Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Η μετατροπή των χρεών σε χρήματα- του Βασίλη Βιλιάρδου

Πρόκειται για την καλύτερη δυνατή λύση, όσον αφορά την αποφυγή ενός παγκοσμίου κραχ – λόγω της συνεχιζόμενης υπερχρέωσης, η οποία επιβραδύνει νομοτελειακά το ρυθμό ανάπτυξης με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται ο δείκτης χρέος/ΑΕΠ, οπότε να αυξάνονται οι κίνδυνοι μαζικών αθετήσεων πληρωμών. 
.

Ανάλυση

Όλο και πιο συχνά ακούγεται τον τελευταίο καιρό ο όρος «χρήματα από το ελικόπτερο», ο οποίος σημαίνει παραστατικά το τύπωμα νέων χρημάτων και το μοίρασμα τους απ’ ευθείας στα νοικοκυριά – με στόχο την άνοδο της κατανάλωσης, οπότε των επενδύσεων και του ρυθμού ανάπτυξης. Η αιτία είναι το ότι, το καπιταλιστικό σύστημα μοιάζει με ένα αεροπλάνο, το οποίο είναι αδύνατον να πετάει οριζόντια χωρίς να γκρεμιστεί, αλλά μόνο προς τα επάνω – γεγονός που σημαίνει πως είτε αναπτύσσεται, είτε καταρρέει.
Ο όρος έχει αναφερθεί επίσης από τον διοικητή της ΕΚΤ, ο οποίος δήλωσε πως πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα – επειδή προφανώς διαπιστώνει ότι, τα προγράμματα ποσοτικής διευκόλυνσης (QE) δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα. Δεν αποδίδει άλλωστε ούτε το σχέδιο της Κομισιόν προς την ίδια κατεύθυνση – η χρηματοδότηση δηλαδή έργων υποδομής, με νέα χρήματα που δημιουργεί η ίδια με τη μέθοδο της μόχλευσης.
Το πρόβλημα όμως δεν λύνεται με αυτούς τους τρόπους, αφού εκείνο που εμποδίζει την ανάπτυξη είναι τα συσσωρευμένα χρέη – στα κράτη, στις επιχειρήσεις, στις τράπεζες και στους ιδιώτες. Λογικά λοιπόν θα έπρεπε να αναζητηθεί εδώ η λύση, η οποία δεν είναι άλλη από το μονεταρισμό τους – από την ελάφρυνση δηλαδή των υφισταμένων δημοσίων χρεών, καθώς επίσης των ελλειμμάτων, με τη βοήθεια της νομισματικής πολιτικής.
Πόσο μάλλον όταν διαπιστώθηκε πως τα ελλείμματα αρχίζουν ξανά να αυξάνονται, μετά από την αρχική μείωση τους, όπως φαίνεται από το γράφημα – αφού είχε προηγηθεί η βίαιη κατά κάποιον τρόπο συρρίκνωση τους, με την πολιτική λιτότητας που όμως έχει ημερομηνία λήξης.
Στα πλαίσια αυτά, ο μονεταρισμός των χρεών θα μπορούσε να έχει δύο διαφορετικές μορφές – να είναι δηλαδή είτε προσωρινός, είτε μόνιμος. Ειδικότερα τα εξής:

(α) Ο προσωρινός μονεταρισμός: Εδώ πρόκειται για τη σημαντική μείωση του κόστους αναχρηματοδότησης μέσω χαμηλότερων επιτοκίων, σε μία μεταβατική φάση – κάτι που εξασφαλίζεται με την ποσοτική διευκόλυνση σήμερα, λόγω της οποίας έχουν μειωθεί τα επιτόκια δανεισμού της Ευρωζώνης.
(β) Ο μόνιμος μονεταρισμός: Αποτελεί μία πολύ πιο αποτελεσματική μέθοδο, με τη λογική που κατά κάποιον τρόπο χρησιμοποιείται στο θέμα του ελληνικού χρέους – όπου η αναδιάρθρωση του θα αποτελούσε έναν προσωρινό μονεταρισμό, ενώ η ονομαστική διαγραφή του (κούρεμα, πάγωμα) έναν μόνιμο. Αναλυτικότερα τα παρακάτω:
Ο μόνιμος μονεταρισμός
Περαιτέρω, ο μόνιμος μονεταρισμός έχει επίσης διάφορες μορφές, ανάλογα με το «βάθος» του – ενώ διακρίνονται κυρίως οι κατωτέρω τρεις «παραλλαγές», οι οποίες εν μέρει οφείλουν να αντιμετωπίζονται διαφορετικά, ανάλογα με τη λογιστική επίδραση τους.
(α)  Τα υπάρχοντα κρατικά ομόλογα αγοράζονται στα πλαίσια της ποσοτικής διευκόλυνσης από την κεντρική τράπεζα  η οποία παρατείνει, διευρύνει δηλαδή επί πλέον τις αγορές της στα νέα ομόλογα που εκδίδονται. Τα κουπόνια (οι αποδόσεις τους, ο τόκος), πληρώνονται στη συνέχεια απ’ ευθείας από την κεντρική τράπεζα και όχι από το εκάστοτε κράτος – κάτι που εφαρμόζεται σήμερα στην Ιαπωνία.
Πρόκειται για την ονομαζόμενη «ποιοτική και ποσοτική διευκόλυνση» (QQE), όπου η τράπεζα της Ιαπωνίας (BoJ) αγοράζει σχεδόν το 100% των νέων ομολόγων που εκδίδει το δημόσιο, ενώ παρακρατεί (παγώνει) στα βιβλία της ομόλογα της τάξης του 30% του ΑΕΠ της χώρας.
(β)  Τα κρατικά ομόλογα παραμένουν τυπικά μόνο (pro forma) στο ενεργητικό του ισολογισμού της κεντρικής τράπεζας – αφού, με βάση το χρόνο διάρκειας τους, καθώς επίσης με τα κουπόνια τους, δεν συνιστούν στην πραγματικότητα καμία υποχρέωση του δημοσίου. Για παράδειγμα, ο χρόνος λήξης τους μπορεί να επιμηκυνθεί σημαντικά, ακόμη και να γίνει αόριστος (perpetual bonds) – ενώ τα κουπόνια τους (τόκοι) να μηδενιστούν εντελώς.
Η αποτελεσματικότητα μίας τέτοιας μεθόδου είναι σχεδόν η ίδια με την ονομαστική διαγραφή του συγκεκριμένου χρέους – επειδή η καθαρή παρούσα αξία αυτών των ομολόγων θα μπορούσε σχεδόν να μηδενιστεί. Εν τούτοις, εάν βέβαια δεν χρησιμοποιηθούν οι κοινώς αποδεκτοί λογιστικοί κανόνες, η κεντρική τράπεζα προστατεύεται με αυτόν τον τρόπο από τις αποσβέσεις (ζημίες) που θα έπρεπε διαφορετικά να δρομολογήσει. Προφανώς η ΕΚΤ θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με αυτόν τον τρόπο τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου που κατέχει – βοηθώντας πραγματικά την Ελλάδα.
(γ) Ορισμένα κρατικά ομόλογα «αφαιρούνται» από τον ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας – κάτι που μοιάζει με μία επιλεκτική διαγραφή (κούρεμα) των στοιχείων του δικού της ενεργητικού. Δεν πρόκειται όμως για μία γενική διαγραφή χρεών, όπου θα επιβαρύνονταν ανάλογα όλοι οι άλλοι πιστωτές της χώρας – επί πλέον της κεντρικής της τράπεζας.
Συνεχίζοντας, στην περίπτωση του μονεταρισμού των χρεών εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας με τον πρώτο τρόπο, για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα διογκώνεται μεν ισολογισμός της ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, αλλά αργότερα ομαλοποιείται – αφού αυξάνεται το ΑΕΠ της χώρας. Έτσι η κεντρική τράπεζα αφενός μεν μειώνει το κόστος χρηματοδότησης του κράτους, αφετέρου διευκολύνει το δανεισμό του – ενώ παράλληλα δημιουργεί όλες εκείνες τις προϋποθέσεις ανάπτυξης, τις οποίες είχαν στραγγαλίσει τα συσσωρευμένα χρέη.
Με το δεύτερο τρόπο, όταν τα κρατικά ομόλογα μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, μαζί με τη μείωση ή με το μηδενισμό των κουπονιών (τόκων) που πληρώνει το δημόσιο, τότε η κεντρική τράπεζα θα έπρεπε να διενεργήσει ίσως αποσβέσεις στον Ισολογισμό της – γεγονός που θα της προκαλούσε ζημίες, ενώ ίσως την οδηγούσε σε αρνητικά κεφάλαια.
Επειδή όμως μία κεντρική τράπεζα διαφέρει από μία εμπορική, δεν είναι υποχρεωμένη να αξιολογεί και να εγγράφει τα ομόλογα στον Ισολογισμό της, στις σημερινές τιμές αγοράς τους – γεγονός που σημαίνει πως μπορεί να τα διατηρήσει ως έχουν, οπότε να μην εγγράψει ζημίες, ούτε να οδηγηθεί σε αρνητικά ίδια κεφάλαια.
Με τον τρίτο και τελευταίο τρόπο τώρα, όπου τα ομόλογα παγώνουν εντελώς (επομένως μετατρέπονται σε χρήματα και αυξάνουν τον πληθωρισμό), εάν η κεντρική τράπεζα κατέχει ομόλογα του δικού της κράτους, τότε το κράτος έχει πρακτικά απαιτήσεις απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του (A. Turner). Ακριβώς για το λόγο αυτό η κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών, η BIS, αξιολογεί τον Ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας μαζί με αυτόν του κράτους, «ως ένα και το αυτό».
Από τη συγκεκριμένη οπτική γωνία, τα ομόλογα του κράτους που κατέχονται από τη δική του κεντρική τράπεζα δεν είναι τίποτα άλλο από στοιχεία του ενεργητικού – τα οποία, από δημοσιονομικής πλευράς, λογίζονται ως παθητικό. Με απλά λόγια, εάν συμψηφισθούν και τα δύο, τότε θα μειωθεί το σύνολο του Ισολογισμού (πηγή: BIS «The Monetization of Japan’s Government Debt»).
Ως εκ τούτου, είναι αδιάφορο εάν το κράτος πληρώνει ή όχι τα χρέη του στην κεντρική του τράπεζα (ομόλογα) ή τα κουπόνια τους (τόκους) – αφού, για παράδειγμα, τα κουπόνια εγγράφονται από τη  κεντρική του τράπεζα ως «εκδοτικά προνόμια» και επιστρέφονται στο δημόσιο όταν πληρωθούν. Όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια της κεντρικής τράπεζας, εάν υποθέσουμε πως προβαίνει σε αποσβέσεις των ομολόγων που δεν εισπράττει από το κράτος, κανένας δεν την εμποδίζει να είναι αρνητικά – επειδή μία κεντρική τράπεζα δεν χρεοκοπεί ποτέ.
Επίλογος
Συμπερασματικά λοιπόν είναι εφικτός ο μόνιμος μονεταρισμός των χρεών, με όποια τις τρεις μεθόδους επιλεχθεί, με τίμημα τον πληθωρισμό – κάτι που όμως θα σήμαινε το τέλος του κανόνα της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών, τον οποίο έχουν προφανώς επιβάλλει οι διεθνείς «τοκογλύφοι». Εκτός αυτού, πολλές κεντρικές τράπεζες, μεταξύ των οποίων και η Τράπεζα της Ελλάδας, ανήκουν σε ιδιώτες – οι οποίοι έχουν άλλους στόχους, καθαρά κερδοσκοπικούς.
Ειδικά όσον αφορά την Ευρωζώνη, φαίνεται καθαρά πως είναι ένα οικοδόμημα, κατασκευασμένο από τις αγορές – αφού ο μονεταρισμός των χρεών, η απειλή της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ καλύτερα, απαγορεύεται αυστηρά από τη συμφωνία του Μάαστριχτ. Όπως είχε πει πάντως ο Hayek:
«Μία ανεξάρτητη νομισματική πολιτική από τη δημοσιονομική είναι μεν εφικτή, αλλά για εκείνο το χρονικό διάστημα που οι κρατικές δαπάνες συνιστούν μόνο ένα μικρό μέρος των συνολικών δαπανών – καθώς επίσης όταν τα δημόσια χρέη, ειδικά τα βραχυπρόθεσμα, συνιστούν μόνο ένα μικρό μέρος των συνολικών. Σήμερα δεν υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις – οπότε μία αποτελεσματική νομισματική πολιτική είναι δυνατή μόνο σε συνδυασμό με τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης και το αντίθετο».
Ολοκληρώνοντας, αυτό που ίσχυε στην εποχή του Hayek, ισχύει ασφαλώς σήμερα στην Ευρωζώνη – η οποία θα διαλυθεί νομοτελειακά, εάν δεν ενωθεί δημοσιονομικά, έτσι ώστε να προσαρμοστεί η νομισματική στη δημοσιονομική πολιτική, καθώς επίσης να ακολουθήσει ο μονεταρισμός του χρέους. ‘Όσον αφορά τον υπόλοιπο υπερχρεωμένο πλανήτη, κυρίως τη δυτική τριάδα (Η.Π.Α., ΕΕ και Ιαπωνία), εάν δεν αποφασισθεί μία τέτοια ριζική λύση, δεν πρόκειται να αποφευχθεί ένα παγκόσμιο κραχ – με τρομακτικές συνέπειες για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς επίσης για την ειρήνη.
Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό ZERO του Μαρτίου

ΠΗΓΗ:
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου