06 Ιανουαρίου 2026

Ιωάννης Καποδίστριας: Ο κυβερνήτης (B΄ μέρος)

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Διονυσίου Τσόκου

Δημοσιεύουμε σε συνέχειες το κεφάλαιο για τον Ιωάννη Καποδίστρια από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, 1821-2021, Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση (Εναλλακτικές Εκδόσεις).

Ο υπουργός και η Επανάσταση

Το 1821, κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Ιεράς Συμμαχίας στο Λάιμπαχ (Λιουμπλιάνα, 26 Ιανουαρίου-12 Μαΐου 1821), έφθασε η είδηση για την είσοδο του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία. Ακολούθησε η επίσημη καταδίκη της Επανάστασης, η απόταξη του Υψηλάντη και η άδεια εισόδου του τουρκικού στρατού στις Ηγεμονίες. Ο Καποδίστριας κατόρθωσε in extremis να αποσοβήσει την αποστολή βοήθειας από τις μεγάλες δυνάμεις προς την οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αυτή η στάση του τσάρου εξηγείται εν πολλοίς και από τον αυξανόμενο φόβο του απέναντι σε κάθε επαναστατικό κίνημα. Άλλωστε, οι αντιτσαρικές προκηρύξεις που κυκλοφόρησαν στο Σύνταγμα Σεμενόφσκι, τον Οκτώβριο του 1820, η ανταρσία που ακολούθησε και οι αυξανόμενες πληροφορίες για τις επαναστατικές κινήσεις των «Δεκεμβριστών» οδήγησαν σε γενικότερη σκλήρυνση την πολιτική του. Ταλαντευόταν διαρκώς ανάμεσα στην προσωπική του συμπάθεια προς τους Έλληνες και τον παθολογικό σχεδόν φόβο του απέναντι σε κάθε επαναστατικό κίνημα. Στην Επισκόπηση, ο Καποδίστριας περιγράφει αναλυτικά την ύστατη προσπάθειά του –από τον Αύγουστο του 1821 μέχρι τον χειμώνα του 1821-1822– να πείσει τον Αλέξανδρο να παρέμβει ενεργά, με στρατό, στις παρίστριες ηγεμονίες, και να απαιτήσει από την Πύλη την εγγύηση της ζωής και της ασφάλειας των Ελλήνων, των Σέρβων, των Μολδαβών και των Βλάχων·

“…επανηρχόμην κατ’ επανάληψιν εις τας ιδιαιτέρας συνομιλίας μου μετά του Αυτοκράτορος επί της απαραιτήτου ανάγκης να δράσωμεν… οι Έλληνες θα έπαυον ευρισκόμενοι εντός της σφαίρας της ρωσσικής επιρροής, τα συμφέροντα της Ρωσσίας εν Ανατολή θα ευρίσκοντο εν προφανεί κινδύνω …”

Και προς στιγμήν, το καλοκαίρι του 1821, οι προσπάθειές του έμοιαζαν να φέρνουν καρπούς. Πραγματοποιήθηκαν μάλιστα και διαπραγματεύσεις για τη χορήγηση μεγάλου ρωσικού δανείου στους επαναστατημένους Έλληνες, ο δε Αυστριακός πρεσβευτής Λεβτσέρτεν, έντρομος, γράφει πως «τα πράγματα εδεινώθησαν και ο Καποδίστριας επικρατεί». Όμως οι φόβοι του δεν θα επαληθευτούν καθώς μια ασήμαντη επαναστατική κίνηση στην Πολωνία, και οι φιλοτουρκικές πιέσεις της Αυστρίας και της Αγγλίας, θα κάμψουν τον Αλέξανδρο. Ηττημένος, ο Καποδίστριας θα αποχωρήσει από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, τον Αύγουστο του 1822.

Ο Καποδίστριας είχε ελπίσει, ματαίως, πως θα μετέστρεφε τον ρου της ρωσικής πολιτικής, προσδοκία που αποτυπώνεται και στο μάλλον σπαρακτικό υπόμνημα που έστειλε στον Ιγνάτιο, τον Ιούλιο του 1821:

Ἡ Ἐ­πα­νά­στα­σις ἄρ­χι­σε νὰ κά­μνῃ τα­χεί­ας προ­ό­δους… Δὲν βλέ­πω λοι­πὸν πι­θα­νό­τη­τα δι­αλ­λα­γῆς με­τα­ξὺ Ἑλ­λή­νων καὶ Τούρ­κων… πρέ­πει νὰ νι­κή­σω­μεν ἢ ν’ ἀ­πο­θά­νω­μεν…  Ἠ­ξεύ­ρω, ὅ­τι οἱ ἐ­δι­κοί μας θέ­λουν μὲ εἴ­πει: Διὰ τί λοι­πὸν δὲν δι­α­μοι­ρά­ζε­σαι; ἢ διὰ τί δὲν δί­δε­σαι ὁ­λό­κλη­ρος εἰς τὴν πα­τρί­δα σου; Ἡ ἀ­πό­κρι­σίς μου εἶ­ναι εὔ­κο­λος· (Α­ον) εἶ­μαι μι­κρός, διὰ νὰ μοι­ρα­σθῶ, καὶ μοι­ρα­ζό­με­νος …  ἤ­θε­λα τοὺς βλά­ψει. (Βον) μέ­νω εἰς τὸν τό­πον μου καὶ θέ­λω μεί­νει ἐν ὅ­σῳ θέ­λω ἐλ­πί­ζει νὰ τοὺς εἶ­μαι ὠ­φέ­λι­μος. Ὁ­ποί­αν ἡ­μέ­ραν ἴ­δω, ὅ­τι τὰ χρέ­η τοῦ ὑ­πουρ­γή­μα­τός μου εἶ­ναι ἀ­συμ­βί­βα­στα μὲ τὰ χρέ­η τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ ἀ­παι­τεῖ ἡ πα­τρίς, πι­στεύ­σα­τε μέ, Κύ­ρι­έ μου, ὅ­τι δὲν θέ­λω ἀ­να­βά­λει οὐ­δε­πο­σῶς ν’ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν δρό­μον, τὸν ὁ­ποῖ­ον πρέ­πει ν’ ἀ­κο­λου­θή­ση πᾶς τί­μιος ἄν­θρω­πος” («Υπόμνημα περί της τύχης της Ελλάδος», 17 Ιουλίου 1821).

Μέχρι το 1822 θα συνεχίσει, άραγε, να τρέφει αυταπάτες για τη δυνατότητα να μεταπείσει τον τσάρο, ή μήπως ακόμα δεν τολμούσε να κάνει το απαραίτητο βήμα ώστε να δοθεί «ὁλόκληρος εἰς τὴν πατρίδα» του;  Δεν είχε θελήσει να ηγηθεί στην Επανάσταση, και ίσως διέθετε το κύρος και την ικανό­τητα να επιβάλει μια ενιαία ηγεσία, εν τούτοις το 1827 θα θέσει στην υπηρεσία του νεοσύστατου κράτους, στη δύσκολη στιγμή της γέννησής του, την ανιδιοτέλεια και το κύρος του.

Στην επαναστατημένη Ελλάδα

Το  1827, η Επανάσταση βρισκόταν στο ναδίρ. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου, ο Κιουταχής στη Στερεά και ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο επιχειρούσαν την ανακατάληψη της επαναστατημένης Ελλάδας. Και μόνο ο Κολοκοτρώνης με τον Καραϊσκάκη στη στεριά και ο Μιαούλης στη θάλασσα κρατούσαν ακόμα αναμμένη τη φλόγα της Επανάστασης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και ενώ, με το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης, τον Απρίλιο του 1826, είχε ανοίξει ο δρόμος για την παρέμβαση των δυνάμεων, η ελληνική ηγεσία, απελπισμένη, θα προχωρήσει σε νέες κινήσεις εξευμενισμού των Άγγλων που θα της επέτρεπαν ταυτόχρονα να καλέσει τον Καποδίστρια. Η Εθνοσυνέλευση θα διορίσει τον Άγγλο τυχοδιώκτη Κόχραν ως «ἀρχιθαλάσσιον» και τον Άγγλο Τσερτς ως αρχιστράτηγο – επιλογές πιθανώς αποδοτικές πολιτικά αλλά απόλυτα αρνητικές επί του πεδίου, όπως θα καταφανεί περίτρανα στην πολιορκία της Αθήνας με τίμημα τον θάνατο του Καραϊσκάκη. Όμως, με αντάλλαγμα αυτές τις επιλογές, οι Έλληνες οπλαρχηγοί μπορούσαν να προτείνουν τον Καποδίστρια ως  κυβερνήτη: «Ἡμεῖς, τὰ ἄρματα, ἐρρίξαμεν τὴν φιλοτιμίαν μας, καὶ ἔβαλαν τὸν Τσούρτς Ἄγγλον, καὶ οἱ ἀνδρεῖοι θαλασσινοί μας τὸν Κόχραν, τώρα, καὶ οἱ πολιτικοὶ πρέπει νὰ ρίξετε καὶ ἐσεῖς τὴν φιλοτιμίαν σας, νὰ ἐκλέξωμεν ἕναν Πρόεδρον νὰ μᾶς κυβερνήσει». (Κολοκοτρώνης)

Και παρότι οι αντιδράσεις υπήρξαν έντονες και οι αντιδρώντες, με την υποκίνηση του Μαυροκορδάτου, υποστήριζαν  «ὅτι δὲν βλέπουν καλὰ πράγματα εἰς τὴν συνέλευσιν», εν τούτοις, επειδή «τὸ ἔθνος αὐτὸ θέλει», «σὲ δύο ἡμέρες ἐκάμαμε συνέλευσιν καὶ ἀπεφασίσαμεν τὴν αὐγήν, ὅτι τὸ ἀπόγευμα νὰ ὑπογράψωμεν τὸν Καποδίστριαν». Ωστόσο, μετά από πρόταση του Κουντουριώτη, ήθελαν να έχουν και τη σύμφωνη γνώμη του Άγγλου ναυάρχου Χάμιλτον ο οποίος, παρά τις όποιες αντιρρήσεις του, είπε τελικώς στον Κολοκοτρώνη: «Πάρτε τὸν Καποδίστρια ἢ ὅποιον διάβολον θέλετε, διατὶ ἐχαθήκατε»… «Τὴν αὐγὴν ἐσυναχθήκαμεν καὶ ὑπογράψαμεν διὰ τὸν Καποδίστρια».

Η επιλογή του Καποδίστρια είχε καταστεί αναπόφευκτη εξαιτίας της τουρκικής απειλής, σε συνδυασμό με το χάος που είχαν προκαλέσει οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι. Η δε αλλαγή της στάσης των Μεγάλων Δυνάμεων κατεδείκνυε την ανάγκη ν’ αναλάβει το πηδάλιο ένας γνώστης της διπλωματίας, με διεθνές κύρος· άλλωστε, οι διχόνοιες είχαν ακυρώσει τις δυνατότητες της οποιασδήποτε πτέρυγας, και εκείνης του Μαυροκορδάτου, να επιβάλει την κυριαρχία της.

Μετά την εκλογή του ως κυβερνήτη με θητεία επτά χρόνων, τον Απρίλιο του 1827, από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, άρχισε αμέσως περιοδεία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες διαβεβαιώνοντας όλους ότι δεν επρόκειτο να εφαρμόσει φιλορωσική πολιτική, καθώς είχε ήδη παραιτηθεί από τη ρωσική υπηρεσία. Πάντως, οι Άγγλοι αρνήθηκαν να παραχωρήσουν νέο δάνειο στην Ελλάδα ενώ αντίθετα οι Γάλλοι θα στηρίζουν τον Καποδίστρια, τουλάχιστον μέχρι την Επανάσταση του 1830, θα στείλουν εκστρατευτικό σώμα στην Ελλάδα υπό τον στρατηγό Μαιζόν και θα παραχωρήσουν μια μηνιαία συνδρομή 500.000 φράγκων.

Θεσμοί και διακυβέρνηση

Όταν ο Καποδίστριας έφθασε στην Ελλάδα, στις 6 Ιανουαρίου 1828, η κατάσταση που αντίκρισε ήταν τραγική. Ο πληθυσμός είχε μειωθεί – από 850.000 άτομα το 1821 είχε περιοριστεί σε 650.000. Κτήρια και κατοικίες είχαν καταστραφεί, πόλεις και χωριά είχαν ερημωθεί ενώ η γεωργική, κτηνοτροφική και βιοτεχνική παραγωγή είχαν συρρικνωθεί. Το δημόσιο ταμείο ήταν κυριολεκτικά άδειο, τα σχολεία δεν λειτουργούσαν και ούτε λόγος μπορούσε να γίνει για νοσοκομεία, δρόμους, δικαστήρια. Κυριαρχούσε η ληστεία και η πειρατεία, η δε Αντικυβερνητική Επιτροπή –αποτελούμενη από τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, τον Ιωάννη Νάκο και τον Ιωάννη Μηλαΐτη–, που είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση έως την άφιξη του Κυβερνήτη, αδυνατούσε να επιβάλει την εκτέλεση των αποφάσεών της.

Στο Ναύπλιο και την Αίγινα θα τον υποδεχθεί σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός του Μοριά και των νησιών ως σωτήρα. Διαβάζουμε από τη συνομιλία του με το μέλος της Αντικυβερνητικής Επιτροπής, και μετέπειτα δολοφόνο του, Γεώργιο Μαυρομιχάλη όπως την παραθέτει ο Γεώργιος Τερτσέτης:

Πρὶν νὰ πατήσω τὰ χώματα τὰ ἑλληνικά, καὶ ἀφοῦ ἦλθα καὶ εἶδα τὸ ἐβεβαιώθηκα,εἶναι καιροὶ ποὺ πρέπει νὰ φοροῦμε ὅλοι ζώνη δερματένια, καὶ νὰ τρῶμε ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριο· …, προεῖδα μεγάλα δυστυχήματα διὰ τὴν πατρίδα ἂν ἐσεῖς δὲν θὰ εἶσθε σύμφωνοι μαζὶ μου καὶ ἐγὼ μὲ ἐσᾶς.”

«Ζήτω ὁ Κυβερνήτης μας, ὁ σωτήρας μας, ὁ ἐλευθερωτὴς μας», ἐφώναζαν γυναῖκες ἀναμαλλιάρες, ἄνδρες μὲ λαβωματιὲς πολέμου, ὀρφανὰ γδυτά … ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ ἔσχιζε τὴν καρδιὰ μου, μαυροφορεμένες, γέροντες, μοῦ ἐζητούσαν νὰ ἀναστήσω τοὺς ἀποθαμένους τους, μανάδες μοῦ ἔδειχναν εἰς τὸ βυζὶ τὰ παιδιά τους… Δύναμαι νὰ κάμω ἐγὼ ὅλα αὐτά…; Δύναμαι νὰ πράξω μηδὲν χωρὶς τὴν σταθερὰν ὁμοφροσύνην τῶν πρώτων του τόπου; Δὲν εἶναι κίνδυνος ὅτι τα ἀνδραγαθήματά τους εἰς τὸν ἀγώνα ἔχυσαν πλησμονὴν ὀρέξεων… ἀφιλίωτη με το γενικὸν καλόν… καὶ μὲ τὴν εὐτυχίαν τοῦ λαοῦ;

…Ὡς ψάρι εἰς τὸ δίχτυ σπαράζει εἰς πολλοὺς κινδύνους ἀκόμη ἡ ἑλληνικὴ ἐλευθερία. Μοῦ ἐδώσατε τοὺς χαλινοὺς τοῦ Κράτους. Τίνος κράτους; …

Ποῦ τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ ἔθνους;… ὁ τόπος εἶναι χέρσος, σπάνιοι οἱ κάτοικοι, τὸ δημόσιο εἶναι πλακωμένο ἀπὸ δύο ἑκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, ἄλλα τόσα ζητεῖτε οἱ στρατιωτικοί, ἡ γῆ εἶναι ὑποθηκευμένη εἰς τοὺς Ἄγγλους δανειστάς.

-Δὲν λυποῦμαι, δὲν ἀπελπίζομαι, προτιμῶ αὐτὸ τὸ σκῆπτρο τοῦ πόνου καὶ τῶν δακρύων, παρὰ ἄλλο… εἶμαι ἀπὸ τὴ φυλή σας… ὅ,τι ἔχω, ζωή, περιουσία, φιλίες εἰς τὴν Εὐρώπη, κεφάλαια γνώσεων…, τὰ ἀφιερώνω εἰς τὴν κοινὴν πατρίδα…

Ὡς οἱ παλαιοὶ ἥρωες ἢ βασιλεῖς τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ φυτεύομε δένδρα, νὰ ἀνοίγομε δρόμους, νὰ παλεύομε μὲ τὰ θηρία τοῦ δάσους, νὰ δέσομε τὴν κοινωνία μας μὲ νόμους συμφώνους μὲ τὸ ἔθνος μας οὔτε ὀπίσω, οὔτε ἐμπρὸς τοῦ καιροῦ μας· μὴ μοῦ ζητεῖτε ζωγραφίες πολύτιμες εἰς οἰκοδόμημα ἀκόμη ἀτελείωτο. Μέτρο μας καὶ ἄστρο, εἰς δεινὰ ἑλληνικὰ θεραπεία ἑλληνικὴ.

… Ἕνα μόνο φοβοῦμαι πολὺ καὶ μὲ δέρνει ὑποψία, τρέμω τὴν ἀπειρία σας. Ἄν ἡ νέα κυβέρνησις τύχει νὰ συγκρουσθεῖ μὲ συμφέροντα ξένων δυνάμεων… ἂν πλανεθεῖ ὁ ἑλληνισμός σας καὶ σηκωθεῖ σκοτάδι μεταξύ μας, ὥστε ἐσεῖς νὰ μὴ διαβάζετε εἰς τὴν καρδίαν μου, θολωθοῦν καὶ μὲ οἱ ὀφθαλμοί, ποῖος ἠξεύρει; Ποῦ θὰ πᾶμε; Τὶ θὰ γενοῦμε;  

Ἐτινάξετε τὸ καβούκι τῶν ἀλλοφύλων, ἀλλ’ οἱ πλεκτάνες τῆς διπλωματίας ἔχουν κλωστὲς πλανήτριες, φαρμακερές, κλωστὲς θανάτου, ἄφαντες, καὶ ἐσεῖς δὲν τὲς ἐννοεῖτε.

Κατεβαίνω πολεμιστὴς εἰς τὸ στάδιον, θὰ πολεμήσω ὡς κυβέρνησις, δὲν λαθεύομαι, τὸν ἔρωτα τῶν προνομίων ποὺ εἶναι φυτευμένος εἰς ψυχὲς πολλῶν, τὰ ὀνειροπολήματα τῶν λογιωτάτων ξένων πρακτικῆς ζωῆς, τὸ φιλύποπτο, κυριαρχικὸ καὶ ἀνήμερο ἀλλοεθνῶν ἀνδρῶν.

Ἡ νίκη θὰ εἶναι δική μας, ἂν βασιλεύει τὴν καρδίαν μας… μόνο τὸ αἴσθημα τὸ Ἑλληνικό﮲ ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης. Εἴθε οἱ νέοι τῆς Ἑλλάδος νὰ εἶναι βοηθοί μου» (Τερτσέτη, Άπαντα, Γ΄ τόμος).

Σε αυτή του την ομιλία, ο Κυβερνήτης σκιαγραφεί ουσιαστικά και την πολιτική που επρόκειτο να ακολουθήσει, δημιουργώντας νόμους «συμφώνους μὲ τὸ ἔθνος μας οὔτε ὀπίσω, οὔτε ἐμπρὸς τοῦ καιροῦ μας». Πρότεινε αμέσως τη διάλυση της Βουλής και τη θέσπιση ενός συστήματος διακυβέρνησης με αυξημένες εξουσίες στο πρόσωπό του (Προσωρινή Διοίκηση της Επικρατείας) και, δώδεκα ημέρες μετά, οι πληρεξούσιοι συναποφάσισαν την αυτοδιάλυση του Σώματος και «ἀπέθεντο ἀποφασίστως εἰς χεῖρας αὐτοῦ πάσας τὰς ἐξουσίας», καθώς «αἱ δειναὶ τῆς πατρίδος περιστάσεις καὶ ἡ διάρκεια τοῦ πολέμου» δεν επέτρεπαν την πλήρη εφαρμογή του «ἐν Τροιζήνι ἐπικυρωθέντος καὶ ἐκδοθέντος» Συντάγματος.

Επρόκειτο για ένα είδος ενισχυμένης «Προεδρικής Δημοκρατίας» με τη συνεπικουρία ενός προσωρινού γνωμοδοτικού σώματος, του Πανελληνίου. Ο Κυβερνήτης συμφώνησε να συγκληθεί άμεσα νέο νομοθετικό σώμα αλλά τελικώς η Δ´ Ἐθνική τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις θα συνέλθει στο Άργος, πολύ αργότερα, στις 12 Ιουλίου 1829. Το Πανελλήνιον αποτελείτο από 27 μέλη – μεταξύ άλλων και οι Γεώργιος Κουντουριώτης, Ιωάννης Κωλέττης, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Βιάρος Καποδίστριας, Ανδρέας Π. Μεταξάς, Ανδρέας Ζαΐμης, Λυκούργος Λογοθέτης,Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κ.ά. Γραμματέας της Επικρατείας, οιονεί πρωθυπουργός, ανέλαβε ο Σπυρίδων Τρικούπης. Στη σύνθεση του Πανελληνίου εκπροσωπούνταν ισομερώς οι τρεις επαναστατημένες περιοχές (Στερεά, Ρούμελη, νησιά) καθώς και άλλες ελληνικές περιοχές ενώ περιελάμβανε και δύο Φαναριώτες, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Γρηγόριο Σούτσο.

Τον Απρίλιο θα προχωρήσει και στην οργάνωση της αυτοδιοίκησης και της επαρχιακής διοίκησης. Ο Μοριάς διαιρέθηκε σε επτά Τμήματα και τα νησιά του Αιγαίου σε έξι – στη δε Στερεά, μετά την απελευθέρωσή της, διορίστηκε ως Πληρεξούσιος Τοποτηρητής ο αδελφός του, Αυγουστίνος Καποδίστριας. Τα Τμήματα διαιρούνταν σε επαρχίες διοικούμενες από 12μελή επαρχιακή δημογεροντία, και ακολουθούσε η διοικητική υποδιαίρεση σε πόλεις, κώμας και χωρία.

Η διοικητική διαίρεση διατήρησε πολλά στοιχεία του παραδοσιακού κοινοτικού συστήματος όπως τη δημογεροντία και τον υπολογισμό των οικογενειών για την εκλογή των δημογερόντων – ένας δημογέροντας ανά εκατό εστίες, δύο από διακόσιες και πάνω, τρεις στις πάνω από τριακόσιες και τέσσερις για τους οικισμούς άνω των τετρακοσίων οικογενειών. Εκλογικά δικαιώματα είχαν όλοι οι άρρενες Έλληνες πολίτες άνω των 25 ετών ενώ εκλέξιμοι ήταν οι άνω των 35 ετών. Οι δημογέροντες ασχολούνταν με τα ζητήματα της κοινότητας, υπό την επιτήρηση των Εκτάκτων Επιτρόπων και των επαρχιακών δημογερόντων, που εκλέγονταν από τους δημογέροντες των χωριών.

Και παρότι οι κάτοικοι των κοινοτήτων απέκτησαν τη δυνατότητα να εκλέγουν πολύ πιο ελεύθερα τους δημογέροντές τους, εν τούτοις θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά ο περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγεσθαι στους «πλέον φορολογουμένους», αποκλείοντας όχι μόνο εθιμικά αλλά και θεσμικά τους φτωχούς πολίτες. Επιπλέον, παρατηρήθηκαν και αντιδημοκρατικές παρεμβάσεις εκτάκτων επιτρόπων, όπως του Βιάρου Καποδίστρια, που καταργούσαν εκλεγμένους δημογέροντες διορίζοντας άλλους στη θέση τους (Βακαλόπουλος, Η΄, σσ. 161-162). Η κυβέρνηση θα εξοργίσει ιδιαίτερα τους Ψαριανούς που βρίσκονταν ως πάροικοι στην Αίγινα –υπερήφανους για τον παραδοσιακά δημοκρατικό τρόπο εκλογής των δημογερόντων τους– με τον παράνομο τρόπο εκλογής τον οποίο θα επιβάλει. Και μάλιστα σε μία στιγμή, την 1η Μαρτίου 1831, που παροξύνονταν οι πολιτικές συγκρούσεις, με αποτέλεσμα ένα μέρος των Ψαριανών να στραφεί εναντίον του κυβερνήτη (Βακαλόπουλος, Η΄, 650-651).

Για να περιορίσει την επιρροή των παραδοσιακών προκρίτων στις τοπικές κοινωνίες, διορίστηκαν σημαντικές πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες στα Τμήματα αλλά και στις επαρχίες (ο Ιωάννης Κωλέττης στις Ανατολικές Σποράδες, ο Αναστάσιος Λόντος στις Βόρειες Σποράδες κ.λπ.). Στην προσπάθειά του να «ανατρέψει σταθερές του κύρους της προυχοντικής τάξης σε τοπικό επίπεδο, αποµακρύνθηκε σταδιακά από παραδοσιακά σχήματα κοινοτικής αυτονομίας» (Χ. Μπαµπούνης, Η Τοπική αυτοδιοίκηση κατά την οθωνική περίοδο). Μάλιστα, ένα νέο ψήφισμα, του 1830, σχετικό με τη διοίκηση των κοινοτήτων, που απέβλεπε σε περισσότερο συγκεντρωτική κοινοτική διοίκηση, δεν εφαρμόστηκε εξαιτίας των αντιδράσεων που προκάλεσε. 

Η παρέλευση του Απριλίου 1828 χωρίς να συγκληθεί Εθνοσυνέλευση αποτέλεσε την αφετηρία για τον διχασμό του Πανελληνίου σε κυβερνητική και αντιπολιτευόμενη μερίδα. Μάλιστα, τον Φεβρουάριο του 1829, με αφορμή την απόρριψη από τον Καποδίστρια ενός ολιγαρχικού εκλογικού νομοσχεδίου, που προέβλεπε τον αποκλεισμό από την εκλογική διαδικασία των ετεροχθόνων και των ακτημόνων, ο Σπυρίδων Τρικούπης παραιτήθηκε από τη θέση του πρωθυπουργού (και ανέλαβε το αξίωμα του γραμματέα των Εξωτερικών και του Εμπορικού Ναυτικού). Στην συγκληθείσα Δ´ Εθνοσυνέλευση (Άργος, 12 Ιουλίου-5 Αυγούστου 1829), τα μέλη της αντικα­ποδιστριακής μερίδας (Ζαΐμης, Μαυροκορδάτος, Τομπάζης, Κουντουριώτης, Μιαούλης κ.ά.) επέλεξαν να παραιτηθούν και να απέχουν στο εξής «ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας» εγκαινιάζοντας τη χωριστική στρατηγική που επρόκειτο να ακολουθήσουν στη συνέχεια.

Η Εθνοσυνέλευση του Άργους αντικατέστησε το Πανελλήνιον με τη Γερουσία, επίσης με 27 μέλη, που αποτελούσαν εν πολλοίς επιλογή του ίδιου του Κυβερνήτη· άλλωστε μπορούσε να προχωρά στην έκδοση Ψηφισμάτων χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Γερουσίας. Η μεγάλη πλειοψηφία των υπουργών και των γερουσιαστών (18) ανήκαν στην καποδιστριακή παράταξη· τελικώς δε, ο Σπυρίδων Τρικούπης θα παραιτηθεί και από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, μετά από είκοσι μήνες συμμετοχής στην κυβέρνηση. Η αποχώρησή του προσέλαβε σημαντικό συμβολικό χαρακτήρα, διότι εκπροσωπούσε την αγγλόφιλη «φιλελεύθερη» μερίδα, την οποία είχε προσπαθήσει να εντάξει στην κυβέρνησή του ο Καποδίστριας – ήταν άλλωστε και γαμβρός του Μαυροκορδάτου. Πλέον, οι δυνάμεις των ολιγαρχικών, πίσω από το προσωπείο του δημοκρατισμού, θα αρχίσουν την ανοικτή αντιπαράθεση με τον Κυβερνήτη, προσπαθώντας να ρυμουλκήσουν και τους πρέσβεις των Δυνάμεων.  


ΠΗΓΗ:https://ardin-rixi.gr/archives/267406
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.