📚 Η παρουσίαση του βιβλίου του Στέλιου Κούκου, «Περί ελληνικού θέρους και μεταμορφώσεων» (εκδόσεις Μανιφέστο), θα γίνει:
🗓️ Δευτέρα 22 Ιουνίου
⏰ 19:30 - 21:00
📍 «Κόκκινη Κλωστή» (Παπαδιαμαντοπούλου 10, Αμπελόκηποι, Αθήνα)
🗣️ Ομιλητές:
* Κώστας Θεολόγου (καθηγητής ΕΜΠ και ΕΑΠ)
* Κυριάκος Μαργαρίτης (συγγραφέας)
Κείμενα θα διαβάσει η ηθοποιός Γεωργία Κουλαρμάνη.
🗓️ Δευτέρα 22 Ιουνίου
⏰ 19:30 - 21:00
📍 «Κόκκινη Κλωστή» (Παπαδιαμαντοπούλου 10, Αμπελόκηποι, Αθήνα)
🗣️ Ομιλητές:
* Κώστας Θεολόγου (καθηγητής ΕΜΠ και ΕΑΠ)
* Κυριάκος Μαργαρίτης (συγγραφέας)
Κείμενα θα διαβάσει η ηθοποιός Γεωργία Κουλαρμάνη.
από Κώστας Χατζηαντωνίου
Στον κύκλο του χρόνου, είναι βέβαιο πως, κάθε εποχή θα μπορούσε να εμπνεύσει, σε γραφείς με την στοχαστική ευαισθησία του ανθρώπου για το βιβλίο του οποίου μιλούμε, εξαιρετικά κείμενα ψυχικής αγαλλίασης ή διανοητικής οξύτητας που θα έθελγαν τον κατάκοπο αναγνώστη της εποχής μας. Δεν είναι ωστόσο σύμπτωση ότι ο Στέλιος Κούκος, σπάνια περίπτωση δημοσιογράφου σε μια εποχή που αυτή η λέξη ηχεί περίπου υβριστική, επέλεξε να περιστρέφει ξανά και ξανά το ταλέντο του ως χρονογράφου γύρω από το θέρος –και ειδικά το ελληνικό θέρος, που όλοι ξέρουμε πόσο ανυπόφορο ή πόσο συναρπαστικό μπορεί να είναι.
Τα κείμενα ενός τετάρτου σχεδόν αιώνος (2000-2023) που σε αυτόν τον τόμο συμποσούνται, υπενθυμίζουν εξαρχής κάτι το οποίο συχνά μάλλον ξεχνούμε. Το καλοκαίρι είναι το τέλος της χρονιάς, όχι ο χειμώνας. Απαρχή του έτους είναι το φθινόπωρο κι όχι απλώς επειδή το επιβάλλει η εκκλησιαστική αρχή της Ινδίκτου αλλά επειδή έτσι ορίζει ο φυσικός παραγωγικός κύκλος, όπως όλοι, όσοι έχουν έστω και μία αχνή εικόνα της φύσης, γνωρίζουν. Κι όσο και αν μια ατέλειωτη συζήτηση θα μπορούσε να ξεκινήσει για το τι σημαίνει καλός καιρός, η ετυμολογία και η γλώσσα μας κάτι παραπάνω γνωρίζουν που όρισαν αυτή την εποχή του θερισμού ως καλοκαίρι. Μήπως «χαρά Θεού» δεν ονομάζουμε κάθε καλή ημέρα και μη δεν είναι φως και ελπίδα σε κάθε εποχή οι εξώστες της λιακάδας, δόξα ζωής και ψυχικής αγαλλίασης, για να μην πω κάθαρσης και μπούμε από τώρα στα βαθιά; Γιατί η καλοκαιρινή αποθέωση δεν είναι ασύμβατη με την άσκηση ή με την κάθαρση κι όλες οι σημαδούρες του χρόνου κι οι επέτειοι, με κορυφαία αυτή του Δεκαπενταύγουστου και τα ατέλειωτα πανηγύρια, αποδεικνύουν αυτό που γράφει ο Κούκος, πως «το θέρος αποτελεί την μοναδική υπαρκτή ουτοπία, μια υψικάμινο που εξαϋλώνει τα πάντα. Στοιχεία και σύνολα μετατρέπονται σε μια πυρίκαυστο ανάταση, σχεδόν δοξολογία», αλλά και σε αφορμή «για να σβήσει ο καψερός ταξιδευτής του θέρους την εσωτερική του πύρωση, την προσωπική του ψυχική πυροβασία μέσα στον χώρο και τον κόσμο».
Το καλοκαίρι λοιπόν, στην αίσθηση του Στέλιου Κούκου, δεν είναι καν εποχή. Είναι ο χρόνος όπως εμφανίζεται στην ολοκληρωμένη του μορφή, στην κορύφωσή του: «Μεστός καρπών και καύστης των αγρών», που όσο συντελεστής καρποφορίας είναι, άλλο τόσο δεν αφήνει τίποτα να θάλλει. «Ναι, εκεί δοκιμάζεται η ύπαρξή μας πραγματικά: στο λιοπύρι», όπως χαρακτηριστικά γράφει. Ωστόσο η μαγεία του καλοκαιριού είναι αδιαμφισβήτητη: «διαστέλλει την πραγματικότητα ή και τις δυνατότητές μας. Είμαστε έτοιμοι να ανοιχτούμε στα ίδια τα σπλάχνα της χώρας ως ταξιδιώτες, αναζητώντας την αναψυχή, την περιπέτεια, την ψυχαγωγία, τη διασκέδαση, σε ένα δυναμικό γεγονός, σε μια κίνηση ικανή να μας φέρει επί κυματισμών θαλάσσης».
Φυσικά, το μέγα γεγονός του καλοκαιριού είναι τα πανηγύρια του, τα άρρηκτα δεμένα με τα βουνά και τα εξωκλήσια, πολύ περισσότερο από τους μεγάλους καθεδρικούς όπου συνωστίζονται οι ψηφισμένοι επίσημοι. Στην συγκινητική αλυσίδα του Ιουλίου και του Αυγούστου, Αγία Μαρίνα, Προφήτης Ηλίας, Αγία Παρασκευή, Άγιος Παντελεήμων, Μεταμόρφωση, Κοίμηση, Πρόδρομος, Αγία Ζώνη, οι ευφρόσυνες συνάξεις των θερινών μας προορισμών, δεν ορίζουν μόνο μιαν εθιμική επιστροφή αλλά και την νοσταλγία μιας μεταστροφής που αφορά τον νου, την καρδιά, το σώμα, όλη μας την ψυχή. Δεν είναι μονάχα ο οίστρος της ετήσιας συνάντησης αλλά κάποια άκτιστη φλόγα που καίει και μας καθοδηγεί προς μια πυροβασία εσωτερική, «τα εσώτερα αναστενάρια της καρδιάς και του άλλου της», όπως λέει ο Κούκος.
Αυτή η «μείζων σύναξη των αισθήσεων και των παραισθήσεων, η ολοκληρωτική παράδοσή μας στο πάνυ ακριβό και στην γυροβολιά του κύκλου της ζωής και του κόσμου», που συνιστούσε το πανηγύρι, σε ένα «πάνυ ακριβό γύρισμα ως παράφορη και συνεσταλμένη ολοκλήρωση εν εαυτώ και εν τω κόσμῳ», κάποτε μας έκανε όλους όντα υπερρεαλιστικά, σε μια μεταφυσική οθόνη που προδιέγραφε την ακρίβεια, αλλά και την αλήθεια όντων και πραγμάτων, σε μια έκσταση αποκαλυπτική. «Το καλοκαίρι –διαβάζω – μεταμορφωνόμαστε στους εαυτούς μας. Στην δεινή περιπέτεια της ύπαρξης μέσα στην δίνη της ολικής μας ουτοπίας. Όλα και όλοι εμφορούνται του πλήρους καύματος. Τίποτε δεν μας απαγορεύει την πλήρη νοσταλγία της θερινής επιβεβαίωσής μας, έστω και αν αυτή μας οδηγεί και στην πλήρη εξαΰλωση».
Χρησιμοποίησα τις λέξεις συνιστούσε και κάποτε όχι με κάποια διάθεση υπερβάλλουσας απαισιοδοξίας αλλά διότι φοβάμαι πως ο νεοελλαδισμός κατάφερε τα τελευταία χρόνια να αλλοιώσει ακόμη και την πανάρχαια κοινοτική εμπειρία της πανηγύρεως. Υπ’ αυτή την έννοια τα κείμενα του Κούκου αποτελούν πολύτιμο θησαυρό για να θυμόμαστε και τι ήταν τα πανηγύρια. Τούτο ο συγγραφέας το κατάφερε όχι μόνο με το ταλέντο του στον χειρισμό των λέξεων (που όπως οι λέξεις του Παπαδιαμάντη είναι βαθιές, ανεξίτηλες και ανοιχτές τομές, πληγές και συνάμα εύσημα), αλλά με την υπόμνηση πως ο άνθρωπος είναι κάτι περισσότερο από βιολογικό είδος που θέλει να περνάει καλά διασκεδάζοντας. Είναι μέτοχος όχι μόνο οντολογικής ελευθερίας αλλά και οντολογικής αγάπης, που χαίρεται την υλική του υπόσταση αλλά δεν χάνει και το πάθος της υπέρβασης. Κι η υπέρβαση δεν πραγματοποιείται λογικά αλλά κοινοτικά.
Δεν μπορώ να αποφύγω εδώ μια παρέκβαση. Μιλούμε συχνά για την παράδοση. Θρηνούμε για την απουσία ή την απώλεια της και όμως αμέτρητες είναι οι χρήσεις της. Σύλλογοι, χοροί και πανηγύρια, με πρωταγωνιστές και πρωτοχορευτές συχνά υπερήφανους προοδευτικούς και… ριζοσπάστες. Απορούσα πάντοτε για το αναντίστοιχο πολιτικών και κοινωνικών επιλογών. Τελικά δεν υπάρχει αντίφαση. Η παράδοση είναι εν τέλει κάτι πέραν της συντήρησης και της προόδου. Δεν είναι μια ευχάριστη αναστήλωση ούτε θα την σώσει μια ακαθόριστη μικροαστική συμπάθεια που θέλει να καθησυχάσει τις ενοχές της. Η παράδοση δεν κληρονομείται. Κατακτάται εκ νέου. Σημαίνει πως έχεις ιστορική αίσθηση. Όχι απλώς γνώση του παρελθόντος αλλά συνείδηση τι είναι ακόμη παρόν από το παρελθόν. Συνείδηση πως φέρεις εντός σου όσους έφυγαν και με όσα έφυγαν.
Ο Κούκος νομίζω πως τα ξέρει όλα αυτά διότι είναι μεταφυσικός χωρίς να χάνει την επαφή με τον κόσμο. Είναι κοσμικός, χωρίς να λησμονεί πως ο ουρανός θα πει την τελευταία λέξη διακόσμησης. Η μυστική πεζογραφία του δεν κινείται μόνο από την αγωνία του για την ορθή έκφραση αλλά και από το αντίκρισμα του χρόνου ως αγωνίσματος σωτηρίας. Έχει επίγνωση πόσο πολύτιμες είναι οι λέξεις. Γιατί υπάρχουν για να υποστασιοποιούνται τα πρόσωπα χωρίς να αποκόπτονται από τις έννοιες. Έχουν δύναμη επιτελεστική. Και γι’ αυτό η ωραιότητα (στα χρονογραφήματά του εν προκειμένω), είναι οντολογική. Δεν χαρίζεται, όπως η φυσική ομορφιά, θέλεις-δεν θέλεις, αλλά κατακτάται ύστερα από πορεία μέσω βαθιών εμβιώσεων. Προϋποθέτει ωρίμασμα της ύπαρξης και διαύγαση της συνείδησης, ώστε εν τέλει να καταστεί το Ον διαφανές, όσο μια τυπική ελληνική καλοκαιρινή ημέρα. Μόνον έτσι η ωραιότητα επιτελεί την διάσωση της ουσίας μας –ή μάλλον την εύρεσή της– ως εσχάτη πλήρωση και φανέρωση του Όντος, στο μέτρο που μπορούμε να αντιληφθούμε αυτή την φανέρωση μέσα στην ερημιά και την απώλεια του αστικού βίου.
Θηρευτής λοιπόν αυτού του θαύματος και φορέας μιας άλλης ασκητικής, ο συγγραφέας, χωρίς να υποβαθμίζει την σημασία του Ιουνίου ή του Ιουλίου, στέκεται ιδιαίτερα στον Σεβαστό και μακάριο μήνα Αύγουστο που με την κλίμακά του μας ανυψώνει, πριν μας οδηγήσει μετά στην κάθοδο, από το μεγαλείο και την αποθέωση στην εξουθένωση και τον αφανισμό. Αφού μας θυμίσει πως «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης, η πολυαρχία των ανθρώπων επαύσατο», επικεντρώνει τον λόγο του στην μόνη Αγνή, στην πρώτη και έσχατη Κυρία του Αυγούστου.
Νωρίτερα όμως, δεν γίνεται να μην σταθεί μπροστά στο αδιαπέραστο δίχτυ της Μεταμορφώσεως. Της ημέρας που όλα αποκαλύπτονται στο θαβώρειο φως και αναφαίνονται όσα οι άνθρωποι είναι αλλά βλέπουν ως δύνανται. Στην υψίστης συμβολικής αξίας αντιπαραβολή του φωτός της Ανάστασης και της Μεταμόρφωσης και του φωτός της πυρηνικής έκρηξης με το οποίο η ιστορία σφράγισε τον κόσμο στις 6 Αυγούστου 1945, μετά την ύβρη της διάσπασης του ατόμου, μπορούμε κάλλιστα να καταλάβουμε και το φως της γνώσεως και το φως της απογνώσεως: το θαβώρειο φως που καταυγάζει φιλάνθρωπα και πανηγυρικά και το φως που σκορπά τον όλεθρο, το πυρηνικό σκότος. Η μεταμόρφωση από την μια και η παραμόρφωση από την άλλη. Το αΐδιο άυλο θεϊκό φως και το αηδές κτιστό ανθρώπινο φωτοσκότος που επιβουλεύεται την ίδια την ύπαρξη και σύμπασα την δημιουργία. Το «καλόν εστιν ημάς ώδε είναι» από την μια και το «ανυπόφορο να ζεις σ’ αυτόν τον τόπο» από την άλλη.
Όμως η πρόκληση να γίνεις όλος φως («πυρ μη φλέγον την ύλην του σώματος», όπως έλεγε ο Δαμασκηνός), αυτόν τον μήνα της επικράτειας του φωτός και της επιστροφής εις εαυτόν, κορυφώνεται εννέα ημέρες μετά το γεγονός της Μεταμόρφωσης, όπου ο Θεός κρύβεται ακόμη και μέσα στην φανέρωσή Του. Κορυφώνεται στην μοναδική σύγκραση πένθους και χαράς, στην σύνθεση Μεγάλης Παρασκευής και Πάσχα αναστάσιμου σε μία ημέρα. Την ημέρα της Κοίμησης της Παντάνασσας Αυγούστας μετά από μιαν ιλαρή δεκαπενθήμερη περίοδο παρακλήσεων. Σε αυτό το χαρμόλυπο πέρασμα που συνεχίζεται εννιά ημέρες ακόμη, μεθίστανται οι ψυχές στο επέκεινα της μητρικής απώλειας: σε μια πανηγυρίζουσα χώρα χωρίς σύνορα, αποθεώνεται η Μετάσταση Εκείνης που η γη προσέφερε στον ουρανό ως τον πιο ώριμο, μεστό και πλήρη καρπό της. Δι’ αυτής επιτελείται η εισαγωγή μας στον αληθινό χρόνο. Τον χρόνο που έχει πρωτεύουσα το χωριό της Γεθσημανή, δροσερό απάγκιο και σύμβολο της μέσα μας Γεθσημανής καθώς αποχαιρετά την Μαρία.
Αλλά επειδή, πιστεύουμε, όπως κι ο συγγραφέας, στο του Μεγάλου Βασιλείου «τα μεν δόγματα σιωπάται, τα δε κηρύγματα δημοσιεύεται», ας περιοριστούμε εδώ στην υπενθύμιση της ανθρώπινης λαχτάρας που δεν διαχωρίζεται σε πνευματική και σωματική και στην φανέρωση της λάμψης την εποχή που μοιάζει τέλος του χρόνου και του κόσμου, ή έστω σύνορό του, μες στην κορύφωση των καυμάτων και στις έξοχες σκέψεις του Κούκου για τον θερινό μας εαυτό και πώς αυτός ξυπνά μέσα μας μετά από νοσταλγία που κράτησε έναν ολόκληρο χρόνο. Σκέψεις π.χ. που δεν κάνουμε, θεωρώντας τον τζίτζικα σύμβολο ηδονιστικής καλοπέρασης κι όχι όπως ο Κούκος ως λαϊκό ιεροφάντη της δημιουργίας που «με τα αδιάλειπτα τεριρέμ του προβάλλει τη μυθική του αμεριμνησία ως κανόνα της διαρκούς ευωχίας και ανάκτηση της υπαρξιακής μας ησυχαστικής δεινότητας».
Βέβαια δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι ο Κούκος περιφρονεί το άλλο μας σώμα, αυτό της τραγωδίας, που δεν βολεύεται στους καλοκαιρινούς καταλόγους του τουρισμού, των τραγουδιών και των αθλητικών αγώνων, των γευστικών τέρψεων και των γαλήνιων εσπερίδων, των φεστιβάλ και των πανηγυριών. Και για τούτο δεν λείπουν οι αναφορές στις εθνικές συμφορές που μια μυστική αιτία θέλει όλες καλοκαίρι να συμβαίνουν, από την παραλία της Σμύρνης ως το Πεντεμίλι της Κερύνειας.
Εν τέλει είμαστε «προσανάμματα πολλών μικρών καλοκαιριών»; Όσο κι αν μοιάζει απίθανο με τα χρόνια να κυοφορούμε όχι ολόκληρα ηφαίστεια αλλά μήτε καν μικρές πυρκαγιές, το θέρος δεν απαιτεί τόπο αλλά τρόπο – αίφνης, τα κυριακάτικα απογεύματα στου Χαριλάου μια μουσική μπορεί να κάνει και την έρημο να ανθίζει–, και για τούτο το ελληνικό καλοκαίρι είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να εκραγεί. Είναι απρόοπτο, όλα κρέμονται από μία κλωστή. Η καθημερινότητα μπορεί ξαφνικά να γίνει πανηγυρική. Αρκεί να θυμόμαστε πως το καλοκαίρι πρέπει να το δούμε ως τάιμ ιν και όχι ως τάιμ άουτ. Διότι αυτό είναι ο πραγματικός χρόνος του βίου. Η παράδοση ως φωτιά και όχι ως στάχτη που σκορπίζεται στον αέρα τάχα ως τελετή παράδοσης- παραλαβής.
Κλείνοντας θέλω να πω μια σκέψη μου, με κάθε κίνδυνο αστοχίας: ο καλοκαιρινός μας πολιτισμός είναι ένας θεομητορικός πολιτισμός και ως τέτοιος αποτελεί την καρδιά του ελληνικού κόσμου. Ο ελληνισμός είναι ζυμωμένος με τον Δεκαπενταύγουστο με τρόπους που δεν μπορούμε να συλλάβουμε. Η Μεγάλη Μητέρα της Μεσογείου, από την Κυβέλη και την Αθηνά ως την ταπεινή Μαρία της Παλαιστίνης, με άπειρες εικόνες και ιστορίες, δεξιοτεχνικές ή αυτοσχέδιες λαϊκές, που φέρνουν στην ζωή μας ένα ανεπανάληπτο, διαρκές και απαραίτητο πρόσωπο. Κάποτε μέσα στην ποδιά και στην μαντήλα της κατοικούσε ο κόσμος ως αίσθηση παιδικής ασφάλειας και εφηβικής αφέλειας. Όλα γίνονταν απλά, τίμια, ακίβδηλα, ακόμη και μέσα στα λάθη ή τα εγκλήματά μας. Κι αυτή η Πρώτη, η χαριτωμένη μες στους αιώνες, με έναν πολιτισμό που της έφτιαχνε ύμνους, εικόνες, εκκλησίες, μοναστήρια κι άβατες πολιτείες, μοσχοβολούσε με την αγκαλιά της και θαυματουργούσε στους προστρέχοντες. Τώρα πια δεν υπάρχουν ποδιές και μαντήλες κι όσο για τα πανηγύρια ας μην το συζητούμε καλύτερα. «Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε» έγραφε ο Σεφέρης. Τώρα στήνουμε θέρετρα για να χαθούμε.
Ας μη μεμψιμοιρούμε άλλο όμως. Όσο υπάρχουν χαρακτήρες όπως ο συγγραφέας και ο εκδότης του, έχουμε κάποιαν ελπίδα ότι μπορεί να υπάρχει ελπίδα μεταμόρφωσης και έρωτες θερινοί και θεριστικοί, δηλαδή ολόχρονοι. Κάπως έτσι, όπως ο συγγραφέας με έπεισε να μην πω ξανά την ευχή «Καλό χειμώνα», μπορεί και να πείσει τον αναγνώστη όχι μόνο να νοσταλγήσει άλλες, καλοκαιρινές πολιτείες αλλά να ζήσει και σαν καλοκαιρινός θεριστής και παραθεριστής ακόμη και μέσα στα καύματα του χειμώνα, αναμένοντας πάντα θέρος θερινό – πάει να πει καλοκαίρι καλοκαιρινό της αιώνιας, της όγδοης ημέρας. Ας είναι ένας χαιρετισμός τούτος, στο καλοκαίρι που έρχεται, εν αναμονή, βεβαίως, του αυθεντικού και ανεξίτηλου.
Όσο για τον συγγραφέα, τον φίλο Στέλιο Κούκο, χάρη στον οποίο γνώρισα και τον ξακουστό Κουφογιάγκο με το Λάλησε κούκε μ’ λάλησε, εύχομαι να λαλεί, να γράφει και να χαίρεται πολλά- πολλά καλοκαίρια.
ΠΗΓΗ:https://antifono.gr/stelios-koukos-peri-ellinikou-therous-kai-metamorfoseon/?fbclid=IwdGRjcASgVihjbGNrBKBVXGV4dG4DYWVtAjExAHNydGMGYXBwX2lkDDM1MDY4NTUzMTcyOAABHjvSWokaxLpevbpiMFXyuMQoc0AohkxOZ239w6cWiovbatqNKbugCcBbRaH8_aem_aqtrGcTBPsBLwlBul1OvLA
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com
Τα κείμενα ενός τετάρτου σχεδόν αιώνος (2000-2023) που σε αυτόν τον τόμο συμποσούνται, υπενθυμίζουν εξαρχής κάτι το οποίο συχνά μάλλον ξεχνούμε. Το καλοκαίρι είναι το τέλος της χρονιάς, όχι ο χειμώνας. Απαρχή του έτους είναι το φθινόπωρο κι όχι απλώς επειδή το επιβάλλει η εκκλησιαστική αρχή της Ινδίκτου αλλά επειδή έτσι ορίζει ο φυσικός παραγωγικός κύκλος, όπως όλοι, όσοι έχουν έστω και μία αχνή εικόνα της φύσης, γνωρίζουν. Κι όσο και αν μια ατέλειωτη συζήτηση θα μπορούσε να ξεκινήσει για το τι σημαίνει καλός καιρός, η ετυμολογία και η γλώσσα μας κάτι παραπάνω γνωρίζουν που όρισαν αυτή την εποχή του θερισμού ως καλοκαίρι. Μήπως «χαρά Θεού» δεν ονομάζουμε κάθε καλή ημέρα και μη δεν είναι φως και ελπίδα σε κάθε εποχή οι εξώστες της λιακάδας, δόξα ζωής και ψυχικής αγαλλίασης, για να μην πω κάθαρσης και μπούμε από τώρα στα βαθιά; Γιατί η καλοκαιρινή αποθέωση δεν είναι ασύμβατη με την άσκηση ή με την κάθαρση κι όλες οι σημαδούρες του χρόνου κι οι επέτειοι, με κορυφαία αυτή του Δεκαπενταύγουστου και τα ατέλειωτα πανηγύρια, αποδεικνύουν αυτό που γράφει ο Κούκος, πως «το θέρος αποτελεί την μοναδική υπαρκτή ουτοπία, μια υψικάμινο που εξαϋλώνει τα πάντα. Στοιχεία και σύνολα μετατρέπονται σε μια πυρίκαυστο ανάταση, σχεδόν δοξολογία», αλλά και σε αφορμή «για να σβήσει ο καψερός ταξιδευτής του θέρους την εσωτερική του πύρωση, την προσωπική του ψυχική πυροβασία μέσα στον χώρο και τον κόσμο».
Το καλοκαίρι λοιπόν, στην αίσθηση του Στέλιου Κούκου, δεν είναι καν εποχή. Είναι ο χρόνος όπως εμφανίζεται στην ολοκληρωμένη του μορφή, στην κορύφωσή του: «Μεστός καρπών και καύστης των αγρών», που όσο συντελεστής καρποφορίας είναι, άλλο τόσο δεν αφήνει τίποτα να θάλλει. «Ναι, εκεί δοκιμάζεται η ύπαρξή μας πραγματικά: στο λιοπύρι», όπως χαρακτηριστικά γράφει. Ωστόσο η μαγεία του καλοκαιριού είναι αδιαμφισβήτητη: «διαστέλλει την πραγματικότητα ή και τις δυνατότητές μας. Είμαστε έτοιμοι να ανοιχτούμε στα ίδια τα σπλάχνα της χώρας ως ταξιδιώτες, αναζητώντας την αναψυχή, την περιπέτεια, την ψυχαγωγία, τη διασκέδαση, σε ένα δυναμικό γεγονός, σε μια κίνηση ικανή να μας φέρει επί κυματισμών θαλάσσης».
Φυσικά, το μέγα γεγονός του καλοκαιριού είναι τα πανηγύρια του, τα άρρηκτα δεμένα με τα βουνά και τα εξωκλήσια, πολύ περισσότερο από τους μεγάλους καθεδρικούς όπου συνωστίζονται οι ψηφισμένοι επίσημοι. Στην συγκινητική αλυσίδα του Ιουλίου και του Αυγούστου, Αγία Μαρίνα, Προφήτης Ηλίας, Αγία Παρασκευή, Άγιος Παντελεήμων, Μεταμόρφωση, Κοίμηση, Πρόδρομος, Αγία Ζώνη, οι ευφρόσυνες συνάξεις των θερινών μας προορισμών, δεν ορίζουν μόνο μιαν εθιμική επιστροφή αλλά και την νοσταλγία μιας μεταστροφής που αφορά τον νου, την καρδιά, το σώμα, όλη μας την ψυχή. Δεν είναι μονάχα ο οίστρος της ετήσιας συνάντησης αλλά κάποια άκτιστη φλόγα που καίει και μας καθοδηγεί προς μια πυροβασία εσωτερική, «τα εσώτερα αναστενάρια της καρδιάς και του άλλου της», όπως λέει ο Κούκος.
Αυτή η «μείζων σύναξη των αισθήσεων και των παραισθήσεων, η ολοκληρωτική παράδοσή μας στο πάνυ ακριβό και στην γυροβολιά του κύκλου της ζωής και του κόσμου», που συνιστούσε το πανηγύρι, σε ένα «πάνυ ακριβό γύρισμα ως παράφορη και συνεσταλμένη ολοκλήρωση εν εαυτώ και εν τω κόσμῳ», κάποτε μας έκανε όλους όντα υπερρεαλιστικά, σε μια μεταφυσική οθόνη που προδιέγραφε την ακρίβεια, αλλά και την αλήθεια όντων και πραγμάτων, σε μια έκσταση αποκαλυπτική. «Το καλοκαίρι –διαβάζω – μεταμορφωνόμαστε στους εαυτούς μας. Στην δεινή περιπέτεια της ύπαρξης μέσα στην δίνη της ολικής μας ουτοπίας. Όλα και όλοι εμφορούνται του πλήρους καύματος. Τίποτε δεν μας απαγορεύει την πλήρη νοσταλγία της θερινής επιβεβαίωσής μας, έστω και αν αυτή μας οδηγεί και στην πλήρη εξαΰλωση».
Χρησιμοποίησα τις λέξεις συνιστούσε και κάποτε όχι με κάποια διάθεση υπερβάλλουσας απαισιοδοξίας αλλά διότι φοβάμαι πως ο νεοελλαδισμός κατάφερε τα τελευταία χρόνια να αλλοιώσει ακόμη και την πανάρχαια κοινοτική εμπειρία της πανηγύρεως. Υπ’ αυτή την έννοια τα κείμενα του Κούκου αποτελούν πολύτιμο θησαυρό για να θυμόμαστε και τι ήταν τα πανηγύρια. Τούτο ο συγγραφέας το κατάφερε όχι μόνο με το ταλέντο του στον χειρισμό των λέξεων (που όπως οι λέξεις του Παπαδιαμάντη είναι βαθιές, ανεξίτηλες και ανοιχτές τομές, πληγές και συνάμα εύσημα), αλλά με την υπόμνηση πως ο άνθρωπος είναι κάτι περισσότερο από βιολογικό είδος που θέλει να περνάει καλά διασκεδάζοντας. Είναι μέτοχος όχι μόνο οντολογικής ελευθερίας αλλά και οντολογικής αγάπης, που χαίρεται την υλική του υπόσταση αλλά δεν χάνει και το πάθος της υπέρβασης. Κι η υπέρβαση δεν πραγματοποιείται λογικά αλλά κοινοτικά.
Δεν μπορώ να αποφύγω εδώ μια παρέκβαση. Μιλούμε συχνά για την παράδοση. Θρηνούμε για την απουσία ή την απώλεια της και όμως αμέτρητες είναι οι χρήσεις της. Σύλλογοι, χοροί και πανηγύρια, με πρωταγωνιστές και πρωτοχορευτές συχνά υπερήφανους προοδευτικούς και… ριζοσπάστες. Απορούσα πάντοτε για το αναντίστοιχο πολιτικών και κοινωνικών επιλογών. Τελικά δεν υπάρχει αντίφαση. Η παράδοση είναι εν τέλει κάτι πέραν της συντήρησης και της προόδου. Δεν είναι μια ευχάριστη αναστήλωση ούτε θα την σώσει μια ακαθόριστη μικροαστική συμπάθεια που θέλει να καθησυχάσει τις ενοχές της. Η παράδοση δεν κληρονομείται. Κατακτάται εκ νέου. Σημαίνει πως έχεις ιστορική αίσθηση. Όχι απλώς γνώση του παρελθόντος αλλά συνείδηση τι είναι ακόμη παρόν από το παρελθόν. Συνείδηση πως φέρεις εντός σου όσους έφυγαν και με όσα έφυγαν.
Ο Κούκος νομίζω πως τα ξέρει όλα αυτά διότι είναι μεταφυσικός χωρίς να χάνει την επαφή με τον κόσμο. Είναι κοσμικός, χωρίς να λησμονεί πως ο ουρανός θα πει την τελευταία λέξη διακόσμησης. Η μυστική πεζογραφία του δεν κινείται μόνο από την αγωνία του για την ορθή έκφραση αλλά και από το αντίκρισμα του χρόνου ως αγωνίσματος σωτηρίας. Έχει επίγνωση πόσο πολύτιμες είναι οι λέξεις. Γιατί υπάρχουν για να υποστασιοποιούνται τα πρόσωπα χωρίς να αποκόπτονται από τις έννοιες. Έχουν δύναμη επιτελεστική. Και γι’ αυτό η ωραιότητα (στα χρονογραφήματά του εν προκειμένω), είναι οντολογική. Δεν χαρίζεται, όπως η φυσική ομορφιά, θέλεις-δεν θέλεις, αλλά κατακτάται ύστερα από πορεία μέσω βαθιών εμβιώσεων. Προϋποθέτει ωρίμασμα της ύπαρξης και διαύγαση της συνείδησης, ώστε εν τέλει να καταστεί το Ον διαφανές, όσο μια τυπική ελληνική καλοκαιρινή ημέρα. Μόνον έτσι η ωραιότητα επιτελεί την διάσωση της ουσίας μας –ή μάλλον την εύρεσή της– ως εσχάτη πλήρωση και φανέρωση του Όντος, στο μέτρο που μπορούμε να αντιληφθούμε αυτή την φανέρωση μέσα στην ερημιά και την απώλεια του αστικού βίου.
Θηρευτής λοιπόν αυτού του θαύματος και φορέας μιας άλλης ασκητικής, ο συγγραφέας, χωρίς να υποβαθμίζει την σημασία του Ιουνίου ή του Ιουλίου, στέκεται ιδιαίτερα στον Σεβαστό και μακάριο μήνα Αύγουστο που με την κλίμακά του μας ανυψώνει, πριν μας οδηγήσει μετά στην κάθοδο, από το μεγαλείο και την αποθέωση στην εξουθένωση και τον αφανισμό. Αφού μας θυμίσει πως «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης, η πολυαρχία των ανθρώπων επαύσατο», επικεντρώνει τον λόγο του στην μόνη Αγνή, στην πρώτη και έσχατη Κυρία του Αυγούστου.
Νωρίτερα όμως, δεν γίνεται να μην σταθεί μπροστά στο αδιαπέραστο δίχτυ της Μεταμορφώσεως. Της ημέρας που όλα αποκαλύπτονται στο θαβώρειο φως και αναφαίνονται όσα οι άνθρωποι είναι αλλά βλέπουν ως δύνανται. Στην υψίστης συμβολικής αξίας αντιπαραβολή του φωτός της Ανάστασης και της Μεταμόρφωσης και του φωτός της πυρηνικής έκρηξης με το οποίο η ιστορία σφράγισε τον κόσμο στις 6 Αυγούστου 1945, μετά την ύβρη της διάσπασης του ατόμου, μπορούμε κάλλιστα να καταλάβουμε και το φως της γνώσεως και το φως της απογνώσεως: το θαβώρειο φως που καταυγάζει φιλάνθρωπα και πανηγυρικά και το φως που σκορπά τον όλεθρο, το πυρηνικό σκότος. Η μεταμόρφωση από την μια και η παραμόρφωση από την άλλη. Το αΐδιο άυλο θεϊκό φως και το αηδές κτιστό ανθρώπινο φωτοσκότος που επιβουλεύεται την ίδια την ύπαρξη και σύμπασα την δημιουργία. Το «καλόν εστιν ημάς ώδε είναι» από την μια και το «ανυπόφορο να ζεις σ’ αυτόν τον τόπο» από την άλλη.
Όμως η πρόκληση να γίνεις όλος φως («πυρ μη φλέγον την ύλην του σώματος», όπως έλεγε ο Δαμασκηνός), αυτόν τον μήνα της επικράτειας του φωτός και της επιστροφής εις εαυτόν, κορυφώνεται εννέα ημέρες μετά το γεγονός της Μεταμόρφωσης, όπου ο Θεός κρύβεται ακόμη και μέσα στην φανέρωσή Του. Κορυφώνεται στην μοναδική σύγκραση πένθους και χαράς, στην σύνθεση Μεγάλης Παρασκευής και Πάσχα αναστάσιμου σε μία ημέρα. Την ημέρα της Κοίμησης της Παντάνασσας Αυγούστας μετά από μιαν ιλαρή δεκαπενθήμερη περίοδο παρακλήσεων. Σε αυτό το χαρμόλυπο πέρασμα που συνεχίζεται εννιά ημέρες ακόμη, μεθίστανται οι ψυχές στο επέκεινα της μητρικής απώλειας: σε μια πανηγυρίζουσα χώρα χωρίς σύνορα, αποθεώνεται η Μετάσταση Εκείνης που η γη προσέφερε στον ουρανό ως τον πιο ώριμο, μεστό και πλήρη καρπό της. Δι’ αυτής επιτελείται η εισαγωγή μας στον αληθινό χρόνο. Τον χρόνο που έχει πρωτεύουσα το χωριό της Γεθσημανή, δροσερό απάγκιο και σύμβολο της μέσα μας Γεθσημανής καθώς αποχαιρετά την Μαρία.
Αλλά επειδή, πιστεύουμε, όπως κι ο συγγραφέας, στο του Μεγάλου Βασιλείου «τα μεν δόγματα σιωπάται, τα δε κηρύγματα δημοσιεύεται», ας περιοριστούμε εδώ στην υπενθύμιση της ανθρώπινης λαχτάρας που δεν διαχωρίζεται σε πνευματική και σωματική και στην φανέρωση της λάμψης την εποχή που μοιάζει τέλος του χρόνου και του κόσμου, ή έστω σύνορό του, μες στην κορύφωση των καυμάτων και στις έξοχες σκέψεις του Κούκου για τον θερινό μας εαυτό και πώς αυτός ξυπνά μέσα μας μετά από νοσταλγία που κράτησε έναν ολόκληρο χρόνο. Σκέψεις π.χ. που δεν κάνουμε, θεωρώντας τον τζίτζικα σύμβολο ηδονιστικής καλοπέρασης κι όχι όπως ο Κούκος ως λαϊκό ιεροφάντη της δημιουργίας που «με τα αδιάλειπτα τεριρέμ του προβάλλει τη μυθική του αμεριμνησία ως κανόνα της διαρκούς ευωχίας και ανάκτηση της υπαρξιακής μας ησυχαστικής δεινότητας».
Βέβαια δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι ο Κούκος περιφρονεί το άλλο μας σώμα, αυτό της τραγωδίας, που δεν βολεύεται στους καλοκαιρινούς καταλόγους του τουρισμού, των τραγουδιών και των αθλητικών αγώνων, των γευστικών τέρψεων και των γαλήνιων εσπερίδων, των φεστιβάλ και των πανηγυριών. Και για τούτο δεν λείπουν οι αναφορές στις εθνικές συμφορές που μια μυστική αιτία θέλει όλες καλοκαίρι να συμβαίνουν, από την παραλία της Σμύρνης ως το Πεντεμίλι της Κερύνειας.
Εν τέλει είμαστε «προσανάμματα πολλών μικρών καλοκαιριών»; Όσο κι αν μοιάζει απίθανο με τα χρόνια να κυοφορούμε όχι ολόκληρα ηφαίστεια αλλά μήτε καν μικρές πυρκαγιές, το θέρος δεν απαιτεί τόπο αλλά τρόπο – αίφνης, τα κυριακάτικα απογεύματα στου Χαριλάου μια μουσική μπορεί να κάνει και την έρημο να ανθίζει–, και για τούτο το ελληνικό καλοκαίρι είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να εκραγεί. Είναι απρόοπτο, όλα κρέμονται από μία κλωστή. Η καθημερινότητα μπορεί ξαφνικά να γίνει πανηγυρική. Αρκεί να θυμόμαστε πως το καλοκαίρι πρέπει να το δούμε ως τάιμ ιν και όχι ως τάιμ άουτ. Διότι αυτό είναι ο πραγματικός χρόνος του βίου. Η παράδοση ως φωτιά και όχι ως στάχτη που σκορπίζεται στον αέρα τάχα ως τελετή παράδοσης- παραλαβής.
Κλείνοντας θέλω να πω μια σκέψη μου, με κάθε κίνδυνο αστοχίας: ο καλοκαιρινός μας πολιτισμός είναι ένας θεομητορικός πολιτισμός και ως τέτοιος αποτελεί την καρδιά του ελληνικού κόσμου. Ο ελληνισμός είναι ζυμωμένος με τον Δεκαπενταύγουστο με τρόπους που δεν μπορούμε να συλλάβουμε. Η Μεγάλη Μητέρα της Μεσογείου, από την Κυβέλη και την Αθηνά ως την ταπεινή Μαρία της Παλαιστίνης, με άπειρες εικόνες και ιστορίες, δεξιοτεχνικές ή αυτοσχέδιες λαϊκές, που φέρνουν στην ζωή μας ένα ανεπανάληπτο, διαρκές και απαραίτητο πρόσωπο. Κάποτε μέσα στην ποδιά και στην μαντήλα της κατοικούσε ο κόσμος ως αίσθηση παιδικής ασφάλειας και εφηβικής αφέλειας. Όλα γίνονταν απλά, τίμια, ακίβδηλα, ακόμη και μέσα στα λάθη ή τα εγκλήματά μας. Κι αυτή η Πρώτη, η χαριτωμένη μες στους αιώνες, με έναν πολιτισμό που της έφτιαχνε ύμνους, εικόνες, εκκλησίες, μοναστήρια κι άβατες πολιτείες, μοσχοβολούσε με την αγκαλιά της και θαυματουργούσε στους προστρέχοντες. Τώρα πια δεν υπάρχουν ποδιές και μαντήλες κι όσο για τα πανηγύρια ας μην το συζητούμε καλύτερα. «Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε» έγραφε ο Σεφέρης. Τώρα στήνουμε θέρετρα για να χαθούμε.
Ας μη μεμψιμοιρούμε άλλο όμως. Όσο υπάρχουν χαρακτήρες όπως ο συγγραφέας και ο εκδότης του, έχουμε κάποιαν ελπίδα ότι μπορεί να υπάρχει ελπίδα μεταμόρφωσης και έρωτες θερινοί και θεριστικοί, δηλαδή ολόχρονοι. Κάπως έτσι, όπως ο συγγραφέας με έπεισε να μην πω ξανά την ευχή «Καλό χειμώνα», μπορεί και να πείσει τον αναγνώστη όχι μόνο να νοσταλγήσει άλλες, καλοκαιρινές πολιτείες αλλά να ζήσει και σαν καλοκαιρινός θεριστής και παραθεριστής ακόμη και μέσα στα καύματα του χειμώνα, αναμένοντας πάντα θέρος θερινό – πάει να πει καλοκαίρι καλοκαιρινό της αιώνιας, της όγδοης ημέρας. Ας είναι ένας χαιρετισμός τούτος, στο καλοκαίρι που έρχεται, εν αναμονή, βεβαίως, του αυθεντικού και ανεξίτηλου.
Όσο για τον συγγραφέα, τον φίλο Στέλιο Κούκο, χάρη στον οποίο γνώρισα και τον ξακουστό Κουφογιάγκο με το Λάλησε κούκε μ’ λάλησε, εύχομαι να λαλεί, να γράφει και να χαίρεται πολλά- πολλά καλοκαίρια.
ΠΗΓΗ:https://antifono.gr/stelios-koukos-peri-ellinikou-therous-kai-metamorfoseon/?fbclid=IwdGRjcASgVihjbGNrBKBVXGV4dG4DYWVtAjExAHNydGMGYXBwX2lkDDM1MDY4NTUzMTcyOAABHjvSWokaxLpevbpiMFXyuMQoc0AohkxOZ239w6cWiovbatqNKbugCcBbRaH8_aem_aqtrGcTBPsBLwlBul1OvLA
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.