Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, στη συνοικία του Αγίου Παύλου…!






ιστορίες από το …μικροσκόπιο της μνήμης – 4ο 
Γυμνάσιο Αρρένων – φωτο: Λένα Μπαμπασάκη

του Νίκου Παστελάκου (παλαιού…«αγιοπαυλίτη»)!!!

[Για τους νεότερους φίλους στο φου μπου, μικρό απόσπασμα, από πολύ μεγαλύτερο κείμενο αφιερωμένο κυρίως στην παλιά γειτονιά, επηρεασμένος από χθεσινή ανάρτηση του παλιού φίλου και γείτονα Vassilis Tsatsos……]


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, στη συνοικία του Αγίου Παύλου, μεταξύ Πλατείας Βάθης, Μεταξουργείου και Σταθμού Λαρίσης. Οδός Πουκεβίλ. Μικρός χωμάτινος δρόμος μεταξύ Μαιζώνος, Φαβιέρου και Βίκτωρος Ουγκώ. Το πατρικό μου σπίτι, ένα διώροφο νεοκλασσικό, στο νούμερο 10 αυτού του δρόμου. Κατοικούσαμε στον δεύτερο όροφο και νοικιάζαμε τον πρώτο. Είχε μια ωραιότατη αυλή με μια μεγάλη συκιά, μανταρινιά, μουσμουλιά, πορτοκαλιά και πολλά λουλούδια. Μια από τις πιο ωραίες μνήμες μου είναι να κοιτάζω τον χειμώνα, από τα παράθυρα που έβλεπαν προς την αυλή, χιονισμένα τα δέντρα και τον κήπο. Καταπληκτικό θέαμα……….
Σταθμός Λαρίσης
Κάπου είχα ακούσει τη λέξη «πουτάνα» και μου άρεσε ο ήχος της. Έτσι όταν ήρθε σπίτι μας μια μέρα η κουμπάρα μας η κα Κόντη, που ήταν επίτροπος στην εκκλησία του Αγίου Παύλου, μέλος του Σωτήρα και βαθιά θρησκευόμενη, εγώ την προσφώνησα με την φράση: «Καλώς την πουτάνα κουμπάρα!» Περιττό να πω ότι, επειδή ήταν και μιας κάποιας ηλικίας, στο τσακ γλύτωσε το εγκεφαλικό, εγώ όμως δεν γλίτωσα ένα γερό χέρι ξύλο……………
Δημοτικό πήγα στη Σχολή Χατζιδάκι. Κηπούπολη-Κυπριάδου. Προοδευτικό σχολείο. Εκεί ανεξαρτητοποιήθηκα και έμαθα πράγματα που μου διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα.
Απρίλιος 1967. Η πατρίς μας «ήτις ευρίσκετο εις το χείλος του κρημνού» έκανε ένα βήμα μπροστά……

Τα καλοκαίρια όλης της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της επόμενης, μέχρι το 1974, Βουλιαγμένη. Ξενοδοχείο Ηλέκτρα. Οδός Πανός. Μπάνιο στα λιμανάκια μπροστά από την Ακτή και τον Λάμπρο, καμιά φορά και στην Αργώ ή την Ωκεανίδα, όπου χαζεύαμε τις φιγούρες που έκαναν οι θαλάσσιοι σκιέρ της σχολής Κασιδόκωστα. Βλέπαμε με θαυμασμό και το γιότ του Ωνάση, τη Χριστίνα, που ήταν συνήθως αγκυροβολημένη στον όρμο. Το απόγευμα και μέχρι το βράδυ παιχνίδι στο γρασίδι του ξενοδοχείου και μπάλα στο κοντινό γηπεδάκι που δεν υπάρχει πια. Παρέες του καλοκαιριού που συναντιόμασταν κάθε χρόνο. Γλυκιά εποχή………….
Στην οδό Πουκεβίλ, που παρέμεινε χωματόδρομος μέχρι το 1969, μαζεύονταν παιδιά κι από τους γύρω δρόμους και παίζαμε όλοι μαζί γιατί δεν περνούσε ποτέ αυτοκίνητο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τις Κυριακές στο δρόμο ήταν αραγμένο μόνο ένα κίτρινο τρακτέρ. Ήταν η καλύτερή μας. Αγόρια, κορίτσια χωριζόμαστε σε δύο ομάδες με αρχηγούς συνήθως στη μια ομάδα τον Γιώργο, ένα αγόρι λίγο μεγαλύτερο σε ηλικία από εμάς τους υπολοίπους, που φορούσε ρολόι και όλοι τον θαυμάζαμε γι’ αυτό, και στην άλλη τον Στέλιο τον Πόκο-Πίκο, έναν κοντό, αδύνατο αλλά πολύ νευρώδη πιτσιρίκο που, έλεγε ότι είχε περάσει ατοξινίαση. Ποτέ δεν μάθαμε τι ήταν αυτό. Στο παιχνίδι αυτό η μια ομάδα ανέβαινε στο τρακτέρ με ένα κορίτσι (που ήταν η ωραία Ελένη), το τρακτέρ ήταν το κάστρο της Τροίας και όλοι οι υπόλοιποι προσπαθούσαμε να αλώσουμε την Τροία (δηλαδή το κίτρινο τρακτέρ) και να πάρουμε πίσω την ωραία Ελένη, που τη λέγαν Μαίρη, και ήταν κόρη μιας γειτόνισσας που τη λέγαν παλιογυναίκα. Φοβερός Τρωικός Πόλεμος με όπλα ακόντια (κοντάρια από σκούπες) και ξίφη (κομμάτια ξύλου που βρίσκαμε πεταμένα έξω από το ξυλουργείο του μαστρο-Γιώργη στη Φαβιέρου).
Οι πόρτες των σπιτιών εξωτερικές και εσωτερικές ήταν πάντα ξεκλείδωτες και μπαίναμε όπου θέλαμε χωρίς να χτυπάμε ποτέ την πόρτα. Γνωρίσαμε τις τέσσερις εποχές του χρόνου, που τώρα πια είναι με το ζόρι δύο. Στο δρόμο, τις μέρες των σχολικών διακοπών ή αργιών παίζαμε από την ώρα που ξυπνούσαμε μέχρι το βράδυ, με μικρό διάλειμμα το μεσημέρι για φαγητό και λίγο, υποχρεωτικό, ύπνο. Παίζαμε κρυφτό, κυνηγητό, κουτσό, γκαζές, τον γιατρό…. Ακόμη αμπάριζα μεταξύ των δυο αντικρινών πεζοδρομίων της οδού Φαβιέρου.
Ένα συναρπαστικό και ανταγωνιστικό παιχνίδι που παίζαμε μικροί ήταν τα «τσιγκάκια«. Αυτά ήταν πώματα μεταλλικά από αναψυκτικά ή μπύρες τα οποία για να έχουν βάρος και σταθερότητα εμείς στη γειτονιά μας τα γεμίζαμε με… άσφαλτο φρέσκια, από τους δρόμους της γειτονιάς που τότε γίνονταν ασφάλτινοι. Βρίσκαμε ένα πεζούλι μακρύ και στενό, συνηθέστερα ήταν αυτό που υπήρχε περιμετρικά του ναού του Αγίου Παύλου, ξεκινούσαμε από ένα σημείο που ορίζαμε ως αφετηρία και με το δάχτυλο σπρώχναμε το καπάκι (τσιγκάκι) να κυλήσει γρήγορα κατά μήκος στο πεζούλι. Μπορούσες να ρίξεις ένα αντίπαλο τσιγκάκι, οπότε αυτό γυρνούσε πάλι στην εκκίνηση. Αυτός που με τις λιγότερες κινήσεις έφθανε στο τέρμα, ήταν ο νικητής. Απαιτούσε δεξιοτεχνία και ψυχραιμία και βέβαια χρόνο που είχαμε άφθονο.
Γαλατάς μας ήταν ο Φίλιππος που είχε το γαλατάδικο στην οδό Ψαρρών με τις δυο χοντρές αδελφές του. Ήταν, έλεγαν οι γείτονες, Ιεχωβάδες. Όποτε έμπαινα στο μαγαζί τους μου έδινε την εντύπωση του ακάθαρτου και σιχαινόμουν. Άλλωστε εγώ έπινα πάντα ζαχαρούχο γάλα Βλάχας.
Το παντοπωλείο Χρυσές καρδιές των αφων Ζαραμπούκα

Φαρμακοποιός μας ήταν ο κ. Κουβέλης. Λίγο κουτσομπόλης, έλεγε η μητέρα μου, και όταν μεγάλωσα κατάλαβα ότι είχε δίκιο. Αν κάποια νεαρή της γειτονιάς αγόραζε τεστ εγκυμοσύνης έβγαινε έκτακτο παράρτημα. Το φαρμακείο του ήταν στη γωνία των οδών Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Ψαρρών. Διάσημο φαρμακείο. Έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές ταινίες της Φίνος Φιλμ, αλλά φαρμακοποιός στις ταινίες αυτές ήταν συνήθως κάποιος ηθοποιός. Το παντοπωλείο που ψωνίζαμε, Ψαρρών και Μαιζώνος, ανήκε στους αδερφούς Ζαραμπούκα. Τον Τάκη και τον Αντώνη. Κουμανταδόρος γενικός ο Τάκης. Θυμάμαι την ντροπή που ένιωσα όταν με είχε στείλει η μάνα μου για ψώνια και o Τάκης μου ζήτησε μια εικοσάρα ακόμη. Γύρισα σπίτι μου κλαίγοντας και ο πατέρας μου, που σημειωτέον ψώνιζε από εκεί καθημερινά, τον ξέχεσε πατόκορφα. Ο άλλος αδελφός, ο Αντώνης, ήταν λίγο λειψός και άνθρωπος της εκκλησίας. Είχαν και μπακαλόγατο, τον Ναπολέοντα, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι………
ο φαρμακοποιός μας κ. Κουβέλης ή κυρ Κωστάκης και το «διάσημο» εσωτερικό του φαρμακείου του

Τα πρώτα μου στρατιωτάκια ΠΑΛ και ΑΘΗΝΑ καθώς και τα πλαστικά και κοκάλινα αυτοκινητάκια τα είχα αγοράσει από τον κύριο Γρίτση που είχε ένα μαγαζί στην οδό Ψαρρών με ψιλικά, χαρτικά, παιχνίδια, είδη ραπτικής και κεντήματος τα πάντα όλα. Ο κύριος Γρίτσης ήταν πάντα ευγενικός, εξυπηρετικός και κουστουμαρισμένος. Τα πρώτα μεταλλικά αυτοκινητάκια της Μάτσμποξ μου τα έφερνε ο πατέρας μου από παιχνιδάδικο της οδού Αιόλου………
Από τον δρόμο μας πέρναγε κάθε μέρα κι ο κυρ Γιώργης, ο παγοπώλης, με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και άφηνε μπροστά στις πόρτες κολώνες πάγου που τις τοποθετούσε στο κεφαλόσκαλο κι αυτές έλιωναν. Όχι βέβαια στη δική μας πόρτα. Βλέπεις διαθέταμε ηλεκτρικό ψυγείο. Κελβινέιτορ. Περνούσαν ακόμη ο Γεράσιμος ο μανάβης με καταγωγή από Κεφαλονιά με το γάιδαρό του φορτωμένο φρούτα και λαχανικά, ο καρεκλάς, ο ακονιστής, ο γανωματής, επαγγέλματα που έχουν σβήσει στις μέρες μας………
Στο περίπτερο της γειτονιάς ήταν κρεμασμένα από τα μανταλάκια οι εφημερίδες και τα λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης, το Ρομάντσο, ο Θησαυρός, η Βεντέτα, αλλά εμάς μας μαγνήτιζαν ο Μικρός Ήρως, ο Μικρός Σερίφης, το Μίκυ Μάους. Ακόμη θυμάμαι την πρώτη γκοφρέτα σοκολάτα της ΜΕΛΟ με χαρτάκια, με τις ενδυμασίες και τις σημαίες όλων των χωρών του κόσμου. Ο μικρός Ήρωας που τόσο με συνάρπαζε με τις περιπέτειές του, ήταν μοναδικό στο είδος του περιοδικό και συνέβαλε με τόλμη και αποφασιστικότητα σε πολύ δύσκολες εποχές (1953-1968) στην εμπέδωση εθνικής ενότητας, που είχε κατακερματιστεί, χωρίς κραυγαλέα εθνικοφροσύνη, ακροβατώντας σε τεντωμένο σκοινί, καλλιεργώντας ως πρότυπα την ευγένεια και τον ηρωισμό των παιδιών πρωταγωνιστών, που ήταν συνομήλικοί μας. Και προ πάντων μας καλλιέργησε την αγάπη για την πατρίδα και την απέχθεια για τους προδότες, συνεργάτες των Γερμανών Ναζί και των Ιταλών φασιστών…………
Το 4ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και αργότερα και 31ο Γυμνάσιο – επί της οδού Βίκτωρος Ουγκώ – φωτο Λένα Μπαμπασάκη
το εσωτερικό το πάλαι ποτέ 4ου Γυμνασίου Αρρένων!– φωτο: Λένα Μπαμπασάκη
Α’ Γυμνασίου. Δ’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Βίκτωρος Ουγκώ. Κτίριο φάντασμα……….
Τα σινεμά της περιοχής Αγίου Παύλου ήταν τρία. Τα θερινά Αλκαζάρ και Βικτώρια στην οδό Δεληγιάννη και το χειμερινό Οπτασία στην οδό Ψαρρών. Και τι δεν βλέπαμε εκεί. Από ξένα πολεμικά και αισθηματικά μέχρι κωμωδίες και δράματα της Φίνος Φιλμ σε α´ προβολή. Βέβαια στα 14 με 15 ανακαλύψαμε και τα σινεμά με τα δύο έργα. Καράτε και σεξ. Ακατάλληλα για ανηλίκους τα έργα αυτά, όμως εμείς μπαίναμε κανονικά χωρίς ποτέ κάποιος να μας εμποδίσει. Τα σινεμά αυτά βρίσκονταν στην περιοχή του Μεταξουργείου και ήταν το Λαού και ο Κεραμεικός.
Το θρυλικό κινηματοθέατρο Αλκαζάρ
το πάλαι ποτέ Σινεμά Οπτασία επί των οδών Ψαρρών & Κωνσταντίνου Παλαιολόγου….! σούπερ μάρκετ, πια!
Το καλοκαίρι του 1974 τέλειωσαν πολλά πράγματα. Πρώτα-πρώτα η Βουλιαγμένη τον Αύγουστο. Ήταν η τελευταία χρονιά που πήγαμε εκεί διακοπές. Μετά τελείωσε το παιχνίδι, κυρίως η μπάλα στους δρόμους της συνοικίας μας. Οι αλάνες είχαν ήδη γίνει πολυκατοικίες, οι δρόμοι που παλιότερα ήταν άδειοι είχαν γεμίσει αυτοκίνητα και το κυριότερο… μεγαλώσαμε……..
Και άλλα πράγματα τέλειωσαν το καλοκαίρι εκείνο. Η δικτατορία ας πούμε. Την έφαγε η Κύπρος. Α, και τη μισή Κύπρο την έφαγαν οι Τούρκοι. Καλή τους χώνεψη. Αν τιμωρήθηκε κανείς; Οι μόνοι που λίγο έλειψε να τιμωρηθούν ήταν οι Έλληνες λοκατζήδες που αντιστάθηκαν, παρά τις αντίθετες εντολές, και δεν παρέδωσαν το αεροδρόμιο της Λευκωσίας στους Τούρκους……..
Στις 27 Οκτωβρίου 1976 έφυγε για το μεγάλο ταξίδι ο πατέρας. Ο κυρ Αντώνης. Ευτυχώς πρόλαβε να δει, μια βδομάδα πριν μας αφήσει για πάντα, να πραγματοποιείται το όνειρό του, να περάσω δηλαδή στην Νομική της Αθήνας……….
1979 – 1981 ήταν η καλύτερη εποχή του Πανεπιστημίου και του Ροζαλίνο. Στο Ροζαλίνο τεμπέληδες φοιτητές, ξεβγαλμένες μαθήτριες, άεργοι, χαρτοπαίχτες, πουτάνες, αλογομούρηδες, παλαβοί, έμποροι πάσης φύσεως ειδών και απολαύσεων, δημιουργούσαν ένα εκπληκτικό θέαμα και ακρόαμα του οποίου οι καθημερινές ατάκες θύμιζαν ταινίες του Τσιφόρου. Μαέστρος αδιαφιλονίκητος όλης αυτής της ορχήστρας ο Σάκης ο Κόλλιας………
Το διαχρονικό ΡΟΖΑΛΙΝΟ!!!
Τον Φεβρουάριο του 1981 η Αθήνα, ο Άγιος Παύλος κι εγώ μαζί, πήγαμε και ήρθαμε. Σεισμός. Το πατρικό σπίτι κατέστη προσωρινά ακατοίκητο κι εγώ έμενα από εδώ και από εκεί για ένα διάστημα. Ο κόσμος φοβισμένος έμενε σε σκηνές σε πάρκα και πλατείες, σε αυτοκίνητα και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Τουρίστες μέσα στην πόλη μας, κάναμε και γνωριμίες με κόσμο και γενικά καλά περνούσαμε……….
ΠΗΓΗ: https://tokoinonikoodofragma.wordpress.com
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου