Σάββατο 5 Αυγούστου 2023

Ο ΚΟΙΝΟΣ ΜΑΣ ΠΟΝΟΣ-ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΣΑΝ ΔΟΥΛΟΙ



Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη 


Ο πόνος, η συναισθηματική οδύνη,  στην Ελλάδα κάποτε δεν ήταν ατομική υπόθεση. Δεν ήταν μια μοναχική εμπειρία διαμεσολαβημένη από γιατρούς, θεραπευτές, παυσίπονα και πιθανόν μερικούς οικείους.  Το ίδιο και η ευτυχία. Η χαρά, η γιορτή, όπως και η οδύνη και το πένθος μοιράζονταν υπαρξιακά ως υποθέσεις του συλλογικού. Μοιράζονταν πάει να πει πως οι άνθρωποι είχαν κοινή μοίρα, κοινό μερίδιο, στη ζωή. 

Οι αγρότες μιας περιοχής που οι μεσάζοντες λυμαίνονταν τον κόπο τους, οι οικοδόμοι και οι χειρώνακτες εργάτες που γύρευαν το μεροκάματο, οι υπάλληλοι που ήταν ίσως οι πιο ευνοημένοι της ιστορίας, οι άνεργοι αλλά και οι σπουδαγμένοι των μεσαίων στρωμάτων, πονούσαν. Πονούσαν σωματικά και συναισθηματικά, αλλά τους ήταν αδύνατο να αντιληφθούν τον πόνο τους αυτό ως μια ατομική ιστορία από την οποία έπρεπε με κάθε τρόπο να ξεμπερδεύουν για να πέσουν με τα μούτρα στην αναζήτηση της επιτυχούς ευτυχίας. 

Ο πόνος αποτελούσε ένα υπαρξιακό πιστοποιητικό, ένα μαρτυρίκι στη βάπτιση της ζωής, και δεν ήταν άσχετος με το συλλογικό πεδίο. «Σήμερα εγώ, αύριο εσύ, όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε!». Οι άνθρωποι ήξεραν -όσο κι αν γνωσιακά δεν είχαν μάλλον την επάρκεια να το εκφράσουν- ότι η οδύνη ήταν συνέπεια ενός άδικου συστήματος και όχι μιας ατομικής ανεπάρκειας.   

Ο κοινός πόνος γινόταν μια ευκαιρία, ένα εισιτήριο, για το «ανήκειν».  Οι πονεμένοι άνθρωποι -παρ’ όλες τις σκοτεινές και ίσως φθονερές πτυχές τους που εμφανίζονταν κι αυτές- κατόρθωναν να συναντιούνται συμπονετικά στο χωριό, στη γειτονιά, στη δουλειά, στην απώλεια, στο πένθος, στη γιορτή, στη χαρά, στη σχόλη.   

Ως εκ τούτου ήταν αδιανόητο να καταφύγουν μαζικά σε ατομικές λύσεις. Ως εκ τούτου, επίσης, ο πόνος γίνονταν ο δημιουργικός πυροδότης της αποπαγίδευσης από το ψευτο- comfort zone μιας άνευ νοήματος επιβίωσης. Ο πόνος ήταν ο αγγελιοφόρος του οράματος για μια αξιοβίωτη ζωή. Και κάθε φορά που τα ατομικά αυτά οράματα συγκεντρώνονταν σε πολλαπλούς χειμάρρους, κατάφερναν συχνά-πυκνά να εκβάλλουν σε επαναστατικές θάλασσες. Γιατί όλοι κάπως «ήξεραν» ότι η οδύνη είναι συλλογική υπόθεση ή/και το συλλογικό ασυνείδητο τους καθοδηγούσε στην αναζήτηση μιας ζωής με νόημα.     

Τι άλλο άραγε ωθεί έναν πιτσιρικά να ανέβει στο βουνό της Εθνικής Αντίστασης -και να μην κάτσει στ’ αυγά της ατομικής επιβίωσης του- πέρα απ’ αυτήν την αίσθηση της κοινής συλλογικής οδύνης, η οποία απαιτείται συλλογικά να σταματήσει;  

Το κρίσιμο ερώτημα που συνεγείρει τις συνειδήσεις των ανθρώπων δεν είναι το ναρκισσιστικό «γιατί σε μένα;» που οδηγεί στην απομονωμένη και με κάθε κόστος επιβίωση, αλλά το «γιατί όχι (και) σε μένα;» που οδηγεί στη συνάντηση με τον απέναντι συμπάσχοντα Άλλο και άρα στη συγκρότηση του συλλογικού.   

Και ξαφνικά, για την ακρίβεια όχι και τόσο ξαφνικά, μέσα σε μερικές δεκαετίες «εκσυγχρονιστικών προσαρμογών», το κυρίαρχο αίτημα της ατομικής ευτυχίας, δηλαδή χαζοχαρούμενης αναισθησίας, διέρρηξε το συλλογικό προστατευτικό κέλυφος και η ατομική κατάθλιψη, η ατομική αποτυχία, η ατομική δυστυχία, η ατομική εν τέλει επιβίωση, πλημμύρισε με εκατομμύρια ατομικά περιστατικά το ελληνικό συλλογικό πεδίο. Σαν μια βόμβα διασποράς που σκάει σε εκατομμύρια θραύσματα, δίχως κανείς να υποψιάζεται ότι αυτά προέρχονται όλα από την ίδια βολίδα. Κι’ «ο καθένας την παλεύει -μόνος του-, όπως ξέρει και μπορεί», που λέει και το τραγουδάκι. Που όμως δεν μπορεί! 

Και για τις ατομικές δυστυχίες υπάρχουν πάντα ατομικές σανίδες σωτηρίας. Το κυρίαρχο Σύστημα προσφέρει μια τεράστια ποικιλία ατομικών αναλγητικών, ατομικών παυσίλυπων και λοιπών ατομικών γλυκαντικών ανακούφισης.  Αρκεί κανείς να σκεφτεί τον σύγχρονο ορισμό των πάσης φύσεως εξαρτήσεων ως κάτι που ανακουφίζει τον συναισθηματικό πόνο, έχει μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες και είναι δύσκολο να εγκαταλειφθεί. Κάτω από μια τέτοια οπτική, εξάρτηση δεν είναι μόνο οι τοξικοεξαρτήσεις, το αλκοόλ, το κάπνισμα ή ο τζόγος. Εξάρτηση είναι και το διαδίκτυο, το shopping, η εργασιομανία, η διατροφική βουλιμία και λοιπά. Και εδώ ακριβώς αναδύεται το πραγματικό πρόβλημα: ποια είναι η οδύνη που ανακουφίζουν όλα αυτά; Πόσο ατομική είναι αυτή η οδύνη, όταν οι εξαρτήσεις μ’ αυτή την έννοια αφορούν στην συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού; Ποιος εξαιρείται από την οδύνη; Και εν τέλει γιατί όλη αυτή η αγωνία της με κάθε τρόπο αποφυγής του πόνου; 

Είμαστε όλοι πιασμένοι στην μέγγενη του υπαρξιακού κενού και μιας ζωής σκέτης επιβίωσης, μιας ζωής άδειας, α-νόητης, άνευ νοήματος, επειδή είναι μια ζωή που δεν κοινωνείται, επειδή είναι μια ζωή που ο πόνος μένει αμέριστος.  Λες και το άθλιο καπιταλιστικό δίλημμα «ασφάλεια vs αξιοπρέπεια» καταφέρνει όλο και πιο πολύ να εκμηδενίζει την αξιοπρέπεια -ατομική και συλλογική- προσφέροντας ψίχουλα ασφάλειας ή την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ασφάλειας που δίνουν οι εξαρτήσεις. 

Ο Λαός μας, που σε μερικές κρίσιμες στιγμές της μακρόσυρτης ιστορίας του κατόρθωσε να πλησιάσει την Κοινωνία των Προσώπων, εκεί δηλαδή όπου κίνητρο της ζωής είναι η Αγάπη, πείσθηκε ανεπαίσθητα από την κυρίαρχη αποικιοκρατία ότι χρειάζεται επιτέλους να εκσυγχρονιστεί σε Κοινωνία Ατόμων, όπου κίνητρο είναι το ατομικό Συμφέρον και τείνει να μεταμορφωθεί στις μέρες μας σε Αγέλη Δούλων, όπου μοναδικός υπαρξιακός κινητήρας είναι ο Φόβος. Πρόκειται για μια δραματική υποβάθμιση στην ανθρωπολογική κλίμακα από το ανώτερο επίπεδο του Προσώπου στο τελευταίο υπαρξιακό σκαλί του Δούλου. 

Σ’ αυτήν την κατηφόρα το χειρόφρενο ή το γκάζι είναι κάθε φορά η αντίληψη μας για τον πόνο. Όταν ο πόνος μένει ακοινώνητος σαν μια μεμονωμένη ατομική ιστορία, όταν η ανθρώπινη ευαλωτότητα δεν αναγνωρίζεται και δεν μοιράζεσαι σαν η κοινή συνισταμένη της ανθρώπινη μοίρας αλλά ανακουφίζεται ατομικά και το κυρίαρχο κοινωνικό πρόταγμα γίνεται η νέτη-σκέτη επιβίωση, η κατρακύλα δεν σταματά.   

Αντίθετα, όταν καταφέρνουμε να συναντήσουμε τον συλλογικό μας πόνο, να δούμε το μήνυμα που μας φέρνει, το μήνυμα για την κοινωνική αλλαγή, το μήνυμα για αντίσταση στην υπαρξιακή έκπτωση, η «ζωή τραβάει πάλι την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα» και γίνεται αξιοβίωτη.

Και όλο αυτό μπορεί να αλλάξει σε μια στιγμή. Στη στιγμή που κανείς θέτει στον εαυτό του το νοηματοδοτικό ερώτημα του V. Frankl «όχι την περιμένω εγώ από τη ζωή, αλλά τι περιμένει η ζωή από εμένα; ».


ΠΗΓΗ: https://m.facebook.com/story.php?story_fbid=pfbid02kAcrpzNL9yA6KGvtPm5Hrf6qR4193QvTasrBkr22pZBozneyHuW836bgdKAFL4RWl&id=1088937265
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.