19 Ιουλίου 2026

Η τελευταία γενιά της Δύσης

Σκέψεις για το γίγνεσθαι ενήλικος στην αποπαιδευτική κοινωνία


του Andrea Zhok

1. Το πρόβλημα

Η εφηβική περίοδος, ειδικά στον σύγχρονο κόσμο, παρουσιάζει χαρακτηριστικά ιδιαίτερης δυσκολίας που την καθιστούν μια περίοδο τυπικά σημαδεμένη από κρίσεις ταυτότητας.¹ Η εφηβεία ως περίοδος δυσφορίας αποτελεί πράγματι ένα κοινό θέμα της δυτικής νεωτερικότητας. Το κατά πόσο αυτός ο παράγοντας δυσφορίας είναι διαπολιτισμικά γενικεύσιμος είναι μάλλον αμφίβολο. Υπάρχουν βεβαίως δομικές φυσιολογικές πλευρές, ανεξάρτητες από πολιτισμικά πρότυπα. Η εφηβεία είναι, γενικά, εκείνη η περίοδος που προηγείται της μετάβασης από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή και σχετίζεται φυσιολογικά με τη σεξουαλική ωρίμανση.

Στις περισσότερες παραδοσιακές κοινωνίες αυτή η μετάβαση σηματοδοτείται συμβολικά από τελετουργίες μετάβασης που θεσμοθετούν την αλλαγή κοινωνικής θέσης και ευθυνών.²

Στη σύγχρονη δυτική κοινωνία αυτή η μετάβαση καθίσταται γενικά πιο επιβαρυντική και αβέβαιη, λόγω του ότι υπάρχει ένα ιδιαίτερα έντονο χάσμα ανάμεσα σε όσα απαιτούνται από το παιδί και σε όσα απαιτούνται από τον ενήλικα. Στις παραδοσιακές κουλτούρες τα παιδιά συμμετέχουν από νωρίς στις δραστηριότητες των ενηλίκων, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, είτε πρόκειται για αγροτική ζωή, είτε για κυνηγετικές δραστηριότητες, είτε για προετοιμασία πολέμου κ.λπ. Επομένως η εφηβεία δεν εμφανίζεται εδώ ως ριζική ρήξη, ενώ το άλμα προς τη δημόσια αναγνώριση ρυθμίζεται μέσω κοινών τελετουργιών μετάβασης.

Τα χαρακτηριστικά στοιχεία που συνδέονται με τη σεξουαλική ωρίμανση παρουσιάζουν ορισμένες προκλήσεις, αλλά σε κοινωνίες με σταθερά και σαφώς καθορισμένα ήθη και προσδοκίες αυτοί οι αποσταθεροποιητικοί παράγοντες περιορίζονται.³

Στη δυτική νεωτερικότητα η μετάβαση από την παιδική, προστατευμένη διάσταση προς την ενήλικη σφαίρα είναι ιδιαίτερα ριζική, και αυτή η ριζικότητα οφείλεται αφενός στο χάσμα ανάμεσα στην παιδική ζωή (παιχνίδι και σπουδές) και στην ενήλικη (εργασία), και αφετέρου στη σύγχρονη αντίληψη του ατόμου ως τόπου ευθύνης και πρωτοβουλίας που δεν ανάγεται σε τίποτε άλλο (ούτε στην οικογένεια ούτε στην κοινότητα).

Σε κοινωνίες όπου το ενήλικο άτομο νοείται ως απόλυτος και μη αναγώγιμος τόπος ευθύνης, σε άμεση αντιπαράθεση με την παιδική του κατάσταση, η μετάβαση γίνεται ιδιαίτερα βαρύ φορτίο: το άτομο πρέπει να περάσει από μια διάσταση όπου ο χώρος των σχεδίων και των πρωτοβουλιών του ανατίθεται σε τρίτους, σε μια διάσταση όπου θεωρείται ότι κάθε άτομο είναι απολύτως υπεύθυνο για αυτό που είναι και για αυτό που γίνεται, για τα σχέδια, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες του.

Αν και αυτή η διάσταση εξηγεί γιατί γενικά η εφηβεία, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της δυτικής νεωτερικότητας, τείνει να οδηγείται σε κρίσεις ταυτότητας, δεν εξηγεί την ιδιαίτερη ένταση της σύγχρονης κρίσης. Τα τελευταία χρόνια οι αναφορές ψυχολόγων που εργάζονται με εφήβους καταγράφουν μια έκρηξη αιτημάτων ψυχολογικής και ψυχιατρικής βοήθειας. Αυτή η ψυχολογική-ψυχιατρική κατάσταση έκτακτης ανάγκης καταγράφεται στην Ιταλία όπως και σε πολλές άλλες δυτικές χώρες.⁴ Ακόμη και όταν τα προβλήματα δεν εμφανίζονται με σαφώς παθολογικά χαρακτηριστικά, στις προσωπικές αφηγήσεις των σύγχρονων εφήβων ο συνδυασμός άγχους, καταθλιπτικών καταστάσεων και αποπροσανατολισμού είναι εξαιρετικά συχνός.

Εξίσου διαδεδομένη σε αυτή τη φάση είναι η χρήση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Η χρήση αυτή εμφανίζεται μετασχηματισμένη σε σχέση με την πρώτη περίοδο διάδοσής της από τη δεκαετία του ’60 έως και τη δεκαετία του ’80. Η τότε φαντασιακή πρόσληψη των ναρκωτικών συνδεόταν με τρεις ιδέες: την ιδέα της πρόσβασης σε μια «αποκαλυπτική» κατάσταση συνείδησης (μιας φώτισης), την ιδέα της ενίσχυσης των ικανοτήτων με όρους απόδοσης (ιδίως για την κοκαΐνη) και την ιδέα της απόλαυσης ως ηδονιστικού σκοπού (ψυχαγωγική χρήση).

Το γεγονός ότι, ανεξάρτητα από τις φαντασιακές αιτιολογίες, αυτή η χρήση συχνά μετατρεπόταν σε άθλιες μορφές εξάρτησης και σε μακροχρόνιο πόνο, αποτελούσε ένα ισχυρό επιχείρημα για τον περιορισμό της. Η σημερινή χρήση ουσιών στις νεανικές ηλικίες είναι αντίθετα πιο εκτεταμένη και λιγότερο φιλόδοξη· παρουσιάζει κυρίως μια διάσταση αγχολυτικής υποστήριξης και «αυτο-φαρμακοθεραπείας», ενώ η ψυχαγωγική λειτουργία είναι δευτερεύουσα και η πειραματική σπάνια και απομακρυσμένη. Οι ουσίες γίνονται αντιληπτές ως μια ψυχολογική υποστήριξη ταυτόχρονα καθημερινή και αναγκαία· αυτή η χρήση παραδόξως θυμίζει τη χρήση της αλκοολικής μέθης στα προλεταριακά στρώματα της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης.

Το γεγονός ότι τα τελευταία 15 χρόνια — με επιτάχυνση την τελευταία πενταετία — έχουν παρουσιάσει για τους νέους και τους εφήβους ένα ιδιαίτερα επιβαρυντικό ψυχολογικό και ψυχιατρικό τοπίο είναι ένα δεδομένο ευρέως συζητημένο και το θεωρούμε πλέον διαπιστωμένο. Εκείνο στο οποίο θέλουμε να εστιάσουμε είναι το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο που υποκρύπτεται πίσω από αυτή την κρίση και το οποίο απειλεί μια γενεαλογική κατάρρευση.

2. Το πλαίσιο

Για να επιχειρήσουμε μια διάγνωση της τρέχουσας ψυχολογικής κρίσης στις νεανικές ηλικίες είναι απαραίτητο να δώσουμε ένα σύντομο συνολικό πλαίσιο που να ορίζει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του σύγχρονου δυτικού κόσμου.

Η ικανότητα του δυτικού κόσμου να παρέχει πεποιθήσεις και κίνητρα ικανά να διατηρούν τη σταθερότητά του μακροπρόθεσμα έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Η κινητήρια δύναμη, η ικανότητα ηθικής δικαιολόγησης της Δύσης, έχει αποδειχθεί εύθραυστη εδώ και καιρό.

Ποτέ όμως όσο τα τελευταία χρόνια αυτή η ευθραυστότητα δεν έχει αγγίξει τόσο βαθιά τις νέες γενιές.

Αλλά ας προχωρήσουμε σταδιακά.

Τι εννοούμε καταρχάς εδώ με τον όρο «Δύση»; Ως Δύση εννοούμε εκείνη την πολιτισμική διαμόρφωση που προκύπτει από τη συγχώνευση, από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά, της ευρωπαϊκής κουλτούρας με την κουλτούρα που προέρχεται από το αγγλοσαξονικό αποικιακό πλαίσιο εκτός Ευρώπης (ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής). Αυτή η πολιτισμική διαμόρφωση δεν ταυτίζεται με την ευρωπαϊκή κουλτούρα, αλλά εξαρτάται από εκείνη τη κοινωνική μεταβολή που ξεκίνησε με τη Βιομηχανική Επανάσταση και, κυρίως, με τη χρηματιστικοποίησή της από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Με τον όρο Δύση δεν πρέπει λοιπόν να σκεφτόμαστε τον Αριστοτέλη ή τον Σαίξπηρ, ούτε τον Κικέρωνα ή τον Λεονάρντο, αλλά εκείνη την ιδιαίτερη κοινωνικοοικονομική εξέλιξη που εκτυλίσσεται υπό το καθεστώς του καπιταλισμού και η οποία φθείρει ή εξορίζει όλες τις προηγούμενες πολιτισμικές παραδόσεις.

Από την άλλη, όταν μιλάμε για καπιταλισμό δεν χρησιμοποιούμε έναν γενικό όρο ή, ακόμη χειρότερα, ένα είδος προσβολής, αλλά, ακολουθώντας την πρώτη του προσέγγιση από τον Werner Sombart,⁵ εννοούμε ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα που κυβερνάται από μια κυρίαρχη αρχή, δηλαδή από την επιταγή ότι σε κάθε παραγωγικό κύκλο το διαθέσιμο κεφάλαιο πρέπει να εμφανίζεται αυξημένο. Κάθε αξία, κάθε κοινωνική, πολιτισμική ή ηθική αρχή υποτάσσεται στην κυρίαρχη επιταγή να θεωρείται κάθε σημερινή κεφαλαιοποίηση ως βάση επένδυσης για περαιτέρω αύξηση του κεφαλαίου.

Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα όπου όλα τα μέσα της κοινωνίας κινητοποιούνται για την παραγωγή άλλων μέσων, σε μια μορφή άπειρης αλλοτρίωσης.

Η πολιτική θεωρία που συνοδεύει την επικράτηση του καπιταλισμού και που δικαιολογεί τις αξιώσεις του είναι ο φιλελευθερισμός — αν και ο όρος «φιλελεύθερος» έχει αποκτήσει με την πάροδο του χρόνου πολλαπλές και ενίοτε αντιφατικές σημασίες. Η φιλελεύθερη θεωρία, στον θεμελιώδη της πυρήνα (κλασικός φιλελευθερισμός), περιστρέφεται γύρω από τέσσερις ιδέες: την ιδέα της πρωταρχικότητας του ατόμου έναντι της κοινωνίας, την ιδέα ότι η κοινωνία είναι το άθροισμα των ανταλλαγών αμοιβαίου συμφέροντος μεταξύ ατόμων, την ιδέα ότι το φυσικό πρωταρχικό δικαίωμα είναι η ιδιοκτησία, και την ιδέα ότι η μοναδική πανανθρώπινα κοινά αποδεκτή αξία είναι η αρνητική ελευθερία (η ελευθερία ως επιθυμία να μην παρεμβαίνει κανείς στη δράση του ατόμου).

Ένα μοντέλο που παρουσιαζόταν ως ηγεμονικό και διαρκώς αναπτυσσόμενο φαίνεται ότι έχει φτάσει στα όρια της επέκτασής του, τόσο στο επίπεδο της εμπορικής ισχύος όσο και στο επίπεδο της στρατιωτικής ισχύος. Όμως αυτή η κρίση ισχύος είναι μόνο ένα σύμπτωμα. Πολύ πριν γίνει κρίση ισχύος, ο δυτικός φιλελευθερισμός εμφανίζεται ως ένα ιστορικό μοντέλο σε κρίση νοήματος.

Το ότι στο φιλελεύθερο αξιακό πλαίσιο υπήρχαν σοβαρά προβλήματα ως προς την παροχή νοήματος στις ίδιες τις πράξεις του δεν είναι νέα διαπίστωση. Πρακτικά, από τα τέλη του 19ου αιώνα, αποτελεί σχεδόν κοινό τόπο η διαπίστωση της «φτώχειας νοήματος» του φιλελεύθερου συστήματος, του οποίου οι ισχυρότερες κινητοποιητικές δυνάμεις είναι κυρίως αμυντικές: ένας φιλελεύθερος δρων πρέπει να ανταγωνίζεται για να μην υποκύψει μέσα σε ένα σύστημα αγοράς, εκβιάζεται για να μην αποκλειστεί από το σύστημα, με κίνδυνο τη φτώχεια, την ασθένεια, τον θάνατο· αλλά σε θετικούς όρους, δηλαδή ως προς τις προσδοκίες και τις προοπτικές, το φιλελεύθερο πλαίσιο εκφράζεται στην καλύτερη περίπτωση από έναν ηδονιστικό ωφελιμισμό και ιδιωτισμό βραχυπρόθεσμου ορίζοντα.

Όταν ο Harari υποστηρίζει ότι το συμβόλαιο της φιλελεύθερης νεωτερικότητας συνίσταται στην ανταλλαγή του νοήματος με την ισχύ,⁷ αγγίζει ένα πολύ σημαντικό σημείο (αν και το κάνει για να στηρίξει τη δική του θέση). Πράγματι, η φιλελεύθερη νεωτερικότητα γνώρισε μια επεκτατική φάση περίπου δύο αιώνων (έστω και διακοπτόμενη από δύο παγκοσμίους πολέμους) και αυτή η φάση καθοδηγήθηκε από τη βιομηχανική επέκταση που ενίσχυσε τόσο το εμπόριο όσο και τον στρατιωτικό μηχανισμό: η Δύση κατέκτησε την πρωτοκαθεδρία της τα τελευταία δύο αιώνες χάρη σε μια πολιτική οικονομικο-στρατιωτικής ισχύος που της επέτρεψε να επιβληθεί σε άλλους πολιτισμούς, παρότι η εσωτερική της συνοχή ως πολιτισμός ήταν εξαρχής αμφίβολη.

Η αύξηση της ισχύος και η αποδυνάμωση του νοήματος προχώρησαν παράλληλα για μεγάλο διάστημα. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού αυτή η δυναμική κατέληξε σε αποικιοκρατία προς τα έξω και μηδενισμό προς τα μέσα, συγκλίνοντας προς τη μεγαλύτερη στρατιωτική καταστροφή της ανθρώπινης ιστορίας, από το 1914 και μετά. Μετά την ενδιάμεση περίοδο των «τριάντα ένδοξων ετών» (1945–1975), η διαδικασία που χαρακτήριζε την Ευρώπη έναν αιώνα πριν επανήλθε με νέα ισχύ. Από τη δεκαετία του 1980, αυτό που τον 19ο αιώνα ήταν αποικιακός ιμπεριαλισμός έγινε οικονομική παγκοσμιοποίηση υπό αμερικανική ηγεμονία. Σε πολιτισμικό και κινητοποιητικό επίπεδο, μετά τον πόλεμο, αλλά κυρίως από τη δεκαετία του ’80, η Ευρώπη υπέστη μια ριζική αμερικανοποίηση, παρουσιασμένη ως εκσυγχρονισμός, οι συνέπειες της οποίας σε όρους κρίσης νοήματος έγιναν ολοένα και πιο εμφανείς από τη δεκαετία του 2000.

Αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, όσο συνοπτικά κι αν αποτυπώνεται εδώ, είναι απαραίτητο για να τοποθετηθεί η τρέχουσα κρίση, την οποία επιχειρούμε να περιγράψουμε.

3. Το πλαίσιο των κινήτρων

Ποιες είναι, λοιπόν, οι θεμελιώδεις αιτίες αυτής της έξαρσης των κρίσεων ταυτότητας, αυτής της όξυνσης του εφηβικού και, ευρύτερα, νεανικού αποπροσανατολισμού; Σε μια φάση ανάπτυξης κατά την οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις που θα καθορίσουν το προσωπικό σχέδιο ζωής και την εν εξελίξει ταυτότητα, είναι σαφές ότι το πλαίσιο των κινήτρων αποκτά καθοριστικό ρόλο. Η εφηβεία είναι η φάση κατά την οποία το άτομο απομακρύνεται από τα οικογενειακά πρότυπα και εκτίθεται κατά προτίμηση στις επιρροές του εξω-οικογενειακού κόσμου, στις κρίσεις των συνομηλίκων, στα εξωτερικά παραδείγματα.

Αυτή η μετάβαση είναι αναγκαία για να βρει κανείς μια αυτόνομη θέση στον κόσμο. Όμως η επιτυχία αυτής της μετάβασης εξαρτάται από το τι συναντά κανείς σε αυτό το εξωτερικό πλαίσιο.

Πρέπει να πούμε ότι η εξωτερική κοινωνία παρουσιάζει προκλήσεις και κινδύνους διαφορετικούς και μεγαλύτερους από το παρελθόν; Εδώ πρέπει να αποφύγουμε μια πιθανή παρεξήγηση. Υπό μία έννοια ισχύει το αντίθετο: η σημερινή κοινωνία είναι πιο προστατευμένη, ασφαλισμένη και υλικά άνετη από ό,τι στο παρελθόν. Συχνά —και όχι πάντα από μη αξιόπιστες πηγές— ακούγεται ότι η σημερινή νεολαία παρουσιάζει εκτεταμένα φαινόμενα ψυχικής και ηθικής δυσφορίας ακριβώς επειδή θα είχε μια υπερβολικά εύκολη ζωή. Και σε αυτή τη διατύπωση υπάρχει μια μισή αλήθεια, η οποία όμως μπορεί να αποκρύψει τον πυρήνα του φαινομένου.

Ότι, σε σχέση με παλαιότερες γενιές, οι δυτικοί έφηβοι των τελευταίων δέκα, δεκαπέντε, είκοσι ετών έχουν ζήσει σε συνθήκες σχετικής οικονομικής άνεσης και αυξημένης προστασίας είναι σε γενικές γραμμές αληθές. Και ότι σε αυτό κρύβεται ένα πρόβλημα για την προσωπική ωρίμανση είναι επίσης αληθές. Όμως, διατυπωμένο έτσι, το επιχείρημα είναι ελλιπές και καταλήγει να υποδεικνύει «θεραπείες» χειρότερες από το ίδιο το πρόβλημα, όπως όταν κάποιος φαντάζεται ότι ένας καλός πόλεμος ή λίγη πείνα θα μπορούσαν να αναγκάσουν μια γενιά που δυσκολεύεται να σχετιστεί με την πραγματικότητα να την αντιμετωπίσει με επιτυχία και χωρίς μεσολαβήσεις.

Το ότι οι νέες γενιές (και όχι μόνο αυτές, φυσικά) έχουν μια απο-πραγματοποιημένη σχέση με τον κόσμο είναι αληθές, αλλά αυτό δεν οφείλεται στο ενδεχόμενο υλικό «άνεσης». Ως πραγματικότητα δεν πρέπει να εννοούμε πρωτίστως τη σκληρότητα της ζωής, την αντίσταση της ύλης σε όλες της τις μορφές. Η αίσθηση της πραγματικότητας παράγεται πρωτίστως από τη σχεδιαστική ορμή.

Αυτή η κινητήρια δύναμη είναι που ζωντανεύει τις επιλογές και τα πράγματα, και μόνο από αυτήν προκύπτει κάτι όπως η αντίσταση της ύλης: κάτι αντιστέκεται μόνο όταν υπάρχει μια θετική βούληση να γίνει κάτι. Αλλά ακριβώς αυτό είναι το εγγενώς εύθραυστο σημείο της σύγχρονης εποχής.

Σε κανονικές ιστορικές συνθήκες το να γίνεσαι ενήλικος σημαίνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: αύξηση του χώρου των θετικών δυνατοτήτων για δράση και ανάληψης πρωτοβουλιών, και αύξηση του φορτίου ευθυνών. Κατ’ αρχήν, μια παράλληλη και σύμφωνη αύξηση αυτών των δύο παραγόντων —θετικής ελευθερίας και ευθύνης— είναι απολύτως κατανοητή: μπορείς να κάνεις περισσότερα πράγματα, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να λογοδοτείς για περισσότερα πράγματα.

Στον σύγχρονο κόσμο όμως ανάμεσα σε αυτούς τους δύο παράγοντες εμφανίζεται μια βίαιη ασυμμετρία. Ο χώρος της θετικής ελευθερίας είναι ο χώρος των σχεδίων, των ανοιχτών δυνατοτήτων, των ιδεατών και ζωτικών προσδοκιών. Και στις σύγχρονες κοινωνίες, αυτός ο χώρος εξαρτάται θεμελιωδώς από τις υλικές και ιδεατές δυνατότητες ανάπτυξης που επιτρέπει το κοινωνικό περιβάλλον. Όμως ακριβώς αυτή η διάσταση φαίνεται συρρικνωμένη στη δυτική νεωτερικότητα.

Όλες οι παραδοσιακές μορφές κινήτρων έχουν εξαφανιστεί από το ορίζοντα: ο Θεός και η θρησκεία, η χειραφέτηση και η κοινωνική ολοκλήρωση (κομμουνισμός και σοσιαλισμός), η κοινότητα και το έθνος, η οικογένεια — είτε αίματος είτε διευρυμένη ως φυλή, σόγια, gens —, η Ιστορία και η ουτοπία. Η μόνη εναπομείνασα σφαίρα κινήτρων είναι εκείνη μιας ισχνής ωφελιμιστικής αυτοπραγμάτωσης, πάνω σε ένα υπόβαθρο φτηνιάρικου ηδονισμού: να δουλεύεις για να κερδίζεις, να καταναλώνεις ό,τι σου προτείνεται προς κατανάλωση και να επιστρέφεις στη δουλειά, σαν χάμστερ σε τροχό. Αυτή η εικόνα δεν είναι υπερβολή.

Αυτή είναι η ουσία της δομικής αντίληψης που παράγεται από τη φιλελεύθερη-καπιταλιστική κοινωνία, η οποία δεν αναγνωρίζει κοινές αξίες, ούτε συλλογικά σχέδια, ούτε κάποια υπερ-ατομική διάσταση. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η ουσία της φιλελεύθερης ελευθερίας είναι καθαρά αρνητική: μια απλή ελευθερία από τις παρεμβάσεις των άλλων, όχι η σχεδιαστική και κοινοτική ελευθερία των αρχαίων (libertas, ἐλευθερία), ούτε η ελευθερία ως liberum arbitrium που επιτρέπει τη σωτηρία μέσω της πίστης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κινητήρια δύναμη που διαγράφεται ως πιθανή για ένα άτομο που εισέρχεται στην ενήλικη ζωή είναι συρρικνωμένη, βραχυπρόθεσμη, τείνει να είναι μικροπρεπής και αυστηρά ιδιωτικοποιημένη. Επειδή η εφηβεία είναι η φάση της ζωής κατά την οποία η επιρροή της οικογένειας αντικαθίσταται κατά κανόνα από την επιρροή του κοινωνικού περιβάλλοντος, προκύπτει ότι η αποδόμηση της κινητήριας δύναμης στο κοινό κόσμο (δημόσιο κόσμο) αντανακλάται καταστροφικά στην προσωπική κινητήρια δύναμη, ακριβώς στη πιο ευαίσθητη στιγμή.

Για αυτόν τον λόγο, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, μια αύξηση των υλικών δυσκολιών δεν θα ήταν από μόνη της ικανή να αυξήσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Η σκληρότητα της ζωής γίνεται αντιληπτή ως ερέθισμα μόνο στο μέτρο που υπάρχει μια θετική ζωτική ορμή από πριν· αν όμως αυτή έχει εξαντληθεί, τότε μια απλή αύξηση των προκλήσεων μπορεί να είναι περισσότερο κατακλυσμιαία παρά διεγερτική, περισσότερο καταθλιπτική παρά ζωοποιός.

Το πρόβλημα, φυσικά, είναι ότι ενώ το να κάνεις κάποιον να αισθανθεί τη σκληρότητα της ζωής είναι εύκολο στη σημερινή κοινωνία, το να του κάνεις να αισθανθεί μια θετική κινητήρια δύναμη είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση — πολύ δύσκολη να καλλιεργηθεί, εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, να επινοηθεί.

Αυτό είναι λοιπόν το πρώτο και πιο θεμελιώδες επίπεδο του προβλήματος. Δεν υπάρχει καμία δυνατή παιδαγωγική, καμία σχολική ή οικογενειακή λύση που να μπορεί να υποκαταστήσει τα προβλήματα που τίθενται από το μεγάλωμα μέσα σε ένα ουσιαστικά μηδενιστικό πλαίσιο. Το σύγχρονο πλαίσιο κινήτρων τείνει να παράγει δύο κυρίαρχες μορφές υποκειμενικότητας: εκείνοι που αποδέχονται τους κανόνες του παιχνιδιού τείνουν να ακολουθούν έναν δρόμο καταναλωτικού κομφορμισμού· εκείνοι που δεν αποδέχονται ή δεν καταφέρνουν να προσαρμοστούν στους κανόνες του παιχνιδιού τείνουν να οδηγούνται προς την απο-πραγμάτωση (κατάθλιψη, αποσύνδεση, ψυχική δυσφορία, Hikikomori κ.λπ.).

Φυσικά, η κοντόφθαλμη προοπτική του καταναλωτικού κομφορμισμού ανοίγει εύκολα, μακροπρόθεσμα, τον δρόμο σε καταθλιπτικές καταρρεύσεις και αγχώδεις διαταραχές. Το να προτείνεις σε έναν νέο που εισέρχεται στην ενήλικη ζωή μια προοπτική που, στην καλύτερη περίπτωση, συνίσταται σε μια επιτυχημένη είσοδο σε έναν κόσμο όπου εργάζεται κανείς για να παράγει και να καταναλώνει, χωρίς καμία συνολική κατεύθυνση, είναι παιδαγωγικά καταστροφικό. Ο σημερινός κόσμος διαμορφώνεται, μεταξύ άλλων, ως ένας μεγάλος απο-εκπαιδευτικός μηχανισμός.

Σήμερα έχει καταστεί σχεδόν αδιανόητο να προτείνει κανείς οποιαδήποτε συνολική κατεύθυνση χωρίς αυτό να παρουσιάζεται ως ξεπερασμένη νοοτροπία ή φανατισμός. Οι νέες γενιές εκπαιδεύονται συστηματικά σε μια χαρακτηριστική ηθική στάση: τη διανοουμενίστικη δυσπιστία ή τον παραιτημένο αποπροσανατολισμό. Ό,τι έχει εκπροσωπήσει διαχρονικά στην ιστορία της ανθρωπότητας τη βασική σφαίρα κινήτρων —όλα τα ιστορικά, υπερβατικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, πολιτικά κίνητρα— παρουσιάζεται συστηματικά ως βαρετά, παρωχημένα αντικείμενα.

Ο ανθρώπινος τύπος που παράγεται με αυτόν τον τρόπο είναι, τελικά —είτε το αντιλαμβάνεται κανείς είτε όχι— το «κοτόπουλο εκτροφής», το χάμστερ που αγωνίζεται στον τροχό του, ή, αν θέλουμε να καταφύγουμε στη φιλμογραφία, οι «άνθρωποι-μπαταρίες» που τροφοδοτούν έναν κόσμο μηχανών, όπως στην αρχή του Matrix.

Αφού σκιαγραφηθεί αυτό το γενικό ιστορικό υπόβαθρο, είναι χρήσιμο τώρα να σταθούμε σε μια συγκεκριμένη και ιδιαίτερα επιδραστική (και πολύ συζητημένη) εφαρμογή του, δηλαδή στον ρόλο που παίζουν σε αυτό το πλαίσιο η εξέλιξη των μέσων μαζικής επικοινωνίας, από την τηλεόραση έως το smartphone.

4. Το μέσο είναι το μήνυμα

Κάθε γενιά έχει την τάση να εξιδανικεύει το παρελθόν της και αυτό συχνά οδηγεί στην απαξίωση ή στιγματισμό των εμπειριών και των μορφών ζωής των νέων γενεών. Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση απέναντι σε αυτή την ψυχολογική τάση, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα σε γενεαλογικές προκαταλήψεις και σε βάσιμες κριτικές παρατηρήσεις. Η επίγνωση αυτής της τάσης δεν πρέπει επίσης να μας οδηγεί, αντίστροφα, στο να θεωρούμε κάθε καινοτομία ως κάτι μοιραίο και φυσιολογικό, στο οποίο πρέπει απλώς να προσαρμοστούμε ως μέρος μιας αναγκαίας διαδικασίας εκσυγχρονισμού.

Στο σύνολο των ιστορικών και γενεαλογικών αλλαγών, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται σε εκείνες που αφορούν περιβαλλοντικούς παράγοντες και τις μορφές δια-υποκειμενικής επικοινωνίας. Αυτές οι μεταβολές είναι πάντοτε πολύ βαθύτερες και πλουσιότερες σε συνέπειες από τις αλλαγές στη μόδα και στα ήθη.

Το ότι μια γενιά προτιμά μακριά μαλλιά, μια άλλη τα τατουάζ και μια τρίτη τα γένια, είναι επιφανειακά στοιχεία που σπάνια επηρεάζουν την ουσία της προσωπικότητας. Όταν όμως μιλάμε για αλλαγές που αφορούν το περιβάλλον, φυσικό ή κοινωνικό, ή τους τρόπους οικονομικής αυτοαναπαραγωγής, μιλάμε για κάτι που έχει πιο ύπουλες και πιο βαθιές επιπτώσεις.

Ανάμεσα στις μεταβολές του κοινωνικού περιβάλλοντος, οι αλλαγές που αφορούν τα μέσα διαπροσωπικής επικοινωνίας είναι από τις πιο ισχυρές μεταβλητές της ιστορίας.

Η ανάδυση της γραφής, για παράδειγμα, θεωρείται μια τομή τόσο κρίσιμη ώστε χρησιμοποιείται συχνά για να οριστεί η αρχή της ιστορίας σε αντιδιαστολή με την προϊστορία. Η εμφάνιση της τυπογραφίας με κινητά στοιχεία αντιπροσωπεύει, όπως είναι γνωστό, μια επανάσταση που συνέβαλε στη διάδοση της επιστήμης και της εκπαίδευσης με τρόπους προηγουμένως αδιανόητους. Κάθε εισαγωγή ενός συστήματος διαμεσολάβησης στις δια-υποκειμενικές σχέσεις έχει επηρεάσει βαθιά τις κοινωνικές και ανθρώπινες μορφές που το υιοθέτησαν. Αυτή η θέση έχει διατυπωθεί στην πιο γνωστή της μορφή από τον Marshall McLuhan και συνοψίζεται συχνά στη φράση «το μέσο (ή το μέσο επικοινωνίας) είναι το μήνυμα».⁸

Η έννοια του μέσου με αυτή την έννοια είναι πολύ ευρεία. Καλύπτει όλα τα μέσα μαζικής επικοινωνίας με τη συνηθισμένη έννοια, αλλά και τις πρωτογενείς τεχνολογίες επικοινωνίας, όπως η γραφή, ή μη λεκτικά συστήματα διαμεσολάβησης όπως η νομισματική πρακτική. Το χρήμα, πράγματι, είναι μια «γραφή της αξίας» που έχει ανατρέψει το κοινωνικό σύστημα αναγνώρισης της αξίας στην ιστορία, καθιστώντας το ανώνυμο, καθαρά ποσοτικό, απεριόριστα συσσωρεύσιμο και διατηρήσιμο στον χρόνο. Οι περίφημες αναλύσεις του Karl Marx για τη κοινωνική λειτουργία του χρήματος στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844⁹ αντιμετώπισαν πρώτες τις κοινωνικές συνέπειες αυτής της «γραφή της αξίας», θέτοντας πάνω σε αυτή τη βάση τα θεμέλια για την πιο ριζική ανάλυση της ιστορικής δυναμικής που ονομάζουμε καπιταλισμό.

Θα ήταν ενδιαφέρον να μπορέσει κανείς να αναπτύξει αυτή την κρίσιμη συγγένεια του χρήματος, της γραφής και των μέσων μαζικής επικοινωνίας ως παραγόντων κοινωνικού μετασχηματισμού. Όλα αυτά είναι μέσα με διαφορετική έννοια από εκείνη του απλού εργαλείου. Ενώ ένα συνηθισμένο εργαλείο, όπως μια τσάπα, διαμεσολαβεί τη σχέση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, τα μέσα που αναφέραμε είναι δια-υποκειμενικά μέσα, μέσα που διαμεσολαβούν μεταξύ υποκειμένου και υποκειμένου. Υπό αυτή την έννοια, ένα σημαντικό μέρος της εξέλιξης της ανθρωπότητας, καθώς και των σχετικών προβλημάτων, εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες αυτών των δια-υποκειμενικών μέσων. Η δυτική νεωτερικότητα μπορεί να διαβαστεί ως μια υπερτροφία, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, στην ανάπτυξη του χρήματος και των μέσων μαζικής επικοινωνίας.

Αλλά εδώ δεν μπορούμε, παρά μόνο παρεμπιπτόντως, να ασχοληθούμε με εκείνον τον παράγοντα διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων που είναι το χρήμα, ενώ θέλουμε να αφιερώσουμε την προσοχή μας στην επίδραση ενός άλλου τύπου διαμεσολάβησης, πιο πρόσφατου, ο οποίος έχει υποστεί σημαντικές επιταχύνσεις κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αυτή η διαδικασία διαμεσολάβησης αρχίζει να παίρνει τη σύγχρονη μορφή της με την εμφάνιση της τηλεόρασης, στις δεκαετίες του ’50 και ’60.

5. Από την ανάγνωση στην τηλεόραση

Στην Ιταλία οι τηλεοπτικές εκπομπές αρχίζουν να γίνονται μέσο μετάδοσης υπό τους νόμους της αγοράς και διαθέσιμο 24 ώρες το 24ωρο μόνο από τη δεκαετία του ’80. Στον χώρο της οικιακής ψυχαγωγίας η τηλεόραση αντικατέστησε μια πληθώρα μορφών ελαφράς ανάγνωσης, από μυθιστορήματα φυγής έως κόμικς. Εδώ η καθοριστική μεταβολή, τουλάχιστον αρχικά, δεν αφορούσε το περιεχόμενο αλλά το ίδιο το μήνυμα που ενσωματώνεται στο μέσο.

Η ανάγνωση είναι μια διαδικασία που απαιτεί ενεργή πορεία μέσα στο κείμενο, ικανή να παράγει συνεκτικές και δομημένες νοητικές αναπαραστάσεις. Αυτή η διαδικασία είναι λιγότερο έντονη στα κόμικς, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει, επειδή το κείμενο παρέχει σημαντική πρόσθετη πληροφορία σε σχέση με την εικόνα. Είναι ουσιώδες να διακρίνουμε εδώ τον ενεργητικό χαρακτήρα της ανάγνωσης σε σχέση με την τηλεοπτική θέαση: η ανάγνωση απαιτεί ένα ορισμένο επίπεδο ενεργοποίησης και συγκέντρωσης για να παραγάγει τα αποτελέσματά της, ακόμη και όταν πρόκειται για καθαρά ψυχαγωγικά αποτελέσματα.

Όπως έχουν δείξει πολλές μελέτες για τη μάθηση, η μακροπρόθεσμη μνήμη λειτουργεί όταν υπάρχει ενεργή επεξεργασία του περιεχομένου (καθώς και όταν αυτή ενισχύεται από συναισθηματική εμπλοκή και πόνο).

Τα περιεχόμενα που μαθαίνονται μέσω της ανάγνωσης υπόκεινται αναγκαστικά σε μια μορφή ενεργητικής επεξεργασίας και, συνεπώς, τείνουν να συγκροτούν ένα πιο σταθερό γνωστικό υλικό μακροπρόθεσμα. Αντίθετα, στην τηλεοπτική θέαση οι εικόνες και οι λέξεις διαθέτουν αυτοκίνηση και εμείς βρισκόμαστε σε θέση μονόπλευρης παθητικής πρόσληψης απέναντι σε αυτό το αυτόνομο ρεύμα, το οποίο μας απαλλάσσει από την ενεργητική φαντασία.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι αρχικά η τηλεοπτική (και κινηματογραφική) παραγωγή βασιζόταν, τουλάχιστον εν μέρει, στο μοναδικό προϋπάρχον ανάλογο μοντέλο, δηλαδή το θέατρο. Στο θεατρικό έργο ο λόγος έχει σαφή υπεροχή έναντι του οπτικού περιβάλλοντος και της δραματικής δράσης. Η τελευταία συνήθως υποδεικνύει μόνο σημεία καμπής της ιστορίας, που έχουν προετοιμαστεί εκτενώς στο διαλογικό ή μονολογικό επίπεδο.

Στον κινηματογράφο, έως τα τέλη της δεκαετίας του ’70, αυτό το παλαιό θεατρικό πρότυπο εξακολουθούσε να ασκεί σε κάποιο βαθμό την επιρροή του. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο μοντάζ, το οποίο ήταν συγκριτικά πολύ πιο αργό από εκείνο που αρχίζει να επικρατεί από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Ένα πιο αργό μοντάζ επιτρέπει στη θέαση να ενεργοποιείται αναστοχαστικά κατά τη διάρκεια της ίδιας της εξέλιξης των γεγονότων.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ταινίες με πιο αργό μοντάζ (όχι απαραίτητα με υψηλής ποιότητας διαλόγους ή ιδιαίτερα πολύπλοκες δραματικές εντάσεις) να μένουν συχνά πιο σταθερά στη μνήμη σε σχέση με ταινίες με γρήγορο μοντάζ και καταιγιστική ροή γεγονότων. Όποιος δει σήμερα ταινίες πριν από τη δεκαετία του ’80 συχνά έχει την εντύπωση μιας αργότητας που για το σημερινό μας γούστο μπορεί να είναι ακόμη και ενοχλητική· και αυτό μπορεί να συμβαίνει ακόμη και σε ταινίες δράσης που είχαν σχεδιαστεί κυρίως για ψυχαγωγία.

Από τη δεκαετία του ’80 έως σήμερα ο κινηματογράφος ακολούθησε τον δρόμο της επιτάχυνσης του μοντάζ, με αύξηση του ρόλου των εντυπωσιακών εικόνων (ειδικών εφέ) και μείωση του ρόλου των διαλόγων και των μονολόγων.

Υπό αυτή την έννοια, η τηλεοπτική μας κατανάλωση στον τομέα της ψυχαγωγίας έχει υποστεί μια σταδιακή μεταμόρφωση, με μείωση των χώρων αναστοχασμού (ήδη όχι ιδιαίτερα ενισχυμένων από το ίδιο το μέσο της τηλεόρασης) και με αύξηση της βραχυπρόθεσμης συναισθηματικής διέγερσης. Το χαρακτηριστικό προϊόν αυτής της μεταμόρφωσης είναι το σύγχρονο μπλοκμπάστερ δράσης που κυριαρχείται από τα ειδικά εφέ, το οποίο είναι ελκυστικό κατά την παρακολούθησή του, αλλά στη συνέχεια δεν αφήνει σχεδόν κανένα ίχνος στη μακροπρόθεσμη μνήμη και επεξεργασία.

Πρέπει παρεμπιπτόντως να σημειωθεί ότι η τάση μείωσης της λεκτικής-λογικής διάστασης και αύξησης της καθαρά συναισθηματικής δεν προέρχεται από το ίδιο το τηλεοπτικό μέσο, αλλά απλώς ενισχύεται από αυτό. Η συναισθηματικοκεντρική τάση προσφυγής στο συναίσθημα, με ταυτόχρονη απομάκρυνση της αναστοχαστικής και επιχειρηματολογικής διάστασης, οφείλεται σε μια συνολικότερη πολιτισμική μετατόπιση της νεωτερικότητας, της οποίας η τηλεόραση αποτελεί απλώς ένα σημαντικό στοιχείο. Αυτή η πολιτισμική μετατόπιση συνδέεται στενά με μια γενική διαδικασία ατομικιστικής αποδιάρθρωσης της κοινωνίας.

Οι λεκτικές μορφές, η σκέψη, ο διάλογος είναι μορφές που δομούν τη δια-υποκειμενική σφαίρα: αυξάνουν τις δυνατότητες διαπροσωπικού συντονισμού και συλλογικής δράσης. Αντίθετα, η προσφυγή στην καθαρά συναισθηματική και προ-λεκτική σφαίρα είναι μια προσφυγή σε μια ιδιοσυγκρασιακή, ατομική, προ-ορθολογική διάσταση.

Μια γενική μετατόπιση βάρους από τη διαλογική-γλωσσική σφαίρα προς τη συναισθηματική-επιθυμητική σφαίρα είναι αυτό που απαιτείται από την επέκταση των μηχανισμών της αγοράς: η προτιμώμενη μορφή απόφασης είναι η ατομική αγοραπωλησία και όχι η συλλογική (πολιτική) δράση.

Το τηλεοπτικό μέσο, παρότι ευνοεί μια ατομική και μονόδρομη (παθητική) πρόσληψη, θα μπορούσε θεωρητικά να κατευθυνθεί και σε άλλες, παιδαγωγικά λειτουργικές κατευθύνσεις. Όμως η συνάντηση της τηλεόρασης με τη διαδικασία εμπορευματοποίησης της δυτικής κοινωνίας οδήγησε σε εκείνη τη διαδικασία εκφυλισμού που παγιώνεται στις δεκαετίες του ’80 και ’90.

Το τηλεοπτικό μέσο, ωστόσο, είχε ορισμένους περιορισμούς που δεν το επέτρεπαν να γίνει πλήρως διάχυτο. Η τηλεόραση είναι ένα μέσο κατεξοχήν μονόδρομο, μη διαδραστικό, και συνήθως σταθερό και μη φορητό· αυτοί οι περιορισμοί την καθιστούσαν κατάλληλη για χρήση κυρίως στον οικιακό χώρο και σε λίγες άλλες συνθήκες. Όλα αυτά θα ανατραπούν περίπου από το 2010 και μετά, με τη μαζική διάδοση των tablet και των smartphones.

6. Από την τηλεόραση στο smartphone

Το tablet, αλλά κυρίως το smartphone, ενοποιούν σε ένα και μόνο, εύκολα φορητό αντικείμενο μια σειρά από λειτουργίες επικοινωνίας και πρόσληψης που προηγουμένως ήταν διαχωρισμένες. Αυτά τα εργαλεία έχουν ως προγόνους το τηλέφωνο και την τηλεόραση, τα οποία εδώ συναντούν μια πρωτότυπη λειτουργική συγχώνευση, ικανή να επεκταθεί σε νέες κατευθύνσεις: την πλοήγηση στο διαδίκτυο ως κατανάλωση περιεχομένου και ως αλληλεπίδραση στα κοινωνικά δίκτυα. Η ραδιοτηλεοπτική και η τηλεφωνική λειτουργία στεγάζονται στο ίδιο μέσο, με την προσθήκη πολλών ακόμη επιλογών.

6.1. Το δυναμικό υποκατάστασης της πραγματικότητας

Στην περίπτωση αυτών των μέσων επικοινωνίας, όπως και στην περίπτωση της τηλεόρασης, οι ιδιαιτερότητές τους πρέπει να νοούνται με αναφορά τόσο στις εγγενείς τους ιδιότητες όσο και υπό το πρίσμα του κοινωνικού συστήματος μέσα στο οποίο χρησιμοποιούνται.
Το δυναμικό υποκατάστασης της πραγματικότητας

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι, ενώ η τηλεόραση δεν μπορούσε να εμφανιστεί ως υποκατάστατο της πραγματικότητας, το smartphone μπορεί να δίνει αυτή την εντύπωση, επειδή ενσωματώνει δυνητικά κάθε τύπο σχέσης με την ίδια την πραγματικότητα. Η τηλεόραση, όπως και το θέατρο, μπορεί να απολαμβάνει προσωρινά την «αναστολή της δυσπιστίας» για την οποία μιλούσε ο Coleridge στη λογοτεχνία· αυτή η αναστολή επιτρέπει στον θεατή να ταυτιστεί και να εμπλακεί, και έτσι τα μέσα αυτά μπορούν προσωρινά να φαίνονται ως υποκατάστατα της πραγματικότητας.

Όμως η μονομέρειά τους και η περιορισμένη διαδραστικότητά τους καθιστούν αυτό το υποκαταστατικό αποτέλεσμα περιορισμένο. Αντίθετα, με τη νέα γενιά μέσων μπορείς να μιλάς με άλλους ή να τους γράφεις, να τους βλέπεις και να σε βλέπουν, μπορείς να δουλεύεις πάνω σε ένα κοινό κείμενο, μπορείς να έχεις πρόσβαση σε κάθε είδους πληροφορίες, μπορείς να προσπελάσεις πολλαπλές μορφές οπτικοακουστικής ψυχαγωγίας — από ταινίες μέχρι βιντεοπαιχνίδια —, μπορείς να πληρώνεις ή να πληρώνεσαι, μπορείς ακόμη και να αποκτάς αγαθά κατ’ οίκον μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου.

Αυτή η πολυδυναμικότητα των νέων συσκευών έχει επιτρέψει μια ριζοσπαστικοποίηση της χρήσης τους που προηγουμένως ήταν αδιανόητη. Ούτε τα βιβλία ούτε οι τηλεοράσεις μπορούσαν να φιλοδοξούν να είναι σχεδόν πλήρεις διαμεσολαβητές ανάμεσα στο υποκείμενο και την πραγματικότητα.

Παρότι μια τέτοια «αποπραγματοποιητική» λειτουργία έχει υπάρξει και στο παρελθόν και έχει καταγγελθεί τόσο για τα βιβλία (βλ. Μαντάμ Μποβαρύ, ή Δον Κιχώτης) όσο και για την τηλεοπτική κατανάλωση, εντούτοις αυτή η τάση δύσκολα μπορούσε έως τώρα να γίνει μαζικό φαινόμενο, λόγω του περιορισμένου εύρους χρήσεων αυτών των δύο μέσων.

Το smartphone και τα ανάλογά του, όπως το tablet, μπορούν να λειτουργούν ταυτόχρονα ως: εργαλεία εργασίας, εκπαίδευσης, ενημέρωσης, κοινωνικοποίησης και οικονομικής συναλλαγής. Αυτή η πολυδυναμικότητα, αν και παραμένει σε επίπεδο λεπτομερειών φτωχότερη από την άμεση αντιληπτή πραγματικότητα, την υπερβαίνει σε ισχύ και έκταση, επεκτείνοντας τις επαφές της στον χώρο, στον χρόνο και στον αριθμό των αλληλεπιδράσεων.

Με ένα smartphone συνδεδεμένο στο δίκτυο μπορώ να επικοινωνήσω με περισσότερους ανθρώπους από όσους βρίσκονται σε μια συνέλευση, μπορώ να έχω πρόσβαση σε μια αγορά αγαθών ευρύτερη από ένα εμπορικό κέντρο, μπορώ να αποκτήσω ταχύτερη πρόσβαση σε περισσότερα βιβλία, έγγραφα, εφημερίδες, ειδήσεις και δεδομένα από όσα υπάρχουν στη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη.

Αυτά τα μέσα, με τις θαυμαστές δυνατότητές τους, χωρίς ουσιαστική επιτήρηση ή περιορισμό —και αντιθέτως ενθαρρυμένα όπως κάθε προϊόν που πρέπει να κατακτήσει μια αγορά— έχουν φτάσει σε ένα επίπεδο καθολικής διάδοσης, ενσωματώνοντας γρήγορα ένα σύστημα του οποίου η διαθεσιμότητα θεωρείται δεδομένη στην εργασία, στις σχέσεις με τη δημόσια διοίκηση και στην εκπαίδευση. Ακόμη και όποιος επιθυμεί να αντισταθεί στη χρήση ή στη διάδοσή τους, τελικά εξαναγκάζεται να τα χρησιμοποιήσει, καθώς οι θεσμικές δομές στις οποίες είμαστε δεσμευμένοι —από το σχολείο έως τους δήμους και τις υπηρεσίες— θεωρούν δεδομένο ότι η επικοινωνία θα γίνεται με αυτά τα μέσα.

Αυτή η τάση ριζικής διαμεσολάβησης κάθε σχέσης με την πραγματικότητα ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους, ειδικά για όσους δεν έχουν ήδη διαμορφώσει αλλιώς τη συνείδησή τους. Για αυτόν τον λόγο οι νεότερες γενιές είναι περισσότερο εκτεθειμένες σε απρόβλεπτες και προβληματικές συνέπειες από τη χρήση τέτοιων συσκευών. Ήδη η γενιά που γεννήθηκε και μεγάλωσε από τη δεκαετία του ’80 και μετά, και επομένως εκτέθηκε μαζικά στο τηλεοπτικό μέσο, είχε υποστεί μια συγκεκριμένη επιβάρυνση. Στοιχεία αποπραγματοποίησης και παθητικοποίησης ήταν ήδη έντονα παρόντα στη μαζική τηλεοπτική κατανάλωση. Όμως με το smartphone παρατηρούμε ένα σαφές ποιοτικό άλμα.

6.2. Από την κοινότητα στο “community”: μια τεχνητή μοντελοποίηση

Το πρώτο φαινόμενο που πρέπει να εξεταστεί στη παράδοξη παιδαγωγική διαδικασία που εγκαινιάζει η διάδοση του smartphone σχετίζεται με τη μετατροπή των σχέσεων διαπροσωπικής αναγνώρισης.

Η ιδεώδης και συνήθως λειτουργική μορφή προσωπικής αναγνώρισης είναι η πρόσωπο με πρόσωπο αναγνώριση, η εγγύτητα, η ένταξη στα ίδια σύνολα, η συνεργασία σε κοινές δραστηριότητες, η διαλογική αλληλεπίδραση. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που παραδοσιακά αποδίδονται στη Gemeinschaft,¹⁰ στην κοινότητα με την πρωτογενή ανθρωπολογική έννοια. Οι ανταλλαγές στο εσωτερικό των κοινοτικών μορφών ζωής είναι ανταλλαγές μέγιστης σημασιολογικής πυκνότητας.

Οι εκφραστικοί κώδικες είναι οι πλουσιότεροι, η αμφισημία μικρότερη και η αμεσότητα της ανταλλαγής επιτρέπει μέγιστη συγκεκριμενοποίηση. Αντίθετα, στο διαδικτυακό community, οι σχέσεις διαμεσολαβούνται συνεχώς από ένα μέσο που μειώνει την εκφραστική πλούσια σημασιοδότηση, αυξάνει την αμφισημία και ταυτόχρονα στηρίζεται σε μια μοντελοποίηση που παράγεται από τα συμφέροντα της αγοράς, η οποία προβάλλει πρότυπα ταυτόχρονα μη ρεαλιστικά και αντιφατικά.

Έχει συχνά επισημανθεί η περιοριστικότητα των διαθέσιμων ανθρώπινων προτύπων στις μικρές κοινότητες, ο εγγενής τους επαρχιωτισμός, και αυτό μπορεί να ισχύει για τις πολύ μικρές κοινωνικές μονάδες, αν και συνήθως δεν ισχύει για τις μικρές αστικές κοινότητες (ας πούμε έως εκατό χιλιάδες κατοίκους).¹¹ Ωστόσο, η διεύρυνση του φάσματος των προτύπων στη διαδικτυακή μορφή πολλαπλασιάζει τα παραδειγματικά μοντέλα, με τίμημα όμως το να τα καθιστά εφήμερα και ανίκανα να μεταφέρουν ένα συγκροτημένο δημιουργικό μήνυμα.

Η μοντελοποίηση που διακινείται από τις νέες ψηφιακές συσκευές αποτελείται από αισθητικοποιημένα πρότυπα, ακόμη και όταν η αισθητική αυτή είναι αισθητική του άσχημου ή του χυδαίου. Τα πρότυπα αυτά δεν είναι πρότυπα ζωής, αλλά πρότυπα εμφάνισης. Με τους influencers, τις ποπ σταρ, τους κινηματογραφικούς αστέρες κ.λπ. δεν μοιράζεται κανείς καμία βιωμένη ζωή, καμία πραγματική λειτουργική δραστηριότητα, καμία κοινοτική μορφή. Το community μιμείται τις κοινοτικές σχέσεις, τις παραποιεί, τις μειώνει σε εντυπωσιακές αισθητικές εκδηλώσεις στις οποίες δεν αντιστοιχεί απολύτως τίποτα στην πραγματική ζωή.

Αυτός ο απο-δεσμός από την πραγματική ζωή επιτρέπει μια άνθηση εξαιρετικά ποικίλων προτύπων, πολυχρωματικών και εκκεντρικών εμφανίσεων, τα οποία προβάλλονται στους χρήστες ως πρότυπα ζωής, χωρίς όμως να υπάρχει απολύτως τίποτα της πραγματικής ζωής που να είναι σε αυτά παρόν.

Αυτή η πολλαπλασιαστική παραγωγή προτύπων —και αυτό αξίζει να τονιστεί— τροφοδοτείται από μια καθαρά αγοραία λειτουργία: όλα αυτά τα πρότυπα προωθούνται, σε διαφορετικό βαθμό, επειδή ενθαρρύνουν καταναλωτικές μιμήσεις, από καλλυντικά και επώνυμα ρούχα μέχρι πλήθος από gadgets. Σε αυτή τη διαδικασία δεν υπάρχει τίποτα το αθώο, παρά μόνο η αφέλεια όσων την προσεγγίζουν ως χρήστες.

Ο κύριος κινητήρας της δωρεάν πρόσβασης στο διαδικτυακό community είναι η διαφήμιση σε πολλαπλές μορφές, ρητές και άρρητες. Όλες αυτές οι διαδικασίες διαπερνώνται σε βάθος από αγοραίες λογικές, είτε αυτό γίνεται συνειδητά είτε όχι.

Το γενικό ψυχολογικό αποτέλεσμα αυτής της έκθεσης σε μια τόσο εκτεταμένη όσο και τεχνητή μοντελοποίηση είναι διττό. Από τη μία πλευρά, στα αναπτυσσόμενα υποκείμενα που εκτίθενται σε αυτήν αυξάνεται η σύγχυση. Η πρόσβαση σε μια πληθώρα προτύπων που μεταβάλλονται ταχύτατα και ποτέ δεν δοκιμάζονται από την πραγματική ζωή, προσφέρει αποσπασματικές και αφηρημένες εντυπώσεις, παραδείγματα ζωής που παραμένουν σε ονειρικό επίπεδο, κενές και εφήμερες υποσχέσεις.

Και όμως, το γεγονός ότι ο δημόσιος λόγος (π.χ. οι συζητήσεις μεταξύ συνομηλίκων σε νεανικό επίπεδο) επικυρώνει αυτά τα πρότυπα ως υποχρεωτικά αντικείμενα κρίσης και συζήτησης, καταλήγει να τους προσδίδει μια φαινομενική πραγματικότητα με την οποία το άτομο καλείται να αναμετρηθεί. Αυτά τα πρότυπα διαφεύγουν της αρχής της πραγματικότητας και δημιουργούν, πέρα από το φαινόμενο της σύγχυσης, ένα δεύτερο σοβαρό αποτέλεσμα: ενισχύουν το αίσθημα του μη-πραγματικού. Αν τα ανθρώπινα πρότυπα που συζητούνται και αποτελούν αντικείμενο αντιπαράθεσης αποδεικνύονται τελικά εφήμερα κατασκευάσματα, τότε και οι εικόνες του εαυτού και των άλλων που οικοδομούνται μέσα από την αποδοχή ή την απόρριψη αυτών των προτύπων πλήττονται εξίσου από την ίδια μη-πραγματικότητα.

Γίνεται έτσι κατανοητό πώς αυτή η διαδικασία τείνει να παράγει με τον χρόνο εκείνη τη στάση γενικευμένης αποστασιοποίησης και απογοήτευσης που αναφέρθηκε προηγουμένως. Ό,τι στην εφηβεία αποδίδεται ως πρότυπο αξίας, κάποια στιγμή αναπόφευκτα εκλαμβάνεται ως εμπορική «φούσκα». Η εφηβεία, φάση παθών και ριζοσπαστισμού όσο καμία άλλη, καίγεται μέχρι εξάντλησης μέσα στην προσήλωση σε είδωλα και κατασκευασμένα ομοιώματα, αφήνοντας ως ψυχολογικό υπόλειμμα μια γενικευμένη δυσπιστία.

6.3. Αποπραγματοποίηση ως άμεση ικανοποίηση χωρίς τριβή και τοξικοεξάρτηση

Ένα δεύτερο αποτέλεσμα αποπραγματοποίησης εκδηλώνεται τη στιγμή που εξετάζει κανείς τον ειδικό τρόπο ικανοποίησης που παράγουν αυτά τα μέσα. Είτε πρόκειται για διεγερτικές εικόνες, μικρά δελεαστικά στιγμιότυπα, είτε για διαδραστικά παιχνίδια, η μορφή χρήσης των smartphones συνδέεται με μια ταχεία διαδοχή ερεθισμάτων που καταναλώνονται χωρίς τριβές.

Στη φύση και στις συνθήκες της καθημερινής ζωής υπάρχει μια δομική σύνδεση ανάμεσα στο αισθητηριακό ερέθισμα και τη κινητική απάντηση. Τα αισθητηριακά ερεθίσματα είναι ενδιαφέροντα και καθηλωτικά για έναν οργανισμό επειδή αντιπροσωπεύουν μια υποκείμενη πραγματικότητα, στην οποία το άτομο καλείται να ανταποκριθεί με κατάλληλες πράξεις. Η προσοχή προκαλείται από τα αισθητηριακά ερεθίσματα και στη συνέχεια προχωρά σε ενεργητική επεξεργασία μέσω διαδικασιών δράσης, από τις σωματικές κινήσεις έως τη σκέψη.

Η τυπική χρήση του smartphone, η καταναγκαστική κύλιση (scrolling), δίνει πρόσβαση σε μια διαδοχή ερεθισμάτων που προκαλούν σύντομη συγκίνηση χωρίς επεξεργασία, δηλαδή χωρίς αντίστοιχη ενεργοποίηση.

Αυτή η διαδικασία δημιουργεί μια ισοπέδωση της λειτουργίας της ευχαρίστησης. Η ευχαρίστηση στη φυσιολογική της λειτουργία είναι το σήμα μιας επιτυχημένης δράσης, μιας ορθής λειτουργίας σε οργανικό ή νοητικό επίπεδο. Όταν αποσυνδέεται από την επεξεργασία της πραγματικότητας, όταν δηλαδή παύει να αποτελεί ένδειξη επιτυχημένης δράσης, υφίσταται μια διαδικασία αποπλάτυνσης και απονοηματοδότησης, παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται στις εξαρτήσεις από ουσίες.

Στη ηδονική λήψη ψυχοτρόπων ουσιών, για παράδειγμα οπιούχων, η ευχαρίστηση παράγεται με αφηρημένο, εικονικό τρόπο, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένες πράξεις ή το νόημά τους. Η χημική παραγωγή ευχαρίστησης αποσυνδέει την ευχαρίστηση από το νόημα της δράσης. Κανονικά, ένας οργασμός εκφράζει την ομαλή λειτουργία της σεξουαλικής σχέσης· η ευχαρίστηση από την τροφή εκφράζει την ομαλή λειτουργία της θρέψης. Όμως καμία καλή σχέση με την πραγματικότητα δεν υπάρχει στην ικανοποίηση των «τεχνητών παραδείσων».

Η ευχαρίστηση μετατρέπεται εδώ από βιωμένο σημάδι καλής λειτουργίας της πράξης (ικανοποίηση αναγκών, επιτυχία σχεδίων κ.λπ.) σε καθαρή παθητική αίσθηση. Το τυπικό αποτέλεσμα αυτής της μορφής ευχαρίστησης είναι το φαινόμενο της εξοικείωσης και της εξάρτησης. Επειδή ο οργανισμός αντιλαμβάνεται αύξηση της διαθεσιμότητας ουσιών που μιμούνται τις ενδορφίνες και επειδή αυτή η κυκλοφορία είναι αποσυνδεδεμένη από τις πράξεις μας, ενεργοποιείται μια ρύθμιση προς τα κάτω: η ενδογενής παραγωγή ενδορφινών (δηλαδή η ευαισθησία των υποδοχέων οπιοειδών) μειώνεται.

Αυτό αναγκάζει τον εξαρτημένο να εισάγει ολοένα μεγαλύτερες δόσεις οπιοειδών για να διατηρήσει ένα αποδεκτό επίπεδο ικανοποίησης.

Αυτός ο μηχανισμός, χαρακτηριστικός των εξαρτήσεων, έχει ανάλογο στη εικονική διέγερση μέσω των ψηφιακών συσκευών. Η τυπική χρήση αυτών των συσκευών εκτυλίσσεται ως ταχεία διαδοχή από οπτική διέγερση σε άλλη και σε άλλη ακόμη (από αστεία, σε περιέργειες, σε παράξενες επιδόσεις, σε πορνογραφικές εικόνες κ.λπ.). Αυτές οι διεγέρσεις είναι αυστηρά εικονικές, αποκομμένες από την πραγματικότητα που θα απαιτούσε εμπλοκή στη δράση.

Αυτή η αποσύνδεση από τη οργανική και ζωτική λειτουργία της ευχαρίστησης αφαιρεί το νόημα από την ίδια την ευχαρίστηση, οδηγώντας σε μια μορφή εξοικείωσης και συνεπώς απαιτώντας ολοένα πιο έντονες, ακραίες και συχνές εικονικές διεγέρσεις.¹³

Η διαδικασία αποπραγματοποίησης, που έχουμε δει να συνδέεται γενικά με τον αυξανόμενο ρόλο των ψηφιακών συσκευών, ενισχύεται έτσι περαιτέρω, με μορφές που δεν ήταν διαθέσιμες, για παράδειγμα, στην τηλεοπτική εμπειρία.

6.4. Αποπραγματοποίηση ως φαντασιακή υπερέκθεση

Ένα τελευταίο στοιχείο αποπραγματοποίησης πρέπει εδώ να αναφερθεί ξεχωριστά. Έχουμε δει πώς μια πολλαπλασιαστική έκθεση σε αντιφατικά αλλά ελκυστικά και κοινωνικά διαδεδομένα μοντέλα δημιουργεί σύγχυση και, μακροπρόθεσμα, οδηγεί σε απώλεια εμπλοκής με την πραγματικότητα. Μια μείωση της ικανότητας εμπλοκής λόγω της εικονικής διέγερσης (εξοικείωση/απαιτητικότητα) δεν οδηγεί σε επιστροφή στην πραγματικότητα, επειδή η ίδια η πραγματικότητα —ακόμη και στην πρακτική της διάσταση— έχει ήδη δομηθεί μέσα από αυτά τα συστήματα διαμεσολάβησης: δεν είναι πλέον δυνατό να «εγκαταλείψει» κανείς αυτό το μέσο και να επιστρέψει στην πραγματικότητα, γιατί η καθημερινή πραγματικότητα της εκπαίδευσης, της εργασίας και της κοινωνικότητας έχει οργανωθεί γύρω από αυτό. Έτσι, το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή ενίσχυση μιας σχέσης αποστασιοποιημένης, αποσυμμετοχικής και σκεπτικιστικής απέναντι σε κάθε μορφή πραγματικότητας.

Αυτό το στοιχείο εκφράζεται υποδειγματικά στη διαφημιστική λειτουργία. Όπως είναι γνωστό, η διαφήμιση, σε διάφορες άμεσες και έμμεσες μορφές, αποτελεί το κύριο «καύσιμο» όλων αυτών των συστημάτων. Πράγματι, αν υπάρχει ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό των περιβαλλόντων της σύγχρονης αστικής και βιομηχανικής, ψηφιακής και μη ψηφιακής ζωής, αυτό είναι η πανταχού παρουσία αναπαραστάσεων με διαφημιστική λειτουργία. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ αυτό το γεγονός ώστε δεν μπορούμε πλέον να κατανοήσουμε τι σημαίνει να μεγαλώνει κανείς σε ένα τέτοιο περιβάλλον.

Σε έναν κόσμο όπου εκδηλώσεις ομορφιάς, έλξης, τέχνης, γοητείας, δόξας, ευγένειας, ιδιοφυΐας κ.λπ. χρησιμοποιούνται συστηματικά για την πώληση προϊόντων και την πρόκληση καταναλωτικών συμπεριφορών, το αναπόφευκτο υποπροϊόν είναι η εκθετική αύξηση της απάθειας. Είναι σαν να ζούμε σε έναν κόσμο όπου είμαστε υπερ-εκτεθειμένοι σε μια διαρκή μορφή ψεύδους. Η διαφήμιση είναι ακριβώς αυτό: ελκυστικές λέξεις και εικόνες που χρησιμοποιούνται όχι για την αλήθεια τους, αλλά για το εργαλειακό αποτέλεσμα που επιδιώκουν (την πώληση προϊόντων).

Η σοβαρότητα αυτού του φαινομένου για ένα υποκείμενο σε διαμόρφωση υποτιμάται σε υπερβολικό βαθμό. Καθημερινά, επανειλημμένα, μέσα σε κάθε μήνα και κάθε χρόνο, εκτιθέμεθα σε εκφράσεις που από τη μία πλευρά είναι σχεδιασμένες να είναι ελκυστικές και διεγερτικές, και από την άλλη είναι καθαρά εργαλειακές, σαφώς χειριστικές, προορισμένες να μας οδηγήσουν σε μια ενέργεια που δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια ή την αξία αυτού που προβάλλεται.

Αυτή η διαδικασία τείνει να παράγει πολλαπλά αποτελέσματα, αλλά το βαθύτερο και πιο διαρκές είναι ότι κάθε επικοινωνία, κάθε λέξη, αδειάζει από νόημα. Αν οι λέξεις στις οποίες εκτίθεμαι είναι κυρίως εργαλειακά ψεύδη, τότε η αυθόρμητη και υποσυνείδητη αντίδρασή μου απέναντι σε κάθε άλλη γλωσσική έκφραση —είτε λογοτεχνία, ποίηση, δοκίμιο, εξομολόγηση ή επίθεση— δεν μπορεί παρά να είναι: «Τι προσπαθούν να μου πουλήσουν αυτή τη φορά;»

Ότι η Ποιμενική του Μπετόβεν χρησιμοποιείται για να πουλήσει χαρτί υγείας, ότι ένας δραματικός επιγραμματικός λόγος χρησιμοποιείται για να πουλήσει αρώματα, ότι μια εικόνα οικογενειακής ευτυχίας χρησιμοποιείται για να πουλήσει μπισκότα κ.λπ., όλα αυτά καταλήγουν απλώς να απενεργοποιούν τη σημασιολογική δύναμη κάθε εκφραστικότητας που προορίζεται να συγκινήσει.

Μπορούμε μόνο να φανταστούμε ποιο θα είναι το επίπεδο εμπλοκής ενός μαθητή απέναντι σε παραδοσιακές πολιτισμικές προτάσεις, τη στιγμή που κάθε μορφή έκφρασης —λογοτεχνική, μουσική, εικαστική, εικονοποιητική— έχει ήδη φθαρεί μέσω της σύνδεσής της με έναν εργαλειακό ρόλο, με μια χειριστική λειτουργία υποταγμένη σε δευτερεύοντες σκοπούς.

7. Συμπεράσματα

Η συνολική εικόνα που προκύπτει από αυτές τις, έστω και σύντομες, παρατηρήσεις είναι ότι η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή έχει μετασχηματιστεί τις τελευταίες δεκαετίες, και ιδιαίτερα τα τελευταία τρία δεκαετή διαστήματα, σε μια άνιση μάχη ενάντια στην απο-παρακίνηση και τον πρακτικό μηδενισμό. Η ύπαρξη έχει διαμεσολαβηθεί ολοένα και περισσότερο από συστήματα επικοινωνίας όλο και πιο διαπεραστικά, τα οποία έχουν επιφέρει μια αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στην εμφάνιση και την πραγματικότητα.

Αυτή η απόσταση έχει, στην πράξη, τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικής αντικατάστασης της πραγματικότητας από την εμφάνιση, καθώς παραμένοντας στο επίπεδο της εμφάνισης μπορεί κανείς συχνά να εργάζεται, να κερδίζει χρήματα και να κοινωνικοποιείται. Αυτή η «φούσκα» εμφανίσεων είναι υποταγμένη σε τελείως αδιαφανείς σκοπούς, αποκομμένους από ό,τι εμφανίζεται: προβάλλονται σε συνεχή ροή ελκυστικές εμφανίσεις, επιδόσεις, ερεθίσματα, λόγοι και εικόνες που υπακούν σε μια κρυφή ατζέντα, κυρίως οικονομικού χαρακτήρα. (Φυσικά, στην ίδια μορφή και στις ίδιες πλατφόρμες μπορούν, όταν χρειάζεται, να προωθηθούν και διαφορετικές ατζέντες χειραγώγησης, πολιτικού ή ιδεολογικού χαρακτήρα κ.λπ.)

Αφήνουμε εδώ κατά μέρος τη συζήτηση για το αν αυτά τα αποτελέσματα είναι οργανωμένα εκ των άνω με περισσότερο ή λιγότερο συνειδητές προθέσεις.

Όποιες κι αν είναι οι προθέσεις, το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η μαζική παραγωγή εξαιρετικά εύθραυστων υποκειμένων, εφόσον στερούνται μιας αυθεντικής, πραγματικά άξιας να επιδιωχθεί, αίσθησης σχεδίου ζωής. Αυτή η ευθραυστότητα εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους:

  • ως τεράστια προσωπική δυσκολία να γίνουν αποδεκτά εμπόδια και ματαιώσεις κάθε είδους,
  • ως μόνιμη κατάσταση άγχους, από την οποία αναζητείται διαφυγή μέσω διαφόρων στρατηγικών, από την ιδιωτική απόσυρση έως τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών,
  • ως θεμελιώδης δυσκολία στις σχέσεις, καθώς οι προσωπικές σχέσεις τείνουν να νοούνται (όπως και τα υπόλοιπα) με όρους εργαλειακούς και χειριστικούς, όπου ο άλλος είναι απλώς ένα τυχαίο μέσο για την επίτευξη αυτοαναφορικής ικανοποίησης,
  • ως γενικευμένο αίσθημα ειρωνικής ή καταθλιπτικής αποστασιοποίησης από τον κόσμο και, συνεπώς, ως ευρεία αποπολιτικοποίηση, αφού καμία πρόταση ή συλλογική πρωτοβουλία δεν γίνεται αντιληπτή ως αξιόπιστη,
  • ως διαρκής ταλάντωση ανάμεσα στον κομφορμισμό και την κατάθλιψη, ανάμεσα στην παθητική προσαρμογή στις απαιτήσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος και στο αίσθημα συντριβής απέναντι στην ασημαντότητα αυτών των ίδιων απαιτήσεων,
  • ως σταδιακή διάβρωση κάθε πολιτισμικής κληρονομιάς, ξεκινώντας από κάθε μορφή γραπτής κουλτούρας, η οποία εμφανίζεται ταυτόχρονα ως επίπονη (σε σχέση με τη διευκολυνόμενη διέγερση των συσκευών) και ως μη πειστική, παρωχημένη (σε σχέση με τον διαρκή νεωτερισμό της ψηφιακής επικοινωνίας).

Η γενική πίεση στην οποία υπόκεινται οι γενιές που εισέρχονται στην ενήλικη ζωή τείνει να παράγει εύθραυστα, απομονωμένα, κομφορμιστικά ή καταθλιπτικά άτομα, πολιτισμικά φτωχοποιημένα και χωρίς ένα βιώσιμο σχέδιο ζωής.

Φυσικά, υπάρχουν άτομα που καταφέρνουν εν μέρει ή πλήρως να ξεφύγουν από αυτούς τους ισχυρότατους καθορισμούς, είτε λόγω οικογενειακού υπόβαθρου, είτε λόγω προσωπικών ιδιοσυγκρασιακών πόρων, είτε λόγω καθαρής τύχης. Ωστόσο, η έξοδος από αυτό το ιστορικό αδιέξοδο δεν μπορεί να αφεθεί σε ατομικές πρωτοβουλίες και στην τύχη.

Δεν υπάρχουν απλές συνταγές για την υπέρβαση αυτού του ιστορικού αδιεξόδου που απειλεί κυριολεκτικά την αναπαραγωγή της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας. Οι ψυχολογικές δυναμικές που αναπτύσσονται είναι εξαιρετικά καταστροφικές και υποτιμημένες σε υπερβολικό βαθμό. Ο πειρασμός της εύκολης λύσης μέσω διαγενεακής περιφρόνησης είναι ισχυρός και ενισχύεται ο ίδιος από τον νεωτερισμό της αγοράς.

Από τη μία πλευρά, οι νεότερες γενιές ωθούνται διαρκώς να περιφρονούν το παρελθόν ως παρελθόν και να ζουν σε ένα διαρκές αϊστορικό παρόν, το οποίο αντιμετωπίζει τις προηγούμενες γενιές ως ακατανόητα βαρίδια. Από την άλλη πλευρά, οι μεγαλύτερες ηλικίες τείνουν να βλέπουν την νεανική αδράνεια ως μια μορφή κακομαθημένης και αλαζονικής παραίτησης, καθώς η ύπαρξη σε μια αποπραγματοποιημένη διάσταση εκλαμβάνεται ως συναίνεση σε μια κατάσταση προνομίου. Αυτή η αμοιβαία ακατανόηση και περιφρόνηση δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να βαθαίνει το γενεαλογικό χάσμα και να καλλιεργεί την ευθραυστότητα κάθε γενιάς (η νέα χωρίς ρίζες, η παλιά χωρίς προοπτικές). Η αποφυγή αυτού του πολέμου μεταξύ γενεών αποτελεί το πρώτο, ελάχιστο βήμα προς μια μη καταστροφική κατεύθυνση.

Ένα δεύτερο βήμα αφορά τη στάση: η αποφυγή ενός παράλογου διαγενεακού πολέμου δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να σημαίνει ότι προσποιούμαστε πως όλα πηγαίνουν καλά (ή, χειρότερα, ότι πάντα έτσι ήταν). Όσοι υποβαθμίζουν το πρόβλημα, όσοι—για να αποφύγουν τη σύγκρουση—αρνούνται να το δουν, όσοι στις μεγαλύτερες γενιές επιστρατεύουν την παθητική και γελοία στάση του «νεανισμού» για να αισθανθούν συνδεδεμένοι με το μέλλον, αυτοί δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να προσθέτουν την ταφόπλακα πάνω στο κοινό μέλλον. Συμβάλλουν στο να καταστούν αυτή ή η επόμενη γενιά οι τελευταίες του κόσμου μας (αφήνοντας ίσως χώρο σε άλλα μέρη του κόσμου, σε εκείνα που δεν έχουν ακόμη διαρρήξει τη διαγενεακή συνέχεια).

Ένα τρίτο βήμα, καθαρά τεχνικό και περιορισμένο, προς τη βελτίωση αυτής της καταστροφικής κατάστασης, περνά μέσα από μια δραστική, συλλογικά αποφασισμένη, μείωση της πρόσβασης σε αυτές τις συσκευές κατά τα χρόνια της διαμόρφωσης. Τέτοιου είδους αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται συλλογικά, γιατί η απλή προσφυγή σε ατομικές πρωτοβουλίες οδηγεί αναπόφευκτα στην αδράνεια, όπου ο πιο εύκολος δρόμος θα επιλέγεται αναγκαστικά από τους περισσότερους.

Το σχολείο, το πανεπιστήμιο, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι θεσμοί κ.λπ. πρέπει να αποφεύγουν να θεωρούν δεδομένη την πρόσβαση στα ψηφιακά μέσα για επικοινωνίες και ενημερώσεις. Στο σχολείο η χρήση τους κατά τη διάρκεια του ωραρίου πρέπει να απαγορεύεται αυστηρά. Για τους ανηλίκους θα πρέπει να εφαρμοστούν μηχανισμοί περιορισμένης και ελεγχόμενης πρόσβασης.

Όμως φυσικά η διάσταση της απαγόρευσης δεν είναι από μόνη της επαρκής, καθώς η ισχύς αυτών των μέσων θα τα επαναφέρει ούτως ή άλλως στο επίκεντρο. Πρέπει να μάθουμε να «καβαλάμε την τίγρη» της τεχνολογίας.

Εδώ απαιτείται μια ολόκληρη μελέτη για το πώς μπορεί να εφαρμοστεί μια υγιής κοινωνική πρακτική, όπου ο χρήστης των ψηφιακών μέσων τα χρησιμοποιεί και δεν χρησιμοποιείται από αυτά, τα ελέγχει και δεν ελέγχεται από αυτά. Υπάρχουν εδώ ανεξερεύνητα πεδία που υπερβαίνουν κατά πολύ συγκεκριμένες απαγορεύσεις και ελέγχους, οι οποίοι είναι χρήσιμοι μόνο ως πρώτης τάξεως παρεμβάσεις για τους νεότερους.

Ο τελευταίος ορίζοντας παρέμβασης, δυστυχώς, δεν έχει τεχνικό ούτε περιορισμένο χαρακτήρα, και ακόμη και η ίδια η σύλληψη της εφαρμογής του είναι δύσκολη. Διότι, όπως είδαμε, η κρίση ταυτότητας της σημερινής εφηβείας είναι απλώς μια συνεπής εκδήλωση μιας κρίσης ταυτότητας και νοήματος που αφορά ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια πολυαιώνια πορεία—ταυτισμένη με την ανάπτυξη της φιλελεύθερης νεωτερικότητας—την οποία θα έπρεπε να αποδιαρθρώσουμε σε ορισμένα βαθιά και απομακρυσμένα της σημεία.¹⁵ Αυτός ο ορίζοντας δεν αφορά μία ή δύο γενιές, αλλά μια ολόκληρη εποχή, και η αντιμετώπισή του είναι ένα έργο, πράγματι, εποχιακό (ιστορικής κλίμακας), που υπερβαίνει μεμονωμένες λύσεις και απαιτεί μια βαθιά κοινωνική ανασυγκρότηση.
ΠΗΓΗ:
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.