«Ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του παρακμάζοντος μεσαιωνικού πνεύματος, είναι η πρωτοκαθεδρία της όρασης, η οποία μοιάζει να σχετίζεται στενά με την ατροφία της σκέψης.
Οι άνθρωποι σκέφτονταν και εκφράζονταν με οπτικές εικόνες. Και επειδή το πνεύμα εκείνης της εποχής αρκούνταν στην οπτική έννοια, γι’ αυτό έβρισκε ικανοποίηση στην πλαδαρότητα της πρόζας. Για τον ίδιο λόγο άλλωστε αποθέωνε τη ζωγραφική. Η ζωγραφική έκφραση ήταν περισσότερο σύμφωνη με την πνευματική έκφραση εκείνων των καιρών. Γι’ αυτό, τέλος, η ποιότητα της πρόζας το 15ο αιώνα ήταν γενικά ανώτερη από της ποίησης. Η πρόζα, όπως και η ζωγραφική, μπορούσαν να εκφράσουν καλύτερα έναν άμεσο ρεαλισμό, που απαγόρευε στην ποίηση να ανθίσει. (...)
Η ποίηση του 15ου αιώνα δίνει συχνά την εντύπωση, ότι στερείται τελείως νέων ιδεών. Η αδυναμία να βρεθούν καινούργιες εμπνεύσεις είναι γενική. Το μόνο που κάνουν, είναι να ξαναδουλεύουν, να στολίζουν ή να εκσυγχρονίζουν παλιά θέματα. Υπάρχει κάτι σαν νέκρωση της σκέψης. Θα έλεγε κανείς, ότι το πνεύμα ολοκλήρωσε το μεσαιωνικό οικοδόμημα και εξαντλήθηκε, πέφτοντας σε κάποιου είδους νάρκη. Υπάρχει κενό και ξηρασία. Αμφιβολία για τον κόσμο. Γενικευμένη παρακμή. Δυσφορία βασιλεύει παντού. (...)»




























