από Δημοσθένης Μιχόπουλος
Ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον παράδοξα φαινόμενα τῆς δυτικῆς ἱστορίας εἶναι ὅτι ἡ κεφαλὴ μιᾶς Ἐκκλησίας ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἐσταυρωμένου κατέληξε νὰ ἀναγνωρίζεται ὡς κυρίαρχος βασιλέων, ὡς ἀνώτατος πολιτικὸς ἄρχων καὶ ὡς πηγὴ νομιμοποιήσεως τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας. Ἡ μεταβολὴ αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα θεολογικὸ σφάλμα. Ἀποκαλύπτει μία βαθύτερη ἱστορικὴ διαδικασία: τὴν ἐπανεμφάνιση παλαιοτέρων βαρβαρικῶν προτύπων ἐξουσίας μὲ χριστιανικὸ προσωπείο.Στὰ γερμανικὰ καὶ βαρβαρικὰ φύλα ποὺ κατέκλυσαν τὸ δυτικὸ μέρος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ θρησκευτικὴ ἐξουσία δὲν ἦταν σαφῶς διακεκριμένες. Ὁ βασιλεὺς δὲν ἦταν μόνον πολεμικὸς ἀρχηγός. Ἡ νομιμοποίησή του ἐδράζετο σὲ μία ἱερὴ τάξη πραγμάτων, τὴν ὁποία ἐρμήνευαν οἱ μάγοι, οἱ σαμάνοι, οἱ ἱερεῖς τῆς φυλῆς. Αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τοὺς μεσολαβητὲς μεταξὺ τοῦ ὁρατοῦ καὶ τοῦ ἀοράτου κόσμου. Αὐτοὶ ἐπικύρωναν τὴν ἐξουσία τοῦ ἄρχοντος καὶ τοῦ προσέδιδαν χαρακτῆρα σχεδὸν ἱερὸ.
Ὅταν τὰ φύλα αὐτὰ ἐγκαταστάθηκαν στὰ ἐδάφη τῆς καταρρεύσασας δυτικῆς Ῥωμαϊκῆς διοικήσεως, δὲν ἐγκατέλειψαν αὐτομάτως τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον κατανοοῦσαν τὴν ἐξουσία. Ἐβαπτίσθησαν, ἀλλὰ δὲν μεταμορφώθηκαν εὐθέως. Προσεχώρησαν στὸν Χριστιανισμό, ἀλλὰ συνέχισαν νὰ ἀντιλαμβάνονται τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ κατηγορίες ποὺ εἶχαν διαμορφωθεῖ πρὶν ἀπὸ αὐτόν.


ΛΥΓΕΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ



























