Γράφει ο Θανάσης Παπαγεωργίου
«Έτσι λοιπόν.
Ασελγώ σε ένα παιδί και το έγκλημά μου παραγράφεται βάσει μιας πουτανιάς των Νόμων.
Ξεβρακώνω μια κοπελίτσα στο δρόμο για να διαπιστώσω αν όταν έχει περίοδο αντί για σερβιέτα βάζει μολότωφ, κατεβάζω το σλιπάκι ενός αγοριού κάνοντας πως τον πηδάω(εμείς οι ράμπο οι αρσενικάρες), εισβάλλω σε οποιοδήποτε σπίτι μου γουστάρει, όποτε και όπως θέλω(επειδή είμαι εξουσία ρε!) και ο υπουργός διαπιστώνει ότι δεν έγινε καμιά αστυνομική αυθαιρεσία.
Μετά από πολύ βασανιστική σκέψη αποφασίζω ότι οι δολοφονικές συμμορίες, οι τρομοκρατικές φασιστικές οργανώσεις, οι οργανωμένες επιθέσεις των ταγμάτων εφόδου, δεν έχουν καμιά σχέση με τη δολοφονία του Φύσσα και ζητώ την απαλλαγή των καθαρμάτων που τον έφαγαν.
Είμαι αστυφύλακας, σκοτώνω ένα ανυπεράσπιστο παιδάκι 14 χρονών και αποφυλακίζομαι λόγω ‘’σύννομου’’ βίου.
Ανήκω σε μια σπείρα που κατάκλεψε το Δημόσιο, και αθωώνομαι επειδή κάποιος άθλιος κατασκεύασε ένα παραθυράκι για να ξεγλιστράνε οι άλλοι άθλιοι.
Και δηλώνω υπηρέτης της Δικαιοσύνης.
Και σε ρωτάω εισαγγελέα.
Αν το αγοράκι που πασπάτεψε ο κύριος μεγαλόσχημος ήταν παιδί σου, αν ήταν γιος σου ο Φύσσας, αν ψαχουλεύανε οι μπάτσοι κι οι μπατσίνες τη δική σου κόρη, αν ήταν το μοναχοπαίδι σου εκείνο το παιδί που του τραβάνε το σλιπάκι οι τζάμπα μάγκες του κάθε ολίγιστου υπουργού που επιβάλλουν τον Νόμο και την Τάξη, θα είχες το θράσος να αποφυλακίζεις, να αθωώνεις, να παραγράφεις, έτσι επειδή τάχα μου το λέει ο Νόμος.
Ποιανού Νόμος, θα έλεγες, αν αισθανόσουν τι θα πει ευθύνη.
Πες, εισαγγελέα, με το χέρι στην καρδιά: είσαι με το μέρος του Κρέοντα ή της Αντιγόνης;
Το τέλος και των δύο το γνωρίζεις.
Ένα από τα δύο θα είναι και το δικό σου.













Με το έργο του «O Θεός, ένα δρομολόγιο» («Dieu, un itinéraire», εκδ. Odile Jacob) ο Ρεζίς Ντεμπραί επέλεξε ένα στοχασμό υψηλών φιλοδοξιών για τον Θεό. Τον Θεό που δεν έχει πεθάνει, τον Θεό που μεταμορφώνεται αλλά δεν εξαφανίζεται. Και, στη συνέντευξη που ακολουθεί, μας προσφέρει ένα ερμηνευτικό κλειδί για τους προβληματισμούς του.



Ο άνθρωπος, κατά τη ρήση του Πασκάλ,




