Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Οι Μυροφόρες φθάνουν στον Κενό Τάφο - H εικόνα της Αναστάσεως και οι Μυροφόρες

τοιχογραφία στην Ι.Μ. Διονυσίου Αγίου Όρους  με δύο Αγγέλους και στρατιώτες που κοιμούνται
τοιχογραφία στην Ι.Μ. Διονυσίου Αγίου Όρους 
με δύο Αγγέλους και στρατιώτες που κοιμούνται

Μελέτη του Δρ. Θεολογίας Αθανάσιου Μουστάκη
σε Επιμέλεια Σοφίας Ντρέκου
Περιεχόμενα:
1. Οι Μυροφόρες φθάνουν στον Κενό Τάφο
2. «Οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ’ ἠγέρθη» H εικόνα της Αναστάσεως και οι Μυροφόρες

Οι Μυροφόρες φθάνουν στον Κενό Τάφο

Χριστὸς ἀνέστη!
Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα στὸν ἰουδαϊσμὸ συνήθεια κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἕνα νεκρὸ σῶμα ἔπρεπε νὰ ἀλειφθεῖ μὲ πολύτιμα μύρα ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμο γιὰ νὰ παραδοθεῖ στὴ φθορὰ τοῦ θανάτου. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρακτικὴ δὲν ἐξαιρέθηκε οὔτε τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ὁμάδα μυροφόρων γυναικῶν ἐπισκέφθηκε τὸν τάφο γιὰ νὰ πράξει τὸ καθῆκον κάθε εὐσεβοῦς Ἰουδαίου ἀπέναντι σὲ ἕναν νεκρό.

Κανονικὰ οἱ τιμὲς αὐτὲς ἀποδιδόταν κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ταφῆς καὶ ἔπειτα ὁ τάφος σφραγιζόταν. Στὴν περίπτωση τοῦ Κυρίου δὲν ἔγινε ἡ ἐπάλειψη κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ταφῆς, καθὼς ἡ ὥρα εἶχε παρέλθει καὶ λόγῳ τῆς αὐστηρῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου, ποὺ εἶχε ξεκινήσει κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀποκαθηλώσεως (ἡ ὁποία προφανῶς ἔγινε νωρὶς τὰ ξημερώματα τοῦ Σαββάτου), δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀγοράσουν τὰ ἀπαραίτητα οὔτε νὰ παραμείνουν στὴν περιοχὴ τῆς ταφῆς ποὺ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες τῆς Ἰερουσαλήμ.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ αὐστηροὺς περιορισμοὺς ποὺ ἴσχυαν κατὰ τὸ Σάββατο ἦταν ἡ ἀπαγόρευση νὰ βαδίσουν περισσότερο ἀπὸ «Σαββάτου ὁδὸν» ποὺ σύμφωνα μὲ τὴ μία σχολὴ ἑρμηνευτῶν τοῦ νόμου ἦταν χίλια (περίπου 500 μέτρα) καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἄλλη δύο χιλιάδες βήματα (περίπου 1.000 μέτρα). Γι' αὐτὸ οἱ μυροφόρες κατόρθωσαν νὰ ἀγοράσουν τὰ μύρα, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν τάφο καί, φυσικά, δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ κυλίσουν τὸν λίθο ποὺ κάλυπτε τὴ θύρα τοῦ μνημείου.

Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν τὰ βιβλικὰ χωρία, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦν τὸ ρωμαϊκὸ σύστημα χρονολόγησης καὶ δέχονται ὅτι τὸ Σάββατο ἔληγε τὰ ξημερώματα τῆς ἑπομένης ἡμέρας: τῆς μίας τῶν Σαββάτων, δηλαδὴ τῆς πρώτης μετὰ τὸ Σάββατο. Στὸ χωρίο Ματθαίου 28:1 παραδείγματος χάριν διαβάζουμε «ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων». Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ «πολὺ ἀργὰ τὸ Σάββατο, ἐνῶ χάραζε ἡ πρώτη ἡμέρα μετὰ τὸ Σάββατο», δηλώνοντας ὅτι μέχρι τὰ ξημερώματα τοῦ Σαββάτου ἴσχυε τὸ Σάββατο καὶ ἡ ἑπόμενη ἡμέρα ξεκινοῦσε μὲ τὴν πρώτη ὑποψία τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου.

Ὁ μόνος ποὺ φαίνεται νὰ μένει πιστὸς στὸ ἰουδαϊκὸ σύστημα χρονολόγησης τῶν τμημάτων τῆς ἡμέρας εἶναι ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος. Τὸ χωρίο Μάρκου 16:1 δηλώνει ὅτι ἀγόρασαν ἀρώματα μόλις πέρασε ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου (ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου) καὶ τὸ πρωῒ τῆς μίας τῶν σαββάτων, τῆς ἑπομένης ἡμέρας μετὰ τὸ Σάββατο, ὅταν εἶχε λήξει ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου ἐπισκέφθηκαν τὸ μνῆμα τοῦ Κυρίου: «καὶ διαγενομένου τοῦ Σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. καὶ λίαν πρωῒ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖο ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου». Προφανῶς ξεκίνησαν ἀξημέρωτα ἀπὸ τὶς κατοικίες τους καὶ μόλις βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη ἄρχιζε νὰ ἀχνοφαίνεται ἡ αὐγή. Πιθανότατα αὐτὸ συμβαίνει διότι εἶναι ὁ μόνος ποὺ περιγράφει μία πράξη ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὶς Μυροφόρες ἐντὸς τῆς πόλεως. Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἡ ἀγορὰ ἀρωμάτων, πραγματοποιήθηκε σύμφωνα μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ τυπικὸ τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου.

Βέβαια, μὲ μία λίγο διαφορετικὴ ἑρμηνεία θὰ μποροῦσε καὶ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ τοῦ εὐαγγελιστοῦ Μάρκου νὰ ταιριάζει μὲ τὸ ρωμαϊκὸ σύστημα χρονολόγησης ἐὰν δεχθοῦμε ὅτι τὸ «διαγενομένου τοῦ Σαββάτου» ἀναφέρεται στὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου (ὅπως στοὺς ἄλλους εὐαγγελιστὲς) καὶ κατὰ συνέπεια οἱ Μυροφόρες ἀγόρασαν τὰ ἀρώματα λίγο πρὶν τὰ ξημερώματα (προφανῶς τὰ καταστήματα ἦταν ἀπὸ πολὺ νωρὶς ἀνοικτὰ στὴν Ἰερουσαλὴμ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὶς δεκάδες χιλιάδες τῶν ἐπισκεπτῶν τοῦ Πάσχα) καὶ μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου ἔφτασαν στὸ μνημεῖο.

Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς σημειώνει ὅτι ἡ ἀποκαθήλωση ἔγινε πολὺ ἀργὰ τὴν Παρασκευή, ἐνῶ ξημέρωνε τὸ Σάββατο, ὅμως πρὶν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ὁ ὁποῖος θὰ δήλωνε τὴν ἔναρξη τοῦ Σαββάτου (Λκ. 23:54) «καὶ ἡμέρα ἦν παρασκευῆς καὶ σάββατον ἐπέφωσκεν». Συνεπῶς, ὁ εὐαγγελιστὴς δὲν θεωρεῖ ὅτι ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου εἶχε ξεκινήσει τὸ ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνατολὴ τὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου.

Οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἑτοίμασαν τὰ ἀρώματα γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὴ νεκρικὴ φροντίδα τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου καὶ ἐπισκέφθηκαν τὸ μνῆμα ἀμέσως μόλις τελείωσε ἡ ἀργία του Σαββάτου, πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ τὴν ὥρα ποὺ χάραζε ἡ ἑπόμενη ἡμέρα ἀπὸ τὸ Σάββατο (ἡ Κυριακὴ): «τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν, τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα ἦλθον» (Λκ. 23:56-24:1).

Ἀντιστοίχως, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης τονίζει καὶ αὐτὸς ὅτι ἡ Ἁγία Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ «ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου» (Ἰωάννου 20:1) ἔφθασε στὸν τάφο πολὺ πρωΐ. Μάλιστα, σημειώνει ὅτι ἦταν ἀκόμη σκοτάδι.

Ἀπὸ τὴ μελέτη αὐτῶν τῶν χωρίων διαπιστώνουμε ὅτι οἱ μυροφόρες ἔφθασαν στὸν τάφο πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς, μόλις ἡ μετακίνησή τους ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη ἦταν ἐπιτρεπτή. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἦταν σύμφωνο μὲ τὸ ρωμαϊκὸ ἡμερήσιο πρόγραμμα ποὺ δεχόταν ὅτι ἡ 1η ὥρα τῆς ἡμέρας ξεκινοῦσε μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου. Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα ἡ κάθε ἡμέρα χωριζόταν σὲ 12 ὧρες τῆς ἡμέρας καὶ 12 ὧρες τῆς νύκτας. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχὴ τοῦ χρόνου καὶ τὴν περιοχὴ τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ποὺ γινόταν ἡ μέτρηση ὑπῆρχαν σημαντικὲς διαφορές.
  • Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁρίζουν τὸν χρόνο οἱ εὐαγγελιστὲς στὶς διηγήσεις τοῦ πάθους καὶ τῆς σταυρώσεως:
α) «ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης. περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ο Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων …». Σὲ μετάφραση τὸ χωρίο αὐτὸ ἔχει ὡς ἐξῆς: «ἀπὸ τὶς 12 τὸ μεσημέρι μέχρι τὶς 3.00 μ.μ. ἔγινε σκοτάδι σὲ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Γύρω στὶς 3.00 μ.μ. ὁ Ἰησοῦς κραύγασε μὲ δυνατὴ φωνὴ …» (Ματθαίου 27:45-46).

β) ἀκριβῶς τὸ ἴδιο εἶναι τὸ χωρίο 15:33-34 τοῦ εὐαγγελιστοῦ Μάρκου

γ) καὶ τὸ χωρίο 23:44 τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν ἀναφέρει τὴν ὥρα ποὺ ἐξέπνευσε ὁ Κύριος.

δ) Ἀνάλογο προσδιορισμὸ ἔχει καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα ἦν ὡς ἕκτη. καὶ λέγει [ὁ Πιλᾶτος] τοῖς Ἰουδαίοις…» (Ἰωάννου 19:14) μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι δίνει μόνο τὸ ἀρχικὸ χρονικὸ ὅριο καὶ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τελείωσε ἡ δίκη τοῦ Ἰησοῦ ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου, γύρω στὶς 12.00 τὸ μεσημέρι.

Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἡμέρας, ποὺ σημειωτέον ἦταν σὲ χρήση καὶ στὸ Βυζάντιο, φαίνεται ὅτι οἱ μυροφόρες ξεκίνησαν ἀπὸ τὶς κατοικίες τους μετὰ τὴν 11η ὥρα τῆς νυκτὸς καὶ ἔφτασαν στὸ μνημεῖο κατὰ τὴν 1η ὥρα τῆς ἡμέρας ἢ πρὸς τὸ τέλος τῆς 11ης ὥρας τῆς νυκτός, δηλαδὴ ὅσο νωρίτερα τοὺς ἐπιτρεπόταν νὰ πᾶνε στὸν τάφο.

Καθοριστικὸ ρόλο στὴν ἀπόφαση τῶν Μυροφόρων νὰ ἐπισκεφθοῦν νωρὶς τὸ πρωί, καὶ ὄχι τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου, τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ στὴν χρήση ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστὲς τοῦ ρωμαϊκοῦ ἡμερησίου προγράμματος ἔπαιξε προφανῶς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ τόπος τῆς Σταυρώσεως καὶ τὸ μνημεῖο τοῦ Κυρίου ἦταν ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες τῆς Ἰερουσαλήμ. Τὸ βράδυ, μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου, ὅπως σὲ ὅλες τὶς πόλεις τοῦ ἀρχαίου κόσμου, οἱ πύλες ἔκλειναν καὶ ἄνοιγαν καὶ πάλι μὲ τὴν ἀνατολή.

Μάλιστα, ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες ποὺ χιλιάδες προσκυνητὲς καὶ ὁ ρωμαῖος ἐπίτροπος Πόντιος Πιλᾶτος ἦταν στὴν πόλη τὰ μέτρα ἀσφαλείας θὰ ἦταν αὐστηρότερα καὶ οἱ φρουροὶ πιὸ προσεκτικοί. Ἐπειδὴ ἡ Ἀποκαθήλωση καὶ ἡ γρήγορη ταφὴ ἔγιναν μὲ ἄδεια τοῦ Πιλάτου κατέστη δυνατὸ ὅσοι συμμετεῖχαν σὲ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες νὰ παραμείνουν ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες μετὰ τὴ δύση. Ἔτσι, τὸ πρόγραμμα μετακινήσεων τῶν μαθητῶν καὶ τῶν Μυροφόρων, ὅπως τὸ καταγράφουν οἱ εὐαγγελιστές, ἔπρεπε νὰ καθοριστεῖ βάσει τῶν ρωμαϊκῶν καὶ ὄχι βάσει τῶν ἰουδαϊκῶν μεθόδων μέτρησης τοῦ χρόνου.[1]

H εικόνα της Αναστάσεως και οι Μυροφόρες
«Οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ’ ἠγέρθη»

τοιχογραφία από τον Άγιο Νικόλαο Αναπαυσά Μετέωρα, Θεοφάνης ο Κρης, 1527
τοιχογραφία από τον Άγιο Νικόλαο Αναπαυσά 
Μετέωρα, Θεοφάνης ο Κρης, 1527

Η εικόνας της Αναστάσεως, η οποία εμφανίζεται στην ορθόδοξη παράδοση και διαφέρει από την εικόνα «Η εις Άδου κάθοδος»(βλ.εδώ). Η συγκεκριμένη εικόνα στηρίζεται πλήρως στη μαρτυρία των ευαγγελίων.
  • Ας δούμε, όμως, τα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα:
Κεντρικό σημείο της παράστασης είναι ο κενός τάφος και ο άγγελος που μεταφέρει το μήνυμα της εγέρσεως στις μυροφόρες.

Την εικόνα συμπληρώνουν οι Μυροφόρες και, σε λίγες περιπτώσεις οι στρατιώτες που εικονίζονται να κοιμούνται.
Η σκηνή περιγράφεται σε όλα τα ευαγγέλια (Μτθ. 28:1-7, Μρκ. 16:1-7, Λκ. 24:1-8, Ιω. 20:1-10) με μικρές παραλλαγές. Το κύριο σημείο είναι ότι στο σημείο που είχαν αποθέσει το σώμα του Κυρίου πλέον υπάρχουν μόνο τα νεκρικά σάβανα. Κάποιος μεταφέρει αυτό το εντυπωσιακό μήνυμα στους επισκέπτες.

Η Ανάσταση του Χριστού έγινε σε χρόνο που δεν είναι με ακρίβεια προσδιορισμένος, αλλά πάντως κατά τη διάρκεια της νύχτας, Νωρίς το πρωί της Κυριακής, πλησιάζουν προς το μνήμα, στο οποίο είχαν αποθέσει το νεκρό σώμα, μία ομάδα από γυναίκες, οι Μυροφόρες

«Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία» (Μτθ. 28:1), 
«Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη» (Μρκ. 16:1), 
«Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία ἡ Ἰακώβου καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς» (Λκ. 24:10) 
και «Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ» (Ιω. 20:1). 
Έτσι, λοιπόν, οι Μυροφόρες, ανάμεσά τους και η Παναγία, όπως δέχεται η παράδοση, εικονίζονται στις παραστάσεις της Αναστάσεως κρατώντας, μάλιστα, κάποια σκεύη, στα οποία εμπεριέχονται τα μύρα με τα οποία θα αλείψουν το σώμα του Ιησού. Συνήθως, εικονίζονται δύο μορφές, η Παναγία και η αγία Μαρία η Μαγδαληνή, ως «εκπρόσωποι» του ομίλου των Μυροφόρων. 

Στα πρόσωπά τους εικονίζεται η έκπληξη για το παράδοξο θέαμα που αντικρύζουν, ενώ σε κάποιες εικόνες σε αυτά διαγράφεται η αγωνία του «τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;» (Μρκ. 16:3). Σε μια κίνηση έκπληξης φέρνουν τα χέρια προς το πρόσωπο και στέκονται εκστατικές μπροστά στο θαύμα.

Στον κενό τάφο μπορούμε να δούμε το θέαμα που αντίκρυσαν οι Μυροφόρες: υπάρχουν μόνο τα σάβανα με τα οποία είχε τυλιχτεί το σώμα και το σουδάριομε το οποίο είχε καλυφθεί το κεφάλι. Η λεπτομέρεια των οθονίων παρατίθεται από τον ευαγγ. Λουκά, ο οποίος, μάλιστα, σημειώνει ότι τα είδε ο απ. Πέτρος, καθώς έγειρε το κεφάλι του για να ελέγξει τον τάφο: «ὁ δὲ Πέτρος ἀναστᾶς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια μόνα» (Λκ. 24:12), ενώ ο ευαγγ. Ιωάννης μας προσφέρει και τη λεπτομέρεια του σουδαρίου. 

Μάλιστα, κάνει δύο αναφορές:

(α) «ὁ ἄλλος μαθητὴς [ο Ιωάννης] προέδραμεν τάχιον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθεν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν» (Ιω. 20:4-5) 

και (β) «ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον» (Ιω. 20:6-7). Ακολουθώντας την τελευταία αναφορά, το σουδάριο διακρίνεται στις εικόνες από τα οθόνια και είναι τοποθετημένο ξεχωριστά.

Δίπλα στον τάφο εικονίζεται, συνήθως ένας, αλλά κάποτε και δύο άγγελοι, οι οποίοι φορούν λευκές φορεσιές. «Καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ» (Μτθ. 28:2), «καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδοννεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν» (Μρκ. 16:5), «καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις» (Λκ. 24:4) και «Μαρία δὲ εἱστήκει πρὸς τῷ μνημείῳ κλαίουσα ἔξω. ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ» (Ιω. 20:11-12)

Από τις βιβλικές αναφορές οι δύο κάνουν λόγο για έναν και οι δύο για δύο αγγέλους. Τη διαφοροποίηση αυτή, η οποία είναι άνευ ουσίας, ακολουθούν και οι ορθόδοξοι αγιογράφοι.

Συνήθως, ως επιγραφή της σύνθεσης αυτής υπάρχουν τα λόγια του αγγέλου, τα οποία είναι ένα μήνυμα και προς εμάς, πέρα από τις Μυροφόρες. Τα λόγια του αγγέλου, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, θα μπορούσαν να συνοψιστούν στο «οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γὰρ» (Μτθ. 28:6, Μρκ. 16:6 και Λκ. 24:6).

φορητή εικόνα της Αναστάσεως Ρωσικής νοοτροπίας

Ένα σημείο που η εικόνα της Αναστάσεως διαφέρει, ελαφρώς, από τη μαρτυρία των ευαγγελίων είναι η παρουσία δίπλα στον κενό τάφο, σε λίγες περιπτώσεις, των στρατιωτών, οι οποίοι κοιμούνται. Καμία σχετική αναφορά δεν υπάρχει στα ευαγγέλια.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα του 16ου αι. από την Ιερά Μονή Διονυσίου στο Άγιον Όρος, η οποία ακολουθεί. Σε αυτή συνδυάζονται και οι δύο ορθόδοξες απεικονίσεις ενωμένες σε μία παράσταση, στην οποία κυριαρχεί η «εις Άδου κάθοδος», ενώ σε μία ζώνη στο κάτω τμήμα της εικόνας παρουσιάζονται όλα τα στοιχεία της εικόνας του κενού τάφου.[2]

Ολόκληρη η μελέτη «Η Ανάσταση στην ανατολική και δυτική εικόνα» εδώ

εικόνα του 16ου αι. από την Ιερά Μονή Διονυσίου

Αναφορές: 
1. Οι Μυροφόρες φθάνουν στον Κενό Τάφο » Θεολογικά και άλλα τινά ~ Athanasios Moustakis’ blog, amoustakis.wordpress.com
2. Απόσπασμα από την μελέτη «Η Ανάσταση στην ανατολική και δυτική εικόνα» www.sophia-ntrekou.gr

Δείτε και...
ΠΗΓΗ:http://www.sophia-ntrekou.gr/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου