Δημήτρης Αναστασίου
Η Ίνες Σβέρντνερ (Ines Schwerdtner) και η Σάρα Βάγκενκνεχτ (Sahra Wagenknecht) εκπροσωπούν σήμερα δύο ανταγωνιστικές γραμμές της γερμανικής Αριστεράς. Η 37χρονη Σβέρντνερ ηγείται της Αριστεράς (Die Linke) και συνδέεται με την εντυπωσιακή ανάκαμψή της μετά τη διάσπαση του 2023.
Η Βάγκενκνεχτ, έπειτα από τρεις δεκαετίες στην κομμουνιστική και μετακομμουνιστική Αριστερά, αποχώρησε το 2023 και ίδρυσε τη Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW), συνδυάζοντας αριστερή οικονομική πολιτική και αντιμιλιταρισμό με συντηρητικότερες θέσεις, κυρίως στο μεταναστευτικό και στην πολιτική ταυτότητας.
Οι πολιτικές τους διαδρομές είναι πολύ διαφορετικές. Η Βάγκενκνεχτ προέρχεται από την ανατολικογερμανική Αριστερά: εντάχθηκε το 1989 στο SED της ΓΛΔ, πέρασε στο PDS, έγινε κεντρική φυσιογνωμία της Κομμουνιστικής Πλατφόρμας και αργότερα συμπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας της Die Linke.
Η Σβέρντνερ ανήκει σε διαφορετική πολιτική γενιά. Γεννημένη το 1989, προέρχεται από τον χώρο της νέας σοσιαλιστικής διανόησης και των κοινωνικών κινημάτων. Τον Μάιο του 2020 ήταν μεταξύ των ιδρυτών του γερμανικού Jacobin και έγινε η πρώτη αρχισυντάκτριά του, έως τον Ιούλιο του 2023. Μετά πέρασε στην ενεργό κομματική πολιτική.
Μέχρι το καλοκαίρι του 2023 η Σβέρντνερ δεν ήταν καν μέλος της Die Linke. Ως αρχισυντάκτρια όμως του Jacobin παρακολουθούσε τις συγκρούσεις του κόμματος και συμμετείχε στη συζήτηση για την κρίση της γερμανικής Αριστεράς. Σε ορισμένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της περιόδου 2020–23 βρισκόταν πολύ πιο κοντά στην προβληματική της Βάγκενκνεχτ απ' όσο υποδηλώνει η σημερινή τους αντιπαράθεση: ταξική πολιτική, ανάκτηση εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, κριτική μιας πολιτικής επικεντρωμένης στα μορφωμένα μητροπολιτικά στρώματα και αντίθεση στη στρατιωτική κλιμάκωση στην Ουκρανία.
Η μεγάλη διαφορά βρισκόταν αλλού: τι είδους ταξική Αριστερά θα προέκυπτε από αυτή την κριτική;
Το 2023 οι δύο πορείες διασταυρώθηκαν σχεδόν συμβολικά. Τον Ιούλιο η Σβέρντνερ αποχώρησε από την αρχισυνταξία του Jacobin. Στις 25 Αυγούστου μπήκε για πρώτη φορά στη Die Linke. Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Οκτώβριο, η Βάγκενκνεχτ ανακοίνωσε την αποχώρησή της και άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία του BSW.
Η μία έμπαινε στη Die Linke ακριβώς τη στιγμή που η άλλη έβγαινε.
Από τότε η απόσταση μεγάλωσε. Η Σβέρντνερ ανέλαβε τη συμπροεδρία της Die Linke το 2024 και επιχείρησε να ανασυγκροτήσει το κόμμα γύρω από ενοίκια, μισθούς, κόστος ζωής, συνδικάτα και κοινωνική αναδιανομή. Η Βάγκενκνεχτ οικοδόμησε το BSW ως διαφορετική απάντηση στην ίδια κρίση εκπροσώπησης. Οι αντιθέσεις τους έγιναν πλέον ανοιχτές: από τη μετανάστευση και την κοινωνική πολιτική μέχρι την ερμηνεία του πολέμου στην Ουκρανία και τη στάση απέναντι στη Ρωσία.
Παράλληλα, παραμένουν αξιοσημείωτες συγκλίσεις: αντίθεση στον γερμανικό επανεξοπλισμό, στην «πολεμική οικονομία», στην υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και στις παραδόσεις γερμανικών όπλων στην Ουκρανία.
Στο Παλαιστινιακό, η Σβέρντνερ και το BSW χρησιμοποιούν πλέον τον όρο «γενοκτονία» για τη Γάζα και ζητούν ισχυρότερη πίεση προς την ισραηλινή κυβέρνηση. Η γραμμή αυτή δεν εξαλείφει τις εσωτερικές αποχρώσεις στη Die Linke: η Ελίφ Εράλπ (Elif Eralp), όπως και άλλα στελέχη της Die Linke, αποφεύγει τον όρο «γενοκτονία», επιμένοντας περισσότερο στον συνδυασμό παλαιστινιακής αυτοδιάθεσης, δικαιώματος ύπαρξης του Ισραήλ και καταπολέμησης του αντισημιτισμού.
Η ένταση αυτή έχει αποτελέσει μία από τις σοβαρότερες εσωτερικές διαφωνίες της νέας Die Linke, μέσα σε ένα ασφυκτικό γερμανικό δημόσιο κλίμα γύρω από το Παλαιστινιακό, όπου το ιστορικό βάρος του Ολοκαυτώματος και η γερμανική «κρατική ευθύνη» απέναντι στην ασφάλεια του Ισραήλ ασκούν ιδιαίτερα ισχυρή πίεση.
Η σχέση Σβέρντνερ–Βάγκενκνεχτ έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μια απλή προσωπική ή κομματική αντιπαλότητα. Είναι η ιστορία δύο διαφορετικών απαντήσεων σε ένα εν μέρει κοινό ερώτημα: γιατί η Αριστερά έχασε την εργατική και λαϊκή της βάση και πώς μπορεί να την ξανακερδίσει; Μια σύντομη ιστορική αναδρομή δείχνει πώς οι δρόμοι τους αρχικά πλησίασαν — και τελικά χώρισαν.
1. 2020–2021: ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΕΡΩΤΗΜΑ — ΠΟΥ ΠΗΓΕ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ;
Το αρχικό σημείο σύγκλισης των δύο ήταν η ταξική πολιτική. Η Σβέρντνερ ασκούσε κριτική σε μια Αριστερά που, κατά την άποψή της, είχε απομακρυνθεί από τις υλικές συγκρούσεις — μισθούς, εργασία, ενοίκια, κοινωνικό κράτος — και είχε επικεντρωθεί υπερβολικά στις πολιτισμικές ευαισθησίες μορφωμένων μητροπολιτικών στρωμάτων.
Ήταν μια διάγνωση με εμφανείς συγγένειες με εκείνη που ανέπτυσσε η Βάγκενκνεχτ στο βιβλίο της Οι Αυτάρεσκοι (Die Selbstgerechten, 2021). Εκεί επιτίθεται σε αυτό που ονομάζει «Lifestyle-Linke» («Αριστερά του lifestyle»): μια μορφωμένη, αστική και κοσμοπολίτικη Αριστερά που, κατά τη Βάγκενκνεχτ, αντικατέστησε την κοινωνική σύγκρουση γύρω από τάξη, μισθούς και ανισότητα με ζητήματα ταυτότητας, γλώσσας και τρόπου ζωής. Απέναντί της προτείνει μια «αριστερά-συντηρητική» πολιτική: οικονομική αναδιανομή και ισχυρό κοινωνικό κράτος, αλλά έμφαση στην κοινωνική συνοχή, την κοινότητα και την ασφάλεια. Το βιβλίο προκάλεσε μεγάλη σύγκρουση μέσα στη Die Linke και ακόμη και αιτήματα διαγραφής της Βάγκενκνεχτ.
Η Σβέρντνερ συμμεριζόταν σημαντικό μέρος της διάγνωσης — ότι η Αριστερά είχε χάσει μεγάλο μέρος της εργατικής και λαϊκής της βάσης — αλλά όχι τη λύση. Δεν θεωρούσε ότι η επιστροφή στην τάξη απαιτούσε ρήξη με τα κοινωνικά κινήματα ή εγκατάλειψη των κοινωνικά προοδευτικών θέσεων.
2. 2022: ΤΡΙΑ ΜΠΛΟΚ ΚΑΙ Η «ΛΑΪΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ»
Στο άρθρο της «Συνέδριο χωρίς έκρηξη», μετά το συνέδριο της Ερφούρτης τον Ιούνιο του 2022, η Σβέρντνερ περιέγραφε τη Die Linke ως χωρισμένη περίπου σε τρία ισοδύναμα μπλοκ: την Αριστερά των κινημάτων (Bewegungslinke), τη λαϊκή Αριστερά (populäre Linke) και τους δεξιούς μεταρρυθμιστές (Reformer).
Η Αριστερά των κινημάτων, με στελέχη όπως η Γιάνινε Βίσλερ (Janine Wissler), συνέδεε την αντικαπιταλιστική πολιτική με τα συνδικάτα, τον φεμινισμό, τον αντιρατσισμό και τα νέα κοινωνικά κινήματα. Οι δεξιοί μεταρρυθμιστές, με χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες τον Μπόντο Ράμελο (Bodo Ramelow) και τον Ντίτμαρ Μπαρτς (Dietmar Bartsch) ήταν πιο ανοιχτοί σε κυβερνητικές συνεργασίες με το SPD και τους Πράσινους. Η λαϊκή Αριστερά βρισκόταν κοντά στη Βάγκενκνεχτ, χωρίς όμως, όπως τόνιζε η Σβέρντνερ, να ανάγεται απλώς στο πρόσωπό της. Τη χαρακτήριζε ως στρατηγική αριστερού λαϊκισμού, με ταξική και αντινεοφιλελεύθερη κατεύθυνση αλλά, σε ορισμένες εκδοχές της, κοινωνικά συντηρητικά στοιχεία. Η Σβέρντνερ θεωρούσε αναγκαία τόσο την προσέγγιση των μη ψηφοφόρων όσο και μια Αριστερά που θα όξυνε καθαρότερα την κοινωνική και ταξική σύγκρουση.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2022, στο άρθρο «Πότε θα έρθει η στιγμή;» (Wann ist es soweit?), επανερχόταν στα ίδια «τρία μπλοκ εξουσίας» (drei Machtblöcke) — λαϊκή Αριστερά, μεταρρυθμιστές και Αριστερά των κινημάτων, αλλά πλέον μέσα σε ένα κόμμα που θεωρούσε ότι βρισκόταν σε διαδικασία αποσύνθεσης. Εκεί αντιμετώπιζε ανοιχτά και το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος από τη Βάγκενκνεχτ.
Η Σβέρντνερ του 2022 δεν αντιμετώπιζε λοιπόν τη Βάγκενκνεχτ ως ξένο σώμα της Αριστεράς. Έβλεπε στη γραμμή της υπαρκτά προβλήματα: απώλεια εργατικών ψηφοφόρων, αποχή και ανάγκη επιστροφής στην ταξική σύγκρουση. Η διαφορά ήταν αν η ταξική πολιτική θα συνδυαζόταν ή θα συγκρουόταν με τον κοινωνικό προοδευτισμό.
3. 2022–ΑΡΧΕΣ 2023: ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗΣ ΕΓΓΥΤΗΤΑΣ
Στα τέλη του 2022 η Σβέρντνερ αναγνώριζε ότι ακόμη και το προηγούμενο εγχείρημα της Βάγκενκνεχτ, το Ξεσηκωθείτε (Aufstehen), είχε θέσει ένα πραγματικό πρόβλημα: πώς θα ξαναμιλήσει η Αριστερά στους κοινωνικά αποκλεισμένους και πολιτικά απογοητευμένους.
Η εγγύτητα έγινε σαφέστερη στο Ουκρανικό. Τον Φεβρουάριο του 2023 η Σβέρντνερ παρακολούθησε τη συγκέντρωση της Βάγκενκνεχτ και της Άλις Σβάρτσερ (Alice Schwarzer) γύρω από το Μανιφέστο για την Ειρήνη (Manifest für Frieden). Στο Jacobin απέρριψε μάλιστα την κατηγορία ότι η συγκέντρωση αποτελούσε σύμπραξη Αριστεράς και Άκρας Δεξιάς (Querfront):
«Στην ειρηνευτική συγκέντρωση του Βερολίνου δεν σχηματίστηκε Querfront».
Η τότε Σβέρντνερ συμμεριζόταν την έμφαση στη διπλωματία και την αντίθεση στην κλιμάκωση μέσω συνεχών παραδόσεων όπλων, χωρίς αυτό να σημαίνει ταύτιση με ολόκληρη τη γεωπολιτική ερμηνεία της Βάγκενκνεχτ.
4. 2021–2023: Η ΡΗΞΗ — ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΤΑΞΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ;
Η απόκλιση είχε αρχίσει πριν από τη διάσπαση του 2023. Η Σβέρντνερ αντιλαμβανόταν τον νεοφιλελευθερισμό ως «ταξικό αγώνα από τα πάνω» και αναζητούσε την απάντηση στην οργάνωση από τα κάτω: συνδικάτα, μισθοί, ενοίκια, δημόσιες υπηρεσίες και αναδιανομή.
Η Βάγκενκνεχτ, αντίθετα, ήδη από το Οι Αυτάρεσκοι (2021) άρχισε να διαμορφώνει αυτό που η ίδια θα ονόμαζε «αριστερά-συντηρητική» (linkskonservativ) πολιτική: αριστερή οικονομική ατζέντα και ισχυρό κοινωνικό κράτος, αλλά αυστηρότερη μετανάστευση, έμφαση στην εθνική κοινωνική συνοχή και μετωπική κριτική της πολιτικής ταυτότητας και της «Αριστεράς του lifestyle» (Lifestyle-Linke).
Η ιδεολογική μετατόπιση της Βάγκενκνεχτ προηγήθηκε της ρήξης του 2023. Με τη δημιουργία του BSW ολοκληρώθηκε και συμβολικά η απομάκρυνσή της από τον παραδοσιακό κομματικό αυτοπροσδιορισμό της Αριστεράς: στο πρώτο συνέδριο του νέου κόμματος, τον Ιανουάριο του 2024, δήλωσε χαρακτηριστικά «Δεν είμαστε Die Linke 2.0» (Wir sind keine Linke 2.0). Δεν εγκατέλειψε την αριστερή οικονομική πολιτική· εγκατέλειψε όμως σταδιακά την ιδέα ότι αυτή πρέπει να συνοδεύεται από το συνολικό κοινωνικό και πολιτισμικό πακέτο της σύγχρονης Αριστεράς.
5. 2023–2024: ΟΙ ΔΥΟ ΔΡΟΜΟΙ
Η πολιτική επιλογή έγινε τελικά και οργανωτική: η Σβέρντνερ επέλεξε τη Die Linke, ενώ η Βάγκενκνεχτ τη διάσπαση και τη δημιουργία του BSW. Η απόσταση αποτυπώθηκε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο: μετά τις ευρωεκλογές του 2024, οι ευρωβουλευτές του BSW δεν εντάχθηκαν στην ευρωομάδα της Αριστεράς (The Left–GUE/NGL), όπου ανήκαν οι ευρωβουλευτές της Die Linke, αλλά παρέμειναν μη εγγεγραμμένοι.
Έχει ενδιαφέρον ότι η Σβέρντνερ δεν πανηγύρισε την αποχώρηση της Βάγκενκνεχτ. Τη χαρακτήρισε «ιστορική αποδυνάμωση της πολιτικής Αριστεράς» και αργότερα αναγνώρισε ότι η Βάγκενκνεχτ παλαιότερα «συχνά έπιανε ένα πραγματικό πρόβλημα».
Δεν ήταν ποτέ πολιτικές σύμμαχοι, αλλά ούτε προέρχονταν από δύο εντελώς ξένους κόσμους. Μοιράστηκαν για ένα διάστημα μέρος της διάγνωσης για την κρίση της γερμανικής Αριστεράς: την απώλεια της εργατικής και λαϊκής βάσης, την ανάγκη επιστροφής στα υλικά συμφέροντα και την αντίθεση στη στρατιωτικοποίηση.
Η ρήξη βρισκόταν κυρίως στην απάντηση. Η Βάγκενκνεχτ αναζήτησε μια νέα, «αριστερά-συντηρητική» πολιτική σύνθεση έξω από τη Die Linke· η Σβέρντνερ επέλεξε να ανασυγκροτήσει τη Die Linke από μέσα, συνδυάζοντας την ταξική πολιτική με τον κοινωνικό προοδευτισμό.
6. 2024–2026: ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΜΟΝΤΕΛΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ
Η απόκλιση δεν αφορά μόνο τις πολιτικές θέσεις, αλλά και το μοντέλο κόμματος. Με τη Σβέρντνερ η Die Linke στρέφεται προς το μαζικό organizing party: ένα κόμμα που δεν περιορίζεται στην εκλογική εκπροσώπηση, αλλά επιχειρεί να οργανώνει διαρκώς ανθρώπους στις γειτονιές και γύρω από συγκεκριμένες κοινωνικές συγκρούσεις. Κεντρικό εργαλείο είναι το canvassing, η συστηματική δουλειά πόρτα-πόρτα, με στόχο όχι μόνο την ψήφο αλλά και την ένταξη νέων ανθρώπων στην πολιτική δράση.
Η εκλογική καμπάνια του 2025 αποτέλεσε ορόσημο: εκατοντάδες χιλιάδες επαφές πόρτα-πόρτα και άνοδος από 4,9% το 2021 σε 8,8% και 64 έδρες. Παράλληλα, από περίπου 50.000 μέλη στο τέλος του 2023, η Die Linke πέρασε τις 100.000 τον Φεβρουάριο του 2025 και σήμερα έχει περίπου 131.000.
Εδώ η σύγκλιση με τους Democratic Socialists of America (DSA) είναι πολλαπλή: canvassing, μαζική στρατολόγηση μελών, εκπαίδευση εθελοντών, ισχυρές τοπικές οργανώσεις, σύνδεση των εκλογικών εκστρατειών με την οργανωτική ανάπτυξη και επικέντρωση σε άμεσα ζητήματα της καθημερινής ζωής: κυρίως στέγη, ενοίκια, μισθούς και κόστος ζωής. Και στις δύο περιπτώσεις, η εκλογική καμπάνια αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως μηχανισμός συλλογής ψήφων αλλά και ως μέσο οικοδόμησης μιας μονιμότερης πολιτικής οργάνωσης.
Η συγγένεια αυτή δεν είναι πλέον μόνο θεωρητική. Τον Οκτώβριο του 2025 η ίδια η Σβέρντνερ ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη, μαζί με τον συμπρόεδρο της Die Linke Βερολίνου Μαξ Σίρμερ (Max Schirmer), για να παρακολουθήσει από κοντά την καμπάνια του Ζόραν Μαμντάνι. Εκεί είχαν συναντήσεις με στελέχη των DSA, ανθρώπους της καμπάνιας Μαμντάνι και αιρετούς, αναζητώντας πρακτικές που θα μπορούσαν να μεταφερθούν στη Γερμανία.
Η σχέση φαίνεται μάλιστα να λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η Μάρτα Κλέεντερφερ (Martha Kleedörfer), αντιπρόεδρος της Die Linke στο Βερολίνο, εξήγησε αργότερα στο Democratic Left, το περιοδικό των DSA, ότι η γερμανική Αριστερά παρακολούθησε και εμπνεύστηκε από την καμπάνια Μαμντάνι, ενώ άνθρωποι της αμερικανικής καμπάνιας είχαν προηγουμένως αντλήσει ιδέες από πρακτικές της Die Linke.
Το BSW επέλεξε αρχικά σχεδόν το αντίθετο μοντέλο. Ξεκίνησε ως αυστηρά ελεγχόμενο κόμμα: είχε 922 μέλη στα τέλη του 2024 και περίπου 1.100 στις αρχές του 2025, καθώς η ηγεσία περιόριζε συνειδητά την είσοδο νέων. Μέσα στο 2025, ωστόσο, άρχισε να ανοίγεται και έφτασε περίπου τα 11.200 μέλη, με άλλες 6.000 αιτήσεις σε εκκρεμότητα.
Έτσι, μετά τη διάσπαση εμφανίστηκαν όχι μόνο δύο διαφορετικές πολιτικές γραμμές αλλά και δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο και την κομματική οργάνωση: από τη μία η προσπάθεια της Die Linke να οικοδομήσει ένα μαζικό, συμμετοχικό organizing party, ενός κόμματος που οργανώνει κοινωνικά στρώματα και όχι απλώς τα εκπροσωπεί εκλογικά, με εμφανείς πλέον ανταλλαγές εμπειριών με τους DSA· από την άλλη, το αρχικά περισσότερο συγκεντρωτικό, ελεγχόμενο και έντονα αρχηγικό μοντέλο του BSW.
Η κατεύθυνση της Die Linke ενισχύθηκε και στο πρόσφατο ομοσπονδιακό συνέδριο της Die Linke στο Πότσνταμ (Ιούνιος 2026). Μετά την αποχώρηση του Γιαν φαν Άκεν για λόγους υγείας, νέος συμπρόεδρος εξελέγη ο Λουίτζι Παντιζάνο, ο οποίος δίνει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην ταξική οργάνωση στους χώρους εργασίας και στα συνδικάτα. Παράλληλα, η Ίνες Σβέρντνερ επανεξελέγη με 85,7%, και ο Παντιζάνο με 53,3%, επιβεβαιώνοντας την ενίσχυση της θέσης της και τη συνέχεια της γραμμής για ένα μαζικό organizing party.
ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΑΣΗΣ: Η ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΤΗΣ DIE LINKE ΚΑΙ Η ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΟΥ BSW
Παραδόξως, η διάσπαση έκανε καλό και στις δύο πλευρές. Το 2025 η Die Linke ανέβηκε από 4,9% σε 8,8%, ενώ το νεοσύστατο BSW έφτασε στο 4,98%, μένοντας οριακά εκτός Βουλής. Σήμερα η Die Linke κινείται γύρω στο 11%, κοντά στο ιστορικό 11,9% του 2009, ενώ το BSW βρίσκεται περίπου στο 3–4%.
Η σύγκρουση, όμως, συνεχίζεται στο πολιτικό πεδίο…
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.