Τελικά δεν είναι μόνο νεοφιλελευθερισμός, ότι η αξία της ζωής υπολογιζεται μόνο ως κόστος και ο άνθρωπος ως παραγωγική μηχανή! Είναι η απανθρωπία της Δύσης... Η παρακμή της Δύσης...Στη Σουηδία, Αγγλία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Ε.Ε., και στις ΗΠΑ τη "Μέκα" του καπιταλισμού στη πανδημία αποδείχθηκε ότι ο "βασιλιάς είναι γυμνός", ηττήθηκε το μοντέλο πολιτισμού της Δύσης...
Γ.Τ.

Συγκλονίζει Ελληνας με κορονοϊό στη Σουηδία: Με αντιμετώπισαν σαν λεπρό
«Να αγαπάμε την Ελλάδα και να μη μιλάμε ποτέ άσχημα για αυτή» προτρέπει ο Έλληνας περιγράφοντας με σκληρές περιγραφές τα όσα βίωσε
Ένας Έλληνας που μένει μόνιμα στη Σουηδία και ασθένησε από κορονοϊό έγραψε ένα γράμμα για να περιγράψει την τραγική κατάσταση που βίωσε σε μία χώρα που ακολουθεί το μοντέλο της «ανοσίας της αγγέλης». Ο Alex A Solt περιγράφει τις δύο δύσκολες εβδομάδες αλλά και το πως αντιλαμβάνονται οι Σουηδοί την κρίση μέσα από την πανδημία:
«Εκμηδένισαν την αγάπη μου»
«Να είμαι λοιπόν πάλι έξω. Όχι από το νοσοκομείο. Από το σπίτι μου. Δεν είμαι καν ένα καταγεγραμμένο επίσημα περιστατικό για το σουηδικό κράτος. Είμαι ένας από τους ανώνυμους πάσχοντες που είτε επιβιώνουν είτε πεθαίνουν αβοήθητοι στο σπίτι τους. Δύο εβδομάδες μάχη με τον κορονοϊό. Υψηλός πυρετός, βήχας, πόνοι στο σώμα, σπασμοί. 14 μέρες συνεχούς αγωνίας. Δίπλα η Karin σε κάθε δύσκολη στιγμή μου. Κρατούσε το χέρι μου και απoκοιμόταν δίπλα μου. Δύο εβδομάδες που έφτασαν ώστε όποια αγάπη και θαυμασμό είχα για το σουηδικό κράτος να την εκμηδενίσουν. Μία χώρα που είναι τυλιγμένη με τον μύθο του κράτους που μάχεται ανά το κόσμο για τις ανθρώπινες αξίες καταδικάζει σε θάνατο οτιδήποτε μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην οικονομική του ανάπτυξη».
«Να μην το περάσει άλλος άνθρωπος»
Ο Alex A Solt περιγράφει με δραματικά λόγια τα όσα βίωσε μετά την 11η ημέρα όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο:
«Αυτό που μου έκαναν οι υπάλληλοι αυτού του κράτους, το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό τους, όταν ζήτησα την βοήθεια τους την 11η μέρα, εύχομαι να μην το πάθει άλλος άνθρωπος, αλλά εύχομαι οι ίδιοι να ζήσουν τα χειρότερα και να ψοφήσουν σαν αδέσποτα σκυλιά στον δρόμο, όπως κόντεψα εγώ, όταν με ξεφόρτωσαν στον δρόμο έξω από την κλειδωμένη πόρτα των επειγόντων περιστατικών με 39.5 πυρετό και μια υπόσχεση ότι έρχονται να με πάρουν μέσα. Ποτέ δεν ήρθαν και παρέμεινα 45 λεπτά στο έλεος του κρύου ανέμου. Είχα για αυτούς την Πανώλη του Μεσαίωνα. Είχα όμως λάδι ακόμα στο καντήλι μου. Καθίκια».
«Η ανάπτυξη υπερισχύει του ανθρωπισμού»
Δεν θέλω να κάνω τον γενναίο όμως η αλήθεια είναι ότι μετά από αρκετές εμπύρετες ήμερες δεν φοβόμουν για την ζωή μου. Τακτοποίησα τις οικονομικές μου υποχρεώσεις, μετέφερα τα χρήματα σε μέλη της οικογένειας μου ώστε αν δεν υπάρξει καλή έκβαση να μην έχουν άλλα στο κεφάλι τους. Έδινα τον αγώνα μου και ό,τι προκύψει. Μια φορά μόνο έβαλα τα κλάματα. Όταν η σύντροφος μου μου είπε για έναν 35χρονο πατέρα τριών παιδιών όπου πήγε το ασθενοφόρο στο σπίτι το οποίο μάλιστα κάλεσε η σύζυγος του για δεύτερη φορά και τους είπαν ότι δεν θα τον πάνε στο νοσοκομείο γιατί δεν είναι γέρος και είναι δυνατός και θα τα καταφέρει. Την άλλη μέρα πέθανε. Για αυτόν τον άνθρωπο έκλαψα. Όχι για μένα. Για έμενα δάκρυ δεν έχυσα. Η σύντροφος μου ναι. Εγώ όχι. Οργή ένιωθα και νιώθω όλο αυτόν τον καιρό. Όχι φόβο. Οργή διότι το ανεπτυγμένο κατά τα άλλα αυτό κράτος με την προσδοκία της ολοένα και μεγαλύτερης ανάπτυξης έχει χάσει αυτό που ονομάζεται ανθρωπισμός και υπερισχύει η βαρβαρότητα που συντροφεύουν τα οικονομικά διαγράμματα.

Η παγκόσμια επιδημία με τους θανάτους και την συνοδό φοβική της αύρα επέβαλε όχι μόνον ψυχολογική αλλά και πνευματική διερώτηση σε κάποιο τμήμα του πληθυσμού, όπως είναι φυσικό. Πολύς λόγος έγινε και για την Ευχαριστία, για την δυνατότητα μετάδοσης της ασθένειας μέσω αυτής, μέσω δηλαδή του τρόπου της προσφοράς της με κοινής χρήσης λαβίδα. Το ζήτημα εξελίχθηκε σε θεολογική διαμάχη και μάλιστα διεθνή. Στην πραγματικότητα βέβαια το τεθέν ερώτημα είναι θεολογικό κυρίως: πώς μπορεί θεολογικά να στηριχθεί η πεποίθηση πως η Ευχαριστία δεν μεταδίδει ασθένειες με τον τρόπο που ενεργείται στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Το ερώτημα φαίνεται ασφαλώς να επιδέχεται καταρχήν μιαν εμπειρική απάντηση: τεράστιο πλήθος ιερέων, του γράφοντος τις γραμμές αυτές συμπεριλαμβανομένου, έχει πάμπολλες φορές κοινωνήσει εξακολουθητικά ανθρώπους με βαρύτατες και κάποτε αθεράπευτες ασθένειες και φυσικά, όπως επιβάλλεται από τους λειτουργικούς κανόνες, κατέλυσε το υπόλοιπο, χωρίς ποτέ να πάθει τίποτα. Αλλά χρειάζεται και συζήτηση θεολογική. Αφορμή γι’ αυτήν μεταξύ άλλων δίνει πρόσφατο δημοσίευμα του 













