από Ευάγγελος Κοροβίνης
-5 Ιουνίου 2026Η οικονομία της αρχαίας Ελλάδας παραμένει αινιγματική σε έναν βαθμό. Τα υπάρχοντα στοιχεία και ευρήματα είναι σχετικά περιορισμένα και η ερμηνεία τους δύσκολη. Το δίκτυο των αρχαίων ελληνικών πόλεων απλώνονταν σε όλη την έκταση των ακτών της Μεσογείου, στην αρχαϊκή (776-500 π.Χ.),την κλασσική (500-323 π.Χ.) και την ελληνιστική εποχή (323-30 π.Χ.) με αυξανόμενη πυκνότητα με την παρέλευση του χρόνου. Μέχρι τις παρεμβάσεις του Max Weber και του Karl Polanyi η οικονομία των αρχαίων ελληνικών πόλεων εθεωρείτο πρωτο-καπιταλιστική. Διαστέλλονταν από την οικονομία των μεγάλων βασιλείων της Εγγύς Ανατολής, των Ασσυρίων αρχικά, των Βαβυλωνίων στην συνέχεια και των Περσών αργότερα, όπου κυριαρχούσε η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Στις αρχαίες ελληνικές πόλεις, αντίθετα, ο κρατικός έλεγχος επί της οικονομίας ήταν περιορισμένος και αυτό αρκούσε-υποτίθεται-για να χαρακτηρισθούν καπιταλιστικές.
Η θεώρηση της αρχαίας οικονομίας ως πρωτο-καπιταλιστικής αποτελεί μια απλοϊκή προβολή του σήμερα στο χθες καθώς, όπως θα φανεί παρακάτω, στην ελληνική αρχαιότητα η οικονομία δεν ήταν μια ξεχωριστή και αυτορρυθμιζόμενη σφαίρα της συλλογικής ζωής, ένας τομέας του επιστητού δηλαδή προσανατολισμένος στην αύξηση της παραγωγικότητας και την ανάπτυξη. Ούτε οι τιμές των αγαθών,εξάλλου,καθορίζονταν από τις απρόσωπες δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης.Ποσδιορίζονταν,αντιθετα,με βάση τις προσωπικές σχέσεις, το παζάρεμα και την κρατική παρέμβαση (η τελευταία εκδηλώνονταν κυρίως στην διαμόρφωση της τιμής των σιτηρών).
Το πιο αποδεκτό μοντέλο για την προσέγγιση της αρχαίας οικονομίας είναι αυτό που κατέθεσε ο Moses Finley το 1973. Η προσέγγιση αυτή οφείλει πολλά στον Weber και τον Polanyi. Κατά τον Finley η αρχαία οικονομία δεν ήταν κατά κανένα τρόπο καπιταλιστική. Ούτε όμως ο χαρακτηρισμός της ως δουλοκτητικής την διαυγάζει πλήρως. Δεν ήταν μόνον μικρότερής κλίμακας από την νεωτερική αλλά διέφερε από αυτήν και ποιοτικά, όπως διέφερε επίσης και από άλλες οικονομίες που χρησιμοποιούσαν δούλους.
Κατ’ αρχάς με τον όρο οικονομία στην αρχαιότητα δεν γίνονταν αναφορά σε μια ξεχωριστή σφαίρα της ανθρώπινης δραστηριότητας που σχετίζεται με την παραγωγή, την διανομή και την κατανάλωση των αγαθών. Ο όρος αυτός παρέπεμπε στην διεύθυνση και διαχείριση των υποθέσεων του Οίκου. Ο οικογενειάρχης έπρεπε να διασφαλίζει την επιβίωση των μελών της οικογένειας του με την καλλιέργεια,συνήθως,ενός μικρού σχετικά γεωργικού κλήρου. Οι περισσότεροι αρχαίοι δούλευαν αρκετά σκληρά για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην συνεπικουρούμενοι από λιγοστούς δούλους. Παρ’ ότι δούλευαν σκληρά δεν αντιμετώπιζαν την εργασία ως πεμπτουσία της ανθρώπινης ουσίας των, αλλά απλώς ως αναγκαία. Θεωρούσαν πολύ σημαντικότερη και αξιέπαινη την μετοχή τους στην πολιτική, στρατιωτική και θρησκευτική ζωή της πόλης των κατά την διάρκεια των ωρών της σχόλης των.
Πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό ότι στην αρχαιότητα η Εστία ήταν η Θεά του οίκου και ο Ερμής ο Θεός της πόλεως. Ο οίκος ήταν το βασίλειο της σταθερότητας, των ριζών και της ασφάλειας. Η πόλις ήταν το βασίλειο της κίνησης, της αβεβαιότητας και των αντιπαλοτήτων, αλλά και της συμμετοχής στα κοινά. Η διάκριση μεταξύ οίκου και πόλεως δεν υπήρξε πάντως απόλυτη. Οίκος και πόλις δεν μπορούν να διαχωρισθούν πλήρως και να αντιμετωπισθούν απομονωμένα. Έντονη συνοχή και αλληλεγγύη υφίσταται όχι μόνον στα πλαίσια του οίκου αλλά και μεταξύ των πολιτών, ενώ από την πόλη δεν απουσιάζουν και κάποιες οικονομικές δραστηριότητες. Γίνεται λόγος για βιοτεχνικές, εμπορικές και τραπεζικές δραστηριότητες που όμως αναλαμβάνονται από τους μέτοικους, ελεύθερους δηλαδή ξένους χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Ο αξιακός κώδικας των αρχαίων αντιμετώπιζε τις οικονομικές δραστηριότητες ως «βάναυσες» με την εξαίρεση της καλλιέργειας της γης, που ήταν η μόνη αρμόζουσα για τον ελεύθερο πολίτη. Πρέπει να τονισθεί ότι οι τράπεζες δεν δέχονταν καταθέσεις και επομένως το χρήμα δεν γεννούσε χρήμα παρά μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό.
Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής λοιπόν της αρχαίας πόλεως προέρχονταν από την αγροτική της ενδοχώρα. Η πόλις ήταν κυρίως τόπος κατανάλωσης των αγαθών που παράγονταν στην ύπαιθρο και κέντρο πολιτικών δραστηριοτήτων και θρησκευτικής λατρείας. Σε αντίθεση με την αρχαία πόλη που ήταν κυρίως τόπος κατανάλωσης, η υστερο μεσαιωνική πόλη του ευρωπαϊκού Βορρά ήταν κυρίως τόπος εμπορικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων και γι αυτό συνετέλεσε στην ανάδυση του καπιταλισμού και του νεωτερικού κράτους.
Ο αριθμός, τώρα, των δούλων του Οίκου που δούλευαν είτε ως οικιακοί βοηθοί είτε ως καλλιεργητές ήταν περιορισμένος. Οι δούλοι εργάζονταν πλάι-πλάι με τις ελεύθερες γυναίκες για την διεκπεραίωση των οικιακών καθηκόντων και παράλληλα με τους μικροϊδιοκτήτες αγρότες για την καλλιέργεια της γης ή την κτηνοτροφία. Μόνον στην αρχαία Ρώμη και στα πλαίσια των μεγάλων γαιοκτησιών, των λατιφούντιων, εργάζονταν πολυάριθμοι δούλοι. Στην αρχαία Αθήνα μαζική εργασία δούλων υπήρχε μόνον στα μεταλλεία αργύρου του Λαυρίου. Ο άργυρος αυτός επέτρεπε στην Αθήνα να χρηματοδοτεί μεγάλες εισαγωγές σιτηρών από την Θράκη, την Μαύρη Θάλασσα και την Αίγυπτο. Μια άλλη πηγή εσόδων του Αθηναϊκού δήμου ήταν οι χρηματικές συνεισφορές των συμμάχων της Αθήνας στο κοινό ταμείο της συμμαχίας κατά των Περσών, που από ένα χρονικό σημείο και πέρα επενδύθηκαν στην κατασκευή στόλου και την χρηματοδότηση δημοσίων έργων.
Μια σημαντικότατη πλευρά της οικονομικής ζωής στην αρχαία Αθήνα αφορούσε την λεγόμενη πολιτική μισθοφορία, την αμοιβή των πολιτών για την συμμετοχή τους στα κοινά. Ο πολίτης μετέχει κρίσεως (στο δικαστικό σώμα) και αρχής (στο πολιτικό σώμα) και αμείβεται από την πόλη για τις δραστηριότητές του αυτές, Αν και η περιγραφή αυτή αφορά την δημοκρατική Αθήνα, η μετοχή κρίσεως και αρχής διέκρινε σε έναν κάποιο βαθμό και άλλες αρχαίες πόλεις.
Οι κοινωνίες λοιπόν των αρχαίων ελληνικών πόλεων και ιδίως η κοινωνία της αρχαίας Αθήνας είναι σε ένα βαθμό τουλάχιστον κοινωνίες σχόλης με θεμέλια βάση τους την πολιτική μισθοφορία. Οι νεωτερικές κοινωνίες, αντίθετα, είναι κοινωνίες εξαρτημένης εργασίας. Η πολιτική μισθοφορία ήταν προϋπόθεση της κοινωνικής και της πολιτικής ελευθερίας των πολιτών και ιδιαίτερα των άκληρων. Σήμερα ο πολίτης είναι ατομικά αλλά όχι και κοινωνικά και πολιτικά ελεύθερος. Διαθέτει απλώς πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, αλλά δεν μετέχει κρίσεως και αρχής, ενώ εκχωρεί την εργασία του στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Ένας ενδιάμεσος τύπος κοινωνίας μεταξύ των κοινωνιών της σχόλης και των κοινωνιών της εξαρτημένης εργασίας είναι η εταιρική κοινωνία που παρατηρείται στις πόλεις του Βυζαντίου. Εδώ ο φορέας της εργασίας δεν εκχωρεί την εργασία του στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Συμβάλλεται μαζί του και αποτιμώντας την εργασία του ως κεφαλαιο, υπεισέρχεται στο οικονομικό σύστημα ως εταίρος.
Συμπερασματικά οι οικονομικές δραστηριότητες στις αρχαίες ελληνικές πόλεις ήταν υποταγμένες και ενσωματωμένες σε πολιτικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Η οικονομία ήταν εμβαπτισμένη σε πραγματικότητες που δεν ήταν οικονομικής φύσεως. Τα οικονομικά ζητήματα δεν μπορούσαν να διαζευχθούν από ένα πλούσιο δίκτυο πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων. Η προβολή κατά συνέπεια του σήμερα στο αρχαιοελληνικό παρελθόν συσκοτίζει τις σχέσεις οικονομίας και κοινωνίας του τότε και λειτουργεί ως δικαίωση του καπιταλισμού που θέλει να εμφανίζεται ως απλή μετεξέλιξη της αρχαίας οικονομίας. Είναι καιρός όμως να απαλλαγούμε από παραπειστικές προβολές και εξωραϊσμούς.
•The ancient economy. By Moses Finley. University of California press. 1973.
•Myth and society in ancient Greece. By Jean-Pierre Vernant.Zone books. 1990.
•Οικονομικά συστήματα και ελευθερία. Του Γιώργου Κοντογιώργη. Εκδόσεις Ι,Σιδερης. 2010.
Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, ζωγραφικό έργο του Τάσσου.
ΠΗΓΗ: https://antifono.gr/i-oikonomia-stin-archaia-ellada/?fbclid=IwdGRjcASQh_5jbGNrBJCH7WV4dG4DYWVtAjExAHNydGMGYXBwX2lkDDM1MDY4NTUzMTcyOAABHkIHaeC-HkpH6K1-jPkZksiQgryLwRFWhxCKMBmyfwOgMdPG9EpIkBlEOUrR_aem_F-jPyA6XtYcOobtSA9fXLQ
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com
Η θεώρηση της αρχαίας οικονομίας ως πρωτο-καπιταλιστικής αποτελεί μια απλοϊκή προβολή του σήμερα στο χθες καθώς, όπως θα φανεί παρακάτω, στην ελληνική αρχαιότητα η οικονομία δεν ήταν μια ξεχωριστή και αυτορρυθμιζόμενη σφαίρα της συλλογικής ζωής, ένας τομέας του επιστητού δηλαδή προσανατολισμένος στην αύξηση της παραγωγικότητας και την ανάπτυξη. Ούτε οι τιμές των αγαθών,εξάλλου,καθορίζονταν από τις απρόσωπες δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης.Ποσδιορίζονταν,αντιθετα,με βάση τις προσωπικές σχέσεις, το παζάρεμα και την κρατική παρέμβαση (η τελευταία εκδηλώνονταν κυρίως στην διαμόρφωση της τιμής των σιτηρών).
Το πιο αποδεκτό μοντέλο για την προσέγγιση της αρχαίας οικονομίας είναι αυτό που κατέθεσε ο Moses Finley το 1973. Η προσέγγιση αυτή οφείλει πολλά στον Weber και τον Polanyi. Κατά τον Finley η αρχαία οικονομία δεν ήταν κατά κανένα τρόπο καπιταλιστική. Ούτε όμως ο χαρακτηρισμός της ως δουλοκτητικής την διαυγάζει πλήρως. Δεν ήταν μόνον μικρότερής κλίμακας από την νεωτερική αλλά διέφερε από αυτήν και ποιοτικά, όπως διέφερε επίσης και από άλλες οικονομίες που χρησιμοποιούσαν δούλους.
Κατ’ αρχάς με τον όρο οικονομία στην αρχαιότητα δεν γίνονταν αναφορά σε μια ξεχωριστή σφαίρα της ανθρώπινης δραστηριότητας που σχετίζεται με την παραγωγή, την διανομή και την κατανάλωση των αγαθών. Ο όρος αυτός παρέπεμπε στην διεύθυνση και διαχείριση των υποθέσεων του Οίκου. Ο οικογενειάρχης έπρεπε να διασφαλίζει την επιβίωση των μελών της οικογένειας του με την καλλιέργεια,συνήθως,ενός μικρού σχετικά γεωργικού κλήρου. Οι περισσότεροι αρχαίοι δούλευαν αρκετά σκληρά για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην συνεπικουρούμενοι από λιγοστούς δούλους. Παρ’ ότι δούλευαν σκληρά δεν αντιμετώπιζαν την εργασία ως πεμπτουσία της ανθρώπινης ουσίας των, αλλά απλώς ως αναγκαία. Θεωρούσαν πολύ σημαντικότερη και αξιέπαινη την μετοχή τους στην πολιτική, στρατιωτική και θρησκευτική ζωή της πόλης των κατά την διάρκεια των ωρών της σχόλης των.
Πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό ότι στην αρχαιότητα η Εστία ήταν η Θεά του οίκου και ο Ερμής ο Θεός της πόλεως. Ο οίκος ήταν το βασίλειο της σταθερότητας, των ριζών και της ασφάλειας. Η πόλις ήταν το βασίλειο της κίνησης, της αβεβαιότητας και των αντιπαλοτήτων, αλλά και της συμμετοχής στα κοινά. Η διάκριση μεταξύ οίκου και πόλεως δεν υπήρξε πάντως απόλυτη. Οίκος και πόλις δεν μπορούν να διαχωρισθούν πλήρως και να αντιμετωπισθούν απομονωμένα. Έντονη συνοχή και αλληλεγγύη υφίσταται όχι μόνον στα πλαίσια του οίκου αλλά και μεταξύ των πολιτών, ενώ από την πόλη δεν απουσιάζουν και κάποιες οικονομικές δραστηριότητες. Γίνεται λόγος για βιοτεχνικές, εμπορικές και τραπεζικές δραστηριότητες που όμως αναλαμβάνονται από τους μέτοικους, ελεύθερους δηλαδή ξένους χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Ο αξιακός κώδικας των αρχαίων αντιμετώπιζε τις οικονομικές δραστηριότητες ως «βάναυσες» με την εξαίρεση της καλλιέργειας της γης, που ήταν η μόνη αρμόζουσα για τον ελεύθερο πολίτη. Πρέπει να τονισθεί ότι οι τράπεζες δεν δέχονταν καταθέσεις και επομένως το χρήμα δεν γεννούσε χρήμα παρά μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό.
Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής λοιπόν της αρχαίας πόλεως προέρχονταν από την αγροτική της ενδοχώρα. Η πόλις ήταν κυρίως τόπος κατανάλωσης των αγαθών που παράγονταν στην ύπαιθρο και κέντρο πολιτικών δραστηριοτήτων και θρησκευτικής λατρείας. Σε αντίθεση με την αρχαία πόλη που ήταν κυρίως τόπος κατανάλωσης, η υστερο μεσαιωνική πόλη του ευρωπαϊκού Βορρά ήταν κυρίως τόπος εμπορικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων και γι αυτό συνετέλεσε στην ανάδυση του καπιταλισμού και του νεωτερικού κράτους.
Ο αριθμός, τώρα, των δούλων του Οίκου που δούλευαν είτε ως οικιακοί βοηθοί είτε ως καλλιεργητές ήταν περιορισμένος. Οι δούλοι εργάζονταν πλάι-πλάι με τις ελεύθερες γυναίκες για την διεκπεραίωση των οικιακών καθηκόντων και παράλληλα με τους μικροϊδιοκτήτες αγρότες για την καλλιέργεια της γης ή την κτηνοτροφία. Μόνον στην αρχαία Ρώμη και στα πλαίσια των μεγάλων γαιοκτησιών, των λατιφούντιων, εργάζονταν πολυάριθμοι δούλοι. Στην αρχαία Αθήνα μαζική εργασία δούλων υπήρχε μόνον στα μεταλλεία αργύρου του Λαυρίου. Ο άργυρος αυτός επέτρεπε στην Αθήνα να χρηματοδοτεί μεγάλες εισαγωγές σιτηρών από την Θράκη, την Μαύρη Θάλασσα και την Αίγυπτο. Μια άλλη πηγή εσόδων του Αθηναϊκού δήμου ήταν οι χρηματικές συνεισφορές των συμμάχων της Αθήνας στο κοινό ταμείο της συμμαχίας κατά των Περσών, που από ένα χρονικό σημείο και πέρα επενδύθηκαν στην κατασκευή στόλου και την χρηματοδότηση δημοσίων έργων.
Μια σημαντικότατη πλευρά της οικονομικής ζωής στην αρχαία Αθήνα αφορούσε την λεγόμενη πολιτική μισθοφορία, την αμοιβή των πολιτών για την συμμετοχή τους στα κοινά. Ο πολίτης μετέχει κρίσεως (στο δικαστικό σώμα) και αρχής (στο πολιτικό σώμα) και αμείβεται από την πόλη για τις δραστηριότητές του αυτές, Αν και η περιγραφή αυτή αφορά την δημοκρατική Αθήνα, η μετοχή κρίσεως και αρχής διέκρινε σε έναν κάποιο βαθμό και άλλες αρχαίες πόλεις.
Οι κοινωνίες λοιπόν των αρχαίων ελληνικών πόλεων και ιδίως η κοινωνία της αρχαίας Αθήνας είναι σε ένα βαθμό τουλάχιστον κοινωνίες σχόλης με θεμέλια βάση τους την πολιτική μισθοφορία. Οι νεωτερικές κοινωνίες, αντίθετα, είναι κοινωνίες εξαρτημένης εργασίας. Η πολιτική μισθοφορία ήταν προϋπόθεση της κοινωνικής και της πολιτικής ελευθερίας των πολιτών και ιδιαίτερα των άκληρων. Σήμερα ο πολίτης είναι ατομικά αλλά όχι και κοινωνικά και πολιτικά ελεύθερος. Διαθέτει απλώς πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, αλλά δεν μετέχει κρίσεως και αρχής, ενώ εκχωρεί την εργασία του στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Ένας ενδιάμεσος τύπος κοινωνίας μεταξύ των κοινωνιών της σχόλης και των κοινωνιών της εξαρτημένης εργασίας είναι η εταιρική κοινωνία που παρατηρείται στις πόλεις του Βυζαντίου. Εδώ ο φορέας της εργασίας δεν εκχωρεί την εργασία του στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Συμβάλλεται μαζί του και αποτιμώντας την εργασία του ως κεφαλαιο, υπεισέρχεται στο οικονομικό σύστημα ως εταίρος.
Συμπερασματικά οι οικονομικές δραστηριότητες στις αρχαίες ελληνικές πόλεις ήταν υποταγμένες και ενσωματωμένες σε πολιτικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Η οικονομία ήταν εμβαπτισμένη σε πραγματικότητες που δεν ήταν οικονομικής φύσεως. Τα οικονομικά ζητήματα δεν μπορούσαν να διαζευχθούν από ένα πλούσιο δίκτυο πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων. Η προβολή κατά συνέπεια του σήμερα στο αρχαιοελληνικό παρελθόν συσκοτίζει τις σχέσεις οικονομίας και κοινωνίας του τότε και λειτουργεί ως δικαίωση του καπιταλισμού που θέλει να εμφανίζεται ως απλή μετεξέλιξη της αρχαίας οικονομίας. Είναι καιρός όμως να απαλλαγούμε από παραπειστικές προβολές και εξωραϊσμούς.
Πηγές
•The ancient economy. By Moses Finley. University of California press. 1973.
•Myth and society in ancient Greece. By Jean-Pierre Vernant.Zone books. 1990.
•Οικονομικά συστήματα και ελευθερία. Του Γιώργου Κοντογιώργη. Εκδόσεις Ι,Σιδερης. 2010.
Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, ζωγραφικό έργο του Τάσσου.
ΠΗΓΗ: https://antifono.gr/i-oikonomia-stin-archaia-ellada/?fbclid=IwdGRjcASQh_5jbGNrBJCH7WV4dG4DYWVtAjExAHNydGMGYXBwX2lkDDM1MDY4NTUzMTcyOAABHkIHaeC-HkpH6K1-jPkZksiQgryLwRFWhxCKMBmyfwOgMdPG9EpIkBlEOUrR_aem_F-jPyA6XtYcOobtSA9fXLQ
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.