Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2019

Συνώνυμα, Παράσιτα και Τζόκερ ή κινηματογράφος και πολιτική

Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από την Ρήξη φ. 155
Δύο ταινίες, η μία κορεατική ή άλλη αμερικανική, αξιοσημείωτες και για αυτό που προφητεύουν, προβάλλονται σχεδόν ταυτόχρονα αυτόν τον καιρό. Ο κόσμος των ανθρώπων, είναι κοινό μυστικό από καιρό, συσσωρεύει βουβή βία, αντίδραση εν μέρει στη βία που υφίσταται: αφ’ ενός από την παγκόσμια ελίτ, που έχει καταφέρει να επιβάλει σε πλανητικό επίπεδο ένα κονκισταδόρικο σύστημα διανομής πλούτου και εξουσίας, όπου ελάχιστοι τυχοδιώκτες –από άλλο πλανήτη– έχουν κατακτήσει όλες τις χώρες, σφάζοντας κι αρπάζοντας ό,τι βρουν, ωμότεροι από τους συντρόφους του Κολόμβου. Αφ’ ετέρου, είναι πλέον τέτοια και τόσο απειλητική η αλλαγή των συνθηκών διαβίωσης στον πλανήτη και τέτοια η κρίση που οδηγεί τους πόρους του η καταναλωτική μας μανία, που ο καθείς αισθάνεται καθημερινά το βάρος της να τον πλακώνει. Είπα πριν «εν μέρει», γιατί υπάρχει ακόμα μία διάβρωση, περισσότερο ύπουλη και πολύ πιο κατεδαφιστική, που είναι αυτό ακριβώς το ίδιο το μοντέλο της ζωής: όλοι θέλουν να γίνουν κονκισταδόροι, ως μόνη αξία της ζωής τους. Κι ύστερα από μας, γαία πυρί μιχθήτω!
Δίκαια θα σκεφτείτε, μα καλά, κριτική ταινιών γράφεις ή πολιτικό σχόλιο; Αφού ένας πρώην πρωθυπουργός γράφει κριτική ταινιών, είπα κι εγώ σήμερα να παραβώ το περιεχόμενο της στήλης και να γράψω πολιτικά. Ωστόσο, το σχόλιο δεν είναι άσχετο των όσων συμβαίνουν στην οθόνη. Ξεκινώ από τον κινηματογράφο, για να ’ρθω και στα φαινόμενα –και τις πομπές– του κινηματογράφου. Έτυχε να παίζονται μαζί οι τρεις ταινίες που πήραν φέτος τα μεγάλα βραβεία στα τρία ευρωπαϊκά φεστιβάλ: Κάννες, Βενετία, Βερολίνο – οι βραβεύσεις δείχνουν, έστω δι’ αντανακλάσεως, τις διαθέσεις της ευρωπαϊκής ελίτ.
«Συνώνυμα» του Ναντάβ Λαπίντ
Συνώνυμα

Στο Βερολίνο έχει βραβευθεί με τη Χρυσή Άρκτο η ταινία του Ισραηλινού Ναντάβ Λαπίντ Συνώνυμα. Είναι μια ταινία αρκετά μπερδεμένη ως προς τον πυρήνα της, που αντικατοπτρίζει υποθέτω το μπέρδεμα ταυτότητας των Ισραηλινών, παρόμοιο πιστεύω με τη δική μας τρικυμία: ένας Ισραηλινός νέος εγκαταλείπει το Τελ Αβίβ και την αιματηρή εμπλοκή του στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας του και φθάνει μόνος και ξένος στο Παρίσι, προσπαθώντας να τελειοποιήσει τα γαλλικά του, αρνούμενος να μιλήσει ξανά τη μητρική του γλώσσα. Ενδιαφέρον θέμα, θα πείτε. Το θέμα όμως θολώνει, καθώς οι παρέες που έχει ο νεαρός στο Παρίσι, όπου δουλεύει σεκιουριτάς στη σιδηρόφρακτη ισραηλινή πρεσβεία, είναι ακροδεξιοί σεκιουριτάδες! Γνωρίζεται τυχαία με ένα ζευγάρι Γάλλων νέων –εκτός τόπου και χρόνου σύμφωνα με τα τωρινά γαλλικά δεδομένα– που τους λογαριασμούς τους πληρώνει ο βιομήχανος πατέρας του αγοριού. Ο Γιοάβ, αυτό είναι το όνομα του νέου, «πηδιέται», ή ερωτεύεται, σε άλλη εκδοχή, με την κοπέλα και με συναίνεση του αγοριού της την παντρεύεται. Στο τέλος το σκάει από την κοπέλα-σύζυγο κλοτσώντας την κλειστή πόρτα του ζευγαριού, που εξακολουθούν ζουν μαζί, με θυμό. Σας τρέλανα; Ο Λαπίντ δεν έχει άλλο ατού πέραν του βραβείου του και των ερωτεύσιμων, «αψεγάδιαστων» νέων. Τόσο ατσαλάκωτοι νέοι σε τόσο τσαλακωμένους χαρακτήρες και τόσο πελαγωμένους καιρούς είναι κάτι αξιοσημείωτο.
Παράσιτα
Τα Παράσιτα είναι η μόνη από τις τρεις βραβεύσεις –Χρυσός Φοίνικας στις Κάννες– που κινηματογραφικά αξίζουν τον κόπο και με το παραπάνω. Το δε πολιτικό τους μήνυμα, αν το πάμε εκεί, είναι συγκεκριμένο και εκρηκτικότατο, ακριβώς επειδή δεν είναι «πολιτικό». Η ταινία είναι συναρπαστική, αστεία, γκροτέσκα, αληθινή ως το τέλος της – θυμάστε το ιαπωνικό Κλέφτες καταστημάτων (2018); Την ίδια οδό βαδίζει και ο Κορεάτης Μπονγκ Τζουν Χο. Ως Κορεάτης. Που θα πει ότι έχει μια ιδιαίτερη κλίση, όπως όλοι σχεδόν οι Κορεάτες που έχω δει, στο αιματηρό ολοκαύτωμα. Ίσως πουθενά αλλού δεν φαίνεται πιο καθαρά η ματωμένη γραμμή που χωρίζει την Κορέα απ’ ό,τι στην εμμονή αυτή του κορεατικού σινεμά. Ας είναι. Τα Παράσιτα είναι μια καλή ταινία, που μάλλον δεν θα έχει την τύχη να γίνει χιτ. Βλέπεις, τους έφαγαν κι εδώ τους Κορεάτες οι Αμερικανοί – και τα αμερικανάκια.
Η τετραμελής και δεμένη οικογένεια Κιμ μένει σε ένα ημιυπόγειο στο βάθος αδιεξόδου, σε λαϊκή γειτονιά στη γιγαντούπολη (Σεούλ;). Άνεργοι άπαντες, ψάχνουν να βρουν ανοιχτό wifi από τους γείτονες για να χρησιμοποιήσουν τα κινητά τους. Ο γιος Κιμ Κι Γου βρίσκει αίφνης, μέσω ενός συμφοιτητή του, δουλειά ως δάσκαλος αγγλικών ενός κοριτσιού σε οικογένεια της καλής κοινωνίας, στην άλλη μεριά της πόλης. Επειδή δεν έχει πτυχίο ή τίτλο σπουδών, η αδελφή του Κιμ Κι Γιουνγκ, αυτοδίδακτη σε γραφιστικά προγράμματα του υπολογιστή, του φτιάχνει ένα πλαστό. Η αρχή έχει γίνει. Με τον ίδιο πλάγιο και λιγάκι καραγκιοζίστικο τρόπο, που σε εμάς μοιάζει οικείος, βρίσκει δουλειά και η αδελφή ως εικαστική παιδαγωγός (!) του μικρού γιού της ίδιας οικογένειας. Για να μην τα πολυλογώ, το ένα φέρνει το άλλο και στην ίδια οικογένεια πιάνουν δουλειά ο πατέρας Κιμ Κι Τάεκ, ως οδηγός του εξέκιουτιβ συζύγου, και η μητέρα Κιμ Τσουνγκ Σοκ, ως οικιακή βοηθός της λίγο χαζοβιόλας πάμπλουτης συζύγου. Έτσι, η οικογένεια Κιμ απομυζά ως παράσιτο –οι άνθρωποι δουλεύουν βέβαια, και καλά μάλιστα, αλλά αυτή την εικόνα διάλεξε ο σκηνοθέτης– της οικογένειας Παρκ. Στους Παρκ όμως, η παλιά οικιακή βοηθός, που απολύθηκε μέσα από τις μηχανές που της έστησαν οι Κιμ (τι σύμπτωση ονόματος!), κρύβει ένα μυστικό. Και η δική της οικογένεια έχει ένα αντίστοιχο θέμα με τους Κιμ. Ώσπου, μια μέρα ανοίγουν οι ουρανοί, οι Παρκ έχουν πάει πικ νικ στο δάσος, οι Κιμ παρά λίγο να πνιγούν στα βοθρόνερα του ημιυπογείου τους, και η άγ(ρ)ια κοινωνική «συνύπαρξη» γίνεται σμπαράλια.
Η δουλειά που έχει κάνει ο Μπονγκ Τζουν Χο είναι εξαιρετική. Όλη η κοινωνική διαστρωμάτωση και τα μυριάδες προβλήματά της, γνώριμα πια σ’ όλο τον κόσμο, κεντούν μια συναρπαστική αφήγηση με πολύ χιούμορ, αλλά με πικρό τέλος. Γιατί, πόσο μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος την ακαταληψία και το ψέμα που μέσα τους ολοένα και περισσότερο βυθίζονται οι κοινωνίες μας; Όχι, ο Τζουν Χο δεν κάνει κοινωνιολογία, κάνει –ευτυχώς– κινηματογράφο. Οι χαρακτήρες του είναι αναγνωρίσιμοι, άνθρωποι της διπλανής πόρτας κι ας ζουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η όλη δομή της αφήγησης κλιμακώνεται μαστόρικα από το αστείο οικογενειακό περιβάλλον της αρχής –τι αξιολάτρευτη οικογένεια, στ’ αλήθεια, οι Κιμ– έως το ματωμένο πάρτι του τέλους, με τους Παρκ –αξιοσυμπάθητοι στην αφέλειά τους κι αυτοί, ο Τζουν Χο δεν είναι ευτυχώς Κνίτης– να προσγειώνονται οδυρόμενοι στον πραγματικό μας κόσμο.
Ο Τζουν Χο ξέρει να σε οδηγήσει σε μια αληθινή κινηματογραφική απόλαυση και να σου πει, στο τέλος, μήπως πρέπει να ξανασκεφτούμε σε τι κοινωνίες ζούμε και τι μας περιμένει έτσι το δίχως άλλο;
Εικόνα από την ταινία «Τζόκερ» που κάνει πρεμιέρα σύντομα στους κινηματογράφους της Αμερικής
Τζόκερ
Ο Τζόκερ του Τοντ Φίλιπς, ξεσηκωμένος από τον γνωστό ήρωα των καρτούν, που δεν καταφέρνει δυστυχώς να γίνει αληθινός ήρωας ταινίας, πήρε τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία. Θα αρκούσαν για κριτική τρεις λέξεις που έγραψε ο φίλος Τάσος Γουδέλης στο φ/μ: «Επιδειξιομανής mainstream νοσηρότητα». Εξηγούν συνάμα το γιατί, σε μια κοινωνία που την έχει παραζαλίσει η επιδειξιομανής μέινστριμ νοσηρότητα της ανύπαρκτης πολιτικής μας ηγεσίας, το Τζόκερ έγινε η ταινία της δεκαετίας της κρίσης στη χώρα μας. Μπάχαλοι νάναι κι ό,τι νάναι. Πρόκειται για μια κακή ταινία, εάν εξαιρέσεις την πράγματι σπουδαία ερμηνεία του Χοακίν Φίνιξ, που υποκύπτει κι αυτή εν τέλει, δυστυχώς, στην επίδειξη – πώς αλλιώς, αφού δεν υπάρχει ήρωας με σάρκα και οστά για να υποδυθείς, αλλά μία σκιά ήρωος; Η δυσφορία που προκαλεί είναι άλλου είδους από το ξεβόλεμα που σε βάζει το έργο του Τζουν Χο: είναι εντερικής φύσεως. Παρενέργειες που επιτείνονται από την εμετική εκμετάλλευση της επιτυχίας της ταινίας από μια πρώην κυβέρνηση και μια πρώην αριστερά. Αν μη τι άλλο, η τεράστια επιτυχία του Τζόκερ μας προϊδεάζει: η ελληνική κοινωνία προτιμά τον στρουθοκαμηλισμό και την αυτοχειρία από τη θέαση των αληθινών της προβλημάτων και αληθινών ταινιών. Ας είναι. Είπα να μιλήσω για δύο και μίλησα για τρεις ταινίες και… πάλι στην πολιτική το γύρισα. Αν δείτε τον Τζόκερ κι εσείς –ή αν την είδατε– θα με θυμηθείτε.

 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου