πολυσχιδής και χωρίς κανένα όριο «αυτοπροσδιορισμός» ως ύψιστο ατομικό δικαίωμα, ο χλευασμός των μεγάλων ταυτοτήτων, ο κατακερματισμός, η δημιουργία μιας πραγματικότητας παραστάσεων, ο ψηφιακός κόσμος με όλα τα εξαρτήματα, και κυρίως η διάλυση του δημόσιου χώρου, δημιουργούν ένα περιβάλλον πολτοποίησης της συνείδησης, υπό την επίφαση δημιουργίας μιας νέας ατομικότητας απαλλαγμένης από παλιά «βάρη».

Βρισκόμαστε σε μια ιδιόμορφη κατάσταση κούρασης από «την πυκνή διαδοχή ελπίδων και απογοητεύσεων», όπως είχε πει ο Κ.Θ. Δημαράς. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου έχουμε μια μαζική αίσθηση έλλειψης ελπίδας, σαν προϊόν εξουδετέρωσης της «λαϊκής ενέργειας». Μοιάζει σαν μια κοινωνία που δεν έχει το «μεράκι για το αύριο», που δεν έχει έναν προσανατολισμό να τη στηρίζει, να της δίνει νόημα. Ο καημός όμως υπάρχει, μαζί με την αγωνία μπροστά στην αβεβαιότητα. Όπως υπάρχει και η ανάγκη κοινωνικότητας και δεσμών με τους άλλους – βασικό χαρακτηριστικό των Ελλήνων.

Μαζική αίσθηση μιας πληγωμένης, απογοητευμένης και εν πολλοίς ματαιωμένης λαϊκής ενέργειας σημαίνει μια άμορφη αντίληψη των πραγμάτων, που δυσκολεύεται να βρει μια θέση σε ό,τι γίνεται, τη θέση του εαυτού μέσα στο σύνολο. Μια κοινωνική συνείδηση προϋποθέτει τη λογική συστηματοποίηση, και κυρίως μια εγγενή δυνατότητα αποκρυπτογράφησης της ζωής όπως αυτή έχει εξελιχθεί. Απέχουμε από αυτό το σημείο. Αλλά η πείρα και το αισθητήριο του Έλληνα, η ιδιαίτερη θέση του, η μεθοριακότητα της υπόστασής του, η σύμπλεξη του εθνικού με το κοινωνικό, είναι προϋποθέσεις επίσης για ένα σχετικά πιο γρήγορο πέρασμα από τη μαζική αίσθηση αποξένωσης και εξατομίκευσης στη λογική συστηματοποίηση της κοινωνικής συνείδησης. Και τότε η ιστορία του θα «ξυπνήσει», και πολλές σημασίες θα γιορτάσουν την επιστροφή τους, όπως λέει και ο Μιχαήλ Μπαχτίν.

Όσα προηγήθηκαν δεν είναι μια περιττή επανάληψη: συνιστούν απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση επίγνωσης της ιστορίας μας προκειμένου να διερευνηθεί το ερώτημα του τι μπορεί να γίνει στις σύγχρονες, εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Στο επόμενο: «Γεωπολιτική μοίρα», «μεθοριακότητα», οριακότητα της χώρας και κοινωνική διαθεσιμότητα.

ΠΗΓΗ: https://edromos.gr/einai-dynati-mia-nea-koinoniki-diathesimotita-d%ce%84-meros/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.