Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Η ουτοπία της δραχμής και η γερμανική ανατομία (β)

Όταν η πρωσική κυβέρνηση της χώρας εφαρμόζει τα αντίθετα από τους εταίρους της, προσπαθώντας να τους απομυζήσει και να τους κατακτήσει οικονομικά, αδιαφορώντας ταυτόχρονα για την ευημερία των γερμανών Πολιτών, τότε δεν έχει διδαχθεί τίποτα από την ιστορία της – το ευχολόγιο του εθνικού νομίσματος.


του Βασίλη Βιλιάρδου

«Έναντι χαρτονομισμάτων χωρίς αντίκρισμα που η Γερμανία κερδίζει από τα ίδια τα κράτη εξάγοντας τους εμπορεύματα, μεταξύ άλλων χρηματίζοντας τους πολιτικούς τους, εξαγοράζει τις επιχειρήσεις τους – όπως συνέβαινε παλαιότερα με το χρυσό, όπου κατέληγε πάντοτε στα θησαυροφυλάκια των πλεονασματικών κρατών. Άλλωστε σήμερα τα δύο μεγαλύτερα πλεονασματικά κράτη, η Γερμανία και η Κίνα, εξαγοράζουν ότι βρουν – όπως στο παράδειγμα της Πορτογαλίας, η οποία έχει λεηλατηθεί τόσο από τη Γερμανία, όσο και από την Κίνα, με επόμενη την Ελλάδα«.
.

Ανάλυση

Στο πρώτο μέρος της ανάλυσης «Ο ορθολογικός φιλελευθερισμός και η γερμανική ανατομία» ασχοληθήκαμε κυρίως με θέματα που αφορούν το οικονομικό σύστημα της Γερμανίας, καθώς επίσης το εξαγωγικό της εμπόριο – μίας χώρας που, εφαρμόζοντας την πολιτική της φτωχοποίησης του γείτονα μετά την υιοθέτηση του ευρώ, αναπτύχθηκε εις βάρος όλων των άλλων εταίρων της, ενώ μετά το 2008 τρέφεται από την κρίση χρέους, οπότε δεν έχει κανένα λόγο να επιλύσει προβλήματα κρατών όπως η Ελλάδα.
Η Γερμανία θεωρείται βέβαια υποτελής των Η.Π.Α., με τους αμερικανούς επενδυτές να κατέχουν μεγάλα μερίδια των πολυεθνικών της (πηγή), αλλά εφαρμόζει μία εντελώς διαφορετική οικονομική πολιτική από την υπερδύναμη – ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η πρώτη πληθυσμιακή ομάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι οι Γερμανοί, με σχεδόν 43.000.000, ακολουθούμενοι από τους ισπανόφωνους με 35 εκ. (τα 20 εκ. είναι Μεξικανοί), τους Αφρικανούς με επίσης 35 εκ., τους Ιρλανδούς με 30 εκ., τους Βρετανούς με 24 εκ. και τους Ιταλούς με 16 εκ.
Πριν ασχοληθούμε τώρα με την άλλη όψη του νομίσματος της γερμανικής οικονομίας, υπενθυμίζουμε από το πρώτο μέρος πως η Ελλάδα, με κριτήριο τον δείκτη του εξωτερικού της εμπορίου (38%), θεωρείται ως μία κλειστή οικονομία – στην οποία, όσον αφορά τους συντελεστές του ΑΕΠ της (ΑΕΠ = Κατανάλωση + Επενδύσεις +  Εξωτερικό Εμπόριο (εξαγωγές – εισαγωγές), το εξωτερικό εμπόριο αφαιρεί ΑΕΠ.
Για παράδειγμα, οι ελληνικές εξαγωγές ήταν 25,1 δις € το 2016, οπότε σε ένα ΑΕΠ της τάξης των 180 δις € έφταναν στο 13,94% – ενώ οι εισαγωγές της ανήλθαν στα 42,9 δις €, άρα στο 23,83% του ΑΕΠ της (πηγή). Επομένως, ο συντελεστής «εξαγωγές πλην εισαγωγές» ήταν «25,1 δις € – 42,9 δις € = -17,8 δις €»  ή -9,89% του ΑΕΠ της, όταν της Γερμανίας ήταν +8%.
Στα πλαίσια αυτά, εάν η Ελλάδα κατάφερνε να ισορροπήσει το εξωτερικό της εμπόριο, να εξάγει δηλαδή όσα εισάγει, θα αύξανε το ΑΕΠ της σχεδόν κατά 10% – επομένως η οικονομία της θα παρουσίαζε μία ισχυρή ανάπτυξη. Ως εκ τούτου έχουν απόλυτο δίκιο οι υποστηρικτές του εθνικού νομίσματος, θεωρώντας πως με την υιοθέτηση, καθώς επίσης με την υποτίμηση του, θα μπορούσε η Ελλάδα να ισοσκελίσει το εμπορικό της ισοζύγιο, οπότε να εισέλθει σε πορεία ανάπτυξης – ενώ, εάν το ΑΕΠ της αυξανόταν κατά 10% από την ισοσκέλιση του εμπορικού ισοζυγίου της, τα έσοδα του δημοσίου θα ήταν κατά περίπου 30% υψηλότερα επί αυτού του ποσού (πάνω από 5 δις €), οπότε δεν θα υπήρχε λόγος λήψης νέων μέτρων, θα αυξανόταν η ζήτηση εγχωρίων προϊόντων, άρα οι επενδύσεις κοκ.

Σε σχέση με το ξεκίνημα της κρίσης βέβαια το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας είναι σε καλύτερη κατάσταση (γράφημα). Δυστυχώς όμως, κυρίως λόγω της μείωσης των εισαγωγών εξαιτίας της εσωτερικής υποτίμησης – αφού ο αποψιλωμένος παραγωγικός ιστός της χώρας δεν επιτρέπει σημαντική αύξηση των εξαγωγών, ειδικά επειδή το μεγαλύτερο μέρος τους κατευθύνεται στην Ευρώπη, οπότε δεν βοηθάει το κοινό νόμισμα (ουσιαστικά ούτε τη μείωση των εισαγωγών).
Επεξήγηση γραφήματος: Εξέλιξη των εξαγωγών της Ελλάδας (μπλε επιφάνεια, αριστερή κάθετος), σε σχέση με τις εισαγωγές (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος).
.
Εν τούτοις, το βασικότερο πρόβλημα όσον αφορά το εθνικό νόμισμα είναι το δημόσιο χρέος – το οποίο με την υπογραφή του PSI δεν μπορεί να μετατραπεί σε δραχμές, έχει υποθηκευτεί η δημόσια περιουσία, ενώ όλες οι κυβερνήσεις το έχουν αναγνωρίσει (τελευταία το ΣΥΡΙΖΑ στις 20 Φεβρουαρίου του 2015 δια του τότε υπουργού οικονομικών) – πιστοποιώντας επί πλέον την υποχρέωση της ολοσχερούς αποπληρωμής του. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση υιοθέτησης της δραχμής, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα ήταν στα 320 δις σε συνάλλαγμα (ευρώ), άρα στο 180% του ΑΕΠ της – ενώ τυχόν υποτίμηση της, η οποία θα ήταν νομοτελειακή αλλά και επιθυμητή, θα αύξανε ανάλογα το χρέος της σε όρους εθνικού νομίσματος.
Με δεδομένο όμως το ότι, η βασική αιτία της χρεοκοπίας μίας χώρας δεν είναι τόσο το δημόσιο χρέος της, όσο το εξωτερικό, ενώ οι περισσότερες πτωχεύουν όταν υπερβεί το 50% του ΑΕΠ τους μη διαθέτοντας τα απαιτούμενα συναλλαγματικά αποθέματα, η Ελλάδα θα πτώχευε σε χρόνο μηδέν – ενώ φυσικά κανένας δεν επιλέγει ένα χρεοκοπημένο κράτος για τις διακοπές (τουρισμός) ή/και τις επενδύσεις του. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί μονομερούς διαγραφής, χωρίς σοβαρότατες συνέπειες για τη χώρα, δεν νομίζουμε ότι έχει νόημα να ασχοληθεί κανείς – ενώ με δραχμή το δημόσιο χρέος δεν θα έπρεπε να είναι πάνω από το 60% του ΑΕΠ για να έχει ελπίδες η Ελλάδα, άρα θα όφειλαν να διαγραφούν περί τα 200 δις €.
Ένα επόμενο πρόβλημα είναι το ότι, για να αυξήσει ένα κράτος τις εξαγωγές του, καθώς επίσης για να μειώσει τις εισαγωγές του χωρίς να λιμοκτονήσει ο πληθυσμός του, χρειάζεται έναν υγιή παραγωγικό ιστό – ο οποίος θα δημιουργούταν μεν αναγκαστικά με τη δραχμή, αλλά θα απαιτούσε χρόνο που δεν έχει η οικονομία μας στη διάθεση της.
Ένα τρίτο θα ήταν ο πληθωρισμός, αφού οι τιμές θα αυξάνονταν λόγω της ανόδου των τιμών εκείνων των προϊόντων που θα ήταν υποχρεωμένη να εισάγει η χώρα – όπως συνέβη στην πολύ ισχυρότερη Ρωσία το 2014, όπου το ρούβλι κατέρρευσε και οι φτωχότεροι Ρώσοι βίωσαν οδυνηρές καταστάσεις. Ένα τέταρτο η νομοτελειακή πτώση του ΑΕΠ τουλάχιστον το πρώτο έτος – όπου ένα κράτος που έχει ήδη χάσει το 25% του ΑΕΠ του, όπως η Ελλάδα, ασφαλώς δεν θα είχε τη δυνατότητα να επιβιώσει.
Πόσο μάλλον όταν το ιδιωτικό μη εξυπηρετούμενο χρέος έχει ήδη εκτοξευθεί στα ύψη, ενώ οι τράπεζες θεωρούνται ουσιαστικά χρεοκοπημένες – όπου τυχόν εθνικοποίηση τους θα απαιτούσε την εκτύπωση χρημάτων από το κράτος, ειδικά εάν συνοδευόταν από διαγραφές ιδιωτικών χρεών, οπότε ξανά την άνοδο του πληθωρισμού. Φυσικά υπάρχουν πολύ περισσότερα προβλήματα, όπως αυτά που αναφέραμε στο κείμενο μας «Τα ερωτηματικά της δραχμής» – γεγονός που τεκμηριώνει πως η Ελλάδα είναι δυστυχώς εγκλωβισμένη στο ευρώ, οπότε δεν έχουν νόημα οι συζητήσεις που δεν το αποδέχονται και δεν αναζητούν ρεαλιστικές λύσεις.
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια πως είμαστε υπέρ του ευρώ ή ότι δεν συμφωνούμε στο ότι, χωρίς μία εθνική νομισματική πολιτική δεν είναι εύκολη η έξοδος της χώρας μας από την κρίση – αλλά πως πριν από κάθε τι άλλο θα έπρεπε να επιλυθεί το πρόβλημα του χρέους, ενώ εάν επιλεχθεί η χρεοκοπία, όπως πιστεύουμε ότι θα έπρεπε, θα ήταν ασφαλέστερη εντός της Ευρωζώνης παρά εκτός, τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο.
Η άλλη όψη του νομίσματος
Περαιτέρω στη Γερμανία, αναφέραμε πως το πλεόνασμα των 261 δις € που είχε το 2016 σημαίνει ότι, η γερμανική οικονομία δαπάνησε 261 δις € λιγότερα χρήματα από ότι παρήγαγε – ενώ τα χρήματα αυτά δεν χάθηκαν προφανώς, αλλά εξοικονομήθηκαν και τοποθετήθηκαν στο εξωτερικό.
Η χώρα έχει λοιπόν ένα μη ισορροπημένο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, το οποίο σημαίνει ταυτόχρονα πως είναι ανάλογα μη ισορροπημένο το κεφαλαιακό της ισοζύγιο – αφού όταν ένα κράτος εξάγει περισσότερα από όσα εισάγει, τότε αποταμιεύονται πιο πολλά χρήματα από όσα δαπανώνται. Υπενθυμίζουμε εδώ πως το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μίας χώρας, μετρούμενο από το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών, υπηρεσιών, καθαρών εισοδημάτων και μεταβιβαστικών πληρωμών εξωτερικού, είναι ίσο με τις εθνικές αποταμιεύσεις μείον τις εγχώριες επενδύσεις.

Οι αποταμιεύσεις τώρα αυτές, οι οποίες δεν επενδύονται εντός της Γερμανίας, οδηγούνται νομοτελειακά στο εξωτερικό μέσω των τραπεζών, αναζητώντας κερδοφόρες τοποθετήσεις – είτε ως κλασσικές επενδύσεις στην πραγματική οικονομία άλλων κρατών, είτε με άλλες μορφές. Σύμφωνα όμως με έναν πρόσφατο υπολογισμό (πηγή), τα συνολικά σωρευτικά πλεονάσματα της Γερμανίας έως το 2016 ήταν της τάξης των 2,4 τρις €. Εν τούτοις, τα σωρευτικά περιουσιακά στοιχεία της χώρας στο εξωτερικό έως το τρίτο τρίμηνο του 2016 ήταν μόλις 1,59 τρις € (γράφημα).
Επεξήγηση γραφήματος: Σωρευτικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας (μαύρη καμπύλη) και καθαρή θέση της στο εξωτερικό (γαλάζια καμπύλη) σε δις € – διαφορά (μωβ γραμμή).
.
Η αρνητική διαφορά των δύο παραπάνω ήταν 744 δις € – ποσόν που αφορά κατά το Γερμανό ερευνητή αγαθά και υπηρεσίες που εξήχθηκαν στο εξωτερικό, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες απαιτήσεις. Επομένως τα 744 δις € χάθηκαν, οπότε η Γερμανία δεν είναι κερδισμένη από τα γιγαντιαία πλεονάσματα που παράγει, αλλά ο μεγάλος χαμένος. Χωρίς να γνωρίζουμε εάν έχει συνυπολογίσει τις απαιτήσεις της Γερμανίας στο σύστημα Target 2 της ΕΚΤ, οι οποίες είναι στο ίδιο περίπου ύψος, οι πιο πολλοί οικονομολόγοι της Γερμανίας θεωρούν πως τα πλεονάσματα της είναι υπερβολικά υψηλά – προκαλώντας κεφαλαιακές ζημίες στην ίδια, καθώς επίσης μεγάλα προβλήματα στις υπόλοιπες χώρες, αφού τα πλεονάσματα του ενός είναι ελλείμματα του άλλου.
Ως εκ τούτου πιστεύουν πως θα πρέπει να μειωθούν (πηγή) – αναζητώντας τον καλύτερο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Από την άλλη πλευρά όμως αρκετοί υποψιάζονται πως πρόκειται μόνο για την παραπλάνηση των άλλων κρατών που ζημιώνονται από τα πλεονάσματα της Γερμανίας – αφού διαπιστώνουν πως η χώρα χρησιμοποιεί τα πλεονάσματα της για την εξαγορά επιχειρήσεων και ακίνητης περιουσίας σε άλλα κράτη, ειδικά σε εκείνα που έχουν χρεοκοπήσει και τα αναγκάζει να πουλούν σε εξευτελιστικές τιμές τα πάγια περιουσιακά τους στοιχεία, με απώτερο στόχο την οικονομική κατοχή τους.
Με απλά λόγια, έναντι χαρτονομισμάτων χωρίς αντίκρισμα που η Γερμανία κερδίζει από τα ίδια τα κράτη εξάγοντας τους εμπορεύματα, μεταξύ άλλων χρηματίζοντας τους πολιτικούς τους (ανάλυση), εξαγοράζει τις επιχειρήσεις τους – όπως συνέβαινε παλαιότερα με το χρυσό, όπου κατέληγε πάντοτε στα θησαυροφυλάκια των πλεονασματικών κρατών. Άλλωστε σήμερα τα δύο μεγαλύτερα πλεονασματικά κράτη, η Γερμανία και η Κίνα, εξαγοράζουν ότι βρουν – όπως στο παράδειγμα της Πορτογαλίας, η οποία έχει λεηλατηθεί τόσο από τη Γερμανία, όσο και από την Κίνα (ανάλυση: Το ευρωπαϊκό monopoly), με επόμενη την Ελλάδα.
Η αιτία των πλεονασμάτων
Περαιτέρω, σύμφωνα με έρευνες, ο λόγος της δημιουργίας πλεονασμάτων είναι η συνολική κοινωνική μετατόπιση του βάρους από την εργασία στο κεφάλαιο – δηλαδή, η μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων, ως ποσοστό επί του συνολικού ΑΕΠ της χώρας (πηγή).
73
Αυτό συμβαίνει βέβαια σε όλα τα κράτη, κυρίως στα ανεπτυγμένα (μπλε καμπύλη στο γράφημα του ΔΝΤ, καφέ οι αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες) – ενώ οφείλεται ξεκάθαρα στην άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος με τη βοήθεια της παγκοσμιοποίησης αποδυνάμωσε τους εργαζομένους και ενίσχυσε τις επιχειρήσεις. Ειδικά στη Γερμανία οι μισθοί διατηρούνται κάτω από την παραγωγικότητα των εργαζομένων σταθερά μετά το 2000, όπου υιοθετήθηκε η ατζέντα 2010 – με αποτέλεσμα η αδύναμη εγχώρια κατανάλωση να οδηγεί στον περιορισμό των εισαγωγών, καθώς επίσης στη μείωση της ζήτησης για προϊόντα που δεν διαπραγματεύονται διεθνώς (ερμηνεία), με αρνητικές συνέπειες για την αγορά εργασίας και τις τιμές.
Σε κάθε περίπτωση, η μετατόπιση του βάρους από την εργασία στο κεφάλαιο θα μπορούσε να είναι η αιτία της διεξαγωγής σχετικά πολύ λίγων επενδύσεων εντός της Γερμανίας.  Πόσο μάλλον όταν μία άλλη μελέτη τεκμηριώνει πως σε χώρες, στις οποίες δεν έχει μειωθεί το ποσοστό των εισοδημάτων των εργαζομένων επί του συνολικού ΑΕΠ, αλλά, αντίθετα, έχει αυξηθεί ελαφρά, όπως στην Ιταλία και στη Γαλλία, διεξάγονται περισσότερες επενδύσεις – κάτι που όμως προκαλεί την αύξηση του εργατικού κόστους ανά μονάδα προϊόντος, οπότε μειώνει την ανταγωνιστικότητα τους.
Υπάρχουν τώρα ενδείξεις (πηγή), σύμφωνα με τις οποίες οι περισσότερες επενδύσεις οδηγούν στην αύξηση της παραγωγικότητας, οπότε στη βιώσιμη άνοδο των μισθών των εργαζομένων, χωρίς να προκαλείται ανεργία – άρα δημιουργείται μέσω αυτών πλούτος που ωφελεί το σύνολο μίας κοινωνίας.
Όταν όμως μια μεγάλη χώρα, όπως η Γερμανία, εφαρμόζει ακριβώς τα αντίθετα από τους εταίρους της, προσπαθώντας να τους απομυζήσει, καθώς επίσης να τους κατακτήσει οικονομικά, αδιαφορώντας ταυτόχρονα για την ευημερία των Πολιτών της, τότε δεν έχει μάθει τίποτα από την ιστορία της – αφού κάτι σχετικά παρόμοιο είχε υιοθετήσει το ναζιστικό καθεστώς.
Συμπερασματικά πάντως, οι υψηλότερες επενδύσεις μειώνουν την ανισορροπία μεταξύ της αποταμίευσης και της επένδυσης – ενώ, μέσω της αύξησης των μισθών των εργαζομένων, οδηγούν στην άνοδο της ζήτησης και του ΑΕΠ, οπότε των εσόδων του δημοσίου χωρίς την επιβολή υπερβολικών φόρων.
Το να απαιτεί όμως κανείς την αύξηση της ανταγωνιστικότητας μίας οικονομίας, όπως της ελληνικής, μόνο μέσω της μείωσης των μισθών, χωρίς τη διενέργεια δηλαδή επενδύσεων, είτε είναι ψυχοπαθές, είτε έχει μία εντελώς διαφορετική σκοπιμότητα – όπως θα ήταν η καταστροφή της οικονομίας για να λεηλατηθεί ευκολότερα η χώρα.
Επίλογος
Η Ελλάδα πρέπει να αντιδράσει στη λεηλασία της, καταργώντας αμέσως τα μνημόνια και σταματώντας τις ιδιωτικοποιήσεις σε εξευτελιστικές τιμές, ακόμη και αν υποχρεωθεί σε στάση πληρωμών εντός του ευρώ – χωρίς να έχει την ψευδαίσθηση πως είναι δυνατή η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, εάν δεν επιλυθεί προηγουμένως το πρόβλημα του χρέους.
Εάν δεν είχε υιοθετήσει το ευρώ, ασφαλώς δεν θα υπερχρεωνόταν στο σημερινό βαθμό, αφού οι αγορές θα είχαν προ πολλού σταματήσει να δανείζουν τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις της – επίσης τους ιδιώτες, χρηματοδοτώντας τις σπατάλες και τη διαπλοκή τους με την εξουσία.
Όλα αυτά όμως αποτελούν παρελθόν, η δραχμή έχει πάψει να υπάρχει έτσι όπως τη γνωρίζαμε, ενώ η Γερμανία δεν φαίνεται πως θα αλλάξει την πολιτική της, μη έχοντας διδαχθεί τίποτα από την ιστορία της που μοιάζει με ποινικό μητρώο – οπότε πρέπει να αναζητηθούν ρεαλιστικές λύσεις, οι οποίες δεν είναι εύκολο να βρεθούν, πόσο μάλλον να δρομολογηθούν υπό τις σημερινές προϋποθέσεις, καθώς επίσης από τα υφιστάμενα, εντελώς ανεπαρκή κόμματα.

ΠΗΓΗ: http://www.analyst.gr/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου