Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Του Γιώργου Καραγιάννη - 1920-1950: Οι χαμένες ευκαιρίες για το «κόμμα της Εκκλησίας» (3ο και τελευταίο)

Η δημοσίευση της «Δηλώσεως Ελλήνων Επιστημόνων και Καλλιτεχνών» και η παρέμβαση του «Χριστιανικού Κινήματος» στην πολιτική ζωή της χώρας ήρθε σε μια στιγμή κατά την οποία στην Ευρώπη έκαναν την εμφάνισή τους πανίσχυρα Χριστιανοδημοκρατικά Κόμματα. Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και το Βέλγιο, τα κόμματα αυτά απορρόφησαν τις παλιές συντηρητικές δυνάμεις, που δεν βαρύνονταν με την κατηγορία της ανοιχτής συνεργασίας με τους ναζιστές και τους φασίστες, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος του κέντρου. Αυτοί οι πολιτικοί σχηματισμοί αποτέλεσαν τον κύριο πόλο για την αντιμετώπιση των κομμουνιστικών κομμάτων και διεκδίκησαν πρωτεύοντα ρόλο στην πολιτική ζωή των χωρών τους. Πολλά στοιχεία της εποχής μαρτυρούν πως στα σενάρια που επεξεργάζονταν  τα  ανάκτορα  περιλαμβανόταν και ο μετασχηματισμός σε  πολιτική δύναμη του Ελληνικού Χριστιανικού Κινήματος, του ελληνικοί Opus Dei ( «Έργο Θεού»), ανάλογου με την οργάνωση των καθολικών επιστημόνων και τεχνοκρατών που συναντάμε στην Ισπανία του Φράνκο και των πρώτων χρόνων μετά το θάνατό του.
1950. Η έκδοση του «Ελληνικού Φωτός» «Για μια καινούργια Ελλάδα».
Οι θεωρητικές βάσεις για ένα πολιτικό κίνημα στηριγμένο στα ιδανικά του «Χριστιανικού Πολιτισμού» υπήρχαν στη «Δήλωση» και την «Διακήρυξη» των χριστιανών επιστημόνων και καλλιτεχνών, το πρόγραμμα «Για μια καινούργια Ελλάδα», που κυκλοφόρησε το σωματείο «Ελληνικόν Φως» στις αρχές του 1950, και τα πολυάριθμα «άρθρα γραμμής» του Αλέξανδρου Τσιριντάνη στο περιοδικό «Ακτίνες».

Ένα κίνημα το οποίο θα μπορούσε είτε να παίξει καθαρά το ρόλο ενός πολιτικού κόμματος, είτε να λειτουργήσει ως  «μοχλός πίεσης», μέσω των χιλιάδων οπαδών του , αλλά και των στελεχών του, που θα κατελάμβαναν κεντρικές θέσεις στις πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς, όπως έγινε στην Ισπανία. Τις συζητήσεις για τη δημιουργία χριστιανοδημοκρατικού κόμματος επιβεβαίωσε στον γράφοντα και ο Σπύρος Μαρκεζίνης, ο οποίος με μια δόση ειρωνείας θυμόταν πως ο Παύλος του μίλησε για τα σχέδια αυτά, λησμονώντας πως ο συνομιλητής του ήταν αρχηγός ενός κόμματος που στόχευε και αυτό στην «ανανέωση» της πολιτικής ζωής!
Έμμεση, πλην όμως σαφέστατη, κατεύθυνση για την πολιτική δράση των μελών της «Ζωής» βρίσκουμε και στα πρακτικά της 23ης Συνέλευσης  της αδελφότητας το 1951, όταν πλέον είχαν απομακρυνθεί τα ενδεχόμενα είτε δημιουργίας χριστιανοδημοκρατικού κόμματος είτε πρωθυπουργοποίησης του Αλέξανδρου Τσιριντάνη και «αξιοποίησης στελεχών του κινήματος σε πολιτικές θέσεις: «Τα συνεργαζόμενα Χριστιανικά Σωματεία θα είναι μια  δύναμις πνευματική και πολύ υπολογίσιμος. Μια δύναμις που θα συμβάλη και εις την εξυγίανσιν της πολιτικής ζωής της χώρας. Δεν πρόκειται να πολιτευτούν τα Σωματεία. Αλλά ο διαφωτισμός και η πνευματική καλλιέργεια , η οποία γίνεται εις τα μέλη των Σωματείων, συντελεί ώστε να εξυγιαίνεται το πολιτικόν φρόνημα του λαού».

Μαχητικός αντικομμουνισμός

Το κίνημα με αυτοτελή παρουσία  θα ήταν σαφέστατα αντικομμουνιστικό , κύριο στήριγμα του αγώνα για «ν’ αντικρούση το Έθνος τη θανάσιμη απειλή, που έφερε η κομμουνιστική εξόρμησις στη χώρα μας», όπως σημείωνε ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης σε άρθρο του. Και αυτή η μάχη δεν θα δινόταν  με τα όπλα που χρησιμοποιούσαν τα παραδοσιακά κόμματα: « Αν μπορή σήμερα ο κομουνισμός να μάχεται και να βουτά την Ελλάδα στο αίμα, είναι γιατί μάχεται με όπλα πνευματικά. Είναι γιατί έχει κλέψει την πανοπλία του πνεύματος και μ’ αυτήν χτυπάει τον πνευματικό οργανισμό του Έθνους (…) Αν η πανοπλία του πνεύματος δεν γυρίση στη θέσι της, στον ελληνικό λαό, στο αγωνιζόμενο έθνος και στην ηγεσία του έθνους αυτού, ο δοξασμένος υπέροχος αγώνας του ελληνικού στρατού και του ελληνικού λαού δεν θα έχη το τελειωτικό αποτέλεσμα που του αξίζει να έχη…».
Ο αντικομμουνισμός του κινήματος θα έπρεπε  ακόμη να ήταν μαχητικός και να μην επιτρέπει δισταγμούς και ουδετερότητες: «Όταν ο Χριστιανισμός κάνη τη μεγάλη τιτανομαχία με τον υλισμό, όταν δηλαδή ο Χριστιανισμός διεξάγη τη μεγάλη μάχη του Πνεύματος, δεν μπορεί να υπάρχουν Έλληνες που θα τηρούν στη μάχη αυτή, στάσι ‘ευμενούς ουδετερότητος’» («Ακτίνες», Μάρτιος 1949 από σειρά άρθρων του Τσιριντάνη που υπέγραφε με το ψευδώνυμο Π. Μελίτης, με τίτλο « Μπροστά στο κοινωνικό ζήτημα»).
Στόχος του κινήματος θα ήταν μια «Καινούργια Ελλάδα», η ιδέα της οποίας θα έπρεπε πρώτα να γίνει ξεκάθαρη στα μέλη των οργανώσεων της «Ζωής» και στη συνέχεια να τη διαδώσουν σ’ όλη τη χώρα. Μια «Καινούργια Ελλάδα» διαφορετική από αυτήν που έβλεπαν οι ηγέτες των παραδοσιακών αντικομμουνιστικών κομμάτων: «Τούτη τη φορά  πρέπει να νικήσωμε με τρόπο ολότελα διαφορετικό (…) Στον αγώνα τούτον του Έθνους μας, ζωής ή θανάτου αγώνα, πρέπει να βγη βέβαια νικητής η ζωή, μα όχι σαν απλή επιβίωσις ενός ετοιμόρροπου πάλι οργανισμού…».

Εθνικισμός- Μοναδικότητα του ελληνικού έθνους

Ο Εθνικισμός (σε συνδυασμό με τη μοναδικότητα του ελληνικού έθνους μέσα στον κόσμο) ήταν μια από τις κύριες ιδέες του Κινήματος, δεμένος όμως με το Χριστιανισμό. Η «Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών» σαν όραμα πολλά χρόνια πριν πάρει σάρκα και οστά από τους απριλιανούς πραξικοπηματίες:  «Ονειρεύονται μερικοί ένα εθνικισμό, έναν εθνικισμό χωρισμένο από ό,τι αποτελεί, χιλιάδες χρόνια τώρα, την πνευματική υπόστασι του έθνους μας. Φαντάζονται έναν Ελληνισμό χωρισμένο από την χριστιανική Πίστι. Θέλουν , λέει, τον Ελληνισμό του Παρθενώνος και τους ενοχλεί ο Ελληνισμός που άκουσε το κήρυγμα του Παύλου και το σκόρπισε το κήρυγμα αυτό γύρω- γύρω στον πλανήτη μας, θεμέλιο του νεώτερου πολιτισμού. Τι εγκληματική φαντασιοπληξία! Ανεξάρτητα από το τι γίνεται ή υποτίθεται ότι γίνεται , σ’ άλλες χώρες , σ’ εμάς εδώ Ελληνισμός και Χριστιανισμός είναι δυο έννοιες, μα ένα και αδιάσπαστο βίωμα…».

Το Έθνος «αγωγός του Χριστιανισμού»

Ακόμη το Ελληνικό Έθνος έχει μια περίοπτη θέση στον κόσμο, αφού είναι προορισμένο από την ιστορία να γίνει ο «αγωγός του Χριστιανισμού»:
«Μα το μήνυμα από του Αρείου Πάγου (σ.σ. του Παύλου) έχει και μιαν άλλη ζωτική σπουδαιότητα για το έθνος μας. Του δίδει την παγκόσμια αποστολή του, που του εξασφαλίζει μια θέσι στον κόσμο. Και η θέσι αυτή , είναι προνομιακή, είναι μοναδική. Τούτο είναι το χαρακτηριστικό στο έθνος μας. Άλλη θέσι δεν έχει στον κόσμο. Ή την προνομιακή θέσι της πνευματικής πρωτοπορείας, ή καμμία θέσι υπό τον ήλιον!…», σημειώνει ο Τσιριντάνης.

Κατά των πολιτικών

Αλέξανδρος Τσιριντάνης
Στην παρουσίαση των θέσεων  του κινήματος ο Τσιριντάνης δεν αποφεύγει την κριτική προς την πολιτική ηγεσία της εποχής  και αυτό που με σύγχρονους όρους θα ονομάζαμε «λαϊκισμό»:
«Θα είπω κάτι άλλο. Οι γενεές που θα έλθουν θα φρίττουν, βέβαια, θα ανατριχιάζουν, όταν ακούν τα εγκλήματα που έγιναν και γίνονται από τους «κατσαπλιάδες». Αλλά δεν πιστεύω ότι θα ανατριχιάζουν λιγώτερο, όταν μαθαίνουν ότι οι οικογένειες των θυμάτων των εγκλημάτων αυτών, μα, ακόμη περισσότερο, οι οικογένειες εκείνων που σκοτώθηκαν για να αντιμετωπίσουν τα εγκλήματα αυτά, επερίμεναν μήνες ολόκληρους για να πάρουν κάτι, το πενιχρόν «βοήθημα»!
Θα ακούσατε ίσως …ότι δεν έχομε λεπτά. Ότι οι Αμερικανοί μας δίνουν με το σταγονόμετρο, ότι…ότι…Μην τα πιστέψετε αυτά. Γιατί, αν τα πιστέψετε, πέφτομε πάλι στην παγίδα που μας ετοίμασε η υλιστική νοοτροπία, για να γίνωμε θύματα του εγκλήματος. Εκείνο που έρχεται πριν απ’ όλα είναι η ψυχή (…) Η έλλειψις χρημάτων φταίει, όταν η χήρα  του πολεμιστή περιφέρεται, ημέρες, εβδομάδες, από υπουργείο σε υπουργείο για να πάρη το επίδομα, χωρίς κάποια συμπόνοια να την κρατήση από το χέρι και να την οδηγήση να πάρη μια ώρα αρχήτερα  εκείνο που θα το πάρη ούτως ή άλλως κάποτε; Όχι δεν είναι πως λείπουν τα χρήματα. Είναι πως λείπει η ψυχή ».

Τα «μικροπολιτικά παιχνίδια»

Η κριτική στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις, στα «μικροπολιτικά παιχνίδια» και τα σκάνδαλα των πολιτικών ήταν σκληρή:
«… Αν την ώρα που οι άλλοι θυσιάζονται, τους βλέπομε να γεμίζουν τις στήλες των εφημερίδων και τα κύματα του ραδιοφώνου με τις ιδιοτελέστερες και εμπαθέστερες μικρολογίες τους και αντεγκλήσεις τους (…) Αν στην ειδησεογραφία των εφημερίδων, τα κατορθώματα του στρατού μας, πολλές φορές αφθάστου ηρωισμού, ή ο πόνος του Έθνους και αυτό το παιδομάζωμα, μπαίνουν σε δεύτερη σειρά, για να ασχοληθούμε με τις ελεεινότητες στον πολιτικό μας κόσμο, με το πότε ‘αγαπίζουν’ (πάντοτε από μικροϋπολογισμό) και πότε εδέχθηκε να μειδιάση ο ένας και πότε το φτέρνισμα του άλλου είναι αληθινό η συμβολικό…».
Και η προειδοποίηση πως η ψήφος των πολιτών δεν είναι δεδομένη:
« Εμείς λοιπόν, να τους το πούμε, ή μάλλον να τους το λέμε συνεχώς, καθαρά και ξάστερα (…) Ότι επιτέλους, αυτός ο λαός είναι και ο ψηφοφόρος (…) Με άλλα λόγια ότι σημειώνομε τώρα τη συμπεριφορά του καθενός, το ενδιαφέρον του  για τον παλμό του λαού και για τον αγώνα μας, και ότι όλοι εκείνοι που μας κάνουν τον πόλεμο των νεύρων, κάθε τόσο, όλοι αυτοί θα έλθουν αύριο και θα ζητήσουν την ψήφο μας. Και να το ξέρουν, ότι δεν θα την πάρουν την ψήφο μας αυτή. Και ότι θα τους χτυπήσωμε».

«Κίνημα» και Κοινωνική Δικαιοσύνη»

Από τις θέσεις του κινήματος δεν λείπει και η ιδέα της «Κοινωνικής Δικαιοσύνης» και η παραδοχή ότι αυτή δεν υπάρχει στην Ελλάδα ( βλ. και σειρά άρθρων στις «Ακτίνες» το καλοκαίρι του 1949 για τον «Χριστιανικό Κοινωνισμό»). Για τα στελέχη του κινήματος ο αγώνας εκείνων των ημερών έπρεπε να έχει και συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο σε αντίθεση με τα άλλα παραδοσιακά αντικομμουνιστικά κόμματα. Σημειώνεται μάλιστα και η αποστολική αναφορά στην « καινή γη», όπου υπάρχει αυτή η δικαιοσύνη.
Ο τονισμός της ιδέας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης βεβαίως δεν σήμαινε αμφισβήτηση του καπιταλισμού ούτε και συνοδευόταν από συγκεκριμένη κριτική στην πρακτική των κυβερνήσεων της εποχής, ακόμη και στις πιο ακραίες μορφές τους, όπως ήταν η άγρια καταστολή των εργατικών αγώνων, ο περιορισμός των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, η συνεχής συμπίεση  των αποδοχών των μισθωτών κ.λπ. Η κριτική  περιοριζόταν στις γενικές αναφορές στην «σαπίλα» του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου, που «έδινε όπλα στους εχθρούς της Ελλάδος».

Οι αντιδράσεις στο σχέδιο για νέο κόμμα

Τα σχέδια για την ελληνική χριστιανοδημοκρατία  δεν ευοδώθηκαν τελικά.
Τα στελέχη των παραδοσιακών κομμάτων αντέδρασαν στην ιδέα να «μοιραστούν το παιχνίδι» με νέα πρόσωπα, ή να μπουν κάτω από αυτά, σε ένα νέο πολιτικό σχηματισμό. Οι ιδέες  για ανανέωση της Δεξιάς προέβλεπαν ότι οι νέοι σχηματισμοί θα φρόντιζαν να διατηρήσουν τη συνέχεια του παραδοσιακού συντηρητικού χώρου και όχι να τη διακόψουν,  ενεστερνιζόμενοι αφοριστικές θέσεις όπως για τη «σαπίλα» των πολιτικών κ.λπ.
Αρνητική ήταν τελικά και η στάση των Αμερικανών οι οποίοι παρακολουθούσαν από κοντά όλες τις διεργασίες.  Η προτίμησή τους εκείνες τις στιγμές στρέφονταν στις κεντρώες αστικές δυνάμεις. Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου οι δυνάμεις αυτές είχαν δώσει σαφέστατα δείγματα αντικομουνισμού, αντισοβιετισμού και προσήλωσης στα συμφέροντα της Δυτικής Συμμαχίας.

Ο παράγων Τίτο

Και το σημαντικότερο: Μ’ αυτές τις δυνάμεις θα εξυπηρετείτο καλύτερα η πολιτική προσέγγισης με το Βελιγράδι, βασικό στόχο τότε της πολιτικής της Ουάσινγκτον στα Βαλκάνια, μετά τη ρήξη Τίτο-Κομινφόρμ. Θυμίζουμε ότι οι σχέσεις Αθηνών – Βελιγραδίου οι οποίες ουδέποτε είχαν διακοπεί εντελώς, αποκαταστάθηκαν πλήρως το 1950.
Από την επίσκεψη του βασιλιά Παύλου το 1954 στη Γιουγκοσλαβία. Χειραψία με τον Τίτο
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πίεζαν συνεχώς την Ελλάδα και την Τουρκία να αποτελέσουν το στρατιωτικό υπόβαθρο της τιτικής Γιουγκοσλαβίας στην αναμέτρησή της με την Μόσχα και τις άλλες συμμαχικές μ’ αυτήν χώρες. Έτσι φτάσαμε και, τον Φεβρουάριο του 1953, στην υπογραφή της Βαλκανικής συμμαχίας  («Σύμφωνο της Αγκύρας») που προέβλεπε κοινή άμυνα, πολιτική και στρατιωτική συνεργασία και την αμοιβαία βοήθεια. Θυμίζουμε ακόμη πως επιστέγασμα αυτής της πολιτικής ήταν και το ταξίδι του Παύλου και της Φρειδερίκης στο Βελιγράδι και η ανταπόδοση από τον Τίτο με την επίσκεψη του στην Ελλάδα.

Η αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας

Με καχυποψία έβλεπαν τα πολιτικά ανοίγματα του Τσιριντάνη και των συνεργατών του και οι κληρικοί, μέλη του στενού ηγετικού πυρήνα της «Ζωής», ο ρόλος των οποίων είχε αναβαθμιστεί μετά την ασθένεια του Σεραφείμ Παπακώστα.
Όσο για την ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας, από πολύ νωρίς είχε φροντίσει να εκφράσει την αντίθεσή της στα σχέδια για την αυτόνομη παρουσία ενός χριστιανικού κόμματος στην πολιτική ζωή, η ηγεσία του οποίου θα της έπαιρνε την πρωτοκαθεδρία της προνομιακής σχέσης με την Πολιτεία. Πολύ περισσότερο που ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ήταν αντίπαλος των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του Χρύσανθο. Και ήταν πολύ φυσικό να επιμένει να διατηρεί για τον ίδιο το  προνόμιο της πολιτικής και να μην το παραχωρεί σε άλλους, όπως οι «παντελονάδες» κατά την υποτιμητική έκφραση πολλών μητροπολιτών για τα λαϊκά στελέχη των οργανώσεων. Και όταν χρειάστηκε, κράτησε ο ίδιος ο Δαμασκηνός το προνόμιο να ασκήσει πολιτική, συγκεντρώνοντας κάποια στιγμή στο πρόσωπό του και τα τρία αξιώματα, του αντιβασιλιά, του πρωθυπουργού και του αρχιεπισκόπου.
Ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός στα ανάκτορα για τις καθιερωμένες πρωτοχρονιάτικες στον βασιλιά Γεώργιο.
Ήδη από το 1947, σε άρθρο του μητροπολίτη Σάμου, Ειρηναίου, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εκκλησία» με τίτλο « Η Εκκλησία και τα Χριστιανικά Σοσιαλιστικά Κόμματα» εκφραζόταν η σαφέστατη αντίθεση σε οποιοδήποτε σχέδιο για ξεχωριστό πολιτικό κόμμα.
Η μόνη περίπτωση, σημείωνε ο Ειρηναίος, που θα μπορούσε να δεχθεί η Εκκλησία να στηρίξει ανοιχτά ένα αυτόνομο πολιτικό σχηματισμό θα ήταν ο χωρισμός της από το κράτος. Ήταν μια θέση που αποτελούσε περισσότερο προειδοποίηση να μην αλλάξει τίποτα στις σχέσεις Εκκλησίας- Κράτους που θα μπορούσε να απειλήσει την προνομιακή θέση της Ιεραρχίας, παρά έκφραση ενός συγκεκριμένου προβληματισμού στους κόλπους των ανώτατων κληρικών («Εκκλησία», 1.1.1947).
Αλλά και αργότερα, στις αρχές του 1950, όταν ο σχηματισμός ενός Ελληνικού Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος υπήρχε στα εξεταζόμενα σενάρια, η επίσημη Εκκλησία έσπευσε να εκφράσει την αντίθεσή της. Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο στο περιοδικό «Εκκλησία»:
«Ανάγκη ευθύς εξ αρχής να λεχθή  ότι το έργον της Εκκλησίας δεν διεξάγεται δια της κοσμικής πολιτικής και του αναγκαστικού  χαρακτήρος πολιτικών νόμων. Ο άνθρωπος δεν γίνεται αγαθός και χριστιανός εξ αποφάσεων πολιτικών σωμάτων, οία τα βουλευτικά σώματα (…) Οι πολιτικοί νόμοι είνε στοιχεία του βασιλείου του κοσμικού Καίσαρος. Οποίον είνε το κράτος. Τα του Θεού αποτελούν πεδίον διάφορον, εν τω οποίω τα κοινωνικά και τα οικονομικά προβλήματα λύονται δι’ άλλης πολιτικής , της πολιτικής της ελευθέρας κατά Χριστόν ζωής».

Ο ΙΔΕΑ και ο Σπυρίδων

Οι θέσεις αυτές εξέφραζαν την μεγάλη πλειοψηφία των μελών της Ιεραρχίας. Ο ίδιος ο τότε αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων  έτρεφε συμπάθεια προς την «Ζωή», αλλά είχε και ο ίδιος πολιτικές φιλοδοξίες. Μην ξεχνάμε ότι ως μητροπολίτης  Βελλάς το 1914 συμμετείχε στην υπό τον Γεώργιο Ζωγράφο Προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου και το 1941 ως μητροπολίτης Ιωαννίνων  πρωτοστάτησε στην ατιμωτική συνθηκολόγηση των στρατηγών του μετώπου (Τσολάκογλου, Μπάκος κ.α.) με τους Γερμανούς. Και το 1951, περίοδο που εξετάζουμε, το όνομά του εμπλέκεται στο γνωστό κίνημα του ΙΔΕΑ.
Θυμίζουμε σε συντομία τα γεγονότα. Τη νύχτα της 30ης προς την 31η Μαΐου  1951 εκδηλώθηκε  κίνημα αξιωματικών μελών της ακροδεξιάς οργάνωσης ΙΔΕΑ που ουσιαστικά ήλεγχε το Στρατό. Οι πραξικοπηματίες ζητούσαν να ανακληθεί η παραίτηση από την αρχιστρατηγία του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, γιατί όπως υποστήριζαν , «εξωθήθη» σ’ αυτήν. Πολλοί από τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος , όπως οι ταξίαρχοι Χρηστέας , Φροντιστής και Κοντόπουλος, οι συνταγματάρχες Νάτσινας , Μπέλλας και Κουρούκλης, οι Γεώργιος Παπαδόπουλος , Καρδαμάκης, Σπαντιδάκης κ.α. είχαν παρακολουθήσει τις ενημερωτικές ομιλίες που οργάνωνε το «Ελληνικόν  Φως» στα χρόνια του Εμφυλίου. Κράτησαν θέσεις – κλειδιά στις μυστικές υπηρεσίες, αρκετοί συμμετείχαν στην οργάνωση του «Σχεδίου Περικλής» και στις «εκλογές της  βίας και της νοθείας» του 1961 και αργότερα ορισμένοι απ’ αυτούς θα είναι οι πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος της 21ηςΑπριλίου 1967.
Ο αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων Bλάχος προσέρχεται στην εκδήλωση για τα δυο χρόνια από την «συντριβή του συμμοριτισμού» στο Γράμμο.
To κίνημα κατεστάλη με εντολή του ίδιου του Παπάγου και στο πόρισμα του συμβούλου της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Ζωζωνάκη που έκανε τις ανακρίσεις, αποκαλύπτεται πως οι κινηματίες σχεδίαζαν να κάνουν πρωθυπουργό τον ίδιο τον Σπυρίδωνα, όπως σημειώνει ο Σπύρος Λιναρδάτος στο βιβλίο του «Από τον Εμφύλιο στη Χούντα». Ο αρχηγός των κινηματιών ταξίαρχος Χρηστέας, κατέθεσε στον ανακριτή :
«Εις μίαν στιγμήν ο υποπτέραρχος Κελαιδής Εμμ., ευρισκόμενος εις το γραφείον του κ. Κιτριλάκη, εξήλθε δια να κατέβη κάτω και τότε ο ταξίαρχος Ταβουλάρης τον ηρώτησε εάν μπορεί να φέρη τον Δεσπότην από τα Ιωάννινα «Ντακότα», δια να επέμβη ίνα μεταπείση τον Στρατάρχην». Και ο Ζωζωνάκης συμπλήρωνε πως έγινε βολιδοσκόπηση και του ίδιου του Σπυρίδωνα: «…Οι περί τον ΙΔΕΑ κινούμενοι απέβλεπον πάντοτε εις τον Αρχιεπίσκοπον , δι’ ο και ο μέν αντισυνταγματάρχης Καραμπότσος ωμίλει εις τα Ιωάννινα περί δυναμικωτέρας κυβερνήσεως υπό τον Αρχιεπίσκοπον, τα ίδια δε επανελάμβανε και εις την Θεσσαλονίκην  (…) ο δε ταξίαρχος Χρηστέας και ένας άλλος ταξίαρχος επεσκέφθη τον Μακαριώτατον και του επρότεινε να αναλάβη την προεδρίαν της κυβερνήσεως, την οποίαν ούτοι θα εξησφάλιζον δια στρατιωτικού πραξικοπήματος».

Σενάρια πρωθυπουργοποίησης του Τσιριντάνη

Εκτός από τα σχέδια για τη δημιουργία ελληνικής Χριστιανοδημοκρατίας με κορμό τους «άφθαρτους» διανοούμενους της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων, τα ανάκτορα προωθούσαν σταθερά και την ιδέα της ανάληψης υψηλών πολιτικών καθηκόντων από τον καθηγητή Τσιριντάνη.
Στα τέλη του 1948, αρχές του 1949, και ενώ ο Εμφύλιος έμπαινε στην πιο κρίσιμη φάση του, αποφασίστηκε από τα ανάκτορα και τους Αμερικανούς η ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Αλέξανδρο Παπάγο. Οι περισσότεροι πολιτικοί, εκτός του Θεμ. Σοφούλη, δεν αποδέχονταν την άνευ όρων ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο. Είχαν προχωρήσει μάλιστα σε συμφωνία για τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Αλ. Διομήδη, χωρίς τους φιλελεύθερους του Σοφούλη και το Νέο Κόμμα του Μαρκεζίνη.
Ο βασιλιάς Παύλος με τον Νικόλαο Πλαστήρα και τον Σοφοκλή Βενιζέλο.
Προς στιγμήν απειλήθηκε ανοιχτή κυβερνητική  κρίση, που αποσοβήθηκε με παρασκηνιακές πιέσεις προς τον Διομήδη και τους άλλους «δυστροπούντες» πολιτικούς αρχηγούς. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό το παρασκήνιο έπαιξε ο Σπύρος Μαρκεζίνης ο οποίος αφηγήθηκε στον γράφοντα πως μετά την εξασφάλιση της συναίνεσης των «δυστροπούντων» για την ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο, τηλεφώνησε στον βασιλιά Παύλο από το σπίτι του εκδότη Δημητρίου Λαμπράκη, για να του ανακοινώσει ότι είχε και τη σύμφωνη γνώμη του Διομήδη. Και η απάντηση του Παύλου, σύμφωνα πάντα με τον Μαρκεζίνη ήταν η παρακάτω: « Πολύ ωραία για να παραδώσω την εξουσία στον Αλέξανδρο Τσιριντάνη».
Όμως πριν περάσει χρόνος,  το όνομα του Τσιριντάνη περιελήφθη και πάλι στα σενάρια των ανακτόρων. Αμέσως μετά το τέλος του Εμφυλίου, η διενέργεια εκλογών ήταν αναπόφευκτη, αφού η θητεία της Βουλής έληγε τον Απρίλιο του 1950 και η κυβέρνηση Λαϊκών και Φιλελευθέρων δεν θα μπορούσε να παραμείνει στην εξουσία όσο θα πλησίαζε η ώρα της κάλπης. Όμως η επαναφορά της πολιτικής ζωής σε ομαλότερες μορφές θα οδηγούσε σε αλλαγές στη δομή της εξουσίας, όπως είχε διαμορφωθεί στα εμπόλεμα χρόνια. Αυτή η προοπτική απειλούσε άμεσα την στρατιωτική ηγεσία και τις εξουσίες που είχε αποκτήσει στα πεδία των μαχών, αλλά και ένα ευρύ πλέγμα δυνάμεων που το φόβιζαν οι έντονες συμφιλιωτικές τάσεις που εκφράζονταν από το λαό.
Μπροστά στον κίνδυνο να απειληθούν όσα κερδήθηκαν στα χρόνια του Εμφυλίου,  τ’ ανάκτορα, πολιτικοί που συνδέονταν μ’ αυτά, όπως ο Παναγιώτης Πιπινέλης , ο Σπύρος Μαρκεζίνης κ.α, αλλά και οι αξιωματικοί του ΙΔΕΑ άρχισαν να προωθούν την ιδέα μιας «ισχυρής μεταβατικής εξωκοινοβουλευτικής κυβερνήσεως».  Είναι χαρακτηριστική για τον χαρακτήρα αυτής της κυβέρνησης η ανταπόκριση από τις ΗΠΑ  που δημοσιεύθηκε στο «Έθνος» της 28ης Οκτωβρίου 1949: «Πληροφορούμαι εξ ασφαλούς πηγής ότι κατά το τελευταίο εικοσαήμερον κατεβλήθη υπό ορισμένων κύκλων προσπάθεια όπως το Στέητ Ντηπάρτμεντ υιοθετήσει απόψεις, αι οποίαι θα ωδήγουν εις μιαν εξωκοινοβουλευτικήν κυβέρνησιν, κατά το μεγαλύτερον μέρος των μελών της. Η κυβέρνησις αυτή παραμένουσα επί απροσδιόριστον χρονικό διάστημα εις την αρχήν θα έπρεπε να διενεργήση τας προσεχείς βουλευτικάς εκλογάς…».
Η συγκρότηση αυτής της – κατά παρέκκλησιν από το Σύνταγμα- κυβέρνησης ήταν τόσο πιθανή που η γαλλική εφημερίδα «Λε Μοντ» σημείωνε: « Το φάσμα της δικτατορίας αιωρείται πάντοτε εις την χώραν αυτήν , η οποία εκ παραδόσεως είναι έρμαιον των φιλοδοξιών των διακεκριμένων στρατιωτικών».
Δίπλα στο όνομα του στρατάρχη Παπάγου για την ηγεσία αυτής της κυβέρνησης φιγουράριζε το όνομα του Αλέξανδρου Τσιριντάνη.
Στα σχέδια για την πρωθυπουργοποίηση του Τσιριντάνη εκείνη την περίοδο αναφέρεται και ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς στο «Καταφύγιο Ιδεών». Στον Γιανναρά ο γαμπρός του Τσιριντάνη Αρίστος Ασπιώτης είχε πει το 1963: «Ξέρετε τι προσωπικότητα είναι ο κύριος Αλέξανδρος αγαπητέ μου; Είχε τρεις φορές την πρόταση να αναλάβει τον σχηματισμό κυβέρνησης με απεριόριστη θητεία και αρνήθηκε…».
Τελικά και αυτή τη φορά οι πόρτες της εξουσίας δεν άνοιξαν για τον κορυφαίο των χριστιανών διανοουμένων. Όσο γι’ αυτά που ανέφερε ο Ασπιώτης περί αρνήσεως του Τσιριντάνη δεν τεκμηριώνονται από πουθενά. Η ιδέα της «μεταβατικής κυβερνήσεως ναυάγησε λόγω της αντίδρασης των πολιτικών αρχηγών και ( κυρίως) των Αμερικανών που έβλεπαν ότι μια δικτατορικού χαρακτήρα κυβέρνηση θα αποτελούσε εμπόδιο στην προσέγγιση με τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο.

Επίδοξος «κηδεμόνας» του Παπάγου

Τον Αύγουστο του 1950 ξέσπασε κυβερνητική κρίση, μετά το γνωστό λόγο του πρωθυπουργού Νικολάου Πλαστήρα στην Τήνο, για την ανάγκη λήψης μέτρων ειρήνευσης. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος απέσυρε τους υπουργούς του κόμματος των Φιλελευθέρων και ο Πλαστήρας υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Όλα έγιναν βάσει σχεδίου, που εκπορεύθηκε από τα ανάκτορα και προέβλεπε τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Πλαστήρα και  την ανάληψη της πρωθυπουργίας από το Βενιζέλο, μια κίνηση που θα άνοιγε το δρόμο για την είσοδο στην πολιτική του Αλέξανδρου Παπάγου.
Όμως τα ανάκτορα που δεν ήθελαν να είναι ανεξέλεγκτος ο στρατάρχης, ο περιβεβλημένος με την αίγλη του «νικητή στο πεδίο της μάχης», ήθελαν να τον έχουν υπό συνεχή έλεγχο. Η Φρειδερίκη σε μια μακρά συζήτηση στα ανάκτορα του Τατοΐου, τον Οκτώβριο του 1950, με τον Σπύρο Μαρκεζίνη, την οποία περιέγραψε ο ίδιος στα βιβλία του, αποκάλυψε ότι για την «προετοιμασία» του Παπάγου προβλεπόταν η σύσταση μιας «επιτροπής κηδεμονίας» του στρατάρχη: « Το ιδεώδες είναι να εγίνετο μια επιτροπή υπό την προεδρία του Γεωργίου Βεντήρη (σ.σ. δημοσιογράφος, πρεσβύτερος αδελφός του στρατηγού Κωνσταντίνου Βεντήρη, άνθρωπος των ανακτόρων). Είναι πλέον γέρος και δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο από το να επιτύχει να μας βγάλει από το αδιέξοδον (…). Εις αυτήν την επιτροπήν θα έπρεπε να συμμετάσχουν οι φίλοι μας,  ο Πιπινέλης, ο Κανελλόπουλος (σ.σ. ο Παναγιώτης),ο Μιχαλάκης  (Πεσμαζόγλου), ένας δυο άλλοι καθηγηταί και σεις. Η επιτροπή θα μελετήσει όλα τα θέματα της πολιτικής χρησιμοποιήσεως του Παπάγου. Προκαταρτισμό της κυβερνήσεως, πρόγραμμα, συνδυασμούς…». Και ο Σπύρος Μαρκεζίνης ερμηνεύοντας τα λόγια της Φρειδερίκης σημειώνει: «Προφανώς, ο ένας από τους καθηγητάς στους οποίους ανεφέρετο ήταν ο Αλ. Τσιριντάνης».
Ο Μαρκεζίνης σημειώνει ακόμη ότι το βασιλικό ζεύγος ήταν πολύ επιδεκτικό στην κολακεία. Και ένας από αυτούς που «εν χορώ» απέδιδαν τα πάντα στους βασιλείς ήταν και ο Τσιριντάνης ο οποίος σε συνεδρίαση της οργάνωσης «Ελληνικόν Φως» είχε διακηρύξει παρουσία του Παύλου και του Παπάγου: «Ουδέποτε άλλοτε υπήρξε βασιλεύς της πνευματικότητος του βασιλέως Παύλου».

Η ώρα της απόσυρσης

Μετά την αποτυχία των σχεδίων για τη συγκρότηση της ελληνικής Χριστιανοδημοκρατίας, ο Τσιριντάνης και οι περί αυτόν άρχισαν σιγά – σιγά να μπαίνουν στο περιθώριο. Μάλιστα ίδρυσαν και δική τους ομάδα, το σύλλογο «Ελληνικός Πολιτισμός», με όργανο το περιοδικό «Συζήτησις», στο οποίο έγραφαν συχνά για τη «μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε» και την «ηγετική παρουσία του χριστιανισμού, που δεν επεβλήθη». Με υπόδειξη των ανακτόρων χρησιμοποιήθηκε σε δημόσιες θέσεις (το 1957 στην επιτροπή για την αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος και το 1961 ως μέλος της υπηρεσιακής κυβέρνησης Δόβα), υποδεέστερες όμως των φιλόδοξων σχεδίων του1949-1950. Το 1968 παραιτήθηκε από το Πανεπιστήμιο.
Μέσα σ’ ένα κατάλογο δεκάδων καθηγητών που απολύθηκαν, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα  ή εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση από τη Χούντα, ο Τσιριντάνης ήταν ο μόνος που παραιτήθηκε χωρίς πολιτική αιτία. Μάλιστα η παραίτησή του συνοδεύθηκε και από την έκφραση της «ευαρέσκειας» της χουντικής κυβέρνησης.

Άλλα σχήματα με το όνομα «Χριστιανικό»

Στις εκλογές του 1946 και του 1950 εμφανίστηκαν κόμματα  που χρησιμοποίησαν το επίθετο «Χριστιανικό» στον τίτλο τους, με επικεφαλής διάφορους, πλην όμως γραφικούς, τύπους της εποχής. Κανένα από αυτά δεν ξεπέρασε το 0.06%.
Ο Νίκος Ψαρουδάκης μετά την πτώση της Χούντας και την απελευθέρωση του από τη Γυάρο όπου είχε εξορισθεί.
Το 1956 πρωτοεμφανίστηκε με ένα  συνδυασμό στη Σάμο ο Νίκος Ψαρουδάκης με τη «Χριστιανική Δημοκρατία. Ο Ψαρουδάκης, που το 1951 ήταν υποψήφιος με την ΕΠΕΚ του Πλαστήρα,  θα μονοπωλήσει το χώρο και μετά τη μεταπολίτευση του 1974. Η συνεπής αγωνιστική στάση που κράτησε κατά της Χούντας των συνταγματαρχών, τα δημοσιεύματα της εφημερίδας «Χριστιανική» και η εκτόπισή του στη Γυάρο, τον έκαναν γνωστό και αγαπητό. Το 1977 η Χριστιανική Δημοκρατία συμμετείχε στη «Συμμαχία των Αριστερών και Προοδευτικών Δυνάμεων» (μαζί με την ΕΔΑ, το ΚΚΕεσωτ. , την Σοσιαλιστική Πορεία των διαγραμμένων από το ΠΑΣΟΚ στελεχών και την Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία του Γ. Α. Μαγκάκη).

Στις βουλευτικές εκλογές του 1981 η Χριστιανική Δημοκρατία κατέβηκε μόνη και πήρε 8.638 ψήφους ( 0,15%) και στις ευρωεκλογές 61.463 ψήφους ( 1,15%). Στις ευρωεκλογές του 1984 πήρε 26.735 ψήφους (0,45%). Το 1985 ο Ψαρουδάκης εξελέγη βουλευτής Επικρατείας με το ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ.
Προσπάθεια για την συγκρότηση ακροδεξιού Χριστιανικού κόμματος έγινε και μετά τη δικτατορία. Γνωστά ονόματα της Χούντας, όπως οι πρώην «υπουργοί» Παύλος Μανωλόπουλος και Αλ. Ματθαίου, ήρθαν σε επαφή με τον Βαυαρό ακροδεξιό χριστιανοκοινωνιστή Γιόζεφ Στράους και συγκρότησαν το «Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα» ( ΧΡΙΚΕ) με στόχο τους απογοητευμένους ακροδεξιούς ψηφοφόρους της ΕΔΕ του Π. Γαρουφαλιά, δυσαρεστημένους καραμανλικούς και βασιλικούς. Το κόμμα αυτό δεν προχώρησε , γιατί οι έγκλειστοι στον Κορυδαλλό ηγέτες της Χούντας προτίμησαν να συγκροτήσουν την «Εθνική Παράταξη» που μπήκε στη Βουλή στις εκλογές του 1977. «Χριστιανοδημοκρατικό» ονομάζει το κόμμα του και ο ανεξάρτητος βουλευτής.  Νίκος Νικολόπουλος. Πρόκειται για αστεία περίπτωση ανάξια λόγου…

Βασική βιβλιογραφία
-Χρήστου Γιανναρά «Καταφύγιο Ιδεών», εκδόσεις «Δόμος» 1987, εκδόσεις Ίκαρος 2000 και « Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», εκδόσεις Δόμος.
-Τα τεύχη των περιοδικών «Εκκλησία» και «Ακτίνες» της περιόδου 1946-1950.
-Γιώργου Μουστάκη « Η γέννηση του Χριστιανοφασισμού- Ζωή, ο Σωτήρ», εκδόσεις Κάκτος.
-Σπύρου Μαρκεζίνη «Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδας 1936-1975», τ. Β΄, εκδόσεις Πάπυρος.
-Σπύρου Λιναρδάτου «Από τον Εμφύλιο στη Χούντα», τ. Α΄, Εκδόσεις  Παπαζήση, Πότη Παρασκευόπουλου «Φιλελεύθερα ανοίγματα στην Ελλάδα μετά τον Εμφύλιο-H άνοδος και η πτώση του Πλαστήρα», εκδόσεις Φυτράκη. Και τα δύο βιβλία περιέχουν λεπτομέρειες για τις πολιτικές διεργασίες εκείνων των ημερών.
-Γιώργου Καραγιάννη « Η Εκκλησία από την Κατοχή στον Εμφύλιο», εκδόσεις Προσκήνιο-Άγγελος Σιδεράτος.
-Αλέξανδρου Σακελλαρίου «Δικτατορίες και Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα στον 20ο αιώνα: Πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές –νοηματικές σχέσεις υπό καθεστώτα εκτάκτου ανάγκης», διδακτορική διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
To πρώτο μέρος εδώ και το δεύτερο εδώ.

ΠΗΓΗ: http://www.iskra.gr
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου