Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Ο καφκικός κύριος Κάφκα/ της Ελένης Κεχαγιόγλου


Ελένη Κεχαγιόγλου

Ο Φραντς Κάφκα έζησε 41 μόλις χρόνια, πέθανε από ασιτία —καθώς, στο τελικό στάδιο της φυματίωσης, δεν μπορούσε πια να καταπιεί το παραμικρό— ακριβώς όπως ο ήρωάς του Γκρέγκορ Σάμσα στη μοναδική νουβέλα που εξέδωσε εν ζωή, στη Μεταμόρφωση, και δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να διανοηθεί ότι 130 χρόνια μετά τη γέννησή του θα ήταν το τιμώμενο πρόσωπο της Google. Θα του ήταν επίσης μάλλον αδύνατον να φανταστεί ότι θα αποκτούσε ηγετική θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία του 20ού αιώνα, δεδομένου ότι, προτού πεθάνει, άφηνε στον επιστήθιο φίλο του Μαξ Μπροντ, αντί διαθήκης, την εξής επιστολή:

«Αγαπημένε μου Μαξ, η τελευταία μου παράκληση: Οτιδήποτε αφήνω πίσω μου (δηλαδή, στη βιβλιοθήκη, στα συρτάρια, στο γραφείο, είτε στο σπίτι είτε στη δουλειά μου είτε οπουδήποτε αλλού, οτιδήποτε σου τύχει να βρεις), σημειωματάρια, χειρόγραφα, γράμματα, δικά μου και τρίτων, προσχέδια κτλ., πρέπει να καούν χωρίς να διαβαστούν, μέχρι το τελευταίο φύλλο. Το ίδιο και όλα τα γραπτά μου, τα σημειώματά μου που έχεις τυχόν εσύ ή άλλοι και που θα τους παρακαλέσεις εξ ονόματός μου να σου τα δώσουν. Επιστολές που δεν θα σου παραδοθούν πρέπει τουλάχιστον να καούν από τους κατόχους τους.
Δικός σου,
Φραντς Κάφκα»

Η παρέμβαση Μπροντ

Ο Μαξ Μπροντ, ως γνωστόν, δεν πραγματοποίησε την τελευταία επιθυμία του φίλου του, και στη μακρά ζωή του (1884-1968) δημοσίευσε περισσότερα από 80 βιβλία του Κάφκα και για τον Κάφκα, η στενή σχέση του με τον οποίο ξεκίνησε στην πρώτη τους νεότητα, καθώς υπήρξαν συμφοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου της Πράγας. Η συζήτηση για την ηθική νομιμοποίηση της παραβίασης της ρητής συγγραφικής επιθυμίας ξεκίνησε ήδη από το 1925 όταν, έναν μόλις χρόνο μετά το θάνατο του Κάφκα, ο Μπροντ εξέδιδε τη Δίκη, ένα έργο-σύμβολο του παραλογισμού της εφιαλτικής Εξουσίας που συνθλίβει.
Το 1962, ο Όρσον Ουέλς θα μετέφερε τη νουβέλα στον κινηματογράφο, με τον Άντονι Πέρκινς να ενσαρκώνει τον Γιόζεφ Κ., τον μοναχικό υπαλληλάκο που, αιφνιδίως, μπαίνει στο στόχαστρο για ένα έγκλημα που αγνοεί. Η τελευταία φράση του Γιόζεφ Κ. (το Κ. μοιραία ανακαλεί το όνομα του συγγραφέα• Κ., επίσης, λέγεται ο πρωταγωνιστής του Πύργου), όταν τον μαχαιρώνουν οι δήμιοί του, είναι: «Σαν το σκυλί!» – για να καταλήξει η αφηγηματική φωνή: «Λες και η ντροπή θα εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά το θάνατό του».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μπροντ, την ντροπή αυτή ήθελε να αποφύγει ο Κάφκα, ζητώντας να καεί το έργο του• εξάλλου, όπως ισχυρίζεται, ό,τι δημοσίευσε ο Κάφκα ενόσω ζούσε «σώθηκε από τα χέρια του» χάρη στην πειθώ του Μπροντ, χάρη στις δικές του επίμονες προσπάθειες. Σε κάθε περίπτωση, χωρίς τον Μπροντ η παγκόσμια κοινότητα θα είχε στερηθεί έναν συγγραφέα πρώτου μεγέθους και δεν θα είχε ποτέ διαβάσει αριστουργήματα όπως τον Πύργο (1926) και την Αμερική (1927). Παρ’ όλα αυτά, έχουν ανακύψει πολλά ερωτήματα ως προς το κατά πόσον η παρεμβατική εκ μέρους του επιμέλεια (μεταφορά κεφαλαίων, αλλαγή της στίξης κ.λπ.) αλλοίωσε το καφκικό έργο, επιτρέποντας να παρεισφρήσει σε αυτό ο συγγραφέας Μπροντ.

Οι περιπέτειες των χειρογράφων

Κι αν τα έργα του Κάφκα γλίτωσαν τα καφκικά σχέδια εξαφάνισής τους από τον ίδιο τον δημιουργό τους, το 2008 ο Τύπος διεθνώς έκανε λόγο για ένα «θρίλερ», στο οποίο πρωταγωνιστούσαν τα διάσημα χειρόγραφα. Την προηγούμενη χρονιά, σε ηλικία 101 ετών, είχε βρεθεί νεκρή στο διαμέρισμά της στο Τελ Αβίβ η Έστερ Χόφερ, η γραμματέας και παντρεμένη ερωμένη του Μαξ Μπροντ.
Το 1939, την παραμονή της εισόδου των ναζιστικών στρατευμάτων στην Πράγα, ο Μπροντ είχε διαφύγει στην Παλαιστίνη όπου και έκτοτε έζησε. Λίγο προτού πεθάνει, όρισε τη Χόφερ γενική κληρονόμο του και της κληροδότησε το προσωπικό του αρχείο του και το αρχείο του Κάφκα, Ή, τέλος πάντων, ό,τι από το αρχείο του Κάφκα δεν είχε παραχωρήσει το 1961 στη Βιβλιοθήκη της Οξφόρδης, κατ’ εντολήν των κληρονόμων του, και συγκεκριμένα μιας ανιψιάς του, καθώς η εβραϊκή οικογένεια του Κάφκα είχε αποδεκατιστεί στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Το 2007, λοιπόν, έγινε γνωστό το γεγονός ότι η άγνωστη έως τότε Έστερ Χόφε είχε στα χέρια της έναν λογοτεχνικό θησαυρό. Ένα γεγονός, που ήταν, ωστόσο, ήδη γνωστό στις ισραηλινές αρχές από το 1974. Η Υπηρεσία Αρχείων του Ισραήλ είχε συλλάβει τη Χόφε στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν να επιχειρεί να βγάλει παράνομα από τη χώρα χειρόγραφα από το αρχείο του Κάφκα. Σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ισραήλ, αρχειακό υλικό δεν μπορεί να βγει εκτός συνόρων αν πρώτα δεν έχει καταλογογραφηθεί και δεν έχει φωτοτυπηθεί.
Παρ’ όλα αυτά, η κυρία Χόφε είχε καταφέρει, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, να φυγαδεύσει και να δημοπρατήσει έναντι του αστρονομικού ποσού των δύο εκατομμυρίων δολαρίων το χειρόγραφο της θρυλικής Δίκης, το οποίο εντέλει περιήλθε στην κατοχή του γερμανικού Μουσείου Λογοτεχνίας. Ο Μπροντ δεν είχε παραδώσει χειρόγραφο στην Οξφόρδη με τον ισχυρισμό ότι επρόκειτο για προσωπικό δώρο του συγγραφέα.

Η πρώτη σελίδα από το «Γράμμα στον πατέρα»

Η πρώτη σελίδα από το «Γράμμα στον Πατέρα»

Σε ελβετική θυρίδα

Η Χόφε, από το 1956 είχε φροντίσει να ασφαλίσει μέρος του αρχείου αυτού σε ελβετική τράπεζα. Ταυτόχρονα, αγνοούσε επιδεικτικά τα αιτήματα να παραχωρήσει το πολύτιμο υλικό στη Βιβλιοθήκη της Ιερουσαλήμ και να επιτρέψει σε ειδικούς αρχειονόμους να φροντίσουν για τη συντήρησή του.
Η πρώτη σελίδα από το «Γράμμα στον πατέρα» Το πολύπαθο καφκικό αρχείο περιήλθε έπειτα στις δύο ηλικιωμένες κόρες της Χόφε, στη Χάβα Χόφε και στη Ρουθ Βίσλερ, οι οποίες ισχυρίστηκαν πως η μητέρα τους κρατούσε κρυμμένο το αρχείο του Μπροντ για να μη δημοσιοποιηθεί η σχέση της μαζί του.
Η Εθνική Βιβλιοθήκη του Ισραήλ έσπευσε τότε να καταθέσει αγωγή εναντίον τους. Συνήγοροι και πολιτική αγωγή επιδόθηκαν στον αγώνα να ερμηνεύσουν την πραγματική επιθυμία του Μπροντ ως προς την τύχη του αρχείου. Τον Οκτώβριο του 2009 το Ισραήλ ζητά από το Μουσείο Λογοτεχνίας της Γερμανίας να επιστρέψει το πρωτότυπο χειρόγραφο της Δίκης, εγκαλώντας το για τον τρόπο με τον οποίο το απέκτησε.
Το 2010 ανοίγουν επιτέλους τέσσερις θυρίδες στη Ζυρίχη της Ελβετίας και γνωστοποιείται το περιεχόμενό τους, καθώς ισραηλινό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση των αδερφών Χόφε να κρατηθεί μυστικό. Η λογοτεχνική συλλογή περιλαμβάνει χειρόγραφα του «Wedding Preparations in the Country» και άλλων διηγημάτων, ημερολόγια και επιστολές του Κάφκα, καθώς και αδημοσίευτα ημερολόγια του Μπροντ.
Ύστερα από πολυετείς δικαστικούς αγώνες, στις 15/10/2012 εκδίδεται η απόφαση: το δικαστήριο αποφαίνεται ότι οι αδελφές δεν παρουσίασαν αξιόπιστα έγγραφα που να μπορούν να στοιχειοθετήσουν την εκ μέρους τους ιδιοκτησία. Η Εθνική Βιβλιοθήκη του Ισραήλ υποστηρίζει ότι ο Μπροντ ανέφερε στη διαθήκη του πως τα έγγραφα θα έπρεπε να περιέλθουν στο αρχείο της, κάτι που το δικαστήριο επικυρώνει.
Κάπως έτσι ολοκληρώνεται η περιπέτεια αυτή των χειρογράφων του σπουδαιότερου γερμανόφωνου μοντερνιστή πεζογράφου, την οποία ασφαλώς ο Τύπος διεθνώς χαρακτήρισε ως «καφκική»…

«Καφκικός, καφκική, καφκικό»

Ο Κάφκα είναι ο μοναδικός συγγραφέας του 20ού αιώνα, το όνομα του οποίου έχει εισέλθει στη γλώσσα υπό το επίθετο «καφκικός» («Kafkaesque»), σε καθημερινή χρήση διεθνώς, ακόμη και από ανθρώπους που δεν έχουν ενδεχομένως διαβάσει ούτε μια αράδα του έργου του.
Ως προς την κατάχρηση του όρου «καφκικός», ο οποίος σήμερα, λόγω της παγκόσμιας κρίσης, επανέρχεται δριμύτατος, ο Frederick R. Karl, καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, και μελετητής του Κάφκα που έχει υπογράψει τη μονογραφία Franz Kafka: Representative Man. Prague, Germans, Jews and the Crisis of Modernism (1991), βάζει τα πράγματα στη θέση τους: «Εάν τρέχετε για να προφτάσετε το λεωφορείο, και διαπιστώσετε ότι όλα τα λεωφορεία έχουν πάψει να περνούν, τότε αυτό δεν είναι καφκικό. Καφκικό είναι το να εισέλθετε αίφνης σε έναν κόσμο σουρεαλιστικό, στον οποίο βλέπετε την ύπαρξή σας ολόκληρη να κατακερματίζεται, καθώς βρίσκεστε αντιμέτωπος με μια δύναμη που δεν συνάδει με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε τον κόσμο. Δεν παραιτήστε, δεν πέφτετε απλώς να πεθάνετε, αγωνίζεστε ενάντια στη δύναμη αυτή όπως μπορείτε, με όποια εφόδια διαθέτετε. Αλλά φυσικά δεν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα να τη νικήσετε. Αυτό είναι καφκικό».
Το επίθετο «καφκικός» συμπυκνώνει την ατμόσφαιρα ολόκληρη του έργου του Κάφκα, μιας λογοτεχνίας που βυθίζεται στο έρεβος της ανθρώπινης ύπαρξης, στον εφιάλτη του παραλογισμού της ανθρώπινης κοινωνίας, με τρόπο ζοφερό και αποκαλυπτικό, ταυτόχρονα όμως και με μια ματιά ειρωνικού χιούμορ. Για να χρησιμοποιεί κανείς το επίθετο επιτυχώς, στον καθημερινό λόγο ή στις παρουσιάσεις βιβλίων, όπου η λέξη ξοδεύεται ματαίως, απαιτείται να έχει προηγουμένως καταθέσει τον οβολό του κόπου του (και της αποζημίωσής του) στην ανάγνωση των καφκικών κειμένων.
Ο Κάφκα πάλεψε ολόκληρη τη ζωή του με τους περιορισμούς που δεν κατάφερε να ξεπεράσει. Γερμανόφωνος Εβραίος της Πράγας, που αγαπούσε την τσεχική κουλτούρα, πνιγόταν στο πλαίσιο της καταπιεστικής του οικογένειας αλλά ήταν συναισθηματικά εξαρτημένος από αυτήν. Επιθυμούσε τη συντροφικότητα αλλά δεν άντεχε τη δέσμευση, εργαζόταν σε αδιάφορες δουλειές ως υπάλληλος αλλά ήταν ευσυνείδητος παρόλο που θεωρούσε πως η συγγραφή μόνο δικαιολογούσε τον ερχομό του στον κόσμο.
Η συνέχεια dimart
ΠΗΓΗ:https://stavroslygeros.gr 
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου