Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Η Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834

Η πρώτη κοινωνική Επανάσταση στη νεώτερη Ελληνική Ιστορία




πηγη:http://www.zourtsa.gr/MessiniakiEpanastasi1934.htm

Απόσπασμα απο τον  πανηγυρικό της ημέρας (γιορτά­στηκε στο Πάνω Ψάρι, Μεσσηνίας η 170ή επέτειος της Μεσσηνιακής Επανάστασης του 1834) που εκφώνησε ο εκ Δωρίου καταγό­μενος έγκριτος Πρόεδρος Εφε­τών Πειραιώς κ. Γιάννης Κατσαμπάνης

Ο Όθωνας και η Αντιβασιλεία του, από τις 25 Ιανουαρίου 1833 που αποβιβάστηκαν στο Ναύπλιο, ήλθαν σε πλήρη αντίθεση με τον Ελληνικό Λαό, γιατί α­σκούσαν καθαρά ολιγαρχική διακυβέρνηση με ολιγαρχική διάρθρωση και έκαναν την Ελλάδα Βαυαρική αποικία, ενώ τους ηγέτες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα τους παραμέρισαν τελείως, γιατί τους θε­ωρούσαν μια ύποπτη και εχθρική για τα συμφέροντα τους δύναμη, που έπρεπε το γρηγορότερο να χτυπηθεί και κυρίως να καταπνιγεί το ε­παναστατικό της πνεύμα και όλα τα σημαντικά πόστα τα πήραν οι ξέ­νοι και τα τσιράκια τους και το λαό τον οδήγησαν σε οικονομική εξα­θλίωση με τη δυσβάστακτη φορολογία που του επέβαλαν.
Είναι χαρα­κτηριστικό ότι μόνο ένας στους έξι Έλληνες είχε δική του γη και μόνο ο ένας στους τέσσερις δικό του ζώο και ο καλλιεργητής της εθνικής γης πλήρωνε ποσοστό 15% ως ενοίκιο για τη γη και επί πλέον 10% ως φόρο της δεκάτης που είχε από πάνω και τις αυθαιρεσίες των ει­σπρακτόρων, ενώ σημαντικό ποσοστό ο καλλιεργητής έδινε στον ιδιο­κτήτη των ζώων και των εργαλείων και στους σπόρους και ουσιαστικά δεν του απέμεινε ούτε το 30% της παραγωγής του, αφού για κάθε μέ­ρα που δούλευε για τον εαυτό του έπρεπε να δουλεύει μιάμιση με δύό ημέρες για λογαριασμό του κατόχου των μέσων παραγωγής.


Οι ά­μεσοι αγροτικοί φόροι το 1834 ανήλθαν σε 6,2 εκατομμύρια δραχμές, για να διπλασιαστούν σχεδόν το 1840, ποσά τεράστια για εκείνη την εποχή και έτσι ο πάμπτωχος αγροτικός πληθυσμός της τότε εξ ολο­κλήρου αγροτικής Ελλάδας είχε επιβαρυνθεί με τα υψηλότερα φορο­λογικά ποσοστά της Ευρώπης, παρότι η φοροδοτική του ικανότητα εί­χε φθάσει στο όριο της, ενώ πρόβαλε έντονο και το διατροφικό πρό­βλημα των χιλιάδων προσφύγων, που είχαν συρρεύσει στο ελλαδικό βασίλειο από κάθε γωνιά του υπόδουλου Ελληνισμού. Έτσι στην κοινή συνείδηση των παραγκωνισμένων αγωνιστών ωρίμασαν οι συνθήκες για την ανατροπή της Βαυαροκρατίας με νέα διακυβέρνηση που θα α­πέδιδε δημιουργικό κοινωνικοπολιτικό έργο. Ήλθε δε και η μεθοδευ­μένη καταδίκη σε θάνατο των ηρώων στρατηγών Θεόδωρου Κολοκο­τρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα, για δήθεν συνομωσία προς ανατροπή του καθεστώτος, η πλέον επαχθής ενέργεια της Βαυαροκρατίας, που εξώθησε τα πράγματα στα άκρα και, την τραγική αυτή κατάσταση, α­ποφάσισαν να την ανατρέψουν με την αποκληθείσα ως «Μεσσηνιακή Επανάσταση» οι τιμημένοι στρατηγοί Γιαννάκης Γκρίτζαλης και Μητροπέτροβας και ο σταυραετός του Ασλάναγα Αναστάσιος Τζαμαλής, ακολουθούμενοι και από άλλους φωτισμένους ηγέτες κυρίως των ε­παρχιών Τριφυλίας, Ανδρούσας Μεσσηνίας, Ολυμπίας και Γορτυνίας.

Ειδικότερα η εν λόγω Επανάσταση ξεκίνησε την 29 Ιουλίου 1834, ημέρα Κυριακή, με την αιφνιδιαστική κατάληψη της Κυπαρισσίας, που ήταν η πρωτεύουσα του Νομού Μεσσηνίας από το Γιαννάκη Γκρίτζαλη και τους Σουλιμοχωρίτες "Ντρέδες" του. Επρόκειτο για μια κα­λοσχεδιασμένη στρατιωτική επιχείρηση που την εξετέλεσε με δύναμη 500 ανδρών και αιφνιδίασε τις Αρχές, συνέλαβε το Νομάρχη Δημ. Χρηστίδη και το στρατιωτικό διοικητή Αντώνη Μαυρομιχάλη και, μαζί με το Δημόσιο Ταμία, τους οδήγησε εδώ στο Πάνω Ψάρι, όπου τους φυλάκισε, αλλά και φρόντισε να τους προφυλάξει από την οργή των ε­παναστατών, για όσα ανόσια διέπραξαν στη δίκη του Κολοκοτρώνη με τους ψευδομάρτυρες που επιστράτευσαν.
Στη συνέχεια εγκατέστησε μια «Επαναστατική Επιτροπή», στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος, για να «αντιπροσωπεύσει τον λαόν της επαρχίας Τριφυλίας εις την περίστασην ταύτην και ως πληρεξούσιοι αυτών διορίζονται να αναφέρωσιν όπως κρίνωσιν αρμοδιότερον τα παράπονα και τας ικεσίας του λαού τούτου, προς ανόρθωση των καταπατηθέντων αυτού δικαίων».

Δύο η­μέρες αργότερα (την 31 Ιουλίου 1834) εξέδωσε δύο διακηρύξεις, σε δημόσια συνέλευση, από τις οποίες η πρώτη, που υπογράφεται από έντεκα επαναστάτες, απευθυνόταν στον Ελληνικό Λαό και, αφού του γνωστοποιούσε τους βασικούς σκοπούς της Επανάστασης, που ήταν η αποφυλάκιση των καταδικασμένων σε θάνατο στρατηγών Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα, η παραχώρηση Συντάγματος και η απαλλαγή των πολιτών από την καταπιεστική διοίκηση και τη βαρειά φορολογία, ανέφερε ότι «ο Λαός της Επαρχίας Τριφυλίας, αγα­νακτισμένος και απελπισμένος από τις καταχρήσεις των Διοικητικών και Δικαστικών Αρχών, μη δυνάμενος πλέον να υποφέρει τα υπερβολικά βάρη και τον παράνομο τρόπο της εισπράξεως του περί αποδεκατώσεως φόρου, παραδειγματιζόμενος από την παράνομον και αυθαίρετον σύλληψιν και φυλάκισιν των συμπατριωτών ημών και φοβού­μενοι καθ' εκάστην περί της ασφάλειας της προσωπικής του ελευθε­ρίας, με αγανάκτησιν μας δε μαθόντες τον επηρεασμόν και την παράνομον επέμβασιν της εξουσίας εις το εν Ναυπλία  δικαστήριον, υπό του οποίου άνθρωποι προσφιλέστατοι εις την πατρίδα δια υποθετικά και ανύπαρκτα εγκλήματα κατεδικάσθησαν εις την εσχάτην τιμωρίαν, απεφασίσαμεν να ανακτήσωμεν τα πολιτικά μας δίκαια δια της δυνά­μεως, του μόνου και τελευταίου μέσου προς εδραίωσιν του καταπιε­ζομένου λαού. Επί τούτου λαβόντες τα όπλα εις τας χείρας, συνελάβαμε τας διοικητικάς και λοιπάς Αρχάς τας εν τη πόλει της Κυπαρισ­σίας, συνεννοούμενοι κατά τούτο και με τας πλησιεστέρας επαρχίας, επί σκοπώ του να ζητήσωμεν επιμόνως την ανόρθωσιν των δικαίων η­μών και προέτρεπε τους πληρεξουσίους της «πατριωτικής επιτρο­πής» Τριφυλίας να προωθήσουν τη συνταγματική μοναρχία.

Η δεύτε­ρη απευθυνόταν προς τον Όθωνα και υπογραφόταν από 71 έγκριτους πολίτες όλων των τμημάτων της Επαρχίας Τριφυλίας και του Τμήμα­τος Ζούρτσας της Επαρχίας Ολυμπίας. Με τη διακήρυξη αυτή, που ή­ταν εκτενέστερη της πρώτης και ταυτόλογη σε ορισμένα σημεία της, γνωστοποιούσαν στον Όθωνα τους άθλιους κυβερνητικούς μηχανι­σμούς που καταδυνάστευαν το λαό, την οικονομική εξαθλίωση των α­γροτών, στην οποία τους οδήγησαν εγκάθετοι φιλοκαθεστωτικοί, οι ο­ποίοι ήσαν απόντες από τους Εθνικούς Αγώνες, τις καταχρήσεις της δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας και του υπενθύμιζαν τη σκευ­ωρία που εξύφαναν κατά των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα «πρόσωπα φιλύποπτα και ελεγχόμενα από τη συνείδηση των παρανομιών τους... και δικαστές από την πλέον αξευτελισμένη τάξη των ανθρώπων», έ­χοντας υπόψη τους τις τραγικές φιγούρες των επίορκων δικαστών Δ. Βούλγαρη, Δ. Σούτζου και Φ. Φραγκούλη, οι οποίοι αποτέλεσαν την πλειοψηφία του Δικαστηρίου του Ναυπλίου, που απάγγειλαν τη θανα­τική καταδίκη των δοξασμένων Στρατηγών και απελευθερωτών του Έθνους από την Οθωμανική τυραννία.
Αναφερόμενοι δε στην οικονο­μική εξαθλίωση των αγροτών έγραφαν ότι «νεοφανή ή πρόσωπα διαπιστευθέντα την διαχείρισιν του οικονομικού κλάδου, εστοχάσθηκαν να συστήσωσι τον εαυτόν των, απογυμνούντες τον κτηματίαν και τον γεωργόν. Όσοι γεωργοί έμειναν εις την διάκρισιν των ενοικιαστών της αποδεκατώσεως, δεν συνάζουν από το προϊόν των ιδρωτών των, ούτε τους οποίους έσπειραν καρπούς. Το σχέδιον της εισπράξεως των δεκάτων δια κανόνος των υπό του ενοικιστού εκλεγομένων δεμα­τίων, υστερεί τον γεωργόν από το ήμισυ των καρπών του λόγου τρι­πλού δεκάτου και το υπόλοιπον του μένει δια να πλήρωση θεριστικά, αλωνιστικά, σπόρους και λοιπά». Και κατέληγαν ότι ο λαός «κατατρεχόμενος υπό τοιούτων και τηλικούτων δεινών της επαρχίας ταύτης, δεν είχε άλλα μέσα να προστατεύση εαυτόν και την από το ιερόν πρό­σωπον της Υμετέρας Μεγαλειότητος,εκπορευομένη δικαιοσύνην, ει­μή το να διεγερθή κατά των οργάνων της αδικίας...». Την αμείλικτη ό­μως πραγματικότητα της οικονομικής εξαθλίωσης του λαού την παρουσιάζουν ανάγλυφη δύο στίχοι από το δημοτικό τραγούδι που ανα­φέρεται στο Γιαννάκη Γκρίτζαλη «...ξήντα παράδες το σφαχτό, δύο γρόσσια το μοσχάρι και τρία γρόσια τ' άλογο, ποιος θε να υποφέ­ρει;...»

Μόλις πληροφορήθηκαν στο Ναύπλιο τα γεγονότα της Κυπαρισ­σίας, η Κυβέρνηση έσπευσε να επωφεληθεί και να συνδέσει την "ανταρσία" με τους φυλακισμένους Στρατηγούς, γΓ αυτό υπογράφτηκαν δύο Διατάγματα και με το πρώτο παρείχετο στη φρουρά του Παλαμηδίου, η εξουσιοδότηση να εκτελέσει τον Κολοκοτρώνη και τον Πλα­πούτα αν γινόντουσαν "ύποπτες κινήσεις" γύρω από το Παλαμήδι και με το δεύτερο να πράξει το ίδιο εάν ο Γκρίτζαλης "προχωρήσει ολίγον εμπρός" προς την κατεύθυνση του Ναυπλίου. Ο Ιων. Σπηλιωτόπουλος όμως που είχε την ευθύνη της φυλάξεως των Στρατηγών, δεν επέ­τρεψε την υλοποίηση των ολέθριων σχεδίων του Κωλέτη και των πα­τρώνων του Βαυαρών, που δεν μπορούσαν να χωνέψουν τη μετατρο­πή της θανατικής καταδίκης τους και διασφάλισε τη ζωή τους και την τιμή του Έθνους.

Μετά την κατάληψη της Κυπαρισσίας η επανάσταση επεκτάθηκε και σε άλλες περιοχές των όμορων επαρχιών και κυρίως:

α) την 29 Ιουλίου 1834 στη Γαράντζα της τότε επαρχίας Ανδρούσας από τον στρατηγό Μητροπέτροβα, που ήταν πενθερός του Γιαννάκη Γκρίτζαλη και, με ένα παράξενο και συμβολικό τρόπο και δη βά­ζοντας φωτιά στις θημωνιές του στ' αλώνι, για να τους δείξει ότι, μπροστά σ' αυτό που ξεκινούσαν με την Επανάσταση, τα εισοδήματα δεν είχαν αξία, ξεσήκωσε τους συμπατριώτες του λέγοντας τους ότι «...σήμερα θα βγούμε στο κλαρί να βρούμε τα δίκαια μας, γιατί δεν υποφέρεται τούτη η ζωή που ζούμε εμείς οι χωριάτες και ότι πρέπει να λευτερώσουμε τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα, που τόσες φορές μας σώσανε από το τούρκικο μαχαίρι» και στη συνέχεια, μαζί με 96 Γαραντζαίους και με τα δεκαπέντε παιδιά και εγγόνια του τράβηξε για τα χωριά του Μεσσηνιακού Κάμπου και την Ανδρούσα, που την κατέλαβε και ξεσήκωνε τους χωρικούς κατά της στυγνής Βαυαροκρατίας και της υποτακτικής της ντόπιας φαυλοκρατίας,

β) επίσης, την 29 Ιουλίου 1834 στον Ασλάναγα (τον Άρι δηλαδή) της Μεσσηνίας από τον Ανάσταση Τζαμαλή, ο οποίος αιφνιδίασε την υπό τον υπολοχαγό Σνάινλε Βαυαρική περίπολο δυνάμεως 50 ανδρών που είχε καταυλιστεί εκεί και την ανάγκασε να αποχωρήσει, αλλά γρήγορα περιήλθε σε δύσκολη θέση, γιατί αμέσως πολιορκήθηκε από ισχυρές κυβερνητικές δυνάμεις που έστειλε εναντίον του ο Διοικητής της Μεσσήνης (του Νησιού), πλην όμως την 12 Αυγούστου 1834, με τη βοήθεια του ισχυρού σώματος του Μητροπέτροβα ανέτρεψαν και τις δυνάμεις αυτές και κατέλαβαν και το Νησί, που το εγκαταλείψαν οι κυβερνητικοί και ζήτησαν καταφύγιο στην Καλαμάτα, που την προστά­τευε μεγάλη δύναμη Βαυαρών και Μανιατών υπό τον Κατσάκον.

γ) την 30 Ιουλίου 1834 στη Βάνινα και την Παλούμπα Γορτυνίας α­πό τους αδελφούς Κόλλια και Μήτρο Πλαπούτα, οι οποίοι βγάλανε προκήρυξη και καλούσαν το Λαό να ξεσηκωθεί και να ελευθερώσει, τους φυλακισμένους Στρατηγούς του Ναυπλίου και να «κάνει συνέ­λευση για να στερεώσει τα δικαιώματα του και τον εθνισμό του» και, αφού προστέθηκε σ' αυτούς και ο ανιψιός του Κολοκοτρώνη Νικήτας Ζερμπίνης, κατευθύνθηκαν στη Ζάχα και, με τη θέρμη των λόγων τους, πέτυχαν να ξεσηκώσουν τους κατοίκους των περιχώρων και ι­δίως του Σκληρού και να συγκεντρώσουν περί τους 400 ενόπλους, με τους οποίους μπλόκαραν την Ανδρίτσαινα και μετά τη διάλυση του σώματος του μοιράρχου Δ. Δεληγιώργη και τη σύλληψη του, την κατέ­λαβαν και τούτο είχε ως επακόλουθο να ξεσηκωθούν και όλα τα χωριά της ευρύτερης περιοχής της και να ενισχυθεί σημαντικά η δύναμη των επαναστατών,

δ) την 30 Ιουλίου 1834 στο Μπέλεσι από τον Ασημάκη Σεργόπουλο, που ζητούσε να λευτερωθούν οι Στρατηγοί Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας και εξέφραζε τους φόβους του για την τύχη τους, ενώ πε­ριέγραψε με μελανά χρώματα την καταπίεση των χωρικών και κατάρ­γησε το οικονομικό σύστημα της δεκάτης. Ο Σεργόπουλος που ήθελε να παίξει το ρόλο του «γραμματέως της επικρατείας των ανταρτών», δηλαδή πρωθυπουργού, έπαιξε ύποπτο ρόλο και η εφημερίδα του Ναυπλίου "ΑΘΗΝΑ" τον αποκαλεί "κακοηθέστατον και ασήμαντον" και τελικά συνεργάστηκε με τον Κανέλλο Δεληγιάννη και τον βοήθησε να "θάψει" τους επαναστάτες αφού ήταν άνθρωπος δίχως υπόληψη και,

ε) την 29 Ιουλίου 1834 στο Δερμπούνι (το Λύκαιο Αρκαδίας) ξεση­κώθηκαν και οι Δερμπουνιώτες και βάδιζαν κατά της Μεγαλόπολης για να συλλάβουν τις Αρχές, αλλά το κίνημα τους είχε προδοθεί στον Έπαρχο, που αρμάτωσε 400 χωρικούς υπό τις διαταγές του Νικήτα Φλέσσα, αδελφού του Παπαφλέσσα και τους έστειλε να τιμωρήσουν το Δερμπούνι, μα δεν έφεραν σε πέρας την αποστολή τους, γιατί μα­θεύτηκε πως ανηφόριζε εναντίον τους ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης με ση­μαντική δύναμη, που ήταν συγκεντρωμένη στο Μελιγαλά και όλο το Δερμπούνι προσχώρησε στην Επανάσταση και αντιστάθηκε γενναία στις δυνάμεις του Νικήτα Φλέσσα, ενώ προσχώρησε στην Επανάστα­ση και το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών του Σώματός του και μόλις πρόλαβε ο ίδιος ο Φλέσσας να διασωθεί με 15 καβαλάρηδες και πανι­κόβλητος να καταφύγει στη Μεγαλόπολη.
Εν τω μεταξύ δύο λόχοι Βαυαρών με απόσπασμα καβαλαρίας έφθασαν από τη Σπάρτη στη Με­γαλόπολη και έσπευδαν για την Καλαμάτα, για να τη διασώσουν ατΐό τις απειλητικές δυνάμεις του Μητροπέτροβα και του Τζαμαλή, αλλά μόλις έφθασαν στο Λεοντάρι, πληροφορήθηκαν ότι κατευθυνόταν εναντίον τους ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, πανικοβλή­θηκαν, γιατί θυμήθηκαν τα παθήματα τους στη Μά­νη, εγκαταλείψαν την αποστολή τους και επέστρε­ψαν ασύνταχτοι στη Μεγαλόπολη, όπου έσπειραν τον πανικό και οι Αρχές της τα παράτησαν όλα και μαζί τους ζήτησαν καταφύγιο στην Τρίπολη.
Έτσι, όταν ο Γκρίτζαλης έφτασε στις 4 Αυγούστου 1834 στη Μεγαλόπολη, η πόλη αυτή καταλήφθηκε αμα­χητί και τα πράγματα για τους επαναστάτες συνέχι­σαν να εξελίσσονται με καλούς οιωνούς. Αλλωστε ο χρόνος που επέλεξαν για την εκδήλωση της επανάστασης (τέλος Ιουλίου 1834), ήταν ο πλέον κα­τάλληλος, αφενός γιατί τότε γινόταν η παράδοση της εξουσίας από την παλαιά στη νέα Αντιβασιλεία (τον Ιούνιο ο Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος α­νακάλεσε τους Μάουερ και Άμπελ και έστειλε τον Κόμπελ) και έτσι και με τις ραδιουργίες του Άρμαν­σμπεργκ και του Κωλέτη, είχε εξασθενήσει αισθη­τά και η αποτελεσματικότητα της κεντρικής εξου­σίας και αφετέρου είχε προηγηθεί το κίνημα της Μάνης και τα κυβερνητικά στρατεύματα ήσαν απα­σχολημένα με το κίνημα αυτό και δεν ήσαν διαθέσι­μα για άλλες περιοχές. Είναι βέβαιο ότι η Μεσση­νιακή Επανάσταση αιφνιδίασε την Κυβέρνηση και τις τοπικές Αρχές, αλλά ο Κωλέτης έδρασε απο­φασιστικά, κήρυξε στρατιωτικό νόμο στις 16 Αυ­γούστου 1834 στις επαναστατημένες περιοχές και εγκατέστησε έκτακτα στρατοδικεία, για να δικάσει επί τόπου τους πρωταιτίους, αμνήστευσε τους Μα­νιάτες επαναστάτες και προσέφερε προαγωγές στους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, για να τους προσεταιρισθεί και έπεισε τον Άρμανσμπεργκ να απολύσει τον Υπουργό Παιδείας και Εκκλησιαστικών Κωνσταντίνο Σχινά, που η επαναστατική προκήρυ­ξη της Κυπαρισσίας τον κατονόμαζε, ότι είχε θίξει το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων και, ύ­στερα από αυτές τις ενέργειες του Κωλέτη, η Κυ­βέρνηση πέτυχε να ανατρέψει την κατάσταση προς όφελος της.

Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, μετά την κατάληψη της Μεγαλόπολης, έπιασε τη Στεμνίτσα και το Ζυγοβίτσι της Γορτυνίας με 400 άνδρες και προχώρησε προς τη Ζάτουνα, όπου είχαν καταφθάσει και Πλαπουταίοι από το Ζερμπίνη, που πέρασαν τον Αλφειό μετά την Ανδρίτσαινα και όλοι μαζί, ξεπερ­νώντας τους 2000 άνδρες, χτύπησαν τη Δημητσά­να, που είχε προλάβει να φθάσει ο μοίραρχος Γ. Μανιάτης και την υπερασπίστηκε αποτελεσματικά, παρά το γιουρούσι που διέταξε ο Γκρίτζαλης. Έτσι στις 8 Αυγούστου 1834 ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης έ­δωσε τη διαταγή της εγκατάλειψης της πόλης της Δημητσάνας, γιατί κατάλαβε πως ο δευτερεύων αυτός στόχος του είχε ανατρέψει το σχέδιο του, για ταχεία κατάληψη της Τριπολιτσάς και δεν έ­πρεπε να καθυστερήσει περισσότερο και τράβηξε και κατέλαβε τα Λαγκάδια, τη Βυτίνα και το Χρυσοβίτσι, όπου έμαθε ότι είχαν καταφθάσει πολύ μεγά­λες κυβερνητικές δυνάμεις στην Τρίπολη και η κα­τάληψη της δεν ήταν εύκολη με τις δυνάμεις που διέθετε. Μετά από αυτό ο Γκρίτζαλης έκρινε ότι έ­πρεπε να επιστρέψουν στην Καρύταινα όπως και έ­γινε και να περιμένουν ενισχύσεις από τη Μεσση­νία και ειδικότερα από τα Σουλιμοχώρια, που ομόψυχα είχαν ταχθεί με τη Μεσσηνιακή Επανάσταση και μετά να επαναλάβουν την προσπάθεια για την κατάληψη της Τρίπολης. Τελικά η κίνηση αυτή απο­δείχθηκε μοιραία, γιατί όταν ο Γκρίτζαλης ήταν στο Χρυσοβίτσι με 2.000 άνδρες, στην Τρίπολη δεν υ­πήρχαν οι μεγάλες κυβερνητικές δυνάμεις που τον ενημέρωσαν και η αλήθεια ήταν ότι κατευθύνονταν προς αυτή ισχυρές δυνάμεις από το Ναύπλιο, για να ενισχύσουν την άμυνα της, γιατί η Κυβέρνηση ή­ξερε πολύ καλά τη σημασία της, σε περίπτωση που έπεφτε στα χέρια των Επανα­στατών και έστει­λε ισχυρό Σώμα με επικεφαλής το Βαυαρό συ­νταγματάρχη Σμαλτς, τους ε­πίσης συνταγμα­τάρχες Χατζη­χρήστο και Θεό­δωρο Γρίβα και από το βόρειο μέρος των α­νταρτών, κατευ­θύνονταν ο Αν. Λόντος, ο Κανέλλος Δεληγιάννης και ο Σισίνης με αρκετούς άτα­κτους και, όλοι μαζί, πρόλαβαν και εξασφάλισαν την άμυνα της Τρίπολης.

Η ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1834


Η αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού, πέρα από τα ρίγη ενθουσιασμού για την δικαίωση του Ιερού Αγώνα, δεν σήμαινε και το τέλος των δοκιμασιών, στην προσπάθεια συγκρότησης ενός σύγχρονου ευνομούμενου Κράτους.
Το τραγικό τέλος του Καποδίστρια (27 Φεβρουαρίου 1831) ενδεικτικό του πλήθους των σχεδόν ανυπέρβλητων προβλημάτων, άφησε ημιτελές το έργο, που μόλις είχε ξεκινήσει.
Τα πράγματα δεν άλλαξαν με την άφιξη του Όθωνα (20 Ιανουαρίου 1833) και το καθεστώς της Αντιβασιλείας, που είχε συμφωνηθεί να ισχύει μέχρι της ενηλικίωσής του.
Ακολούθησε σειρά ατυχών ενεργειών των Βαυαρών αξιωματούχων, που ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους, δημιούργησαν ένα χάσμα αντιθέσεων με τον απλό κόσμο και τους Αγωνιστές. Έτσι άφησαν ανοικτό το πεδίο δράσης στους Πρεσβευτές των Προστάτιδων Δυνάμεων να εδραιώσουν τα δικά τους συμφέροντα, ιδρύοντας τα τρία αντίστοιχα φιλικά προς αυτούς κόμματα, και διχάζοντας έτσι τον απλό κόσμο.
Εκείνο που προξένησε μεγάλη αντίδραση ήταν τα μέτρα της Βαυαρικής Αντιβασιλείας για την περιστολή της επιρροής της Εκκλησίας.
Ο Κολοκοτρώνης που είχε ταχθεί με το φιλορωσσικό Κόμμα (Ναππαίους) το οποίο λόγω της Ορθοδοξίας συγκέντρωνε τη μεγαλύτερη αποδοχή, είχε εκφράσει επανειλημμένα την αντίθεσή του σε αυτή την πολιτική, με σκληρή γλώσσα.
Αυτό οδήγησε στην σύλληψή του από την κυβέρνηση του παλαιού αντιπάλου του, του Ιωάννη Κωλέτη, που εκπροσωπούσε το φιλογαλλικό κόμμα.
Κρατήθηκε σε πλήρη απομόνωση για ένα εξάμηνο στο Ιτς - Καλέ (Παλαμήδι) και τελικά καταδικάστηκε στην εσχάτη των ποινών, ύστερα από μια σκηνοθετημένη δίκη και παρά την αντίθεση των δύο τίμιων δικαστών Γ. Τσερτσέτη και Α. Πολυζωίδη.
Την τύχη του μοιράστηκε και σε αυτό το οδυνηρό στάδιο ο πιστός συμπολεμιστής τουΔημήτρης Κολιόπουλος, γιος του γνωστού από τα προηγούμενα Σουλιμαίου ΚόλιαΠλαπούτα.
Η απόφαση αυτή δημιούργησε κύματα αγανάκτησης στην περιοχή της Μεσσηνίας και ιδιαίτερα στα Σουλιμοχώρια που είχαν ταχθεί με το μέρος των καταδικασθέντων κατά την περίοδο του εμφυλίου 1822-1825.
Η αγανάκτηση συνοδευόμενη και από τη γενικότερη δυσαρέσκεια για την πολιτική της Κυβέρνησης που είχε οδηγήσει το λαό σε αβάσταχτη φτώχεια, ήταν η αιτία για την εξέγερση της 27 Ιουλίου 1834.
Πρωτεργάτες ήταν ο γνωστός ορμητικός αγωνιστής Γιαννάκης Γκρίτζαλης από το Ψάρι , ο πεθερός του Μητροπέτροβας από τη Γαράτζα (Μέλπεια), οι ανιψιοί του Δημήτρη Κολιόπουλου Μήτρος και Πέτρος και ο ανιψιός του Κολοκοτρώνη Νικήτας Ζερμπίνης.
Ήταν μια ατελέστατα οργανωμένη επιχείρηση, κάτι σαν αυθόρμητο ξέσπασμα αγανάκτησης.
Εισέβαλαν χωρίς ουσιαστική αντίσταση στις 29 Ιουλίου στην Κυπαρισσία, που ήταν τότε πρωτεύουσα του Νομού Μεσσηνίας και συλλάβανε τον Νομάρχη Δ. Χριστίδη, που κράτησαν υπό περιορισμό στο Ψάρι.
Όλα όμως κατέρρευσαν με την εμφάνιση ενός Βαυαρικού Τάγματος, ενισχυμένου και με ένα κυβερνητικό σώμα από 500 Μανιάτες.
Έγιναν μερικές αψιμαχίες κατά την κάθοδο στο Δερβένι της Μεγαλόπολης στις 11 Αυγούστου και όλα τελείωσαν στη σύντομη σύγκρουση κοντά στο χωριό Ασλάναγα (Άρης) της Μεσσηνίας.
Συνελήφθησαν όλοι οι πρωταίτιοι και ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης καταδικάστηκε σε θάνατο από δικαστήριο που συγκροτήθηκε για το σκοπό αυτό στην Κυπαρισσία.
Εκτελέστηκε με τυφεκισμό την ίδια ημέρα (19 Σεπτ. 1834) αφού πρόλαβε να πει «Αδίκωςπεθαίνω αδέλφια. Αγωνίστηκα για την Ελλάδα».
Ήταν μόλις 42 ετών, από τους πρωτοπόρους του Μεγάλου Αγώνα.
Πολλοί θεωρούν ότι η εξέγερση του 1834, πέρα από το αίτημα για την κατάργηση της Αντιβασιλείας και την απελευθέρωση των εγκλείστων του Παλαμηδίου (που αθωώθηκαν από τον Όθωνα με την ενηλικίωση του) αποσκοπούσε και στην απαλλαγή της Ελλάδος από την κοινωνική καταπίεση της ξενοκρατίας, καθώς και στην προστασία της Ορθοδοξίας.
Με αυτή την προσέγγιση το κίνημα θεωρήθηκε σαν μία πρώιμη έκφραση, έστω και ατελή, του πνεύματος της Επανάστασης του 1843, που ο Όθωνας υποχρεώθηκε να παραχωρήσει το Σύνταγμα.
Οι συνέπειες της εξέγερσης ήταν αρκετά δυσάρεστες για την Τριφυλία και ιδιαίτερα για τα Σουλιμοχώρια που πρωτοστάτησαν.
Παρά τη μεγάλη προσφορά και το κύρος που είχε αποκτηθεί κατά τη διάρκεια του αγώνα, επικράτησε μια τάση περιθωριοποίησης, που διατηρήθηκε για πάρα πολλά χρόνια σε πολλά επίπεδα.
Όμως το πέρασμα από τότε πλέον του ενάμιση περίπου αιώνα δεν έχει ξεθωριάσει τη μνήμη της αυθόρμητης λαϊκής αυτής εξέγερσης, που στην ουσία της αποτέλεσε το προανάκρουσμα του ξεσηκωμού του 1843.
Εκτός από την προτομή στην είσοδο του κάστρου της Κυπαρισσίας και το Ηρώο στο Ψάρι, τη γενέτειρα του Γιαννάκη Γκρίτζαλη, κάθε Σεπτέμβρη συγκεντρώνεται εκεί πλήθος κόσμου από τα γύρω χωριά, αλλά και την υπόλοιπη Μεσσηνία μαζί με εκπροσώπους των πολιτικών και στρατιωτικών Αρχών, για να τιμήσουν τη μνήμη ενός αγνού αγωνιστή της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Το νόημα αυτό εκφράζουν και οι τελευταίοι στίχοι του δημοτικού τραγουδιού της εποχής εκείνης, για το Γιαννάκη Γκρίτζαλη …

"Και οι πρόκριτοι μου λέγανε και οι πρόκριτοι μου λένε
μαρτύρα τον Κολιόπουλο και τον Κολοκοτρώνη
παιδιά πώς με περάσατε να ψευδομαρτυρήσω;
Μονάχος μου το σήκωσα (τo μπαϊράκι) με την παλιά καπότα
Ξήντα παράδες το σφακτό, δύο γρόσια το μοσχάρι
και τρία γρόσια τ’ άλογο, ποιος θες να υποφέρει;"


Στο εγκαταλελειμμένο τώρα άνω Ψάρι υπάρχει ακόμα το ερειπωμένο 
Με μέριμνα του Δήμου Οιχαλίας και των τοπικών συλλόγων κάποτε πρέπει να ανακαινιστεί και να χρησιμεύσει σαν μουσείο της τοπικής Ιστορίας τιμώντας τον Αγώνα για Ελευθερία και Κοινωνική Δικαιοσύνη. Η χρηματοδότηση, εάν τελικά απαιτηθεί μπορεί να γίνει και από το Κράτος, ύστερα από κατάλληλη προβολή της ιερής αυτής υποχρέωσης.


9 Σεπτεμβρίου 1834 - Ο ήρωας της Μεσσηνιακής Επανάστασης, Γιαννάκης Γκριτζάλης, περνά στην αθανασία


19 Σεπτεμβρίου 1834 - Ο ήρωας της Μεσσηνιακής Επανάστασης, Γιαννάκης Γκριτζάλης, περνά στην αθανασία
Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, σηκώνοντας τα όπλα της Επανάστασης, εξέφρασε την ιδέα, όχι μόνο της προάσπισης των πολιτικών ελευθεριών του λαού διαμέσου της κατοχύρωσης του Συντάγματος και της αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησής του, αλλά και για την αποτίναξη του βάρβαρου και καταπιεστικού τρόπου είσπραξης των φόρων που τον καθήλωνε σε επίπεδα φτώχειας, πείνας και λιμοκτονίας. Οι Γκριτζαλαίοι ήσαν συγγενείς με τους Κολοκοτρωναίους.
Ο Δημήτρης Νικολακόπουλος μιλά για τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη, το νεαρότερο οπλαρχηγό του Εικοσιένα, τον ηγέτη της πρώτης Κοινωνικής Επανάστασης στην Ελλάδα, τον λαϊκό και υπερήφανο αγωνιστή για την προάσπιση και κατοχύρωση των δικαιωμάτων του λαού μας, τον πολιτικό ο οποίος με τη θυσία του έφερε πιο κοντά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 για το Σύνταγμα... Μια επίκαιρη ιστορία που έχει αποσιωπηθεί, υποτιμηθεί και επικριθεί.

“Η προσφορά του Γιαννάκη Γκρίτζαλη και ο ρόλος της Μεσσηνιακής Επανάστασης του 1834 στη διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους έχει αποσιωποιηθεί, υποτιμηθεί ή και επικριθεί. Κάποιοι την ονόμασαν σκωπτικά «Βλαχοεπανάσταση του 1834», ωσάν να μην ταρακούνησε συθέμελα τη φαύλη και διεφθαρμένη Βαυαροκρατία που επιχειρούσε να καθορίσει τις τύχες του τόπου στο όνομα μάλιστα του «συνολικού συμφέροντος», επιφυλάσσοντας νέα δεσμά για την Ελλάδα. Αν δεχτούμε ότι ήρωας είναι άνθρωπος που με τις πράξεις και τα ανδραγαθήματά του, εκφράζει την ανάγκη μιας κοινωνίας ή ενός έθνους να ανακτήσει τα ηθικά και πολιτισμικά του ερείσματα, τότε ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, όπως και οι συναγωνιστές του που τον ακολούθησαν στην προσπάθειά του να σώσει την τιμή και την υπόληψη της ταπεινωμένης και δοκιμαζόμενης Ελλάδας, είναι ήρωες. Τα κανόνια που ήχησαν το Ναυαρίνο στις 8 Οκτωβρίου 1829 –θα πρέπει να ακούστηκαν ως εδώ στο Πάνω Ψάρι- σηματοδότησαν την Ανεξαρτησία της Ελλάδας. Εξέφραζαν και ενσάρκωναν το κύμα διαμαρτυρίας της φιλελληνικής και φιλελεύθερης Ευρώπης για τις σφαγές των Ελλήνων. Τίποτα όμως δεν χαρίστηκε σ’ αυτήν τη χώρα: Δίχως το Χορό του Ζαλόγγου, δίχως το Χάνι της Γραβιάς, τα Βασιλικά και τα Δερβενάκια, δίχως το Ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου και των Ψαρών, οι κατακτητές θα είναι απλώσει παντού το σάβανό τους πάνω στην Ελλάδα και η Ευρώπη θα έμενε αδιάφορη για τη μοίρα αυτής της χώρας.

Σε αυτό το προσκλητήριο του Έθνους, σε αυτό το νέο σάλπισμα για την τιμή των Ελλήνων, σ’ αυτήν τη ύστατη ευκαιρία για την προάσπιση και κατοχύρωση των επιτευγμάτων της Επανάστασης, που ποτίσθηκε με αίμα και δάκρυα, ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης ήταν παρών, στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Μετά την ανακήρυξη της Εθνικής Ανεξαρτησίας της χώρας, οι Έλληνες κλήθηκαν ή θα έπρεπε να κληθούν κανονικά, να διαφεντεύσουν τον τόπο τους. Στις 6 Γενάρη του 1828 ο Καποδίστριας, ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, έφθασε με εγγλέζικη φρεγάτα στο Ανάπλι, αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση της Ελλάδας, κατ’ επιταγή της συνέλευσης της Τροιζήνας (3 Απρίλη 1827) και μετά από ενέργειες του Κολοκοτρώνη. Η συνέλευση ενέκρινε και το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το οποίο, αν και η ισχύς του ανεστάλη, ήθελε να δώσει στη χώρα ένα οριστικό Πολίτευμα, εμπνευσμένο από τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες. «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού», διακήρυττε. Επειδή όμως στην πολιτική δεν υπάρχει «ιδανική συνθήκη» αλλά τα πάντα υπαγορεύονται από τον «συσχετισμό των δυνάμεων», αι βουλαί των… προστατών της Ελλάδας, που επεδίωκαν να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα, υπήρξαν διαφορετικές. Στις 22 Φλεβάρη 1830, στη διάσκεψη του Λονδίνου ερήμην των Ελλήνων, οι τρεις «προστάτιδες» δυνάμεις αποφάνθηκαν ότι: «Η κυβέρνησις της Ελλάδος εσταί μοναρχική».

Έτσι, μετά και τη δολοφονία του Καποδίστρια έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο για τη σύσταση ενός εθνικού, συγκεντρωτικού κράτους στα πρότυπα της Δύσης, που θα περιβαλλόνταν από απολυταρχικό, μοναρχικό καθεστώς, το οποίο θα εκμηδένιζε την (όποια) επιρροή των πολιτικών κομμάτων που, έτσι κι αλλιώς, σπαράσσονταν από εσωτερικές έριδες και συγκρούσεις και είχαν περιπέσει σε ανυποληψία. Το νέο αυτό μοντέλο ήρθε να το εφαρμόσει ο Όθωνας που κατέπλευσε σε Ανάπλι στις 25 Γενάρη 1833, μαζί με τους τρεις αντιβασιλείς, τον κόντε Ιωσήφ Αρμανσμπεργκ, τον Γεώργιο φον Μάουερ και τον στρατηγό Κάρολο-Γουλιέλμο Έιντεκ, που είχαν οριστεί να τον συνεπικουρούν ως την ενηλικίωσή του. Στο Ανάπλι αποβιβάστηκε και ένα στρατιωτικό σώμα των πραιτοριανών, ο νέος στρατός κατοχής. «Κατά το μεγαλύτερο μέρος του απετελέσθη εξ αλητών (…) εκ του συρφερτού του Γερμανικού λαού…», έλεγε ο Χριστόφορος Νέζερ, ένας έντιμος υπολοχαγός του Βαυαρικού Στρατού. Από κοντά έφθασαν και οι αυλικοί, τα πρόσωπα που θα στελέχωναν τις υπό διαμόρφωση διοικητικές, κρατικές και πολιτικές δομές της χώρας. Ήταν ένα απρόσωπο και αποξενωμένο από το λαό πολιτικό μόρφωμα. Το πρώτο μέτρο που πήρε η Αντιβασιλεία, προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία της, ήταν η διάλυση των Ελληνικού Στρατού. Σαράντα ημέρες μετά την άφιξη του Όθωνα, στις 2 Μάρτη 1833, δημοσιεύθηκε το διάταγμα «περί διαλύσεως των ατάκτων στρατευμάτων». Οι εικόνες που ακολούθησαν παραπέμπουν σε αρχαία τραγωδία. «Αγωνιστές του 21», γράφει ο Δημήτρης Φωτιάδης, «σπάζανε τα ντουφέκια τους πάνω στα βράχια, άλλοι βγήκανε κλέφτες στα βουνά, κι από τότε φούντωσε στον τόπο μας η ληστεία, κι άλλοι σήκωσαν μαύρα μπαϊράκια και ξεκίνησαν, κυνηγημένοι από τους βαυαρούς, και πήγαν στην Τουρκιά να βρούνε ένα κομμάτι ψωμί να φάνε».

Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, όπως και όλοι σχεδόν οι οπλαρχηγοί, παρακολουθούσε τις εξελίξεις με απορία και δέος. Οι πρωτεργάτες της Επανάστασης του Εικοσιένα άρχισαν να νοιώθουν παραγκωνισμένοι, ξένοι στο ίδιο τους το σπίτι, προδομένοι. Μετά τη διάλυση του στρατού των Ελλήνων, η Αντιβασιλεία στράφηκε κατά των εθνικών δυνάμεων του τόπου, που τις αντιπροσώπευαν οι καπεταναίοι του Εικοσιένα. Τη νύχτα της 6 προς 7 Σεπτέμβρη 1833 συνέλαβαν τον Γέρο του Μοριά και το Δημήτρη Πλαπούτα με την χαλκευμένη κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και τους δίκασαν, έχοντας ως σκοπό να τους καταδικάσουν σε θάνατο και να τους εκτελέσουν, ώστε να πνίξουν κάθε φωνή αντίστασης στην απολυταρχία. Γλίτωσαν τη γκιλοτίνα -την είχαν φέρει μαζί τους οι Βαυαροί και την επιδείκνυαν στους δρόμους του Ναυπλίου για να τρομοκρατούν τους κατοίκους- λόγω του αναστήματος που ύψωσαν δύο δικαστές, ο Πολυζωίδης και ο Τσερτσέτης, που αρνήθηκαν να νομιμοποιήσουν αυτή την παρωδία δίκης στην οποία τους παρέπεμψαν. Αυτό ήταν, το πολιτικό και κοινωνικό τοπίο, εντός του οποίου ξέσπασε η επανάσταση του 1834 στη Μεσσηνία. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, ο οποίος γαλουχήθηκε στο κλέφτικο βίο και το αρματολίκι, που έζησε μαζί με τους «Ντρέδες», τους ονομαστούς για την ανδρεία τους πολεμιστές, των οποίων αναδείχθηκε ηγέτης και τους οδήγησε σε νικηφόρες μάχες -στο Βαλτέτσι, στην Τρίπολη, στην κατάληψη των φρουρίων του Ναυπλίου- για την Απελευθέρωση της Ελλάδας, δεν μπορούσε να αποδεχτεί αδιαμαρτύρητα αυτή την κατάσταση. Δεν μπορούσε να σκύψει και πάλι το κεφάλι. Ο νεότερος χιλίαρχος του Αγώνα, όπως και ο Μητροπέτροβας, είχαν σφραγίσει τη μοίρα τους με εκείνη του Γέρου του Μοριά. Ο Γκρίτζαλης ακολούθησε μάλιστα τον Κολοκοτρώνη και στην εμφύλια διαμάχη. Μαζί του εκτοπίσθηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα για να ελευθερωθεί δέκα ημέρες αργότερα, όταν η κυβέρνηση έδωσε γενική αμνηστία κάτω από την απειλή για πλήρη κατάπνιξη της Επανάστασης από τον Ιμπρήμ που είχε εν τω μεταξύ αποβιβαστεί στο Μοριά.

Η Επανάσταση στη Μεσσηνία ξέσπασε στις 29 Ιουλίου 1834, ημέρα Κυριακή, όταν ο Γιαννάκη Γκρίτζαλης, επικεφαλής δύναμης 500 ανδρών και έχοντας στο πλευρό του Σουλιμοχωρίτες «Ντρέδες», αιφνιδίασε τις Αρχές, κατέλαβε την Κυπαρισσία, που ήταν πρωτεύουσα του νομού Μεσσηνίας και συνέλαβε το νομάρχη Δημήτρη Χρηστίδη και το στρατιωτικό διοικητή Αντώνη Μαυρομιχάλη, τους οποίους και οδήγησε στο Πάνω Ψάρι, προκειμένου να τους κρατήσει μακριά από την οργή του κόσμου. Στη συνέχεια σύστησε «Πατριωτική Επιτροπή» για να αντιπροσωπεύσει το λαό της Τριφυλίας. Δύο ημέρες αργότερα, στις 31 Ιουλίου 1834, πραγματοποίησε δημόσια συνέλευση, η οποία εξέδωσε δύο διακηρύξεις με τους σκοπούς της Επανάστασης. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης όμως δεν ήταν μόνος. Μετά την κατάληψη της Κυπαρισσίας η Επανάσταση απλώθηκε αστραπιαία, γεγονός που καταδεικνύει ότι διέθετε ικανή οργάνωση και ένα ευρύ δίκτυο. Στις 29 Ιουλίου 1834 στη Γαράντζα της τότε επαρχίας Ανδρούσας κήρυξε την Επανάσταση ο στρατηγός Μητροπέτροβας, βάζοντας μάλιστα φωτιά στις θημονιές του στ’ αλώνι, για να τους δείξει ότι, μπροστά σ’ αυτό που ξεκινούσαν με την Επανάσταση, τα εισοδήματα δεν είχαν αξία. Την ίδια ημέρα ο Αναστάσιος Τζαμαλής αιφνιδίασε την υπό τον υπολοχαγό Σνάινλε Βαυαρική περίπολο δυνάμεως 50 ανδρών στον Ασλάναγα (τον Άρι). Στις 12 Αυγούστου 1834, μαζί με τον Μητροπέτροβα κατέλαβαν και το Νησί, που το εγκατάλειψαν οι κυβερνητικοί και ζήτησαν καταφύγιο στην Καλαμάτα, που την προστάτευε μεγάλη δύναμη Βαυαρών και Μανιατών. Στις 30 Ιουλίου 1834 στη Βάνινα και της Παλούμπα Γορτυνίας ξεσηκώθηκαν οι αδελφοί Κόλλιας και Μήτρος Πλαπούτας, οι οποίοι εξέδωσαν προκήρυξη και καλούσαν το λαό να πάρει τα όπλα. Σ’ αυτούς προστέθηκε και ο ανιψιός του Κολοκοτρώνη, ο Νίκος Ζερμπίνης και από κοινού κατευθύνθηκαν στη Ζάχα. Κατόπιν, πολιόρκησαν και κατέλαβαν την Ανδρίτσαινα.

 
Η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε από την εκδήλωση της Επανάστασης. Παρά ταύτα, ο Κωλέττης ενήργησε με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα. Κήρυξε την περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και υπέγραψε δύο Διατάγματα. Με το πρώτο παρείχετο στη φρουρά του Παλαμηδίου η εξουσιοδότηση να εκτελέσει τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα αν γινόντουσαν «ύποπτες κινήσεις» και με δεύτερο να πράξει το ίδιο εάν ο Γκρίτζαλης «προχωρήσει ολίγον εμπρός» προς την κατεύθυνση του Ναυπλίου. Προσεταιρίσθηκε τους οπλαρχηγούς της Ρούμενης, όπως τον Γαρδικιώτη Γρίβα, μοιράζοντας τους οφίτσια και προνόμια και αμνήστευσε τους επαναστατημένους Μανιάτες προκειμένου να τους πάρει με το μέρος του, κάτι το οποίο τελικά κατάφερε. Οι εξεγερμένοι, από την πλευρά τους, δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν την Τρίπολη, που θεωρούνταν στρατηγικής σημασίας, καθώς σκόπευαν να κατευθυνθούν προς το Ναύπλιο. Η αναμέτρηση κρίθηκε στις 9 Αυγούστου 1834 στο χωριό Σούλου της Μεγαλόπολης, όπου οι κυβερνητικές δυνάμεις, υπέρτατες αριθμητικά των εξεγερμένων, κατόρθωσαν να τους νικήσουν. Κατόπιν μπήκαν στο Ψάρι και ανακατέλαβαν την Ανδρίτσαινα και την Κυπαρισσία. Μετά την ήττα τους η τύχη των πρωταιτίων εκ των επαναστατών ήταν προδιαγεγραμμένη. Συγκροτήθηκε το «κατά τη Μεσσηνία και Καρύταιναν Έκτακτον Στρατιωτικόν Δικαστήριο», που συνεδρίασε στην Κυπαρισσία στις 15 Σεπτεμβρίου 1834 με πρόεδρο τον Θωμά Γκόρντον και επίτροπο τον Δημήτρη Σούτσο. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης καταδικάσθηκε με συνοπτικές διαδικασίες σε θάνατο για εσχάτη προδοσία, παρότι το Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να εκδικάσει παρόμοιες υποθέσεις και η δίκη θα έπρεπε να διενεργηθεί στο Ναύπλιο. Ήταν ο πρώτος αγωνιστής στη νεώτερη Ελλάδα που δικάζεται από έκτακτο στρατοδικείο και με συνοπτικές διαδικασίες. Η ποινή μάλιστα, όπως όριζε ο νόμος, εκτελέσθηκε «εντός δύο ωρών» από την ανακοίνωση της καταδικαστικής απόφασης, γεγονός που αχρήστευε και οποιαδήποτε διαδικασία για τη χορήγηση χάρης από το Όθωνα. «Άδικα αποθνήσκω, δεν επήγαινα εναντίον του θρόνου, επήγαινα δια τα δικαιώματα των Ελλήνων», ήταν τα τελευταία του λόγια.

Στις 8 Οκτωβρίου 1834 το Στρατοδικείο -που συνεδρίασε πλέον στην Πύλο υπό άλλη σύνθεση- καταδίκασε σε θάνατο τους Μητροπέτροβα και τον Αναστάση Τσαμαλή. Ο Τσαμαλής εκτελέσθηκε όπως και ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης. Η ποινή του Μητροπέτροβα μετατράπηκε τελικά από τον Όθωνα σε ισόβια δεσμά «ως υπέργηρου και αγωνισθέντος υπέρ της πατρίδας». Οι Κόλλιας και Μήτρος Πλαπούτας και ο Νικήτας Ζερμπίνης καταδικάσθηκαν ως συναίτιοι σε 15 χρόνια πρόσκαιρα δεσμά και φυλακίσθηκαν στο Νιόκαστρο. Οι πρωταίτιοι της εξέγερσης ελευθερώθηκαν λίγους μήνες αργότερα με τη γενική αμνηστία που εδόθη από τον Όθωνα. Η εξέγερση του Γιαννάκη Γκρίτζαλη δεν είναι μόνον μια πράξη υπεράσπισης των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημήτρη Πλαπούτα, οι οποίοι, παρότι εξέφραζαν τα ιδανικά του Εικοσιένα, διώχθηκαν από ένα ξενόφερτο, απρόσωπο, απολυταρχικό καθεστώς. Αν και δεν επιζητούσαν την ανατροπή ή την τροποποίηση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων που επικρατούσαν στη χώρα, εν τούτοις το αίτημα της συμμετοχής του λαού στην πολιτική διαδικασία δια μέσου του Συντάγματος που θα του εξασφάλιζε την αντιπροσώπευση και τη συμμετοχή στις κυβερνητικές αποφάσεις, είναι απολύτως σαφές. Το αίτημα όμως αυτό συνδυάστηκε και με τη βελτίωση της κοινωνικής κατάστασης της χώρας, την εξάλειψη της οικονομικής εξαθλίωσης των κατοίκων και την ανατροπή του συστήματος διακυβέρνησης που είχε επιβάλει μια κάστα γραφειοκρατών. Το επίσημο καθεστώς, όπως καταδεικνύουν και οι εκθέσεις των υπουργών Εσωτερικών και Στρατιωτικών προς την Αντιβασιλεία, διατείνεται ότι την επανάσταση είχαν υποθάλψει ξένες δυνάμεις σε μία προσπάθεια επανενοχοποίησης των Κολοτρώνη-Πλαπούτα. Τα σενάρια αυτά πυροδότησε και η άφιξη από τη Ρωσία του Δημήτρη Καλλέργη, του πρωτεργάτη της επανάστασης του 1843, ο οποίος πριν συλληφθεί ως ύποπτος στο Άργος για τη συμμετοχή του στην εξέγερση, κατηγορήθηκε ότι ενίσχυε οικονομικά τους «Ναπαίους» για τους σκοπούς της εξέγερσης.
 
Η εξέγερση της Μεσσηνίας όμως, αν και αποπειράθηκε να την αξιοποιήσει προς όφελός του ακόμη και ο Κωλέττης για να ενισχύσει τη θέση του, αν και επιχείρησε να τη χειραγωγήσει ο Άρμανσμπεργκ για να επιβληθεί στην «τρόικα» της Αντιβασιλείας, αν και κατέβαλαν προσπάθειες να την προσεταιρισθούν τα πολιτικά κόμματα για να τονώσουν την αξιοπιστία τους, ήταν μια αυθεντική πράξη κοινωνικής έκκρηξης. «Απεφασίσαμε να ανακτήσωμεν τα πολιτικά μας δίκαια δια της δυνάμεως, του μόνο και τελευταίου μέσου προς εδραίωσιν του καταπιεζομένου λαού», διακήρυττε ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης στην πρώτη προκήρυξη που εξέδωσε η «Πατριωτική Επιτροπή», αμέσως μετά την κατάληψη της Κυπαρισσίας. Οι εξεγερμένοι: Ήθελαν να αποτινάξουν το άδικο φορολογικό σύστημα της δεκάτης που αναθεωρήθηκε από την Αντιβασιλεία και έγινε δυσβάσταχτο καθώς οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν το 50% της σοδειάς τους. Δήλωναν, ταυτόχρονα, δυσαρεστημένοι κατά των οργάνων του θρόνου. Διεκδικούσαν εθνική συνέλευση, κατάργηση της Αντιβασιλείας και ανακήρυξη του Βασιλιά ως ενήλικου πριν από την καθορισμένη προθεσμία. Επιζητούσαν την αποκατάσταση των αγωνιστών και χρηστή διοίκηση. Στην επαναστατική προκήρυξη που εξέδωσε ο Μήτρος Πλαπούτας στις 30 Ιουλίου 1834 από τη Νεμούντα, αναφέρεται ότι οι Έλληνες εξεγέρθηκαν επειδή έβλεπαν τους σκοπούς της επανάστασης του Εικοσιένα να αποτυχαίνουν και τη θρησκεία των προγόνων τους να κινδυνεύει να χαθεί. Η χώρα κυβερνιόταν χωρίς Σύνταγμα, άνθρωποι ετερόχθονες και ξένοι, δίχως καμία συμμετοχή στον απελευθερωτικό αγώνα υπερίσχυαν και καταλάμβαναν τις δημόσιες θέσεις, ενώ οι αγωνιστές είχαν παραγκωνιστεί. 

Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, σηκώνοντας τα όπλα της Επανάστασης, εξέφρασε την ιδέα, όχι μόνο της προάσπισης των πολιτικών ελευθεριών του λαού διαμέσου της κατοχύρωσης του Συντάγματος και της αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησής του, αλλά και για την αποτίναξη του βάρβαρου και καταπιεστικού τρόπου είσπραξης των φόρων που τον καθήλωνε σε επίπεδα φτώχειας, πείνας και λιμοκτονίας. Ακόμη και ο πληρεξούσιος αυλικός επίτροπος Ανδρέας Ζαΐμης, μετά από ενδελεχή μελέτη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αγανάκτηση των κατοίκων των επαρχιών για τα αντιλαϊκά μέτρα της Αντιβασιλείας κυρίως στον οικονομικό τομέα, καθώς και η κακή διοίκηση των επαρχιών εξώθησαν το λαό να ξεσηκωθεί τόσο μαζικά. Το σύστημα της φορολογίας της δεκάτης το θεωρούσε ως κύρια πηγή των παραπόνων. Τα μέτρα που αναγκάστηκε να πάρει η κυβέρνηση μετά την επανάσταση αποδεικνύουν ότι οι κύριες αιτήσεις ήταν η οικονομική κατάσταση, το απολυταρχικό καθεστώς και οι διώξεις των αγωνιστών του Εικοσιένα. Έτσι, απέλυσε τον υπουργό Παιδείας, Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης Κωνσταντίνο Σχινά, ο οποίος είχε θεωρηθεί ως κύριος υπεύθυνος για τα αντιλαϊκά μέτρα στον εκκλησιαστικό τομέα και κυρίως είχε κατηγορηθεί ότι κηλίδωσε τη Δικαιοσύνη με τη στάση του κατά τη διάρκεια της δίκης των Κολοκοτρώνη-Πλαπούτα. Επιπλέον, έσπευσε στις 8 Αυγούστου 1834 να δώσει διασφανηνίσεις σχετικά με το νόμο «περί αποδεκατώσεως της 24ηςΜαρτίου 1834», αν και στη πράξη οι διασαφηνίσεις αυτές έμειναν στα χαρτιά.

Και μια υποσημείωση με ιδιαίτερη σημασία για το σήμερα το τόπου: Το καθεστώς της Αντιβασιλείας επιφύλαξε ακόμη μία τραγική εξέλιξη για την Ελλάδα. Επί των ημερών του παίχτηκε και η πρώτη πράξη του δράματος της χρεοκοπίας, που θα εκδηλωνόταν περίπου μία δεκαετία αργότερα, όταν υπογράφθηκε το πρώτο Μνημόνιο με το οποίο οι τότε δανειστές μας υπαγόρευαν άγριες περικοπές των δημοσίων δαπανών προκειμένου να τους εξοφλήσουμε. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε η Αντιβασιλεία ήταν να ολοκληρώσει τις διαδικασίες για ένα δάνειο, ύψους 60 εκατ. δραχμών, που θα χορηγούσαν οι «προστάτιδες δυνάμεις» στην Ελλάδα. Το δάνειο, όπως γράφει ο Ανδρέας Ανδρεάδης, το «αγόρασαν οι Ρότσιλντ στα 94% συν 2% μεσιτεία και μαζί με άλλα τινά ωφελήματα. Αποκόμισαν, δηλαδή, κέρδος 6.986.013 δραχμών». Το 1843, αν και είχαμε πληρώσει ως τότες για τόκους και χρεολύσια 33.080.795 δραχμές, χρωστούσαμε στις τρεις δυνάμεις 66.842.126 δραχμές και 46 λεπτά. Το βασικό όμως είναι ότι το δάνειο αυτό δεν πήγε στην ανασυγκρότηση της χώρας, την πραγματοποίηση έργων υποδομής και την παραγωγική της ανάπτυξη. Ξοδεύτηκε εξ ολοκλήρου για την αποζημίωση του Όθωνα και των μελών της Αντιβασιλείας και το εξοπλισμό και τη συντήρηση των 5.410 βαυαρών αξιωματικών και στρατιωτών, του στρατού κατοχής. Μονάχα για το βαυαρικό στρατό ξοδεύτηκαν ανάμεσα στα 1833-1835, την εποχή δηλαδή που ξέσπασε η εξέγερση στη Μεσσηνία, σύμφωνα με μία δήλωση που έκανε ο υπουργός Στρατιωτικών Σμαλτς, 20.087.978 δραχμές. Η επανάσταση Μεσσηνίας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες σελίδες της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας. Συνδύαζε την ηθική υπόσταση και ακεραιότητα των πρωταγωνιστών της με την ανάγκη της υπεράσπισης και κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του λαού. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, ο Αναστάσης Τζαμαλής, ο Μητροπέτροβας, υπήρξαν αυθεντικοί ήρωες, που με τις πράξεις τους συνεπήραν και συνέγειραν το λαό και μας άφησαν μία βαριά πρακαταθήκη που οφείλουμε να σεβαστούμε και να διαφυλάξουμε…

AΘΑΝΑΤΟΣ!!!
Προτομή Στρατηγού Γιαννάκη Δ. Γκρίτζαλη (1791 - 1834) 
Οπλαρχηγού Τριφυλίας 1821 - Μεσσηνιακή Επανάσταση 1834.

*Ο Δημήτρης Νικολακόπουλος είναι δημοσιογράφος και εκφώνησε τη συγκεκριμένη ομιλία στην εκδήλωση για την επέτειο της Μεσσηνιακής Επανάστασης του 1834, το 2012. 

Πηγή:aristomenismessinios.blogspot.gr
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου