Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Προφήτες και δια Χριστόν σαλοί στην γλυκοφιλούσα του Παπαδιαμάντη (σχόλιο στο διήγημα της «Γλυκοφιλούσας»)


Άνθρωποι απλοί, άδολοι και απονήρευτοι, ταπεινοί και καταφρονεμένοι, κινούνται μυστικά μέσα στον κόσμο του Παπαδιαμάντη, σαν αληθινοί προφήτες, βοηθώντας τους πολλούς να ξεφύγουν από την πνευματική τους πενία και να υψωθούν στη θεία χάρη. Μια τέτοια φιγούρα, είναι ο Αγκούτσας, ο πραγματικός ήρωας του διηγήματος «Γλυκοφιλούσα», ένας, υποτίθεται, αφελής, «ευήθης» άνδρας, κάποιος στην πραγματικότητα ευλογημένος «σαλός». Ως συνήθως, η κοινότητα τον έχει περιθωριοποιήσει – η τεράστια διαφορά του Παπαδιαμάντη με την ηθογραφία είναι ότι οι ήρωες αυτοί δεν παίζουν καθόλου τον ρόλο του «τρελού του χωριού», όπως θα ανέμενε κανείς, αλλά του προφήτη. Κρίνουν την κοινότητα, είναι κατά κάποιο τρόπο οι θεολόγοι της, στοιχείο που βέβαια δεν είναι επ’ ουδενί «θεσμισμένο» από αυτή, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον «τρελό» του χωριού και την ηθογραφία που τον περιβάλλει.
Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον δημιουργό να περιγράψει τον ήρωα του: « γκούτσας δν το διοκτήτης ποιμνίων, οτε γεωργός, οτε κν βοσκός, οτε οκίαν εχεν, οτε φαμιλιάν, τίποτε. το πλάνης, στεγος. Πότε δούλευε μ μεροκάματον σιμ ες τος κολλήγας, τος καλλιεργητάς, πότε μβαινε παραγυις ες τος βοσκος δι ν φυλάγ τς αγας. Τν περισσότερον καιρν γύριζεν π μάνδραν ες μάνδραν, π καλύβι ες καλύβι, π κατάμερον ες κατάμερον, χωρς ργασίαν, κα το διδαν ο ποιμένες ξινόγαλα κ τρωγε. Κάποτε το λεγαν: –Δν πς, καημένε γκούτσα, ν βγάλς τίποτε πεταλίδες, κάτω στ γιαλό,  τίποτε καβουράκια, στ ρέμα μέσα; Τοτο το σφαλς σημεον τι τν διωχναν.  γκούτσας τ καταλάβαινε κ φευγε. –Καλ πο μο τ θύμισες, λεγε.»
Ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι πραγματικός ασκητής, καθώς τον χαρακτηρίζει η απόλυτη ακτημοσύνη. Δεν έχει ούτε λίγα ζωντανά, τα οποία, σημειωτέον, αποφεύγουν και οι αγιορείτες πατέρες, γιατί απαιτούν μεγάλη δέσμευση και περισπασμό. Δεν έχει καν κάποιο μικρό αγροτεμάχιο. Όσον αφορά το σπίτι, μιμείται το παράδειγμα του Σωτήρος Χριστού, που είπε ότι «αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε υιός του ανρθώπου ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη» (Ματθ. η, 20). Με τέτοια αντίληψη περι ιδιοκτησίας, με τέτοιο  γενικότερο τρόπο ζωής, δεν ειναι παράξενο που δεν έχει και δική του οικογένεια. Είναι τελικά κάποιος «πλάνης», μια λέξη που μοιάζει αρκετά με το «πλάνος»: «πλάνος» είναι στην πραγματικότητα εκείνος ο ανεύσπλαγχνος καλόγερος, που γυρίζει από μέρος σε μέρος, για να στενοχωρεί και να απελπίζει τους ανθρώπους, στο διήγημα «η Φωνή του Δράκου». Εδώ όμως ο όρος έχει εντελώς αντίθετη σημασία, καθώς υποδηλώνει αυτόν που γυρίζει από εδώ και από εκεί, που ειναι πάντα παρών για να προσφέρει.

Αφημένος στο έλεος του Θεού, ο ήρωάς μας που και που κάνει κανένα μεροκάματο, άλλες φορές του δίνουν οι τσομπάνηδες λίγο ξινόγαλα, ενώ αδιαμαρτύρητα φεύγει όταν εκείνοι τον διώχνουν. Πάνω από όλα είναι ταπεινός, ανεξίκακος. Όλα αυτά τον μεταβάλλουν σε προφήτη, όπως είπαμε, της κοινότητας, τον καθιστούν ικανό να την ανυψώσει πνευματικά, να την σώσει. Πολύ περισσότερο που, λόγω της «ευήθειάς» του, δεν απασχολεί τον νου του κανένας «μάταιος» λογισμός, του είναι άγνωστη η «πολυπραγμοσύνη» (δεν ξέρω κατά πόσο ο Παπαδιαμάντης είχε διαβάσει την Φιλοκαλία ή φιλοκαλικά γραπτά). Και έτσι, η «φαντασία» του δεν περιπλανιέται, αντίθετα από τον ίδιο, που περιπατεί παντού, λειτουργώντας όμως «καρδιακά», ως «ο πλησίον».
Το πρόβλημα που έχει ανακύψει στο  διήγημα, όταν καταφθάνει ο Αγκούτσας, αφορά κάποιες εγκλωβισμένες κατσίκες. Πρέπει όμως να πούμε ότι προηγείται μια αριστουργηματική περιγραφή της καταιγίδας, μια υποβλητικότατη «πάλη τν στοιχείων», βαθύτερα ίσως του Καλού και του Κακού. Και το καλό καθαίρει και ξεπλένει τα πάντα. Όσον αφορά τις κατσίκες του Στάθη του «Μπόζα», του βοσκού, αυτές ξέφυγαν από το κοπάδι τους (ως ανυπότακτα, θα λέγαμε, «κακά ερίφια») και εγκλωβίστηκαν («βραχώθηκαν») σε ένα φοβερό γκρεμό. Αυτό όμως συνιστά αληθινό δαιμονικό πειρασμό, τον οποίο ο Θεός παραχωρεί εξαιτίας της ασέβειας του Στάθη, που δεν διστάζει να σταβλίζει τα ζώα του μέσα στο εσωτερικό των μικρών εκκλησιών της εξοχής. Ο διάβολος, λοιπόν, εκμεταλλευόμενος αυτήν την περίσταση, θέλει να σπρώξει τον Στάθη στο μεγαλύτερο αμάρτημα, στην αυτοκτονία, να τον «κολάσει»- η πάλη με το δαιμονικό είναι σταθερό θέμα των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, καθώς το συναντάμε π.χ. στο «Αμαρτίας Φάντασμα», στα «Δαιμόνια στο Ρέμα», στους «Αλαφροΐσκιωτους», επίσης στη «Φόνισσα» κ.λπ. Εδώ ο εχθρός δρα υποβάλλοντάς στον τσοπάνη την ιδέα να αψηφήσει τον κίνδυνο και να κατεβεί στο βάραθρο. Για να τα καταφέρει, «πατά» πάνω στην φιλοκτημοσύνη του Στάθη, στην τσιγκουνιά του, ωστόσο, επειδή δεν αρκεί αυτό, βρίσκει έναν «εκ δεξιών» συνεργό, κάποιο πρόσωπο που του ψιθυρίζει κουβέντες της ψευδοελάβειας, ότι, δηλαδή, αν κάνει τον σταυρό του, θα τα καταφέρει. Πρόκειται για μια γυναικεία μορφή, υποτίθεται ευλαβέστατη και αγία ψυχή, την οποία ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει στον ανυποψίαστο αναγνώστη με τον γνωστό του, τόσο χαριτωμένο, τόσο διακριτικό, «δόλο»: ήταν, μας λέει, καλή χριστιανή, γιατί ερχόταν πολύ τακτικά σε όλα τα εξωκλήσια «δι ν νάψ τ κανδήλια κα ν προσευχηθ ες τος γίους». Ήταν άνθρωπος της προσευχής. Και λέγει γι’ αυτήν ακόμη: « θεια-ρετ το καλ χριστιανή, κα δν εχε κάμει κακ ες καμμίαν γειτόνισσαν, κα μως πέφερε πολλς δυστυχίας ες τν ζωήν της.»
Υπέμεινε τα πάντα, μαθαίνουμε, με υπομονή, και το στόμα της έσταζε πάντα μέλι. Μέσα στα πολλά πάθια της, αλίμονο, ήταν ότι είχε χάσει και την κόρη της, γιατί, δυστυχώς, κάποια φορά, ενώ πάντα συμβούλευε τους άλλους, «ζήσης χρονίσεις, να μην καταραστείς κανένα», της ξέφυγε κάποτε μια κακιά κουβέντα: «τν μέραν καθ ν γινε νύμφη…, ργισθεσα  μήτηρ π περισσς σως παιτήσεις το γαμβρο ς πρς τν προκα, π διφορουμένην σως κα παθητικν στάσιν τς κόρης, τίς οδεν π τί, τέλος, τς επεν ες τν θυμόν της πάνω, «Ν μ χρονίσ!» Κα πράγματι δν χρόνισε.» Ο συγγραφέας έχει εν τω μεταξύ φροντίσει να μας εξηγήσει ότι οι κατάρες της πιάνουν πάντα. Τόσο κοντά στο δαιμονικό είναι αυτή η γυναίκα! Η κόρη της λοιπόν πέθανε πράγματι ακριβώς λίγο πριν «χρονίσει», ενώ ήταν δέκα ημερών λεχώνα,  και λίγο μετά χάθηκε και το παιδί, «δωδεκαήμερον». Αυτός είναι και ο λόγος τελικά που αυτή την αγία δήθεν γυναίκα «τινς τν καλν γειτονισσν τν εχαν πονομάσει ‘‘ Χρονίστρα’’, κα λλαι πάλιν τν λεγαν παισίως ‘‘ χρόνιαστη’’, κα πάλιν λλαι τν νόμαζον εφήμως ‘‘ Χρονιάρα’’.
Η γριά Αρετώ, μόλις μαθαίνει για το συμβάν, διαισθάνεται με την ιδιαίτερη ικανότητα που έχει να στέλνει τις ψυχές στον κάτω κόσμο, ότι οι γίδες είναι το «δόλωμα» του εχθρού, για να διαπραχθεί το μέγα αμάρτημα της αυτοκτονίας (Τα ζώα «βραχώθησαν καθς βραχώνεται  μεγάλη χονδρ πετουνι μ τ μέγα γκιστρον κα μ τ γενναον δόλωμα ες τ θαλάμι, κάτω ες τν πυθμένα ες τ νεξερεύνητα βάθη, νάμεσα ες βράχους ριζωμένους κα ες φύκη κα στρακα…»). Στην αρχή, με την γνωστή υποκρισία της, αποτρέπει τον Στάθη από τον κίνδυνο, για να τον εξαπατήσει αργότερα πολύ ευκολότερα. Και πρέπει εδώ να πούμε ότι, καθώς διακυβεύεται το θέμα της σωτηρίας μιας ψυχής, το διήγημα στην ουσία παίρνει αφορμή μόνο από ηθογραφικά γεγονότα, αλλά τα υπερβαίνει όλα αυτά και ανυψώνεται σε εντελώς  διαφορετική ηθική και οντολογική διάσταση. «  θεια-ρετ ρχισε ν κάμν πολλος σταυρούς, ξισταμένη δι τν τολμηρν λόγον το βοσκο. –Πο ν σ κατεβάσουν, γυιέ μ, Στάθη μλεγε· πς ν σ κατεβάσουν! Πο θ πς; Πο θ πατήσς; ». Ωστόσο, «συγχρόνως … κατέβη ες τν νον της μία δέα. – Ἀμμ σν τ ποφασίσς, γυιέ μ, κάμε τ σταυρό σ κα τάξε τίποτε στν Παναγιά, ν σ φυλάξ.» Με άλλα λόγια, η αμαρτία στην οποία προτρέπει η θεια – Αρετώ τον Στάθη είναι το να εκπειράσει τον Κύριο τον Θεό του. Ο διάβολος, όπως λέγει στο Ευαγγέλιο, είπε στον Χριστό να πέσει στον γκρεμό, για να δει αν ο Θεός θα τον σώσει. Και ο Κύριος απάντησε: «ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου» (Ματθ. δ, 7). Είναι βέβαιο ότι, ως ασεβής και ιερόσυλος, δεν έχει καθόλου «δικαίωμα» να προβεί σε ανάλογο τόλμημα – το δικαίωμα για τέτοια ανδραγαθήματα και παράτολμα ρίσκα το παραχωρεί ο Χριστός, και πάλι σε επείγουσες περιστάσεις, μόνο στους δικαίους. Ο Στάθης θα προκαλέσει λοιπόν τον Θεό και θα ξεσπάσει επάνω του, λίαν δικαίως, η τιμωρία. Ένας αγαθός ιερέας, όμως, ο παπα- Μπεφάνης, που έχει φθάσει εν τω μεταξύ και αυτός εκεί (σε αυτόν τον ιερέα σημειωτέον κατέληξε η νυφιάτικη στολή της νεκρής κόρης της γριάς, αφού πρώτα μεταποιήθηκε σε ιερά άμφια), γνωρίζοντας τα έργα και το ποιόν του βοσκού, του το επισημαίνει. Καταλαβαίνει όμως και το πείσμα του, εφόσον ο τσοπάνης λέγει ότι θα τάξει μια ασημένια «γίδα» στην Παναγία και θα κατεβεί στην άβυσσο. Ο ιερέας, γνωρίζοντας όλα αυτά, τον επαναφέρει στην τάξη, λέγοντάς του ότι δεν πρέπει να τάξει τίποτε άλλο, εκτός από του να σέβεται στο εξής τον ιερό χώρο των ναών και να παύσει επίσης, μαζί με τους άλλους βοσκούς, να καταπατούν τα κτήματα της φτωχολογιάς. Και κατόπιν, μην μπορώντας στην ουσία να κάνει τίποτε περισσότερο, του δίνει την ευχή του, ενώ η Αρετώ, με μεγάλη βιασύνη, λέγει: «- εχή σ, παπά μ.». Ίσως, σκέπτεται κατά βάθος, μπορεί και να μην πιάσει… Ο ιερέας όμως διευκρινίζει ότι δεν τον παρακινεί καθόλου σε τέτοιο τόλμημα, καθώς « διος θ δώσ λόγον». Και ακολουθεί τότε ο εξής διάλογος ιερέως και Στάθη: «-Κ λές, παπά μ, σν πάθω τίποτα, θ πάω κολασμένος; ρώτησεν  Στάθης. –Ατ  Θες τ ξέρει, επεν  ερεύς. σες, ο πλειότεροι, εσθε λιβάνιστοι. Δν ζυγώνετε σ κκλησία!».
Ενώ λοιπόν παλεύει το κακό με το καλό, η πλεονεξία, η «αποκοτιά», το θράσος ενώπιον του Θεού με την προσπάθεια να έλθει ο αμαρτωλός σε συναίσθηση και να μετανοήσει αληθινά, ενώ διακυβεύεται ό,τι πολυτιμότερο, να μην χαθεί η ψυχή ενός ανθρώπου, εμφανίζεται ο Αγκούτσας, αυτός ο «σαλός» ήρωας, που δεν ξέρει τι θα πει ιδιοκτησία. Λόγω της αγίας στην ουσία βιωτής του, αυτός έχει το δικαίωμα να κάνει το σταυρό του και να κατέβει στον γκρεμό. «Ερε δ τν μάδα τν πτ  κτ νθρώπων, ξω τς θύρας το ναΐσκου τς Παναγίας, κριβς καθ ν στιγμν  θει τ ρετ ηχετο ες τν Στάθην ν εναι ξιος  μισθός του.» Προτείνει λοιπόν αμέσως στον Στάθη να κατεβεί αυτός να πιάσει τα ζώα, γιατί, όπως του λέγει, «-Τουλόου σ, Στάθη, εις γνακα κα πιδιά… φσε ν κατιβ γ π δν χου στον λιο μορα.». Η αυτοθυσία του είναι συγκινητική: τόσο απλά, τόσο αθόρυβα, η καρδιά ενός ανθρώπου φθάνει στην μεγάλη αρετή. Ο Παπαδιαμάντης, εν τω μεταξύ, πιστεύει ότι ο ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει σωστική ναυς για τον άλλον. Ο Αγκούτσας μπορεί να σώσει τον αδελφό του, ακριβώς γιατί στο βάθος είναι ένα άκακο «παιδί», ένα αθώο νήπιο και ισχύει το βιβλικό: «των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών».
                                     ***********
Στο σημείο αυτό όμως πρέπει να σταθούμε λίγο περισσότερο, για να εξηγήσουμε ότι το διήγημα διακρίνει στην πραγματικότητα βαθιά συνοχή, που δεν φαίνεται όμως με την πρώτη ματιά. Ας το δούμε από πιο κοντά. Η «Γλυκοφιλούσα», λοιπόν, είναι το μεγάλο παραμύθι των βρεφών, καθώς σχεδόν τα πάντα περιστρέφονται γύρω από αυτό το θέμα. Το ξωκλήσι της Παναγίας, που γιορτάζει την 26η Δεκεμβρίου, στα «Επιλόχια» της Θεομήτορος (μαζί με το θέμα του παιδιού, κυρίαρχο είναι και το συναφές θέμα της «λεχώνας», της μητέρας), έχει ως πιο σημαντική εικόνα του την Παναγιά, που φιλά γλυκά τον μικρό Χριστό, ενώ γίνεται λόγος και για τη σημασία της μητρική στοργής. «  ραία μικρ εκών, μ τ χρν πρόσωπον τς Παναγίας, νούμενον κατ παρειν μ τ λευκν κα νθεον πρόσωπον το λατρευτο Βρέφους της, εχεν φατον γλυκύτητα, κα το καλλίστη κφρασις τς μητρικς στοργς, τς γεννωμένης, ς κ πικρς ρίζης γλυκέος καρπο, εθς μ τς δνας το τοκετο, κα συναυξανομένης μ τς νατροφς τος κόπους κα τς μερίμνας…». Παρακάτω, κατονομάζεται ο προστάτης των βρεφών Άγιος Στυλιανός, « φίλος κα φρουρς τν νηπίων». Πιο πέρα αναφέρεται ότι παριστάνεται ο Άγιος Ελευθέριος, αυτός που ελευθερώνει τις γυναίκες απο τις ωδίνες του τοκετού, αλλά και « γία Μαρίνα,  προστάτις τν δινουσν». Φτάνουμε κατόπιν στον Αββά Ποιμένα και την τρομακτική του ασκητική ρήση « Ποιμν τέκνα οκ γέννησε»,  ενώ το διήγημα βρίσκει τρόπο, ακόμη και όταν μιλά για ένα φαινομενικά άσχετο θέμα, τον άγιο Μωυσή τον Αιθίοπα, να αναφερθεί και πάλι στην βρεφοκτονία («Κα  λήσταρχος γινεν γιος, κα πγε ν ερ τν λλον παλαιν μότεχνόν του, κενον, τν ποον, ς λέγει  παράδοσις, εχε θηλάσει ποτ ες τν ρημον, κατ τν ες Αγυπτον φυγήν, ν καιρ τς βρεφοκτονίας  Παναγία.»)
Εκτός από τους αγίους που σχετίζονται με τα παιδιά, υπάρχουν και τάματα, που και πάλι όλα απεικονίζουν βρέφη: «Κάτωθεν τς εκόνος, π λευκς μεταξοϋφος ποδις, φαίνοντο νηρτημένα παιδάκια, κα μόνον παιδάκια σημένια, ξαιρέσει νς μόνου ργυρο τεμαχίου, τ ποον φερεν λλο σχμα ζου, μοίου σχεδν μ ρνα κερασφόρον  μ ριφον. πί τινος φράκτου ρμαρίου, ες τν ριστερν τοχον, βλεπέ τις διάφορα ντικείμενα, οον στεφάνους νδρογύνων (νεκρν σως νδρογύνων) τυλιγμένους ντς λευκς σκέπης, τεμάχια βαπτιστικν κα κουκουλίων π τ βάπτισμα βρεφν, ς κα γυμν κόκκαλα κόμη, κα τρυφερ λευκ κρανία μικρν παιδίων.» Και όλα αυτά δεν είναι επίσης άσχετα με την υπόθεση, καθώς μέρος από αυτά τα είχε κουβαλήσει στο ναό η θεια – Αρετώ, αυτή που μετά την κατάρα της, ξαπόστειλε στο θάνατο κόρη και βρέφος. Ο Κύριος δέχθηκε τα λείψανα του μικρού παιδιού, του εγγονού της γερόντισσας: «φετε τ παιδία ρχεσθαι πρός με, κα μ κωλύετε ατά», λέγει ο Παπαδιαμάντης, ερμηνεύοντας συγκλονιστικά το θάνατο των νηπίων.
Ένα όμως από αυτά τα παιδιά, το ίδιο άκακο και άδολο στην καρδιά, είναι, όπως φαίνεται, ο Αγκούτσας, που έρχεται να αποσοβήσει την αμαρτία. Εν πάση περιπτώσει, ο «σαλός» ήρωας, που προθυμοποιείται, όπως είπαμε, με αυτοθυσία, να κατεβεί αυτός στο βάραθρο, «γιατί δεν έχει γυναίκα και παιδιά», ζητά πάντως για τον κόπο του μια γίδα. Σκέπτεται μήπως βγάλει λίγο χαρτζιλίκι. Αν δεν τα καταφέρει να την πουλήσει για λίγα χρήματα, για να μην μείνει καμιά υπόνοια ότι ο ήρωας έγινε φιλοχρήματος, συνεχίζει τον λόγο του ως εξής: « (τότε) τν ξεφαντώνουμε κανένα μεσμέρι μ τν παρέα δ.» Ο Στάθης αρνείται, με ένα λόγο που συνδέει την ζωντανή αίγα γίδα με το τάμα: «-ταξα γ μέσα μου, επεν  Στάθης· ταξα ν τς τν πάγω σημένια τ μι τ γίδα, σν τν γλυτώσω, τν Ψαρή. Τν Ψαρ ς γλύτωνα!». Ως τσιγκούνης πάντως που είναι, αποτολμά το ρίσκο. Κάνει το σταυρό του, μια στοιχειώδη κίνηση ευλάβειας, ζώνεται με μια «θηλιά» (ίσως συμβολική), και τότε, εντελώς γενναιόψυχα και ανεξίκακα, ο Αγκούτσας, που θα έπρεπε να τον έχει αφήσει στη μοναξιά του, επειδή «δν μνησικάκει δι τν πόρριψιν τς προσφορς του», σπεύδει ολοπρόθυμα να τον βοηθήσει στην κάθοδο, που μοιάζει με πραγματική κατάβαση στην Άδη. Η περιγραφή είναι λίαν εύγλωττη: «…λιγγιδες κενόν, … τρομακτικν κρημνόν, αώραν τς βύσσου… εχεν χριάσει κατ ρχάς. Κατέβαινε κάτω, ταλαντευόμενος, προσπαθν ν ψαύ μ τς χερας… κτύπησε τ δεξιν πλευρόν, σφίγγων τος δόντας, νοιγοκλείων τ μματα, κρατούμενος σφιχτ π τ σχοινίον…  πέφερε φοβερς.  λιγγος ρχισε ν τν καταλαμβάνκλειε τ μματα δι ν μ ζαλίζεται. σφιγγε τ δόντια.». Ενώ βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση,  αναγκάζεται επιτέλους να προσευχηθεί αληθινά, αφήνει πίσω του όλη την υποκριτική ευσέβεια. «λεγε τ Πάτερ μν, τ Θεοτόκε Παρθένε, κα δύο κόμη προσευχάς, σας ξευρε.». Ωστόσο, « νεμος,  σφοδρς νεμος το μεγάλου κενο κα το πελάγους, φύσα μετ βος ες τ τά του…». Ο αγέρας σφυρίζει σαν δαιμονικό στοιχειό μέσα στα αυτιά του, απειλώντας να τον πνίξει ακόμη και έσωθεν, ενώ ο Αγκούτσας από ψηλά, με επιδέξιους χειρισμούς, τον βοηθά σε όλα. «ξέχασε (ο Σταθης) ν σείσ τ σχοινίον, δι ν δώσ σημεον ες τος νδρας. Πλν κενοι σθάνθησαν τ βάρος, κα ρχισαν ν τραβον». Και πάλι ο Στάθης προσεύχεται ακόμη πιο βαθιά, παραδομένος τώρα στο θείο έλεος, αποδυναμωμένος, απελπισμένος, έντρομος: «… νέπεμψεν νθερμον, σχάτην προσευχήν, προσευχν γωνίας, κρατήθη μ τρεμούσας χερας π τ σχοινίον, κα φέθη ες τ κενόν.»
Αυτό το «άφημα στο κενό», συνιστά στην ουσία την εγκατάλειψη του εαυτού του, τον οντολογικό μετεωρισμό του, την βαθύτερη κίνησή του να εμπιστευτεί ειλικρινά τους άλλους και να «κρεμαστεί» πάνω τους, από το θέλημά τους. Αυτή η αυτοεγκατάλειψη, η εμπιστοσύνη, είναι που τελικά επιτρέπει και την άνοδό του, έστω και με κάποιες  «ταλαντεύσεις», προς τον κόσμο του πνεύματος, τη χάρη. Χτυπά βέβαια σε όλο του το σώμα, αλλά τελικά φτάνει ψηλά. «το λιπόθυμος, δρανς σμα, χρς κα μόλις ναπνέων. Ο νδρες τν λυσαν, τν πλάγιασαν π τν σχονον, το δωκαν ν πί ρούμι, τν βρεξαν μ νερόν.».
Σημειωτέον, μέσα σε όλα αυτά, ενώ καταβαλλόταν μεγάλη προσπάθεια για να ανεβεί σώος ψηλά, κάποιος από τους άλλους άνδρες, που υπήρχαν εκεί, μνημόνευσε το όνομα του διαβόλου. « ‘‘Πο μαθες πς μιλον ο καραβάδες, διαόλ γκούτσα;’’ επεν  Περηφανάκιας», σχολιάζοντας τα ναυτικά παραγγέλματα του «σαλού». Ο τελευταίος όμως απαντά: «-Σιώπα, μ βλαστημς· λάσκα, λάσκα». Το πιο πιθανό είναι ο πλάνης ήρωας να μην είχε ακούσει πολλά κηρύγματα, δεν αποκλείεται να ήταν και «αλιβάνιστος». Ωστόσο, επειδή είχε γνήσια ταπείνωση και αυτοθυσία, ο Θεός βρήκε τρόπο να μιλήσει μες στην απλοϊκή του καρδιά, να τον φέρει σε ευλάβεια. «Σιώπα, μ βλαστημς», διδάσκει την κοινότητα.
Και έτσι ο Στάθης, για τον οποίο ο ιερέας διάβαζε εν τω μεταξύ την Παράκληση, σώζεται υπό διπλή έννοια. Αφενός μεν επιβιώνει, δεν χάνει τη ζωή του, μεταμορφώνεται όμως και ηθικά, γίνεται πάλι ευσεβής και γενναιόδωρος. Αποφασίζει να φιλέψει μάλιστα ένα κατσικάκι την καλή ομήγυρη, που τον έσωσε. «Μά, ς τόσο, να κατσικάκι πο μο βρίσκεται κόμα π τ πρτα γεννητούρια, ξίζετε, θ σς τ θυσιάσω. λτε, παιδιά, πμε στ μαντρ ν σς φιλέψω.»  Έμαθε και αυτός ότι αξίζει τελικά να «θυσιάζεις» κάτι.      
                                      *********
«Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε». «Τα μωρά του κόσμου εξελέξατε ο Θεός», για να γίνουν οδηγοί στους άλλους, και μάλιστα ανεπιγνώστως. Βοηθούν την κοινότητα να εισέλθει στον ιερό χώρο της καρδίας, της ταπείνωσης και της αυτοθυσίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: άντλησα το κείμενο της «Γλυκοφιλοσας» από τον Τρίτο Τόμο των «Απάντων» του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη (κριτική έκδοση του μεγάλου μας παπαδιαμαντολόγου Ν. Τριανταφυλλόπουλου, Εκδόσεις «Δόμος», Αθήνα 1984, σελ. 71-88.)

Η ζωγραφική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιώργου Κόρδη. Από την ενότητα “Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες” (1995).
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.