από Βασίλης Βιλιάρδος

Η παραγωγικότητα, η ορθολογική και όχι η σκοτεινή πλευρά της, είναι το νούμερο ένα θέμα, με το οποίο πρέπει να ασχολείται η κυβέρνηση μίας χώρας – επίσης βέβαια η οικονομική έρευνα, με στόχο να βοηθηθεί η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Δυστυχώς όμως, διαπιστώνεται ότι δεν δίνεται σχεδόν καμία σημασία στο θέμα, παρά την τεράστια σπουδαιότητα του – ενώ σε ελάχιστα κράτη υπάρχουν οικονομικοί δείκτες που εκτιμούν τις άλλες μορφές της παραγωγικότητας, όπως σε σχέση με την κατανάλωση πόρων, με τα περισσότερα να επικεντρώνονται στην παραγωγικότητα της εργασίας. Ένα από τα ουσιαστικότερα ερωτήματα πάντως που οφείλει να απαντηθεί είναι το εξής: Είναι όλα τα προϊόντα, για τα οποία δαπανούμε σήμερα πραγματικούς πόρους, όπως ενέργεια, πράγματι απαραίτητα για την ευημερία μας; Μια ορθολογική κυβερνητική βιομηχανική πολιτική, δεν θα μπορούσε να συμβάλει σε μία σημαντικά πιο αποτελεσματική παραγωγή;
.

Η ελληνική κοινωνία γηράσκει, ενώ το δημογραφικό έχει εξελιχθεί στο μεγαλύτερο πρόβλημα της – από οικονομικής πλευράς, επειδή όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι θα πρέπει να στηρίζουν όλο και περισσότερους συνταξιούχους στο μέλλον. Μπορεί δε να συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις χώρες του πλανήτη, αλλά στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο (γράφημα) – ενώ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες καταστροφικές συνέπειες των μνημονίων που μας επιβλήθηκαν, σημειώνοντας ότι το ΑΕΠ, μεταξύ άλλων, εξαρτάται και από τον αριθμό των εργαζομένων.
Ποια είναι η λύση στο πρόβλημα; Η άνοδος των μισθών που αυξάνει τις εισφορές και της παραγωγικότητας που όμως ευρίσκεται στην Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, τουλάχιστον όσον αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας, από την οποία εξαρτώνται οι μισθοί – αποτελώντας μία ακόμη συνέπεια των μνημονίων, όπως φαίνεται από την τεράστια απόκλιση σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ μετά το 2010.
Εύλογα βέβαια, αφού μας επιβλήθηκε από τους δανειστές η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού – η παραγωγικότητα του οποίου είναι 3,8 φορές χαμηλότερη από τη βιομηχανία (γράφημα). Γιατί μας επιβλήθηκε; Για να αυξήσουν τις εξαγωγές τους, χωρίς να κινδυνεύουν από τη δική μας παραγωγή – ενώ ο τουρισμός αυξάνει τις πωλήσεις τους, καθώς επίσης την εξάρτηση μας από τα δικά τους προϊόντα.
Το γεγονός βέβαια ότι, το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα, είναι από 1,3 έως και 5,7 φορές χαμηλότερο σε σύγκριση με την ΕΕ, σύμφωνα με τον ΙΟΒΕ, είναι ένας ακόμη λόγος της χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας – ενώ ερμηνεύεται από τους χαμηλούς μισθούς, όπως θα τεκμηριώσουμε στη συνέχεια.
Περαιτέρω, η παραγωγικότητα μπορεί να εξεταστεί με διαφορετικούς τρόπους – ενώ ο όρος που χρησιμοποιείται πιο συχνά, είναι η παραγωγικότητα της εργασίας που σημαίνει με απλά λόγια οικονομική παραγωγή, ΑΕΠ δηλαδή, ανά ώρα εργασίας. Εν τούτοις, στην επιστήμη της Οικονομίας συζητείται κυρίως μία άλλη έννοια της παραγωγικότητας: αυτή της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής.
Εν προκειμένω, ο όρος αυτός εκτός από τη Φύση, την Εργασία και το Κεφάλαιο, τους ανέκαθεν γνωστούς δηλαδή συντελεστές παραγωγής, συμπεριλαμβάνει την Ενέργεια – η οποία εκφράζει έμμεσα την τεχνολογία που χρησιμοποιείται. Ο λόγος είναι το ότι, ούτε η Εργασία, ούτε το Κεφάλαιο παράγουν κάτι από μόνα τους – αφού και τα δύο απαιτούν ενέργεια ως κινητήρια δύναμη.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι προφανώς σημαντική η ενεργειακή απόδοση των μηχανών – όπου η αύξηση της παραγωγικότητας τους, σημαίνει αναπόφευκτα μείωση της ζήτησης ενέργειας. Η συγκεκριμένη ερμηνεία που προέρχεται από τον Steeve Keen, αποκαλύπτει μία άλλη μορφή παραγωγικότητας: την παραγωγή, σε σχέση με την κατανάλωση πόρων.
Με απλά λόγια, όταν παράγουμε 100 € καταναλώνοντας 50 € ενέργεια, ενώ κάποια άλλη χώρα παράγει τα 100 € με 20 € ενέργεια, η δική της παραγωγικότητα είναι ανάλογα μεγαλύτερη – επειδή οι μηχανές της, με την ίδια απόδοση της Εργασίας και του Κεφαλαίου, αποδίδουν περισσότερο. Εν προκειμένω, η τιμή της ενέργειας διαδραματίζει επίσης έναν πολύ σημαντικό ρόλο – όχι μόνο η κατανάλωση της.
Ειδικά όσον αφορά την Τεχνητή Νοημοσύνη που θεωρείται ότι, θα αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα (αν και το μεγαλύτερο μέρος της δεν είναι παραγωγικό, αλλά απλά μια άλλη μορφή κατανάλωσης), το θέμα είναι με ποια κατανάλωση πόρων – τουλάχιστον όσο απαιτεί τεράστιες ποσότητες ενέργειας και νερού (ανάλυση).
Σε κάθε περίπτωση, το βέλτιστο ζητούμενο οφείλει να είναι μία αποτελεσματικότερη οικονομία – με την έννοια του να μπορεί να παράγει το ίδιο ή μεγαλύτερο ΑΕΠ, με μειωμένες δαπάνες εργασίας ή/και ενέργειας (το κεφάλαιο είναι κάτι εντελώς διαφορετικό). Επομένως, τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, τι χρειάζεται για την αυξημένη παραγωγικότητα και ποια προβλήματα μπορούν να υπάρξουν, όσον αφορά τη μέτρηση της κλπ. – καθώς επίσης πώς οφείλουν να απαντηθούν.
Συνεχίζοντας όπως το ΑΕΠ, έτσι και η παραγωγικότητα, αναλύει τα πάντα στον κόσμο σε χρήμα: δηλαδή, στο κόστος όλων των εισροών (=εργασία, κεφάλαιο, πόροι) και στη χρηματική αξία των εκροών, της παραγωγής (=αγαθά και υπηρεσίες). Εάν λοιπόν η παραγωγή αυξηθεί, ενώ το κόστος των εισροών παραμείνει το ίδιο ή μειωθεί, τότε η παραγωγικότητα αυξάνεται – αφού παράγουμε περισσότερα, με το ίδιο «καλάθι εισροών» (εργασία, κεφάλαιο κλπ.).
Ένας τρόπος τώρα, με τον οποίο οι σύγχρονες εταιρίες ενισχύουν την παραγωγικότητα τους, είναι μεταθέτοντας την εργασία στους καταναλωτές και τα νοικοκυριά – όπου στην πραγματικότητα παράγουν μεν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες με τις ίδιες εισροές, αλλά αυτό που κάνουν είναι να μεταφέρουν την εργασία που θα έπρεπε να είχαν οι ίδιες κάνει και το κόστος της, στους καταναλωτές και τα νοικοκυριά.
Για παράδειγμα, οι τράπεζες με τα ΑΤΜ και τις ηλεκτρονικές πληρωμές που διεκπεραιώνουν οι πελάτες τους, αντί το προσωπικό τους που τελικά περιορίζουν, τα σουπερμάρκετ με τις μηχανές σκαναρίσματος από τους καταναλωτές αντί από ταμίες κοκ. Αυτός είναι ο λόγος που η παραγωγικότητα ειδικά του χρηματοπιστωτικού τομέα αυξάνεται συνεχώς – ενώ πολλών άλλων τομέων δεν μπορεί να τον ακολουθήσει στην άνοδο.
Έτσι, οι καταναλωτές και τα νοικοκυριά επιβαρύνονται πλέον με ατελείωτη «σκιώδη εργασία» που ασχολείται με τα άχρηστα προϊόντα και τις (μη) υπηρεσίες των εταιρειών – εργαζόμενοι χωρίς πληρωμή, για να επισκευάσουν ή να συντηρήσουν προϊόντα και υπηρεσίες που χαλούν ή δεν λειτουργούν αξιόπιστα. Με προϊόντα που είναι μη επισκευάσιμα – χωρίς την εξυπηρέτηση πελατών που υπήρχε στο παρελθόν και που έχει πια υποβαθμιστεί σε σημείο παρωδίας.
Όλοι εκτελούν αυτήν την απλήρωτη σκιώδη εργασία καθημερινά – σκανάροντας τα δικά τους ψώνια και σπαταλώντας πολλές ώρες, ασχολούμενοι με άθλιες υπηρεσίες και με εξωφρενικά δυσλειτουργικά chatbots δήθεν εξυπηρέτησης πελατών. Με υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης και με επιλογές μενού 3 στοιχείων που δεν έχουν επιλογή για το ιδιαίτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζεται – για ένα πρόβλημα που θα έπρεπε να είναι ευθύνη της εταιρείας, αλλά έχει επιβληθεί ως ευθύνη των πελατών.
Εν προκειμένω, εάν μετρούσαμε τα δισεκατομμύρια ευρώ σε απλήρωτη σκιώδη εργασία που επιβάλλεται στους καταναλωτές και τα νοικοκυριά από κρατικές υπηρεσίες τύπου «MyGov» και από ιδιωτικές επιχειρήσεις, η παραγωγικότητα θα μειωνόταν απότομα – κάτι που όμως δεν απασχολεί τις εταιρίες, αφού τα κέρδη τους αυξάνονται με τη μεταφορά του κόστους στους καταναλωτές.
Με απλά λόγια, τα εταιρικά κέρδη δεν προέρχονται από την παραγωγή ποιοτικών αγαθών και υπηρεσιών – αλλά από τη μεταφορά της επιβάρυνσης όλων των συνεπειών των κακής ποιότητας προϊόντων και υπηρεσιών, στους καταναλωτές και τα νοικοκυριά.
Ένα δεύτερο στοιχείο της ανόδου της σκοτεινής παραγωγικότητας, είναι η κατάρρευση της ανθεκτικότητας των προϊόντων – επίσης της ποιότητας των υπηρεσιών. Εδώ η ανθεκτικότητα δεν μετριέται στους υπολογισμούς της παραγωγικότητας – οπότε το γεγονός ότι, οι συσκευές που διαρκούσαν συνήθως 30 έως 40 χρόνια τώρα χαλούν σε 3 έως 4 δεν αναγνωρίζεται καν, ούτε φυσικά μετριέται.
Το ίδιο ισχύει για την πτώση της ποιότητας και της χρησιμότητας των υπηρεσιών – καθώς επίσης για το αυξανόμενο κόστος επισκευής, θυμίζοντας πως η «παραγωγή» είναι ένα ποσόν σε ευρώ. Έτσι, όταν πηγαίνει κάποιος το αυτοκίνητο του για μια επισκευή 2.000 € που κόστιζε στο παρελθόν 500 €, παρά το ότι τα ανταλλακτικά και η εργασία δεν αυξήθηκαν με κανέναν ουσιαστικό τρόπο, η υψηλότερη τιμή ενισχύει τόσο το ΑΕΠ, όσο και την παραγωγικότητα.
Παρεμπιπτόντως εδώ, η καταπολέμηση της παραοικονομίας, ενισχύει επίσης το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα – ενώ αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους, για τον οποίο η Ελλάδα παρουσιάζει υψηλότερη ανάπτυξη, σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ που είχαν χαμηλότερα ποσοστά παραοικονομίας. Στην ουσία βέβαια, αυτή η ανάπτυξη είναι πλασματική, αφού προϋπήρχε αλλά απλά δεν καταγραφόταν επίσημα – ενώ είναι μία από τις αιτίες, για τις οποίες δεν φαίνεται «στις τσέπες» των Ελλήνων, μειώνοντας επιπλέον τα πραγματικά τους εισοδήματα, αφού πια φορολογείται.
Παραδόξως λοιπόν, ο λόγος για τον οποίο πληρώνουμε υψηλότερες τιμές, είναι το ότι η ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών έχει καταρρεύσει – κάτι που όμως μετριέται ως θετικό για το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα, επειδή το κόστος των εισροών αυξήθηκε λιγότερο, από την αξία των εκροών, της παραγωγής.
Με αυτόν τον τρόπο, τα μονοπώλια και τα καρτέλ ενισχύουν τα εταιρικά κέρδη, το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα – επειδή η ποιότητα μειώνεται, ενώ το κόστος και οι κίνδυνοι μεταφέρονται στους καταναλωτές και στα νοικοκυριά που δεν έχουν άλλη επιλογή, από τα κρατικά και εταιρικά μονοπώλια.
Αυτός είναι στην ουσία ο βασικός λόγος που οι ακραία νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις δεν καταπολεμούν τα καρτέλ και τα ολιγοπώλια αλλά, αντίθετα, τα ενισχύουν μυστικά – αφού στηρίζουν τόσο το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα, όσο και τα δημόσια έσοδα που αυξάνουν πάντοτε, όταν το ΑΕΠ και οι τιμές ακολουθούν ανοδική πορεία.
Επιστρέφοντας στη «φωτεινή» πλευρά της παραγωγικότητας, στην ορθολογική, στο παρελθόν οι νέες καινοτομίες ήταν κρίσιμες για την αύξηση της παραγωγικότητας – είτε επρόκειτο για την εργασία, είτε για την παραγωγικότητα των πόρων. Για παράδειγμα, η εφεύρεση της ατμομηχανής αύξησε σε σημαντικό βαθμό την παραγωγή – σε σύγκριση με τη χειρωνακτική εργασία. Εξίσου σημαντική ήταν βέβαια η περαιτέρω εξέλιξη της ατμομηχανής – η οποία μείωσε την απαιτούμενη ενέργεια πολλαπλάσια.
Ειδικά όσον αφορά την καινοτομία, ο J. Schumpeter διέκρινε δύο διαφορετικούς τύπους: (α) την καινοτομία που αφορά τις νέες διαδικασίες και (β) αυτήν που αφορά τα νέα προϊόντα. Οι πρώτες έχουν σχέση με τις νέες μεθόδους παραγωγής και με τις νέες πηγές πρώτων υλών ή ημιτελών προϊόντων – ενώ οι δεύτερες αφορούν ένα πραγματικά νέο προϊόν ή μία νέα ποιότητα του ιδίου προϊόντος, το άνοιγμα μίας νέας αγοράς για τα ίδια προϊόντα ή μία καινούργια δομή του κλάδου, όπως είναι η δημιουργία ή η κατάργηση ενός μονοπωλίου.
Για παράδειγμα όσον αφορά το τελευταίο, στην Ελλάδα θα αποτελούσε καινοτομία που θα αύξανε την παραγωγικότητα, η κατάργηση των ολιγοπωλίων ή των καρτέλ – κάτι που σε άλλες χώρες έχει συμβεί προ πολλού. Αυτό βέβαια που δυστυχώς συμβαίνει στις προηγμένες χώρες σήμερα, στα πλαίσια του μονοπωλιακού καπιταλισμού που έχει ήδη κυριαρχήσει στις ΗΠΑ (ανάλυση), είναι η άλλη μορφή καινοτομίας: η δημιουργία μονοπωλίων που τελικά θα αποβεί καταστροφική για το καπιταλιστικό σύστημα.
Συνεχίζοντας, ορισμένες από αυτές τις καινοτομίες προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα – με την έννοια ότι, οι καθιερωμένες εταιρείες πραγματοποιούν επενδύσεις, ενώ εμφανίζονται νεοσύστατες επιχειρήσεις. Η πρώτη προϋπόθεση για να συμβούν τα παραπάνω, είναι η διαθεσιμότητα κεφαλαίων – ενώ η εξασφάλιση επιχειρηματικών κεφαλαίων, ειδικά για νεοσύστατες επιχειρήσεις, αποτελεί μια πρόκληση για την οποία έχουν προταθεί διάφορες λύσεις.
Μία από αυτές τις λύσεις στην Ευρώπη, είναι η δημιουργία μίας Ευρωπαϊκής Ένωσης Κεφαλαιαγορών – η οποία αναφέρεται συχνά ως «Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων» (ερμηνεία). Ο στόχος της είναι ο ανταγωνισμός του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ, το οποίο προωθεί ευκολότερα τις νεοσύστατες επιχειρήσεις που δεν βρίσκουν τραπεζικά κεφάλαια – ενώ οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες έχουν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές μέσω επενδυτικών τραπεζών και δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα τραπεζικού δανεισμού.
Εν τούτοις, η πρόσβαση σε κεφάλαια είναι μόνο μία από τις προϋποθέσεις – ενώ οι εταιρίες χρειάζονται επιπλέον κίνητρο, δηλαδή μία υπόσχεση απόδοσης, για να προβούν σε επενδύσεις. Για παράδειγμα, οι γερμανικές επιχειρήσεις θέλουν και μπορούν να επενδύσουν, αν και δυσκολότερα οι μικρομεσαίες, αλλά θεωρούν πως δεν υπάρχει επαρκής ζήτηση – με αποτέλεσμα να επενδύουν σήμερα τόσο λίγο, όσο ποτέ μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2009 (πηγή).
Το γεγονός αυτό αφαιρεί πόρους από την οικονομία, πόσο μάλλον σε συνδυασμό με την συνήθη αυξημένη αποταμίευση των νοικοκυριών – κάτι που σημαίνει πως για να αναπτυχθεί η χώρα χρειάζεται αντίστοιχα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, δημόσιες δαπάνες ή και τα δύο μαζί, σύμφωνα με τα τομεακά χρηματοοικονομικά ισοζύγια (ανάλυση). Όταν όμως οι άλλες χώρες δεν έχουν ισχυρή ανάπτυξη για να αγοράζουν περισσότερα γερμανικά προϊόντα και η Γερμανία επιμένει στο φρένο χρέους, τότε δεν υπάρχει λύση.
Αυτός είναι ο βασικός λόγος, για τον οποίο δεν αναπτύσσεται η γερμανική οικονομία – εκτός φυσικά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, λόγω της βιομηχανικής δομής της οικονομίας της και της εξάρτησης της από τη φθηνή ρωσική ενέργεια που πια δεν διαθέτει.
Καινοτομία και ζήτηση
Περαιτέρω, ένας βασικός παράγοντας για τη διενέργεια επενδύσεων, είναι η εξέλιξη των μισθών – η οποία στην Ελλάδα είναι κάτι περισσότερο από προβληματική, ως αποτέλεσμα των μνημονίων, της χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας και των εξωτερικών ελλειμμάτων της χώρας που έχουν ξανά μία έντονα ανοδική πορεία, μετά το 2019 (γράφημα).
Εάν τώρα οι μισθοί είναι χαμηλοί και η εργασία φθηνή, όπως συμβαίνει στη χώρα μας, δεν είναι επικερδής η επένδυση σε νέα μηχανήματα – οπότε οι νέες καινοτομίες δεν υλοποιούνται λόγω κόστους και η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει στάσιμη. Η ίδια λογική υπάρχει στις τιμές της ενέργειας και στην παραγωγικότητα των πόρων – όπου για την άνοδο των επενδύσεων, αυξάνεται πολιτικά η τιμή του διοξειδίου του άνθρακα (CO2, κόστος ρύπων).
Εν προκειμένω, η παραγωγικότητα των πόρων μετράει την αξία που παράγει μία οικονομία, σε σχέση με τους πόρους που καταναλώνει – οπότε η τιμολόγηση του CO2 από την ΕΕ (πηγή), λειτουργεί ως οικονομικό κίνητρο. Πώς; Αυξάνοντας το κόστος των ρυπογόνων καυσίμων τεχνητά, με αποτέλεσμα να πιέζονται οι επιχειρήσεις να παράγουν περισσότερο, με λιγότερους πόρους και με χαμηλότερες εκπομπές – έτσι ώστε το ΑΕΠ να αυξάνεται, ενώ η κατανάλωση πόρων και οι εκπομπές ρύπων να μειώνονται.
Όμως, αυτό που συχνά παραβλέπεται από τη συγκεκριμένη οπτική γωνία της προσφοράς είναι το ότι, μία επένδυση τότε μόνο αποδίδει για τις ιδιωτικές εταιρίες σε μία φιλελεύθερη οικονομία, όταν τα παραγόμενα αγαθά και οι υπηρεσίες μπορούν στη συνέχεια να πουληθούν – όπου, σύμφωνα με την κεϋνσιανή λογική, η συνολική ζήτηση είναι ζωτικής σημασίας για τις επενδύσεις και για την ανάπτυξη μίας οικονομίας.
Επιπλέον, η αύξηση των πωλήσεων λόγω ζήτησης, μειώνει θεωρητικά τον απαιτούμενο χρόνο εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος – οπότε αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, όταν η ζήτηση είναι υψηλή, οι εταιρίες είναι υποχρεωμένες να επενδύουν – αφού διαφορετικά χάνουν μερίδια αγοράς από τους ανταγωνιστές τους.
Επομένως, η αύξηση των μισθών δεν λειτουργεί μόνο ως μοχλός παραγωγικότητας και ως κινητήρια δύναμη καινοτομίας, αλλά ενισχύει επιπλέον την εγχώρια ζήτηση – κατά συνέπεια, ενισχύει τις πωλήσεις προϊόντων και τις επενδύσεις για να τις καλύψουν. Αρκεί βέβαια να παράγει ανταγωνιστικά η χώρα και να μην καλύπτεται αυτή η ζήτηση με εισαγωγές που αυξάνουν τα ελλείμματα – ενώ εδώ ακριβώς επικεντρώνεται το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας που εάν δεν επιλυθεί, δεν θα αποφευχθεί μία επόμενη χρεοκοπία.
Συνεχίζοντας, εάν η ζήτηση αποδυναμωθεί σε μια οικονομία, η κυβέρνηση μπορεί να καλύψει αυτό το κενό μέσω αυξημένων δημοσίων δαπανών – ενώ σε μια κρίση, οι κρατικές δαπάνες έχουν το εξής υψηλό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα: δεν δημιουργούν μόνο ζήτηση, αλλά αυξάνουν επιπλέον τα εισοδήματα του ιδιωτικού τομέα που δημιουργούν σε δεύτερο στάδιο πρόσθετη ζήτηση.
Εκτός αυτού, το κράτος εκπληρώνει και άλλες βασικές λειτουργίες του – σημειώνοντας πως, σύμφωνα με νέες μελέτες, οι θεμελιώδεις και εξαιρετικά παραγωγικές καινοτομίες, όπως το διαδίκτυο, το GPS, οι οθόνες αφής κλπ., προέκυπταν σχεδόν πάντοτε ιστορικά από μαζικές αρχικές κρατικές επενδύσεις. Γιατί; Απλούστατα, επειδή ο κίνδυνος για την ιδιωτική βασική έρευνα θα ήταν πολύ μεγάλος.
Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, για να διασφαλιστεί η μελλοντική παραγωγικότητα, χρειάζεται ένα κράτος που όχι μόνο να επιδιορθώνει τις αγορές, αλλά και να τις διαμορφώνει ενεργά – μέσω στοχευμένης, καθοδηγούμενης και σωστά χρηματοδοτούμενης έρευνας, καθώς επίσης με την κατάλληλη βιομηχανική πολιτική. Κάτι τέτοιο συμπεριλαμβάνει προφανώς ανάλογες κρατικές εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες – επειδή η άκρως εξειδικευμένη έρευνα, μπορεί να επιτύχει μόνο με την κατάλληλη εκπαίδευση.
Για την εφαρμογή τώρα μιας τέτοιας στρατηγικής, βασισμένης στη ζήτηση και στη βιομηχανική πολιτική, η εκάστοτε κυβέρνηση πρέπει να αυξήσει, στοχευμένα φυσικά, τις δαπάνες του προϋπολογισμού της – όπου όμως, παρά το ότι το χρήμα δεν είναι σπάνιο, ούτε περιορισμένο όπως είναι οι πόροι, οι δημοσιονομικοί κανόνες που επιβάλει η ΕΕ στα κράτη μέλη της, ειδικά στην Ελλάδα που είναι πολύ πιο αυστηροί, ελαχιστοποιούν τα περιθώρια δράσης.
Ακόμη χειρότερα, σε χώρες όπως η Ελλάδα, το χρήμα όπως από την αύξηση του δημοσίου χρέους κατά 50 δις € από το 2019 έως το 2025 ή/και από το ΤΑΑ κατά 36 δις €, δεν καταναλώθηκε για τίποτα από τα παραπάνω – αλλά για επιδόματα, καθώς επίσης για άλλες μη παραγωγικές δαπάνες.
Περαιτέρω, ένα πρώτο μεγάλο πρόβλημα, είναι ο υπολογισμός της παραγωγικότητας – ο οποίος μπορεί να είναι παραπλανητικός. Κάτι τέτοιο πηγάζει, μεταξύ άλλων, από την ίδια τη μέθοδο υπολογισμού – κατά την οποία η παραγωγικότητα υπολογίζεται ως εθνικό εισόδημα ανά ώρα εργασίας, ανά καταναλισκόμενο πόρο κοκ., ανάλογα με τα εμπλεκόμενα συμφέροντα.
Για παράδειγμα, στον τομέα της εκπαίδευσης ή σε άλλους κλάδους παροχής υπηρεσιών, όπου ο χρόνος είναι το προϊόν, τίθεται το ερώτημα πώς μπορεί να μετρηθεί η παραγωγή. Μέσω της αμοιβής; Ισοδυναμεί η υψηλή αμοιβή απαραίτητα με την υψηλή παραγωγικότητα; Επιπλέον, εάν ο χρόνος είναι το προϊόν, πώς μπορεί να αυξηθεί η παραγωγή αυτού του προϊόντος με την ίδια ποσότητα χρόνου εργασίας;
Εν προκειμένω, ασφαλώς είναι κρίσιμος ο χρόνος, όχι μόνο στην παραγωγή, αλλά και στην αναπαραγωγή – αφού χωρίς την απλήρωτη και ιδιωτική εργασία φροντίδας που εκτελείται από τους γονείς, κυρίως από τις γυναίκες, η οικονομία θα κατέρρεε. Για να είναι επομένως μια οικονομία παραγωγική, πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν τη δική της αναπαραγωγή – η οποία θα αντικατοπτριζόταν, για παράδειγμα, στην καλή φροντίδα των παιδιών, στην υγειονομική περίθαλψη και στη μακροχρόνια φροντίδα.
Εδώ η Ελλάδα έχει αποτύχει εντελώς – ξανά με αιτία τα μνημόνια, αλλά και αυτούς που τα εφάρμοσαν σκύβοντας δουλικά το κεφάλι στους δανειστές και αδιαφορώντας για τους Πολίτες της χώρας τους.
Ένα άλλο πρόβλημα ή μάλλον ερώτημα που προκύπτει, όσον αφορά το εθνικό εισόδημα, είναι το εξής: υπάρχει πάντα μια πραγματική αύξηση του ΑΕΠ, όταν αυξάνεται το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν; Οι αυξανόμενες χρηματοπιστωτικές και λοιπές φούσκες, η καταστροφή και η επακόλουθη ανοικοδόμηση μίας περιοχής από κάποιο φυσικό ή μη γεγονός, όπως οι πλημμύρες, οι σεισμοί ή οι πόλεμοι, η διανομή ανθυγιεινών τροφίμων, συμπεριλαμβανομένης της επακόλουθης ιατρικής περίθαλψης κοκ. αυξάνουν μεν το ΑΕΠ, αλλά τι κερδίζει πραγματικά μία χώρα από όλα αυτά; Μισθούς και ζήτηση; Εάν ήταν τόσο απλό, τότε γιατί να μην δίνονταν μισθοί χωρίς να συμβούν τέτοια καταστροφικά γεγονότα;
Τέλος, ένα επίσης ουσιαστικό ερώτημα είναι το εξής: Είναι όλα τα προϊόντα, για τα οποία δαπανούμε σήμερα πραγματικούς πόρους, πράγματι απαραίτητα για την ευημερία μας; Μια ορθολογική κυβερνητική βιομηχανική πολιτική, δεν θα μπορούσε να συμβάλει σε μία σημαντικά πιο αποτελεσματική παραγωγή;
Ολοκληρώνοντας, η ορθολογική παραγωγικότητα και όχι η σκοτεινή πλευρά της, είναι το νούμερο ένα θέμα, με το οποίο πρέπει να ασχολείται η κυβέρνηση μίας χώρας – επίσης βέβαια η οικονομική έρευνα, με στόχο να βοηθηθεί η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική.
Δυστυχώς όμως, διαπιστώνεται ότι δεν δίνεται σχεδόν καμία σημασία στο θέμα, παρά την τεράστια σπουδαιότητα του – ενώ σε ελάχιστα κράτη υπάρχουν οικονομικοί δείκτες που εκτιμούν τις άλλες μορφές της παραγωγικότητας, όπως σε σχέση με την κατανάλωση πόρων, με τα περισσότερα να επικεντρώνονται στην παραγωγικότητα της εργασίας.
ΠΗΓΗ:https://analyst.gr/2026/08/15/paragogikotita/
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com
.
Ανάλυση

Η ελληνική κοινωνία γηράσκει, ενώ το δημογραφικό έχει εξελιχθεί στο μεγαλύτερο πρόβλημα της – από οικονομικής πλευράς, επειδή όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι θα πρέπει να στηρίζουν όλο και περισσότερους συνταξιούχους στο μέλλον. Μπορεί δε να συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις χώρες του πλανήτη, αλλά στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο (γράφημα) – ενώ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες καταστροφικές συνέπειες των μνημονίων που μας επιβλήθηκαν, σημειώνοντας ότι το ΑΕΠ, μεταξύ άλλων, εξαρτάται και από τον αριθμό των εργαζομένων.
Ποια είναι η λύση στο πρόβλημα; Η άνοδος των μισθών που αυξάνει τις εισφορές και της παραγωγικότητας που όμως ευρίσκεται στην Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, τουλάχιστον όσον αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας, από την οποία εξαρτώνται οι μισθοί – αποτελώντας μία ακόμη συνέπεια των μνημονίων, όπως φαίνεται από την τεράστια απόκλιση σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ μετά το 2010.
Εύλογα βέβαια, αφού μας επιβλήθηκε από τους δανειστές η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού – η παραγωγικότητα του οποίου είναι 3,8 φορές χαμηλότερη από τη βιομηχανία (γράφημα). Γιατί μας επιβλήθηκε; Για να αυξήσουν τις εξαγωγές τους, χωρίς να κινδυνεύουν από τη δική μας παραγωγή – ενώ ο τουρισμός αυξάνει τις πωλήσεις τους, καθώς επίσης την εξάρτηση μας από τα δικά τους προϊόντα.
Το γεγονός βέβαια ότι, το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα, είναι από 1,3 έως και 5,7 φορές χαμηλότερο σε σύγκριση με την ΕΕ, σύμφωνα με τον ΙΟΒΕ, είναι ένας ακόμη λόγος της χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας – ενώ ερμηνεύεται από τους χαμηλούς μισθούς, όπως θα τεκμηριώσουμε στη συνέχεια.
Περαιτέρω, η παραγωγικότητα μπορεί να εξεταστεί με διαφορετικούς τρόπους – ενώ ο όρος που χρησιμοποιείται πιο συχνά, είναι η παραγωγικότητα της εργασίας που σημαίνει με απλά λόγια οικονομική παραγωγή, ΑΕΠ δηλαδή, ανά ώρα εργασίας. Εν τούτοις, στην επιστήμη της Οικονομίας συζητείται κυρίως μία άλλη έννοια της παραγωγικότητας: αυτή της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής.
Εν προκειμένω, ο όρος αυτός εκτός από τη Φύση, την Εργασία και το Κεφάλαιο, τους ανέκαθεν γνωστούς δηλαδή συντελεστές παραγωγής, συμπεριλαμβάνει την Ενέργεια – η οποία εκφράζει έμμεσα την τεχνολογία που χρησιμοποιείται. Ο λόγος είναι το ότι, ούτε η Εργασία, ούτε το Κεφάλαιο παράγουν κάτι από μόνα τους – αφού και τα δύο απαιτούν ενέργεια ως κινητήρια δύναμη.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι προφανώς σημαντική η ενεργειακή απόδοση των μηχανών – όπου η αύξηση της παραγωγικότητας τους, σημαίνει αναπόφευκτα μείωση της ζήτησης ενέργειας. Η συγκεκριμένη ερμηνεία που προέρχεται από τον Steeve Keen, αποκαλύπτει μία άλλη μορφή παραγωγικότητας: την παραγωγή, σε σχέση με την κατανάλωση πόρων.
Με απλά λόγια, όταν παράγουμε 100 € καταναλώνοντας 50 € ενέργεια, ενώ κάποια άλλη χώρα παράγει τα 100 € με 20 € ενέργεια, η δική της παραγωγικότητα είναι ανάλογα μεγαλύτερη – επειδή οι μηχανές της, με την ίδια απόδοση της Εργασίας και του Κεφαλαίου, αποδίδουν περισσότερο. Εν προκειμένω, η τιμή της ενέργειας διαδραματίζει επίσης έναν πολύ σημαντικό ρόλο – όχι μόνο η κατανάλωση της.
Ειδικά όσον αφορά την Τεχνητή Νοημοσύνη που θεωρείται ότι, θα αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα (αν και το μεγαλύτερο μέρος της δεν είναι παραγωγικό, αλλά απλά μια άλλη μορφή κατανάλωσης), το θέμα είναι με ποια κατανάλωση πόρων – τουλάχιστον όσο απαιτεί τεράστιες ποσότητες ενέργειας και νερού (ανάλυση).
Σε κάθε περίπτωση, το βέλτιστο ζητούμενο οφείλει να είναι μία αποτελεσματικότερη οικονομία – με την έννοια του να μπορεί να παράγει το ίδιο ή μεγαλύτερο ΑΕΠ, με μειωμένες δαπάνες εργασίας ή/και ενέργειας (το κεφάλαιο είναι κάτι εντελώς διαφορετικό). Επομένως, τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, τι χρειάζεται για την αυξημένη παραγωγικότητα και ποια προβλήματα μπορούν να υπάρξουν, όσον αφορά τη μέτρηση της κλπ. – καθώς επίσης πώς οφείλουν να απαντηθούν.
Η σκοτεινή πλευρά της παραγωγικότητας
Συνεχίζοντας όπως το ΑΕΠ, έτσι και η παραγωγικότητα, αναλύει τα πάντα στον κόσμο σε χρήμα: δηλαδή, στο κόστος όλων των εισροών (=εργασία, κεφάλαιο, πόροι) και στη χρηματική αξία των εκροών, της παραγωγής (=αγαθά και υπηρεσίες). Εάν λοιπόν η παραγωγή αυξηθεί, ενώ το κόστος των εισροών παραμείνει το ίδιο ή μειωθεί, τότε η παραγωγικότητα αυξάνεται – αφού παράγουμε περισσότερα, με το ίδιο «καλάθι εισροών» (εργασία, κεφάλαιο κλπ.).
Ένας τρόπος τώρα, με τον οποίο οι σύγχρονες εταιρίες ενισχύουν την παραγωγικότητα τους, είναι μεταθέτοντας την εργασία στους καταναλωτές και τα νοικοκυριά – όπου στην πραγματικότητα παράγουν μεν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες με τις ίδιες εισροές, αλλά αυτό που κάνουν είναι να μεταφέρουν την εργασία που θα έπρεπε να είχαν οι ίδιες κάνει και το κόστος της, στους καταναλωτές και τα νοικοκυριά.
Για παράδειγμα, οι τράπεζες με τα ΑΤΜ και τις ηλεκτρονικές πληρωμές που διεκπεραιώνουν οι πελάτες τους, αντί το προσωπικό τους που τελικά περιορίζουν, τα σουπερμάρκετ με τις μηχανές σκαναρίσματος από τους καταναλωτές αντί από ταμίες κοκ. Αυτός είναι ο λόγος που η παραγωγικότητα ειδικά του χρηματοπιστωτικού τομέα αυξάνεται συνεχώς – ενώ πολλών άλλων τομέων δεν μπορεί να τον ακολουθήσει στην άνοδο.
Έτσι, οι καταναλωτές και τα νοικοκυριά επιβαρύνονται πλέον με ατελείωτη «σκιώδη εργασία» που ασχολείται με τα άχρηστα προϊόντα και τις (μη) υπηρεσίες των εταιρειών – εργαζόμενοι χωρίς πληρωμή, για να επισκευάσουν ή να συντηρήσουν προϊόντα και υπηρεσίες που χαλούν ή δεν λειτουργούν αξιόπιστα. Με προϊόντα που είναι μη επισκευάσιμα – χωρίς την εξυπηρέτηση πελατών που υπήρχε στο παρελθόν και που έχει πια υποβαθμιστεί σε σημείο παρωδίας.
Όλοι εκτελούν αυτήν την απλήρωτη σκιώδη εργασία καθημερινά – σκανάροντας τα δικά τους ψώνια και σπαταλώντας πολλές ώρες, ασχολούμενοι με άθλιες υπηρεσίες και με εξωφρενικά δυσλειτουργικά chatbots δήθεν εξυπηρέτησης πελατών. Με υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης και με επιλογές μενού 3 στοιχείων που δεν έχουν επιλογή για το ιδιαίτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζεται – για ένα πρόβλημα που θα έπρεπε να είναι ευθύνη της εταιρείας, αλλά έχει επιβληθεί ως ευθύνη των πελατών.
Εν προκειμένω, εάν μετρούσαμε τα δισεκατομμύρια ευρώ σε απλήρωτη σκιώδη εργασία που επιβάλλεται στους καταναλωτές και τα νοικοκυριά από κρατικές υπηρεσίες τύπου «MyGov» και από ιδιωτικές επιχειρήσεις, η παραγωγικότητα θα μειωνόταν απότομα – κάτι που όμως δεν απασχολεί τις εταιρίες, αφού τα κέρδη τους αυξάνονται με τη μεταφορά του κόστους στους καταναλωτές.
Με απλά λόγια, τα εταιρικά κέρδη δεν προέρχονται από την παραγωγή ποιοτικών αγαθών και υπηρεσιών – αλλά από τη μεταφορά της επιβάρυνσης όλων των συνεπειών των κακής ποιότητας προϊόντων και υπηρεσιών, στους καταναλωτές και τα νοικοκυριά.
Ένα δεύτερο στοιχείο της ανόδου της σκοτεινής παραγωγικότητας, είναι η κατάρρευση της ανθεκτικότητας των προϊόντων – επίσης της ποιότητας των υπηρεσιών. Εδώ η ανθεκτικότητα δεν μετριέται στους υπολογισμούς της παραγωγικότητας – οπότε το γεγονός ότι, οι συσκευές που διαρκούσαν συνήθως 30 έως 40 χρόνια τώρα χαλούν σε 3 έως 4 δεν αναγνωρίζεται καν, ούτε φυσικά μετριέται.
Το ίδιο ισχύει για την πτώση της ποιότητας και της χρησιμότητας των υπηρεσιών – καθώς επίσης για το αυξανόμενο κόστος επισκευής, θυμίζοντας πως η «παραγωγή» είναι ένα ποσόν σε ευρώ. Έτσι, όταν πηγαίνει κάποιος το αυτοκίνητο του για μια επισκευή 2.000 € που κόστιζε στο παρελθόν 500 €, παρά το ότι τα ανταλλακτικά και η εργασία δεν αυξήθηκαν με κανέναν ουσιαστικό τρόπο, η υψηλότερη τιμή ενισχύει τόσο το ΑΕΠ, όσο και την παραγωγικότητα.
Παρεμπιπτόντως εδώ, η καταπολέμηση της παραοικονομίας, ενισχύει επίσης το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα – ενώ αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους, για τον οποίο η Ελλάδα παρουσιάζει υψηλότερη ανάπτυξη, σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ που είχαν χαμηλότερα ποσοστά παραοικονομίας. Στην ουσία βέβαια, αυτή η ανάπτυξη είναι πλασματική, αφού προϋπήρχε αλλά απλά δεν καταγραφόταν επίσημα – ενώ είναι μία από τις αιτίες, για τις οποίες δεν φαίνεται «στις τσέπες» των Ελλήνων, μειώνοντας επιπλέον τα πραγματικά τους εισοδήματα, αφού πια φορολογείται.
Παραδόξως λοιπόν, ο λόγος για τον οποίο πληρώνουμε υψηλότερες τιμές, είναι το ότι η ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών έχει καταρρεύσει – κάτι που όμως μετριέται ως θετικό για το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα, επειδή το κόστος των εισροών αυξήθηκε λιγότερο, από την αξία των εκροών, της παραγωγής.
Με αυτόν τον τρόπο, τα μονοπώλια και τα καρτέλ ενισχύουν τα εταιρικά κέρδη, το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα – επειδή η ποιότητα μειώνεται, ενώ το κόστος και οι κίνδυνοι μεταφέρονται στους καταναλωτές και στα νοικοκυριά που δεν έχουν άλλη επιλογή, από τα κρατικά και εταιρικά μονοπώλια.
Αυτός είναι στην ουσία ο βασικός λόγος που οι ακραία νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις δεν καταπολεμούν τα καρτέλ και τα ολιγοπώλια αλλά, αντίθετα, τα ενισχύουν μυστικά – αφού στηρίζουν τόσο το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα, όσο και τα δημόσια έσοδα που αυξάνουν πάντοτε, όταν το ΑΕΠ και οι τιμές ακολουθούν ανοδική πορεία.
Ο ρόλος της καινοτομίας
Επιστρέφοντας στη «φωτεινή» πλευρά της παραγωγικότητας, στην ορθολογική, στο παρελθόν οι νέες καινοτομίες ήταν κρίσιμες για την αύξηση της παραγωγικότητας – είτε επρόκειτο για την εργασία, είτε για την παραγωγικότητα των πόρων. Για παράδειγμα, η εφεύρεση της ατμομηχανής αύξησε σε σημαντικό βαθμό την παραγωγή – σε σύγκριση με τη χειρωνακτική εργασία. Εξίσου σημαντική ήταν βέβαια η περαιτέρω εξέλιξη της ατμομηχανής – η οποία μείωσε την απαιτούμενη ενέργεια πολλαπλάσια.
Ειδικά όσον αφορά την καινοτομία, ο J. Schumpeter διέκρινε δύο διαφορετικούς τύπους: (α) την καινοτομία που αφορά τις νέες διαδικασίες και (β) αυτήν που αφορά τα νέα προϊόντα. Οι πρώτες έχουν σχέση με τις νέες μεθόδους παραγωγής και με τις νέες πηγές πρώτων υλών ή ημιτελών προϊόντων – ενώ οι δεύτερες αφορούν ένα πραγματικά νέο προϊόν ή μία νέα ποιότητα του ιδίου προϊόντος, το άνοιγμα μίας νέας αγοράς για τα ίδια προϊόντα ή μία καινούργια δομή του κλάδου, όπως είναι η δημιουργία ή η κατάργηση ενός μονοπωλίου.
Για παράδειγμα όσον αφορά το τελευταίο, στην Ελλάδα θα αποτελούσε καινοτομία που θα αύξανε την παραγωγικότητα, η κατάργηση των ολιγοπωλίων ή των καρτέλ – κάτι που σε άλλες χώρες έχει συμβεί προ πολλού. Αυτό βέβαια που δυστυχώς συμβαίνει στις προηγμένες χώρες σήμερα, στα πλαίσια του μονοπωλιακού καπιταλισμού που έχει ήδη κυριαρχήσει στις ΗΠΑ (ανάλυση), είναι η άλλη μορφή καινοτομίας: η δημιουργία μονοπωλίων που τελικά θα αποβεί καταστροφική για το καπιταλιστικό σύστημα.
Συνεχίζοντας, ορισμένες από αυτές τις καινοτομίες προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα – με την έννοια ότι, οι καθιερωμένες εταιρείες πραγματοποιούν επενδύσεις, ενώ εμφανίζονται νεοσύστατες επιχειρήσεις. Η πρώτη προϋπόθεση για να συμβούν τα παραπάνω, είναι η διαθεσιμότητα κεφαλαίων – ενώ η εξασφάλιση επιχειρηματικών κεφαλαίων, ειδικά για νεοσύστατες επιχειρήσεις, αποτελεί μια πρόκληση για την οποία έχουν προταθεί διάφορες λύσεις.
Μία από αυτές τις λύσεις στην Ευρώπη, είναι η δημιουργία μίας Ευρωπαϊκής Ένωσης Κεφαλαιαγορών – η οποία αναφέρεται συχνά ως «Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων» (ερμηνεία). Ο στόχος της είναι ο ανταγωνισμός του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ, το οποίο προωθεί ευκολότερα τις νεοσύστατες επιχειρήσεις που δεν βρίσκουν τραπεζικά κεφάλαια – ενώ οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες έχουν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές μέσω επενδυτικών τραπεζών και δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα τραπεζικού δανεισμού.
Εν τούτοις, η πρόσβαση σε κεφάλαια είναι μόνο μία από τις προϋποθέσεις – ενώ οι εταιρίες χρειάζονται επιπλέον κίνητρο, δηλαδή μία υπόσχεση απόδοσης, για να προβούν σε επενδύσεις. Για παράδειγμα, οι γερμανικές επιχειρήσεις θέλουν και μπορούν να επενδύσουν, αν και δυσκολότερα οι μικρομεσαίες, αλλά θεωρούν πως δεν υπάρχει επαρκής ζήτηση – με αποτέλεσμα να επενδύουν σήμερα τόσο λίγο, όσο ποτέ μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2009 (πηγή).
Το γεγονός αυτό αφαιρεί πόρους από την οικονομία, πόσο μάλλον σε συνδυασμό με την συνήθη αυξημένη αποταμίευση των νοικοκυριών – κάτι που σημαίνει πως για να αναπτυχθεί η χώρα χρειάζεται αντίστοιχα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, δημόσιες δαπάνες ή και τα δύο μαζί, σύμφωνα με τα τομεακά χρηματοοικονομικά ισοζύγια (ανάλυση). Όταν όμως οι άλλες χώρες δεν έχουν ισχυρή ανάπτυξη για να αγοράζουν περισσότερα γερμανικά προϊόντα και η Γερμανία επιμένει στο φρένο χρέους, τότε δεν υπάρχει λύση.
Αυτός είναι ο βασικός λόγος, για τον οποίο δεν αναπτύσσεται η γερμανική οικονομία – εκτός φυσικά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, λόγω της βιομηχανικής δομής της οικονομίας της και της εξάρτησης της από τη φθηνή ρωσική ενέργεια που πια δεν διαθέτει.
Καινοτομία και ζήτηση
Περαιτέρω, ένας βασικός παράγοντας για τη διενέργεια επενδύσεων, είναι η εξέλιξη των μισθών – η οποία στην Ελλάδα είναι κάτι περισσότερο από προβληματική, ως αποτέλεσμα των μνημονίων, της χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας και των εξωτερικών ελλειμμάτων της χώρας που έχουν ξανά μία έντονα ανοδική πορεία, μετά το 2019 (γράφημα).
Εάν τώρα οι μισθοί είναι χαμηλοί και η εργασία φθηνή, όπως συμβαίνει στη χώρα μας, δεν είναι επικερδής η επένδυση σε νέα μηχανήματα – οπότε οι νέες καινοτομίες δεν υλοποιούνται λόγω κόστους και η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει στάσιμη. Η ίδια λογική υπάρχει στις τιμές της ενέργειας και στην παραγωγικότητα των πόρων – όπου για την άνοδο των επενδύσεων, αυξάνεται πολιτικά η τιμή του διοξειδίου του άνθρακα (CO2, κόστος ρύπων).
Εν προκειμένω, η παραγωγικότητα των πόρων μετράει την αξία που παράγει μία οικονομία, σε σχέση με τους πόρους που καταναλώνει – οπότε η τιμολόγηση του CO2 από την ΕΕ (πηγή), λειτουργεί ως οικονομικό κίνητρο. Πώς; Αυξάνοντας το κόστος των ρυπογόνων καυσίμων τεχνητά, με αποτέλεσμα να πιέζονται οι επιχειρήσεις να παράγουν περισσότερο, με λιγότερους πόρους και με χαμηλότερες εκπομπές – έτσι ώστε το ΑΕΠ να αυξάνεται, ενώ η κατανάλωση πόρων και οι εκπομπές ρύπων να μειώνονται.
Όμως, αυτό που συχνά παραβλέπεται από τη συγκεκριμένη οπτική γωνία της προσφοράς είναι το ότι, μία επένδυση τότε μόνο αποδίδει για τις ιδιωτικές εταιρίες σε μία φιλελεύθερη οικονομία, όταν τα παραγόμενα αγαθά και οι υπηρεσίες μπορούν στη συνέχεια να πουληθούν – όπου, σύμφωνα με την κεϋνσιανή λογική, η συνολική ζήτηση είναι ζωτικής σημασίας για τις επενδύσεις και για την ανάπτυξη μίας οικονομίας.
Επιπλέον, η αύξηση των πωλήσεων λόγω ζήτησης, μειώνει θεωρητικά τον απαιτούμενο χρόνο εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος – οπότε αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, όταν η ζήτηση είναι υψηλή, οι εταιρίες είναι υποχρεωμένες να επενδύουν – αφού διαφορετικά χάνουν μερίδια αγοράς από τους ανταγωνιστές τους.
Επομένως, η αύξηση των μισθών δεν λειτουργεί μόνο ως μοχλός παραγωγικότητας και ως κινητήρια δύναμη καινοτομίας, αλλά ενισχύει επιπλέον την εγχώρια ζήτηση – κατά συνέπεια, ενισχύει τις πωλήσεις προϊόντων και τις επενδύσεις για να τις καλύψουν. Αρκεί βέβαια να παράγει ανταγωνιστικά η χώρα και να μην καλύπτεται αυτή η ζήτηση με εισαγωγές που αυξάνουν τα ελλείμματα – ενώ εδώ ακριβώς επικεντρώνεται το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας που εάν δεν επιλυθεί, δεν θα αποφευχθεί μία επόμενη χρεοκοπία.
Η κρατική παρέμβαση
Συνεχίζοντας, εάν η ζήτηση αποδυναμωθεί σε μια οικονομία, η κυβέρνηση μπορεί να καλύψει αυτό το κενό μέσω αυξημένων δημοσίων δαπανών – ενώ σε μια κρίση, οι κρατικές δαπάνες έχουν το εξής υψηλό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα: δεν δημιουργούν μόνο ζήτηση, αλλά αυξάνουν επιπλέον τα εισοδήματα του ιδιωτικού τομέα που δημιουργούν σε δεύτερο στάδιο πρόσθετη ζήτηση.
Εκτός αυτού, το κράτος εκπληρώνει και άλλες βασικές λειτουργίες του – σημειώνοντας πως, σύμφωνα με νέες μελέτες, οι θεμελιώδεις και εξαιρετικά παραγωγικές καινοτομίες, όπως το διαδίκτυο, το GPS, οι οθόνες αφής κλπ., προέκυπταν σχεδόν πάντοτε ιστορικά από μαζικές αρχικές κρατικές επενδύσεις. Γιατί; Απλούστατα, επειδή ο κίνδυνος για την ιδιωτική βασική έρευνα θα ήταν πολύ μεγάλος.
Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, για να διασφαλιστεί η μελλοντική παραγωγικότητα, χρειάζεται ένα κράτος που όχι μόνο να επιδιορθώνει τις αγορές, αλλά και να τις διαμορφώνει ενεργά – μέσω στοχευμένης, καθοδηγούμενης και σωστά χρηματοδοτούμενης έρευνας, καθώς επίσης με την κατάλληλη βιομηχανική πολιτική. Κάτι τέτοιο συμπεριλαμβάνει προφανώς ανάλογες κρατικές εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες – επειδή η άκρως εξειδικευμένη έρευνα, μπορεί να επιτύχει μόνο με την κατάλληλη εκπαίδευση.
Για την εφαρμογή τώρα μιας τέτοιας στρατηγικής, βασισμένης στη ζήτηση και στη βιομηχανική πολιτική, η εκάστοτε κυβέρνηση πρέπει να αυξήσει, στοχευμένα φυσικά, τις δαπάνες του προϋπολογισμού της – όπου όμως, παρά το ότι το χρήμα δεν είναι σπάνιο, ούτε περιορισμένο όπως είναι οι πόροι, οι δημοσιονομικοί κανόνες που επιβάλει η ΕΕ στα κράτη μέλη της, ειδικά στην Ελλάδα που είναι πολύ πιο αυστηροί, ελαχιστοποιούν τα περιθώρια δράσης.
Ακόμη χειρότερα, σε χώρες όπως η Ελλάδα, το χρήμα όπως από την αύξηση του δημοσίου χρέους κατά 50 δις € από το 2019 έως το 2025 ή/και από το ΤΑΑ κατά 36 δις €, δεν καταναλώθηκε για τίποτα από τα παραπάνω – αλλά για επιδόματα, καθώς επίσης για άλλες μη παραγωγικές δαπάνες.
Τα προβλήματα της παραγωγικότητας
Περαιτέρω, ένα πρώτο μεγάλο πρόβλημα, είναι ο υπολογισμός της παραγωγικότητας – ο οποίος μπορεί να είναι παραπλανητικός. Κάτι τέτοιο πηγάζει, μεταξύ άλλων, από την ίδια τη μέθοδο υπολογισμού – κατά την οποία η παραγωγικότητα υπολογίζεται ως εθνικό εισόδημα ανά ώρα εργασίας, ανά καταναλισκόμενο πόρο κοκ., ανάλογα με τα εμπλεκόμενα συμφέροντα.
Για παράδειγμα, στον τομέα της εκπαίδευσης ή σε άλλους κλάδους παροχής υπηρεσιών, όπου ο χρόνος είναι το προϊόν, τίθεται το ερώτημα πώς μπορεί να μετρηθεί η παραγωγή. Μέσω της αμοιβής; Ισοδυναμεί η υψηλή αμοιβή απαραίτητα με την υψηλή παραγωγικότητα; Επιπλέον, εάν ο χρόνος είναι το προϊόν, πώς μπορεί να αυξηθεί η παραγωγή αυτού του προϊόντος με την ίδια ποσότητα χρόνου εργασίας;
Εν προκειμένω, ασφαλώς είναι κρίσιμος ο χρόνος, όχι μόνο στην παραγωγή, αλλά και στην αναπαραγωγή – αφού χωρίς την απλήρωτη και ιδιωτική εργασία φροντίδας που εκτελείται από τους γονείς, κυρίως από τις γυναίκες, η οικονομία θα κατέρρεε. Για να είναι επομένως μια οικονομία παραγωγική, πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν τη δική της αναπαραγωγή – η οποία θα αντικατοπτριζόταν, για παράδειγμα, στην καλή φροντίδα των παιδιών, στην υγειονομική περίθαλψη και στη μακροχρόνια φροντίδα.
Εδώ η Ελλάδα έχει αποτύχει εντελώς – ξανά με αιτία τα μνημόνια, αλλά και αυτούς που τα εφάρμοσαν σκύβοντας δουλικά το κεφάλι στους δανειστές και αδιαφορώντας για τους Πολίτες της χώρας τους.
Ένα άλλο πρόβλημα ή μάλλον ερώτημα που προκύπτει, όσον αφορά το εθνικό εισόδημα, είναι το εξής: υπάρχει πάντα μια πραγματική αύξηση του ΑΕΠ, όταν αυξάνεται το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν; Οι αυξανόμενες χρηματοπιστωτικές και λοιπές φούσκες, η καταστροφή και η επακόλουθη ανοικοδόμηση μίας περιοχής από κάποιο φυσικό ή μη γεγονός, όπως οι πλημμύρες, οι σεισμοί ή οι πόλεμοι, η διανομή ανθυγιεινών τροφίμων, συμπεριλαμβανομένης της επακόλουθης ιατρικής περίθαλψης κοκ. αυξάνουν μεν το ΑΕΠ, αλλά τι κερδίζει πραγματικά μία χώρα από όλα αυτά; Μισθούς και ζήτηση; Εάν ήταν τόσο απλό, τότε γιατί να μην δίνονταν μισθοί χωρίς να συμβούν τέτοια καταστροφικά γεγονότα;
Τέλος, ένα επίσης ουσιαστικό ερώτημα είναι το εξής: Είναι όλα τα προϊόντα, για τα οποία δαπανούμε σήμερα πραγματικούς πόρους, πράγματι απαραίτητα για την ευημερία μας; Μια ορθολογική κυβερνητική βιομηχανική πολιτική, δεν θα μπορούσε να συμβάλει σε μία σημαντικά πιο αποτελεσματική παραγωγή;
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, η ορθολογική παραγωγικότητα και όχι η σκοτεινή πλευρά της, είναι το νούμερο ένα θέμα, με το οποίο πρέπει να ασχολείται η κυβέρνηση μίας χώρας – επίσης βέβαια η οικονομική έρευνα, με στόχο να βοηθηθεί η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική.
Δυστυχώς όμως, διαπιστώνεται ότι δεν δίνεται σχεδόν καμία σημασία στο θέμα, παρά την τεράστια σπουδαιότητα του – ενώ σε ελάχιστα κράτη υπάρχουν οικονομικοί δείκτες που εκτιμούν τις άλλες μορφές της παραγωγικότητας, όπως σε σχέση με την κατανάλωση πόρων, με τα περισσότερα να επικεντρώνονται στην παραγωγικότητα της εργασίας.
ΠΗΓΗ:https://analyst.gr/2026/08/15/paragogikotita/
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.