από Βασίλης Βιλιάρδος
.
Η ελληνική οικονομία ευρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιστορική πρόκληση – επειδή ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αναδεικνύει ξανά τα δομικά προβλήματα της χώρας. Στην εποχή της Ευρωζώνης, η απώλεια που καταγράφει η ελληνική ανταγωνιστικότητα τείνει να γίνει μόνιμη. Χωρίς τα παραδοσιακά εργαλεία της νομισματικής πολιτικής, το δίλημμα ευρώ vs δραχμή έρχεται ξανά στην επιφάνεια – όχι βέβαια ως τάση επιστροφής, αλλά ως μάθημα για το πώς η έλλειψη ευελιξίας επηρεάζει άμεσα την αγοραστική δύναμη των Πολιτών και το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων. Στο παρελθόν, πριν από την είσοδο στην Ευρωζώνη, όταν η Ελλάδα είχε υψηλό πληθωρισμό, η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορούσαν να καταφύγουν στην υποτίμηση της δραχμής – οπότε, υποτιμώντας το εθνικό νόμισμα, τα ελληνικά προϊόντα γίνονταν αυτόματα πιο φθηνά για τους ξένους που είχαν ισχυρότερα νομίσματα «σβήνοντας» έτσι την απώλεια της ανταγωνιστικότητας που είχε προκαλέσει ο πληθωρισμός. Σήμερα όμως, εντός της Ευρωζώνης, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο – αφού η Ελλάδα μοιράζεται το ίδιο νόμισμα με τους βασικούς εμπορικούς της εταίρους και δεν μπορεί να το υποτιμήσει. Επομένως, όταν η χώρα έχει υψηλότερο πληθωρισμό, η απώλεια της ανταγωνιστικότητας γίνεται μόνιμη και συσσωρευτική – με πολύ οδυνηρά επακόλουθα για τους Έλληνες.
Ανάλυση

Οι τρόποι αντιμετώπισης ενός πολύ υψηλού χρέους, τόσο σε απόλυτο μέγεθος, όσο και σε σχέση με το ΑΕΠ, είναι οι εξής τρεις: (α) η διαγραφή μέρους του (= «κούρεμα»), (β) ο πληθωρισμός και (γ) η χρηματοπιστωτική καταστολή – η οποία θα μπορούσε να μεταφρασθεί ως μία σταδιακή συρρίκνωση των πραγματικών αποταμιεύσεων (ανάλυση).
Στην περίπτωση της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, ο πληθωρισμός είναι το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να δοθεί στην κυβέρνηση – αφού συμβαίνουν τα εξής:
(α) Ο πληθωρισμός «διαβρώνει» το χρέος σε απόλυτα νούμερα. Για παράδειγμα, με πληθωρισμό 2%, τα 30.000 € που οφείλονται για το 2041, θα αγοράζουν όσα περίπου 22.300 € σήμερα – ενώ με πληθωρισμό 3%, μόλις 19.250 € (μαθηματικός υπολογισμός στο τέλος).
(β) Ο πληθωρισμός μειώνει τη σχέση χρέος προς ΑΕΠ. Για παράδειγμα, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε από το 2019 έως το 2025 κατά περίπου 20 δις € στα 204 δις € – ενώ το ονομαστικό, δηλαδή μαζί με τον πληθωρισμό, στα 248 δις €. Με υποθετικά λοιπόν σταθερό δημόσιο χρέος στα 363 δις € (γράφημα), το δημόσιο χρέος ως προς το πραγματικό ΑΕΠ ήταν στο 178% του ΑΕΠ (όσο περίπου το 2019), ενώ ως προς το πληθωριστικό διαμορφώθηκε στο 146% – οπότε η πτώση του κατά τις 32 μονάδες οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στον πληθωρισμό.
Ποιο είναι όμως το πρόβλημα για την οικονομία, εκτός από τις θανατηφόρες συνέπειες του πληθωρισμού για τους Πολίτες; Η επίδραση του στην ανταγωνιστικότητα – από την οποία εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, οι μισθοί των εργαζομένων.
Ειδικότερα, όταν η Ελλάδα έχει υψηλότερο πληθωρισμό από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, η ανταγωνιστικότητά της μειώνεται – για έναν πολύ απλό αλλά καθοριστικό λόγο: εξαιτίας του ότι, τα ελληνικά προϊόντα και οι υπηρεσίες γίνονται πιο ακριβά σε σχέση με τα ξένα – χωρίς όμως η Ελλάδα να μπορεί να υποτιμήσει το νόμισμα της, για να αντισταθμίσει αυτή τη διαφορά. Το φαινόμενο δε αυτό, επηρεάζει την οικονομία στα εξής τρία βασικά επίπεδα:
(α) Τα ελληνικά προϊόντα ακριβαίνουν στο εξωτερικό, οπότε μειώνονται οι εξαγωγές. Εν προκειμένω, όταν ο πληθωρισμός στην Ελλάδα «τρέχει» με γρηγορότερο ρυθμό (π.χ. 4%), σε σχέση με τη Γερμανία ή τη Γαλλία (π.χ. 2%), το κόστος παραγωγής των ελληνικών επιχειρήσεων (πρώτες ύλες, ενέργεια, μισθοί) αυξάνεται περισσότερο – οπότε, για να διατηρήσουν οι ελληνικές εταιρείες τα κέρδη τους, αναγκάζονται να αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων που εξάγουν.
Σε αυτήν την περίπτωση όμως, οι ξένοι καταναλωτές στις διεθνείς αγορές θα στρέψουν την προτίμησή τους σε αντίστοιχα προϊόντα από άλλες χώρες που παρέμειναν φθηνότερα – οπότε, αργά ή γρήγορα, θα μειωθούν οι ελληνικές εξαγωγές.
(β) Τα ξένα προϊόντα γίνονται πιο φθηνά στην Ελλάδα, οπότε αυξάνονται οι εισαγωγές. Δηλαδή, όταν οι ίδιοι οι Έλληνες καταναλωτές και οι επιχειρήσεις διαπιστώνουν ότι, τα εγχώρια προϊόντα ακριβαίνουν ταχύτερα από τα εισαγόμενα, στρέφονται στα εισαγόμενα – γεγονός που πλήττει την εγχώρια παραγωγή και διογκώνει το εμπορικό έλλειμμα της χώρας.
(γ) Ο τουρισμός, ως μια διεθνώς εμπορεύσιμη υπηρεσία, πλήττεται. Με απλά λόγια, εάν οι τιμές στα ελληνικά ξενοδοχεία, στην εστίαση και στα εισιτήρια αυξάνονται ταχύτερα από ότι στην Πορτογαλία, την Τουρκία ή την Ιταλία, η Ελλάδα χάνει το πλεονέκτημα της «σχέσης ποιότητας-τιμής» (value for money) – με αποτέλεσμα οι ξένοι τουρίστες να επιλέγουν έναν φθηνότερο ανταγωνιστικό προορισμό.
Συνεχίζοντας, στο παρελθόν, πριν από την είσοδο στην Ευρωζώνη, όταν η Ελλάδα είχε υψηλό πληθωρισμό, η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορούσαν να καταφύγουν στην υποτίμηση της δραχμής – οπότε, υποτιμώντας το εθνικό νόμισμα, τα ελληνικά προϊόντα γίνονταν αυτόματα πιο φθηνά για τους ξένους που είχαν ισχυρότερα νομίσματα «σβήνοντας» έτσι την απώλεια της ανταγωνιστικότητας που είχε προκαλέσει ο πληθωρισμός.
Σήμερα όμως, εντός της Ευρωζώνης, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο – αφού η Ελλάδα μοιράζεται το ίδιο νόμισμα με τους βασικούς εμπορικούς της εταίρους και δεν μπορεί να το υποτιμήσει. Επομένως, όταν η χώρα έχει υψηλότερο πληθωρισμό, η απώλεια της ανταγωνιστικότητας γίνεται μόνιμη και συσσωρευτική – οπότε οι μοναδικοί τρόποι για να το αντιμετωπίσει είναι οι εξής:
(α) Η εσωτερική υποτίμηση, όπως αυτή που μας επιβλήθηκε με τα μνημόνια (ανάλυση) – δηλαδή η ονομαστική μείωση των μισθών από 1.000 € πχ στα 700 €, η οποία όμως έχει πολλές αρνητικές συνέπειες στην οικονομία.
(β) Η αύξηση της παραγωγικότητας, μέσω επενδύσεων και τεχνολογίας – η οποία όμως απαιτεί πολλά χρόνια για να αποδώσει.
(γ) Το πάγωμα των μισθών, κάτω από την παραγωγικότητα της εργασίας – έτσι ώστε να παραμείνει χαμηλό το κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος. Αυτό ακριβώς βιώνουμε τα τελευταία χρόνια – με αποτέλεσμα οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα να είναι κατά πολύ χαμηλότεροι από τις άλλες χώρες και να έχουμε καταντήσει στην τελευταία θέση της ΕΕ σε όρους κατά κεφαλήν πραγματικού εισοδήματος, μαζί με τη Βουλγαρία.
Ευτυχώς όμως για τη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια ο σωρευτικός πληθωρισμός είναι ελαφρά υψηλότερος από τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου που είναι οι άμεσοι ανταγωνιστές μας, ιδίως στον τουρισμό (γράφημα) – ενώ χαμηλότερος του μέσου όρου της ΕΕ (25,7%), λόγω κυρίως του μεγάλου πληθωρισμού των χωρών της Βαλτικής και της ανατολικής Ευρώπης.
Εν τούτοις, τον τελευταίο χρόνο ο πληθωρισμός στην Ελλάδα είναι σχεδόν σταθερά υψηλότερος από το μέσο της ΕΕ – οπότε θα επιδράσει αρνητικά στις εξαγωγές και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μας εάν συνεχισθεί η τάση, το επόμενο χρονικό διάστημα.
Η ελληνική οικονομία τα έτη 2025 και 2026
Γενικότερα τώρα, η πορεία της ελληνικής οικονομίας κατά τη διετία 2025 και 2026 αναδεικνύει μια βαθιά, δομική αντίφαση. Ειδικότερα, από τη μία πλευρά, τα μακροοικονομικά μεγέθη εμφανίζουν θετικά πρόσημα – (α) με τη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ κυρίως με τη βοήθεια του πληθωρισμού και (β) με τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων κυρίως μέσω της υπερφορολόγησης (=διατήρηση των ίδιων φορολογικών συντελεστών, στις αυξημένες τιμές).
Από την άλλη πλευρά όμως, η καθημερινή πραγματικότητα των νοικοκυριών χαρακτηρίζεται από μία επίμονη ακρίβεια – επίσης, από τη διάβρωση των εισοδημάτων και από μια ιστορική, αρνητική πρωτιά στα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το 2025, η Ελλάδα κατέγραψε κατά κεφαλήν ΑΕΠ εκφρασμένο σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS) στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου – γεγονός που δεν την κατατάσσει απλά στην προτελευταία θέση, αλλά τη φέρνει σε απόλυτη συγκατοίκηση στην τελευταία θέση της ΕΕ μαζί με τη Βουλγαρία.
Η Βουλγαρία κάλυψε δηλαδή τη μεγάλη διαφορά που είχε με την Ελλάδα, ανεβαίνοντας στο 68%, ενώ η Ελλάδα παρέμεινε στάσιμη – «σφραγίζοντας» ένα χάσμα αγοραστικής δύναμης της τάξης του 32% από τον μέσο Ευρωπαίο Πολίτη (γράφημα).
Θεωρούμε λοιπόν απαραίτητο να εξετάσουμε παρακάτω τους τρεις αλληλένδετους πυλώνες που συντηρούν αυτόν τον φαύλο κύκλο: τη δομική αδυναμία του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, τη στάσιμη παραγωγικότητα της εργασίας σε συνάρτηση με τον πληθωρισμό, και τον ρόλο των εγχωρίων ολιγοπωλίων/καρτέλ – αναλύοντας παράλληλα, τις επιπτώσεις στην αγοραστική δύναμη και προτείνοντας συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
(Α) Το Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
Το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών αποτελεί τον πιο αξιόπιστο καθρέφτη των δομικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας – ενώ αποτελεί μία δομική «αιμορραγία» της οιονομίας μας (ανάλυση). Αποτυπώνει δε τη σχέση της χώρας με το εξωτερικό – καταγράφοντας τη διαφορά ανάμεσα σε αυτά που παράγει και εξάγει, καθώς επίσης σε αυτά που εισάγει και καταναλώνει. Στο γράφημα απεικονίζεται το χρεοκοπημένο οικονομικό μας μοντέλο στη δεύτερη στήλη και το πού θα πρέπει να οδηγηθούμε, στην τρίτη.
Ειδικότερα, παρά τις προσπάθειες για αύξηση της εξωστρέφειας, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μας παρουσιάζει τάσεις επιδείνωσης – αφού το 2025, το έλλειμμα διαμορφώθηκε στο -5,7% του ΑΕΠ (14,1 δις €, πηγή), ενώ οι επίσημες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026 το αυξάνουν στο -7,1% του ΑΕΠ. Αν και τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν ονομαστική αύξηση των εξαγωγών, το συνολικό εξωτερικό έλλειμμα διευρύνθηκε στα 8,9 δις € στο πρώτο πεντάμηνο του 2026 – οπότε επιδεινώνεται (στα 9,5 δις € το πρώτο εξάμηνο).
Εν προκειμένω, το θεμελιώδες πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι, η ελληνική ανάπτυξη των τελευταίων ετών είναι «εισαγωγικά εξαρτώμενη» – με την έννοια ότι, κάθε φορά που η εγχώρια ζήτηση τονώνεται, είτε μέσω της ιδιωτικής κατανάλωσης είτε μέσω των επενδύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, μεταφράζεται άμεσα σε εισαγωγές.
Οι βασικές αιτίες είναι προφανώς το ότι, η Ελλάδα δεν παράγει σε επαρκή βαθμό τα εξής: (α) Κεφαλαιουχικό εξοπλισμό και βαριά μηχανήματα βιομηχανίας, (β) Προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και πληροφορικής, καθώς επίσης (γ) Ενέργεια και πρώτες ύλες, παρά την ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Ως αποτέλεσμα, η ρευστότητα που εισρέει στην αγορά δεν ανακυκλώνεται στο εσωτερικό της χώρας, αλλά «διαρρέει» στο εξωτερικό – κάτι που δημιουργεί ένα ανώτατο όριο στην ελληνική ανάπτυξη. Με απλά λόγια, η οικονομία μας δεν μπορεί να αναπτυχθεί γρήγορα, χωρίς να προκαλέσει επικίνδυνη διεύρυνση του εξωτερικού της ελλείμματος – θυμίζοντας έτσι τις παθογένειες της προ κρίσης εποχής.
(Β) Η παραγωγικότητα της εργασίας και ο πληθωρισμός
Εδώ πρόκειται καθαρά για μία σχέση που «κλειδώνει» την ακρίβεια – με την κυβέρνηση να παρακολουθεί ουσιαστικά αμέτοχη. Ειδικότερα, η παραγωγικότητα της εργασίας, το πόσο προϊόν δηλαδή παράγεται ανά ώρα εργασίας, είναι ο μοναδικός υγιής μηχανισμός που επιτρέπει σε μια οικονομία να αυξάνει τους μισθούς – χωρίς να προκαλεί πληθωρισμό.
Εν προκειμένω, όταν η παραγωγικότητα αυξάνεται, το κόστος ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος μειώνεται – γεγονός που επιτρέπει σε μια επιχείρηση να δώσει αυξήσεις στους εργαζομένους της, χωρίς να αναγκαστεί να αυξήσει την τελική τιμή του προϊόντος στο ράφι.
Αντίθετα, όταν οι μισθοί αυξάνονται, αλλά η παραγωγικότητα παραμένει στάσιμη, τότε το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξάνεται – οπότε οι επιχειρήσεις, για να προστατεύσουν τα κέρδη τους, μετακυλίουν αυτό το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές αυξάνοντας τις τιμές των προϊόντων τους. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα έναν «πληθωρισμό κόστους» – ο οποίος ακυρώνει την όποια ονομαστική αύξηση των μισθών (ανάλυση).
Σύμφωνα τώρα με εκθέσεις του ΙΟΒΕ και του ΚΕΠΕ, η Ελλάδα αντιμετωπίζει βαθύ δομικό πρόβλημα στον τομέα αυτό – με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται το οικονομικό της μοντέλο ως στάσιμο. Δηλαδή, παρά την οικονομική ανάκαμψη, η παραγωγικότητα της εργασίας στη χώρα μας το 2024 και το 2025, ευρισκόταν σχεδόν στα ίδια επίπεδα με το 2000 – διευρύνοντας έτσι το χάσμα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η μείωση της ανεργίας δε, επιτεύχθηκε κυρίως μέσω της αύξησης των συνολικών ωρών εργασίας, από περισσότερους εργαζόμενους – δυστυχώς όχι επειδή ο κάθε εργαζόμενος έγινε πιο αποδοτικός ανά ώρα. Τέλος, αν και για το 2026 προβλέπεται μια οριακή άνοδος της παραγωγικότητας κατά 2,0% λόγω της σταδιακής ψηφιοποίησης του κράτους και των επιχειρήσεων, η βελτίωση αυτή είναι πολύ μικρή για να απορροφήσει τις έντονες πληθωριστικές πιέσεις – ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών και του τουρισμού.
(Γ) Ολιγοπώλια/καρτέλ και πληθωρισμός απληστίας
Περαιτέρω, ενώ η Ευρωζώνη κινείται προς μια σχετική σταθεροποίηση του πληθωρισμού μεταξύ 2,4% με 3,0%, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα για το 2026 προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,7% έως 3,8% – τροφοδοτούμενος από τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων. Η απόκλιση αυτή δεν οφείλεται μόνο σε διεθνείς παράγοντες και δεν είναι μόνο εισαγόμενος, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά στη δομή της ίδιας της εγχώριας αγοράς – η οποία χαρακτηρίζεται από έναν εξαιρετικά υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, στους παρακάτω κρίσιμους κλάδους που επηρεάζουν την καθημερινότητα των Πολιτών:
(1) Ενέργεια και Καύσιμα: Ελάχιστοι παίκτες ελέγχουν τη χονδρεμπορική και λιανική αγορά ηλεκτρικού ρεύματος και τη διύλιση.
(2) Τρόφιμα και Λιανεμπόριο: Λίγες μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ ελέγχουν τη διανομή, επιβάλλοντας όρους στους παραγωγούς και τις τιμές στους καταναλωτές.
(3) Τραπεζικός Τομέας: Μετά την αναδιάρθρωση της περασμένης δεκαετίας, τέσσερις συστημικές τράπεζες ελέγχουν πλήρως την αγορά – διατηρώντας τεράστια απόσταση ανάμεσα στα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων και τα υψηλά επιτόκια χορηγήσεων.
(4) Τηλεπικοινωνίες και Ιδιωτική Υγεία: Τομείς με παραδοσιακά υψηλές χρεώσεις και ελάχιστο ουσιαστικό ανταγωνισμό τιμών.
Στα πλαίσια αυτά, η έλλειψη επαρκούς ανταγωνισμού επέτρεψε την εμφάνιση του φαινομένου «Πληθωρισμός Απληστίας» – όπου όταν το κόστος παραγωγής εκτινάχθηκε παγκοσμίως μετά την εισβολή στη Ρωσία, οι ελληνικές επιχειρήσεις έσπευσαν να αυξήσουν τις τιμές λιανικής, συχνά περισσότερο από όσο δικαιολογούσε η άνοδος του κόστους και διευρύνοντας τα περιθώρια κέρδους τους.
Το πιο ανησυχητικό είναι όμως η συμπεριφορά τους κατά τη φάση της αποκλιμάκωσης – όπου όταν οι διεθνείς τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών υποχώρησαν, οι τιμές στα ελληνικά ράφια παρέμειναν «κολλημένες» στα ύψη. Ποιος είναι ο λόγος; Το γεγονός ότι, τα ολιγοπώλια εκμεταλλεύονται την ανελαστική ζήτηση των βασικών αγαθών, για να «κλειδώσουν» υψηλή κερδοφορία – εις βάρος της αγοραστικής δύναμης των Πολιτών.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, η αντιμετώπιση της κρίσης ανταγωνιστικότητας και ακρίβειας που μαστίζει την Ελλάδα, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μίας επιθετικής δέσμης εγχωρίων διαρθρωτικών και δημοσιονομικών μέτρων – τα οποία θα καταπολεμήσουν το φαύλο κύκλο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας (γράφημα).
Εν προκειμένω, για να αποκτήσουν οι αυξήσεις των μισθών πραγματικό αντίκρισμα και να ξεφύγει η χώρα από την παγίδα της χαμηλής ανταγωνιστικότητας, απαιτείται πολιτική βούληση για τη σύγκρουση με τα οργανωμένα συμφέροντα της αγοράς – επίσης, μια ριζική ανακατεύθυνση των εθνικών και κοινοτικών πόρων προς την παραγωγή. Μόνο τότε η Ελλάδα θα μπορέσει να μετατραπεί σε μια πραγματικά σύγχρονη, ανταγωνιστική και κοινωνικά δίκαιη ευρωπαϊκή οικονομία – ενώ τα μέτρα που απαιτούνται μπορούν να κατανεμηθούν στις τρείς παρακάτω φάσεις:
Φάση Α: Άμεση αντιμετώπιση των ολιγοπωλίων και της αισχροκέρδειας – με ορίζοντα 1 έως 6 μήνες. Εν προκειμένω, απαιτούνται τα εξής:
(1) Ριζική αναδιοργάνωση των ελεγκτικών μηχανισμών – όπου η Επιτροπή Ανταγωνισμού και η ΔΙΜΕΑ, πρέπει να ενισχυθούν άμεσα με εξειδικευμένο προσωπικό. Επιπλέον, οφείλει να θεσπιστεί αυτοματοποιημένος έλεγχος των περιθωρίων κέρδους κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας, από τον παραγωγό στο ράφι – καθώς επίσης να επιβάλλονται πρόστιμα που υπολογίζονται ως ποσοστό επί του παγκόσμιου ή εγχωρίου κύκλου εργασιών της εταιρείας, έτσι ώστε να είναι αποτρεπτικά.
(2) Υποχρεωτική διαφάνεια και ψηφιακά εργαλεία – όπως η επέκταση των πλατφορμών σύγκρισης τιμών και η υποχρέωση των μεγάλων αλυσίδων λιανικής να δημοσιεύουν καθημερινά τις τιμές αγοράς χονδρικής των προϊόντων τους, αφού η διαφάνεια λειτουργεί ως φυσικό ανάχωμα στις υπερβολικές ανατιμήσεις.
Φάση Β: Δημοσιονομικές παρεμβάσεις ανακούφισης – με ορίζοντα 6 έως 12 μήνες.
(1) Στοχευμένη μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά – σημειώνοντας πως η Ελλάδα διατηρεί έναν από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ (13% και 24%) στην Ευρώπη για είδη πρώτης ανάγκης.
Εδώ θα έπρεπε να υπάρξει μία προσωρινή μείωση του ΦΠΑ, στο χαμηλότερο δυνατό ευρωπαϊκό επίπεδο – ή ακόμη και ο μηδενισμός του σε βασικά τρόφιμα (ψωμί, γάλα, ελαιόλαδο), όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες (Κύπρος, Ιρλανδία, Μάλτα, Μ. Βρετανία). Ασφαλώς με την ταυτόχρονη επιβολή αυστηρών ελέγχων – έτσι ώστε η μείωση να περάσει ολόκληρη στον καταναλωτή και να μην απορροφηθεί από τα σουπερμάρκετ.
Παράλληλα, αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.100 € για να υπάρξει δίκαιη άνοδος του ποσοστού των μισθών στο ΑΕΠ που δεν οφείλεται στη χαμηλή παραγωγικότητα (γράφημα), μείωση των εισφορών των εργοδοτών και δρομολόγηση υπεραποσβέσεων – έτσι ώστε να αυξηθούν οι επενδύσεις και να βελτιωθεί η παραγωγικότητα της εργασίας.
(2) Μόνιμη φορολόγηση των υπερκερδών, με τη θέσπιση ενός σταθερού φορολογικού μηχανισμού – ο οποίος θα ενεργοποιείται αυτόματα, όταν κρίσιμοι κλάδοι (π.χ. διυλιστήρια, ενέργεια, τράπεζες) καταγράφουν κέρδη που υπερβαίνουν κατά πολύ τον ιστορικό τους μέσον όρο, λόγω συγκυριακών κρίσεων. Τα έσοδα αυτά οφείλουν να κατευθύνονται αποκλειστικά στη χρηματοδότηση κοινωνικών υποδομών – επίσης στη στήριξη των χαμηλότερων εισοδημάτων.
Φάση Γ: Δομικός μετασχηματισμός και ενίσχυση της παραγωγικότητας – με ορίζοντα 1 έως τρία έτη.
Εν προκειμένω, είναι απαραίτητη η ανακατεύθυνση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ – με την έννοια πως τα κοινοτικά κονδύλια πρέπει να σταματήσουν να χρηματοδοτούν έργα χαμηλής εγχώριας προστιθέμενης αξίας, όπως απλές κατασκευές ή εισαγωγές έτοιμων τεχνολογικών λύσεων. Οφείλει δε να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα ενδεικτικά στα εξής:
(1) Στην εγχώρια βιομηχανική μεταποίηση και παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών.
(2) Στον εκσυγχρονισμό του πρωτογενούς τομέα – με τη χρήση έξυπνης τεχνολογίας, για τη μείωση του κόστους παραγωγής.
(3) Στη δημιουργία εγχώριων υποδομών αποθήκευσης ενέργειας – για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας.
(4) Σε επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο – όπως με τη σύνδεση των πανεπιστημίων και των τεχνικών σχολών με τις ανάγκες μιας σύγχρονης, εξωστρεφούς παραγωγής.
Σε κάθε περίπτωση, ο μοναδικός τρόπος για να αυξηθεί η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας είναι ο εργαζόμενος να πλαισιωθεί από σύγχρονα τεχνολογικά εργαλεία, από υψηλή τεχνογνωσία και από μία αποτελεσματική οργάνωση εργασίας – έτσι ώστε η εργασία του να καταστεί πολυτιμότερη.
Σημείωση 1: Η Μαθηματική Επαλήθευση
(Παρούσα Αξία): Αν εφαρμόσουμε τον τύπο της Παρούσας Αξίας [ PV = FV / (1 + r)^n ] για ένα ποσό 30.000 ευρώ (FV = 30.000) σε ορίζοντα 15 ετών (n = 15), προκύπτουν τα εξής ακριβή αποτελέσματα:
Με πληθωρισμό 2% (r = 0,02): Η πραγματική αξία των χρημάτων μειώνεται στα 22.290,44 €.
Με πληθωρισμό 3% (r = 0,03): Η αγοραστική δύναμη υποχωρεί στα 19.255,86 €.
Για τη Μελλοντική Αξία (FV): FV = PV × (1 + i/n)^(n × t)
Για την Παρούσα Αξία (PV): PV = FV ÷ (1 + i/n)^(n × t)
όπου
FV: Μελλοντική Αξία (το ποσό που θα έχεις στο μέλλον).
PV: Παρούσα Αξία (το ποσό που έχεις σήμερα).
i: Επιτόκιο (ή το προεξοφλητικό επιτόκιο).
n: Αριθμός περιόδων ανατοκισμού ανά έτος.
t: Αριθμός ετών.
Με πληθωρισμό 2% (r = 0,02): Η πραγματική αξία των χρημάτων μειώνεται στα 22.290,44 €.
Με πληθωρισμό 3% (r = 0,03): Η αγοραστική δύναμη υποχωρεί στα 19.255,86 €.
Βασικός Τύπος Υπολογισμού
Για τη Μελλοντική Αξία (FV): FV = PV × (1 + i/n)^(n × t)
Για την Παρούσα Αξία (PV): PV = FV ÷ (1 + i/n)^(n × t)
όπου
FV: Μελλοντική Αξία (το ποσό που θα έχεις στο μέλλον).
PV: Παρούσα Αξία (το ποσό που έχεις σήμερα).
i: Επιτόκιο (ή το προεξοφλητικό επιτόκιο).
n: Αριθμός περιόδων ανατοκισμού ανά έτος.
t: Αριθμός ετών.
Σημείωση 2, παραγωγικότητα και μισθοί:
Στην Ελλάδα, το ΑΕΠ που αντιστοιχεί σε μία ώρα εργασίας είναι περίπου 24,3 € – στην Ισπανία φτάνει τα 45,71 €, στη Γαλλία τα 65,9 €, στη Γερμανία τα 72,91 € , ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 53,15 €. Στους ίδιους κλάδους, η μέση ωριαία αμοιβή ενός Έλληνα εργαζομένου είναι μόλις 9,3 € – στην Ισπανία είναι 23,6 €, στη Γαλλία 33,7 €, στη Γερμανία 36,1 €, ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 24,9 €.
ΠΗΓΗ:https://analyst.gr/2026/08/31/apo-tin-ipotimisi-tiw-draxmis-sto-koino-evropaiko-nomisma/
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com
ΠΗΓΗ:https://analyst.gr/2026/08/31/apo-tin-ipotimisi-tiw-draxmis-sto-koino-evropaiko-nomisma/
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.