Τετάρτη 6 Μαρτίου 2024

Μαρίνος Αντύπας: Ο Χριστιανός επαναστάτης της αγάπης

 

Σαν σήμερα αργά το βράδυ της 8ης προς 9ης Μαρτίου 1907 έπεσε ο Αντύπας, έγινε το κακό με πισώπλατο βόλι.
"...Με το έργο και το θάνατό του ο Κεφαλονίτης οραματιστής, ιδεολόγος και Χριστιανο-κοινωνιστής αναδείχτηκε σε μάρτυρα του αγώνα των κολλήγων για τα δίκαιά τους. Με το κήρυγμά του αφύπνισε τον καταπιεσμένο αγρότη και τον προετοίμασε να υψώσει αργότερα, στο Κιλελέρ, τη φωνή και τη γροθιά του και να επιβάλλει στις κυβερνήσεις της παράταξης των Φιλελευθέρων, να προχωρήσουν στην αγροτική μεταρρύθμιση κόντρα στις αντιδράσεις των γαιοκτημόνων.
Ο Μαρίνος Αντύπας υπήρξε αδιάλλακτος εργάτης της αβασίλευτης δημοκρατίας. Κοινωνικός αγωνιστής και ταυτόχρονα εθνικός αγωνιστής, οιστρηλατούμενος από τα εθνικά δίκαια των Ελλήνων και τα όνειρά τους περί Μεγάλης Ιδέας. Εκρηκτική φυσιογνωμία, δεινός ρήτορας, συνεπής και ασυμβίβαστος στα πιστεύω του.
Με τη σπορά που άφησε, γίνηκε η εξέγερση του Κιλελέρ.
Ο Μαρίνος Αντύπας, για χρόνια, βρισκόταν ξεχασμένος, γιατί είχε φρόνημα αντίστασης στο σύστημα εκμετάλλευσης, αδικίας και τυραννίας της εποχής του. Γιατί έκανε το δράμα του κόσμου που «στενάζει και συνωδίνει» κάτω από την αυθαιρεσία του τσιφλικά και το κνούτο του επιστάτη δική του υπόθεση.
Γιατί διεκδικούσε το δικαίωμα να διαμορφώνει ο λαός τη μοίρα του και την ιστορία του. Γιατί είχε προσδοκία και θέληση για ουσιαστική αλλαγή και μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Γιατί αγωνιζόταν να πάψει ο λαός να γυρίζει σαν το άλογο, στο μαγγανοπήγαδο της οικονομικής του αθλιότητας. Και όλα αυτά ενοχλούσαν και έφερναν ταραχή στην καθεστηκυία, άρχουσα τάξη.
Όπως, επίσης, το γεγονός ότι οι ιδέες του δεν έμειναν διακηρύξεις και ευχολόγια αλλά πήραν σάρκα και οστά, έγιναν πραγματικότητα στο κτήμα του θείου του Γιώργου Σκιαδαρέση. Αυτό εξανέστησε, εξαγρίωσε και κατετάραξε τους Θεσσαλούς τσιφλικούχους, μερικοί από τους οποίους ήσαν και βουλευτές και τους επιστάτες τους. Πυροδότησε άσπονδο μίσος εναντίον του..."


 Μαρίνος Αντύπας: Ο Χριστιανός επαναστάτης της αγάπης

του Ηρακλή Κανακάκη*

Για χρόνια αποσιωπήθηκε ή υποβαθμίστηκε η ζωή και η δράση του. Υποτιμήθηκε η προσωπικότητά του, γιατί από νωρίς εγκατέλειψε τη βολή, την καλοπέραση, την καριέρα, την προσκόλληση στα υλικά αγαθά και μπήκε σε υψηλές έγνοιες, που ήταν ανεπιθύμητες και απευκταίες για το πολιτικό κατεστημένο και την καθεστηκυία βασιλική αξία.
Σκοπός της ζωής του και ασίγαστη επιδίωξή του να ανεβάσει τον κατατρεγμένο, αναγκεμένο και αδικημένο στη βαθμίδα του ανθρώπου, όπως ο Θεός τον έπλασε ελεύθερο και δημιουργικό «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του.
Και τα κατάφερε. Εμψυχωμένος από άγιο ενθουσιασμό που αντλούσε από την πίστη ότι ο Θεός είναι μαζί του, διότι Αυτός έφτιαξε τους ανθρώπους αδέλφια και με φρόνημα ενάντιο σε κάθε μορφή τυραννίας, έγινε ο μεγάλος και φλογερός απόστολος της απελευθέρωσης του κολλήγου. Ο επαναστάτης της αγάπης που τίποτα δεν τον στομώνει: ούτε απειλές ούτε διώξεις και φυλακίσεις.

Η ζωή και οι σπουδές του

Γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Φερεντινάτα, της περιοχής της Πυλάρου στην Κεφαλονιά το 1872. Ήταν, σύμφωνα με μαρτυρίες συγγενών του, το τέταρτο παιδί της οικογένειας του Σπύρου Αντύπα, αυτοδίδακτου μαρμαρογλύπτη και της Αγκιολίνας Αντύπα. Γαλουχήθηκε με την ιστορία του τόπου του και τα δάκρυα των προγόνων του. Ανδρώθηκε με τις ιδέες της εθνικής ανεξαρτησίας, της αβασίλευτης δημοκρατίας και με το όραμα μίας καλύτερης κοινωνίας, που θα ερχόταν με αγώνα εμπνεόμενο από το χριστιανο-κοινωνισμό.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο δημοτικό σχολείο του χωριού του. Συνέχισε, με οικονομικές θυσίες της οικογένειάς του, στο Γυμνάσιο Αργοστολίου. Μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών ταξίδεψε στην Αθήνα για να εγγραφεί στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου και φοίτησε ως το 1897.
Όντας φοιτητής της Νομικής ήρθε σε στενή επαφή με τους προοδευτικούς, δημοκρατικούς και σοσιαλιστικούς κύκλους της Αθήνας, οι οποίοι άσκησαν σημαντική επιρροή στον ιδεολογικό του προσανατολισμό. Σχετίστηκε, ιδιαίτερα, με τον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο, που είχε ιδρυθεί στην Αθήνα το 1890 με ηγετική φυσιογνωμία το Σταύρο Καλλέργη.
Δίπλωμα δεν πήρε ποτέ, γιατί δόθηκε ολοκληρωτικά, ψυχή τε και σώματι, σε αγώνες κοινωνικούς, πολιτικούς και εθνικούς και δεν θεώρησε απαραίτητο το πτυχίο της Νομικής.
Το 1896, ως τελειόφοιτους προσχώρησε στον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο Αθηνών. Το ίδιο έτος, με το ξέσπασμα της Κρητικής Επανάστασης ο Μαρίνος Αντύπας κατέβηκε εθελοντής αγωνιστής στην Κρήτη, μαζί με άλλους φοιτητές και πιθανότατα το Σταύρο Καλλέργη.


Για την ευτολμία και το απαράμιλλο θάρρος του απέσπασε το θαυμασμό των συμπολεμιστών του. Τραυματίστηκε σοβαρά στο στήθος σε σύγκρουση με τους Τούρκους και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα.
Το 1897 έλαβε ενεργό μέρος στην οργάνωση λαϊκού συλλαλητηρίου στην πλατεία της Ομόνοιας, που έγινε σε αντιδυναστικό κλίμα. Στην ομιλία του, ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου, καταφέρθηκε εναντίον του διαδόχου Κωνσταντίνου που ήταν αρχιστράτηγος και των πριγκίπων Γεωργίου και Νικολάου, τους οποίους οι Έλληνες θεωρούσαν κύριους υπεύθυνους για την ταπεινωτική ήττα και το Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο που την ακολούθησε.
Συνελήφθη και στις 8 Ιανουαρίου 1898 εισήχθη σε δίκη για διέγερση του λαού και για προσβολή και δυσφήμιση του θρόνου, του διαδόχου και των δύο πριγκίπων. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 230 ημερών, την οποία εξέτισε στο κολαστήριο της Αίγινας.
Μετά την αποφυλάκισή του γύρισε στην Κεφαλονιά και εγκαταστάθηκε στο Αργοστόλι, το οποίο κατέστησε κέντρο των δραστηριοτήτων του. Πρώτο του μέλημα ήταν η συγκρότηση μίας κοινωνιστικής σοσιαλιστικής βάσης.

Ανάμεσα στους στενούς συνεργάτες και υποστηρικτές του ήταν και κληρικοί της Κεφαλονιάς (μοναχός Χρύσανθος Καγκελάρης, διάκος Ιωάννης Κονιδάρης), οι οποίοι διέκριναν στην αρθρογραφία και στις ομιλίες του έναν άδολο, ειλικρινή και ανιδιοτελή αγωνιστή, που εμπνεόταν από την πρωτοχριστιανική ζωή και διδασκαλία. Ο Γεράσιμος Δόριζας (1851-1901), εξέχουσα μορφή της τοπικής Εκκλησίας, με ευρύτερη προοδευτική κοινωνική δραστηριότητα κατά την περίοδο της θητείας του στον επισκοπικό θρόνο του νησιού (1893-1901) εκτιμούσε τον Αντύπα.

Εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα «Ανάστασις». Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε στις 29 Ιουλίου 1900. Λόγω του επαναστατικού της περιεχομένου προκλήθηκε δίωξη εναντίον του. Στη δίκη που ακολούθησε καταδικάστηκε σε διακοπή της έκδοσής της. Επανεκδόθηκε στις 3 Ιουλίου 1904 και έκτοτε θα συνεχιστεί αδιάκοπα η κυκλοφορία της έως τις 27 Απριλίου 1907.
Τον Απρίλιο του 1903, έπειτα από την παύση της έκδοσης της εφημερίδας του και καταδιωκόμενος από τις τοπικές αρχές της Κεφαλονιάς αποφάσισε να μεταβεί στη Ρουμανία, όπου ήταν εγκατεστημένος ο θείος του Γεώργιος Σκιαδαρέσης, από τη μητέρα του. Ήταν γεωπόνος και είχε αποκτήσει εξέχουσα θέση και μεγάλη περιουσία. Έμεινε μέχρι τον Ιούνιο του 1904.
Κατά την εκεί παραμονή του διαπίστωσε ότι ο θείος του είχε τις ίδιες μ’ αυτόν κοινωνιστικές αντιλήψεις. Επηρεασμένος από τις προτροπές του ανιψιού του, αλλά βλέποντας και ότι η Ρουμανία ήταν καζάνι που έβραζε από τις εξεγέρσεις των Ρουμάνων αγροτών, αποφάσισε να κατεβεί στην Ελλάδα και να επενδύσει στη Θεσσαλική γη.
Από τη Ρουμανία επανήλθε στο Αργοστόλι, όπου μαζί με άλλους ίδρυσε το Λαϊκό Αναγνωστήριο «Η Ισότης». Εξελίχθηκε σε κέντρο πνευματικής, ηθικο-θρησκευτικής και κοινωνικο-πολιτικής διαπαιδαγώγησης του λαού και δη των εργατών και των χωρικών. Εδραία πεποίθησή του ήταν ότι προϋπόθεση της κοινωνικο-πολιτικής επανάστασης είναι η ηθικο-πνευματική αναγέννηση. Προαπαιτούμενο της εξέγερσης των συνειδήσεων, ιδεών και αισθημάτων είναι ο φωτισμός του νου και το πύρωμα της ψυχής.
Η πολιτική του δράση επεκτείνεται και στην Αθήνα. Παίρνει δραστήριο μέρος στην οργάνωση και πραγματοποίηση του συλλαλητηρίου, που έλαβε χώρα στις στήλες του Ολυμπίου Διός στις 14 Αυγούστου 1905 και σκοπό είχε να εκδηλώσει σύσσωμος ο λαός τη συμπαράστασή του προς την Επανάσταση της Θερίσου και την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Για την ομιλία του συνελήφθη και απομονώθηκε δύο ημέρες.
Επιστέγασμα της πολιτικής του δραστηριότητας είναι η υποψηφιότητά του ως βουλευτή Κρανιάς, κατά τις βουλευτικές εκλογές του 1906. Η εκλογική του δυναμική αναχαιτίστηκε από τις μηχανορραφίες και δολοπλοκίες των αντιπάλων του. Απέτυχε για λίγους ψήφους.
Η αποτυχία σηματοδότησε την εγκατάλειψη αυτής της μορφής πολιτική δράσης και την υιοθέτηση ενός πιο ριζοσπαστικού μοντέλου, που βασίστηκε στην άμεση, δυναμική και αποφασιστική κινητοποίηση των Θεσσαλών κολλήγων. Προς τούτο εγκαταλείπει την Κεφαλονιά και έρχεται στη Θεσσαλία, όπου αναλαμβάνει τη διεύθυνση του κτήματος του θείου του Γεωργίου Σιαδαρέση.
Δολοφονήθηκε αργά το βράδυ της 8ης προς 9ης Μαρτίου 1907.
Ο Μαρίνος Αντύπας υπήρξε αδιάλλακτος εργάτης της αβασίλευτης δημοκρατίας. Κοινωνικός αγωνιστής και ταυτόχρονα εθνικός αγωνιστής, οιστρηλατούμενος από τα εθνικά δίκαια των Ελλήνων και τα όνειρά τους περί Μεγάλης Ιδέας. Εκρηκτική φυσιογνωμία, δεινός ρήτορας, συνεπής και ασυμβίβαστος στα πιστεύω του. Με τη σπορά που άφησε, γίνηκε η εξέγερση του Κιλελέρ.
Ο Μαρίνος Αντύπας, για χρόνια, βρισκόταν ξεχασμένος, γιατί είχε φρόνημα αντίστασης στο σύστημα εκμετάλλευσης, αδικίας και τυραννίας της εποχής του. Γιατί έκανε το δράμα του κόσμου που «στενάζει και συνωδίνει» κάτω από την αυθαιρεσία του τσιφλικά και το κνούτο του επιστάτη δική του υπόθεση. Γιατί διεκδικούσε το δικαίωμα να διαμορφώνει ο λαός τη μοίρα του και την ιστορία του. Γιατί είχε προσδοκία και θέληση για ουσιαστική αλλαγή και μετασχηματισμό της κοινωνίας. Γιατί αγωνιζόταν να πάψει ο λαός να γυρίζει σαν το άλογο, στο μαγγανοπήγαδο της οικονομικής του αθλιότητας. Και όλα αυτά ενοχλούσαν και έφερναν ταραχή στην καθεστηκυία, άρχουσα τάξη.
Όπως, επίσης, το γεγονός ότι οι ιδέες του δεν έμειναν διακηρύξεις και ευχολόγια αλλά πήραν σάρκα και οστά, έγιναν πραγματικότητα στο κτήμα του θείου του Γιώργου Σκιαδαρέση. Αυτό εξανέστησε, εξαγρίωσε και κατετάραξε τους Θεσσαλούς τσιφλικούχους, μερικοί από τους οποίους ήσαν και βουλευτές και τους επιστάτες τους. Πυροδότησε άσπονδο μίσος εναντίον του.

Η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα

Τον κατήγγειλαν στο Νομάρχη της Λάρισας Νιώτη ως αναρχικό, ανατρεπτικό και ταραχοποιό στοιχεία. Ο Αγαμέμνων Σλήμαν, γαιοκτήμονας και βουλευτής Αγυιάς, επαυξάνοντας το κατηγορητήριο σε βάρος του Αντύπα πρόσθεσε ότι είναι υποκινητής ερεθισμού των αγροτών κατά του «κυρίου» τους και επικίνδυνος για την τάξη και τη νομιμότητα στην περιοχή.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1906 στην πλατεία της Λάρισας εκτυλίχθηκε το ακόλουθο επεισόδιο: Ο νομάρχης προέβη σε παρατηρήσεις προς τον Αντύπα και αυτός του αντείπε ότι δεν έχει το δικαίωμα να τον επιπλήττει και ότι μπορεί να διαχειρίζεται το τσιφλίκι του θείου του κατά το δοκούν και υπέρ των κολλήγων.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 1906 στην Αθήνα, στο καφενείο Ζαχαράτου στην Πλατεία Συντάγματος, ο Αντύπας συνάντησε τον Σλήμαν και του ζήτησε το λόγο, γιατί, όπου βρεθεί, τον υβρίζει. Ο Σλήμαν του απάντησε καταφρονητικά και ο Αντύπας αντιδρώντας παρορμητικά τον ράπισε. Η υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια και ο Αντύπας καταδικάστηκε σε 20ήμερη φυλάκιση, ποινή την οποία και εξέτισε.
Επέστρεψε στη Θεσσαλία και εξακολούθησε το έργο της διαφώτισης των κολλήγων για την διεκδίκηση των δικαίων τους πιο ορμητικά από πριν. Προσπαθούσε με την καθαρότητα των ιδεών του, ενδεδυμένη με την ακαταμάχητη ευγλωττία και ρητορική του δεινότητα, να αποδιώξει τη γενική μιζέρια μυαλού και ψυχής που βασίλευε τη σκυφτοκεφαλιά και την οσφυοκαμψία και ζωογονώντας το θάρρος και εμφυσώντας υπερηφάνεια, να ανάψει τον πόθο της λευτερίας στα φοβισμένα πλήθη των ραγιάδων. Να διαλύσει το σκότος της αμάθειας με το φως της διάνοιας και της συνειδήσεως, για να ενεργήσουν το λυτρωμό τους.
Οι τσιφλικούχοι θορυβημένοι από την αγωνιστική του ακαμψία και τη μεγάλη απήχηση που εύρισκε, επιχείρησαν, μετερχόμενοι κάθε μέσο συκοφάντησης και κατατρομοκράτησής του, να τον «συνετίσουν». Μέχρι επιστολές του έστελναν, απειλώντας τον ίδιο και το θείο του, ότι θα τους… φάει χώμα. Σ’ αυτούς που ήθελαν το κακό του προσμετριούνταν και τα φερέφωνα της βασιλείας στην περιοχή, δοθέντος ότι ο Αντύπας ήταν σφόδρα αντιβασιλικός. Βλέποντας ότι ματαιοπονούσαν, αποφάσισαν να του κλείσουν το στόμα, χρησιμοποιώντας ως εκτελεστικό όργανο τον Ιωάννη Κυριακού, επιστάτη του Μεταξά. Ο βάρδος της αγροτικής ιδέας και καθοδηγητής της εξαθλιωμένης αγροτιάς έπρεπε να εξοντωθεί, για να επανέλθει η ηρεμία στο θεσσαλικό κάμπο.
Επιλέχθηκε η δολοφονία του να γίνει στον Πυργετό της Ραψάνης, γιατί ήταν το στρατηγείο του Μεταξά και του φονιά του Κυριακού, ενώ ο Αντύπας ήταν ξένος, καθώς διέμενε στο Λασποχώρι.
Αργά το βράδυ της 8ης προς 9ης Μαρτίου 1907 στο κονάκι της συνιδιοκτησίας Μεταξά-Σκιαδαρέση, όπου κατοικούσε ο Κυριακός με την οικογένειά του και θα διανυκτέρευε και ο Αντύπας, έγινε το κακό με πισώπλατο πυροβολισμό.
Αυτή ήταν η πρώτη δολοφονία, γιατί ακολούθησε και δεύτερη, όταν, μετά από τρεις αναβολές, στις 25 Μαΐου 1908 το κακουργοδικείο Λάρισας αθώωσε τον Κυριακού.
Η είδηση της δολοφονίας προκάλεσε μεγάλη αναταραχή, οργή και συγκίνηση σε όλη την Ελλάδα. Ο νεκρός εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα σε ξενοδοχείο της Λάρισας όπου μεταφέρθηκε από το χωριό της δολοφονίας του Πυργετό. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε στο Μητροπολιτικό ναό της Λάρισας στις 11 Μαρτίου 1907 και η ταφή, ύστερα από απαίτηση των χωρικών, έγινε στο Λασποχώρι την επόμενη ημέρα.
Με το έργο και το θάνατό του ο Κεφαλονίτης οραματιστής, ιδεολόγος και Χριστιανο-κοινωνιστής αναδείχτηκε σε μάρτυρα του αγώνα των κολλήγων για τα δίκαιά τους. Με το κήρυγμά του αφύπνισε τον καταπιεσμένο αγρότη και τον προετοίμασε να υψώσει αργότερα, στο Κιλελέρ, τη φωνή και τη γροθιά του και να επιβάλλει στις κυβερνήσεις της παράταξης των Φιλελευθέρων, να προχωρήσουν στην αγροτική μεταρρύθμιση κόντρα στις αντιδράσεις των γαιοκτημόνων.
(Στο επόμενο φύλλο «Το αγροτικό ζήτημα»)

*”Χριστιανική” φύλλα 5.3. και 19.3.2020

ΠΗΓΗ: Μαρίνος Αντύπας: Ο Χριστιανός επαναστάτης της αγάπης - χριστιανική
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.