Γιώργος Τασιόπουλος
Ο Ερντογάν αναγορεύτηκε χθες από τον Πρόεδρο Τραμπ στη σύνοδο του ΝΑΤΟ, ως ο παγκόσμιος ηγέτης, και όπως τόνισε η Τουρκία είναι η μοναδική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί και να εξασφαλίσει τη ειρήνη στη περιοχή.
Μπορεί χέρι χέρι Τραμπ και Ερντογάν να παρουσιάζονται ως αρχάγγελοι ειρηνοποιοί της Δύσης στη σύνοδο του ΝΑΤΟ, ο αντιπρόσωπος της χώρας μας που παριστάνει τον Έλληνα πρωθυπουργό να παρακολουθεί εύχαρις, αλλά η ιστορία είναι αδιάψευστη.
Σήμερα είναι 9η Ιουλίου 1821 και τους υπενθυμίζουμε τι έπραξαν οι πρόγονοί του στη Κύπρο σαν σήμερα.
Απαγχόνισαν τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και σφαγίασαν τους 3 Μητροπολίτες και 400 περίπου Προκρίτους του νησιού.
Κι όμως, όπως γράφει ο ποιητής:
"....«Σφάξε μας ούλλους τζι’ ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν
κάμε τον κόσμον ματζιελειόν τζαι τους Ρωμιούς τραούλλια,
αμμά ’ξερε πως ίλαντρον,
όντας κοπεί καβάτζιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια...
...Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,
κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-ξηλείψη,
κανένας, γιατί σιέπει την που τα ‘ψη ο Θεός μου.
Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!.."
Η Ειρήνη στην περιοχή μας μόνο με ένα τρόπο θα πραγματοποιηθεί όταν ο Θύτης αναγνωρίσει και ζητήσει συγγνώμη για τις γενοκτονίες που έπραξε σε όλους τους γηγενείς λαούς της περιοχής μας και όπως είπε ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης και όλοι γνωρίζουμε:
«Δεν υπάρχει πρόβλημα Αιγαίου. Δεν υπάρχει πρόβλημα νησιών. Δεν υπάρχει Κουρδικό πρόβλημα. Δεν υπάρχει Κυπριακό πρόβλημα. Ένα είναι το πρόβλημα. Η Τουρκία».
Το ποίημα “Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου” θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της Κυπριακής ποίησης και λογοτεχνίας, το οποίο ανήκει στον Κύπριο ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη.
Το ποίημα έχει ως κύριο θέμα τον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού, που έγινε την 9η Ιουλίου του 1821 από τους Τούρκους. Το ποίημα διδάσκεται ευρέως στα σχολεία της Κύπρου και είναι γραμμένο στην τοπολαλιά του νησιού.
Πιο κάτω, κάποια παραθέματα από το τα οποία θα μπορούσαν δικαίως να χαρακτηριστούν ως μερικά από τα σημαντικότερα της ποίησης του Βασίλη Μιχαηλίδη.
“Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου”*
“Αντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι εφυσούσαν
τζι αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυνεφκιάζη
τζιαι που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν,
ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν’ αρτζιεύκη να στοιβάζη,
είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου το κρυφόν της
μεσ’ στους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της.
τζι αντάν εφάνην η στραπή εις του Μοριά τα μέρη
τζι εξάπλωσεν τζι ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της,
τζι ούλλα ξηλαμπρατζιήσασιν τζιαι θάλασσα τζιαι ξέρη
είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου τα κακά της.
«Δεν θέλω, Κκιόρ-ογλου, εγιώ να φύω που την Χώραν,
γιατί αν φύω, το κακόν εν’ να γινή περίτου.
Θέλω να μείνω, Κκιόρ-ογλου, τζι ας πα’ να με σκοτώσουν,
ας με σκοτώσουσιν εμέν τζι οι άλλοι να γλυτώσουν.
Δεν φεύκω, Κκιόρ-ογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου
εν’ να γενή θανατικόν εις τους Ρωμιούς του τόπου.
Να βάλω την συρτοθηλειάν εις τον λαιμόν του κόσμου;
Παρά το γαίμαν τους πολλούς εν’ κάλλιον του πισκόπου.
Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,
κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-ξηλείψη,
κανένας, γιατί σιέπει την που τα ‘ψη ο Θεός μου.
Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!
Σφάξε μας ούλους κι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάκιν,
κάμε τον κόσμον μακελλειόν και τους Ρωμιούς τραούλλια,
αμμά ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάκιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Το ’νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται,
μα πάντα κείνον τρώεται και κείνον καταλυέται.
Μεν μάχεσαι την θάλασσαν να την-ι ’ξηντιλήσεις·
άδικα λόγια μεν χάννεις κι αρκείς εις την δουλειάν σου.
Τον ήλιον με φύσημαν μπορείς να τον-ι σβήσεις;
Φώναξε του τζελλάττη σου, σάσ’ την κρεμμασταρκάν σου!
Αν πολεμούν για το καλόν και πολεμά κι ο γιος μου,
ας έν’ χαλάλιν του Θεού, αν μου τον φα’ το βόλιν,
κι ας πα’ να μείνω δίχως του, να ζήσω μανιχός μου.
Ειδέ κ’ αν ου, και μάχουνται να κάμουν άλλα αντ’ άλλα,
χαρράμιν τους ’που τον Θεόν της μάνας τους το γάλαν.
Ήτουν βουλή ’που τον Θεόν για να γενεί κ’ εγίνην.
Τον Χάρον εν και βκάλλουν τον ποττέ πως έν’ φταισμένος·
πάντα λαλούν το φταίσιμον πως το ’χει ο πεθαμμένος.
’Πο ούλα το γλυκόττερον έν η ζωή τ’ αθρώπου.
Σκοτώστε μας και γράψετε κ’ εμάς τον σκοτωμόν μας.
Μα τούτοι ούλ’ οι σκοτωμοί έν’ ούλοι για κακόν σας·
εσείς θαρκέστ’ αννοίετε το μνήμαν το δικόν μας,
κ’ εν το πεισκάζετε πως έν’ το μνήμαν το δικόν σας.
Σκοτώστε όσους θέλετε, αμμ’ αν να σας-ι βλάψει·
το γαίμαν που χονώννετε ’που μας τους δεσποτάες
έν λάιν εις την λαμπρακιάν π’ αφταίννει να σας κάψει.
Που την πελλάραν τους τραβούν και τούτοι κ’ η φυλή τους
κι ακόμα έν’ να πάθουσιν με τούν’ τον νουν περίτου.
Κανέναν φόοον δεν έχω από τους Κυπριώτες.
Θωρούν εις την Καραμανιάν πως η Τουρκιά ’ν λιμπούριν,
τέλεια κοντά π’ ακούουνται κ’ οι σκύλλ’ αντάν να ’λάξουν·
με μιαν σφυρκάν πετάσσουνται ’ποδώθθ’ έναν λιγγούριν
κι ούλους μέσα σε μιαν ώραν μπορούν να τους-ι σφάξουν.
Απού την άλλην έχουσιν κοντά τους το Μισίριν.
Αν πεις καράβκια; δεν έχουν, έν’ του αλέτρ’ αθρώποι.
Δα κάτω τούτοι έν’ πολλά, πολλά ξωμακρισμένοι,
περνούν μηνάδες κ’ εν έχουν χαπάριν ’που τα ξένα
και θέμι έν’ ’που την Τουρκιάν στενά τριυρκασμένοι.
Δα κάτω τούτ’ έν’ σαν τ’ αρνιά πών’ χώρκα μαντρισμένα.
Θεέ, που νάκραν δεν έχεις ποττέ στην καλωσύνην,
λυπήθου μας και δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην.”
* Το ποίημα χωρίζεται σε 24 ραψωδίες και έχει 560 δεκαπεντασύλλαβους στίχους.
Το τραγούδι είναι σε μελοποίηση του Αντρέα Αντρέου και παρουσιάστηκε στις 14 Νοεμβρίου 1994 σε αντικατοχική εκδήλωση.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.