Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Η εξαιρετική επιχειρηματολογία του Νάσου Βαγενά στις μετανεωτερικές απόψεις του Αντώνη Λιάκου

Πριν από 11 χρόνια στο Βήμα της Κυριακής είχε γίνει ανάμεσα σε κορυφαίους πανεπιστημιακούς  μία ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση με θέμα την  εθνογένεση του σύγχρονου Ελληνικού Έθνους. Αφορμή ήταν ένα άρθρο του Νάσου Βαγενά με θέμα την μελέτη του Νίκου Σβορώνου γαι το «Ελληνικό έθνος και την διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού». Προσωπικά 
Ας τις διαβάσουμε με αντικειμενικό σκοπό τον εμπλουτισμό του δικού μας προβληματισμού και της συζήτησης:...

Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ | Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2005

Γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η μελέτη του Νίκου ΣβορώνουΤο ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού παρέμεινε ανέκδοτη επί τέσσερις δεκαετίες για να εκδοθεί μόλις σήμερα (εκδόσεις Πόλις). Εξετάζοντας το θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας της ελληνικής ιστορίας ο μαρξιστής ιστορικός οδηγείται σε ένα συμπέρασμα διαφοροποιούμενο από τις απόψεις όχι μόνο της εθνικιστικής αλλά και της μοντερνιστικής (/μαρξιστικής) θεωρίας του έθνους, το οποίο ασφαλώς θα προκαλέσει συζητήσεις.

Πώς γράφεται μια θεωρία της διαμόρφωσης του έθνους; Καθώς μια θεωρία οφείλει να είναι γενική και να περιλαμβάνει όλες τις γνωστές εκδηλώσεις ενός φαινομένου, και καθώς κανείς δεν μπορεί να είναι επαρκής γνώστης της παγκόσμιας ιστορίας, μια αρκούντως πειστική (αν όχι ιδεώδης) θεωρία του εθνικισμού θα μπορούσε να γραφεί από έναν ιστορικό που, εκτός από τη διαμόρφωση του εθνικισμού στο πεδίο της δικής του ειδίκευσης, θα γνώριζε όσο το δυνατόν καλύτερα την πορεία του σχηματισμού και όσο το δυνατόν περισσότερων άλλων εθνικών μορφωμάτων.

Οι σκέψεις αυτές - αυτονόητες άλλωστε - μας έρχονται στον νου όταν συγκρίνουμε το περιεχόμενο του γραμμένου στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μόλις σήμερα εκδεδομένου βιβλίου του Νίκου Σβορώνου Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού με τις αναφορές στη νεοελληνική περίπτωση που περιέχονται στα θεωρητικά βιβλία των επιφανέστερων σήμερα μελετητών του εθνικισμού. Διότι η σύγκριση αυτή μας κάνει να αισθανόμαστε ότι, αν και οι μελετητές αυτοί έχουν ανατρέψει βασικές βεβαιότητες των εθνικιστών ιστορικών, ορισμένες πραγματεύσεις τους κάθε άλλο παρά είναι επαρκείς.

* Ιδεοληπτική ανάγνωση

Είναι φανερό ότι οι αναφορές στη νεοελληνική εθνική διαμόρφωση των Ε. Gellner, Ε. Kedourie, Ε. J. Hobsbawm, Benedict Anderson (αλλά και άλλων) στηρίζονται σε ελλιπή γνώση της νεοελληνικής ιστορίας (έλλειψη που οφείλεται κυρίως στην αδυναμία πρόσβασής τους - εξαιτίας της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας - σε ελληνικές πηγές). Ο Kedourie, λ.χ., που δεν φαίνεται να έχει διαβάσει άλλο ελληνικό κείμενο πέρα από το γραμμένο στα γαλλικά «Υπόμνημα» (1803) του Κοραή, πιστεύει ότι ο Κοραής είναι ο πρώτος Νεοέλληνας που αισθάνεται ότι οι νεότεροι Ελληνες είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Ο Anderson - συγγραφέας του περίφημου βιβλίου Φαντασιακές κοινότητες (1983), το οποίο εισήγαγε και καθιέρωσε τον χρησιμοποιούμενο κατά κόρον σήμερα όρο φαντασιακός στον περί έθνους λόγο - αντλεί τις όποιες γνώσεις του για τους Νεοέλληνες από τον... Kedourie.

Θα περίμενε κανείς ότι οι έλληνες μελετητές του εθνικισμού, οι οποίοι αναπαράγουν γόνιμα στις εργασίες τους ορισμένες από τις διαπιστώσεις των εν λόγω θεωρητικών, θα τους ανταπέδιδαν την οφειλή τους επισημαίνοντας - ως καθ' ύλην αρμοδιότεροι - τις ελλείψεις των νεοελληνικών αναφορών τους. Όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Απεναντίας μεταφέρουν μηχανικά στα κείμενά τους τις ανιστόρητες περί νέου ελληνισμού απόψεις των προτύπων τους. Ετσι προσλαμβάνοντας κυριολεκτικά τη νεωτεριστική άποψη ότι «δεν είναι το έθνος εκείνο που δημιουργεί τον εθνικισμό αλλά ο εθνικισμός εκείνος που δημιουργεί το έθνος» και οδηγούμενοι στην πεποίθηση ότι «το ζήτημα της μελέτης του εθνικισμού είναι πώς η ερμηνεία του να μη "μολυνθεί" από τυχόν προαποδοχή της ιδέας του έθνους», υποστηρίζουν ότι πριν από το τέλος του 18ου αιώνα δεν υπάρχουν άνθρωποι που να αυτοπροσδιορίζονται ως Ελληνες σε επίπεδο εθνότητας. «Μια "εθνική" ελληνική ταυτότητα» γράφουν «κατασκευάζεται μόνο με τον ελληνικό Διαφωτισμό».
H πεποίθηση αυτή, που διατυπώνεται ως αντίδραση προς την παπαρρηγοπούλεια άποψη της συνέχειας του ελληνισμού, όπως αυτή έχει προσληφθεί από την ελληνική εθνικιστική ιστοριογραφία, δηλώνει ότι οι εν λόγω ιστορικοί μας έχουν ελλιπή γνώση των πριν από τον ελληνικό Διαφωτισμό πηγών. Θέλω να πω ότι, αν οι έλληνες εθνικιστές ιστορικοί διάβαζαν ιδεοληπτικά αυτές τις πηγές, οι αντιεθνικιστές ιστορικοί διακατεχόμενοι από μιαν άλλη ιδεοληψία - ότι όχι μόνο οι απόψεις της εθνικιστικής ιστοριογραφίας είναι ιδεολογηματικές αλλά και οι πηγές στις οποίες στηρίζονται αυτές οι απόψεις είναι αναγκαστικά αναξιόπιστες - απαξιούν να τις διαβάσουν ή, αν διαβάσουν κάποιες από αυτές, τις ερμηνεύουν όχι λιγότερο ιδεοληπτικά μέσα από τις προδιαγραφές των θεωρητικών τους σχημάτων.

* Θεωρία και πραγματικότητα

Οι αντιεθνικιστές ιστορικοί αποφεύγουν να συνομιλήσουν ακόμη και με τον μη εθνικιστή Σβορώνο (διότι τις απόψεις που περιέχονται στο Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος τις είχε ήδη διατυπώσει συνοπτικά σε προηγούμενα έργα του). Και αυτό ίσως γιατί - υποθέτω -, καθώς ο Σβορώνος είναι μαρξιστής (απορρίπτει, όπως και αυτοί, «τις ρομαντικές αντιλήψεις που παρουσίαζαν το έθνος ως κάποια υπερβατή οντότητα, έκφραση μιας φυλής ή ενός μεταφυσικού "λαϊκού πνεύματος", μιας "ψυχής"») και πιστεύει ότι η δημιουργία του έθνους «υπακούει σε κάποια ιστορική νομοτέλεια και βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με τους κοινωνικούς παράγοντες που κινούν την ιστορία», η αντίκρουση των απόψεών του θα προϋπέθετε μια συζήτηση περί θεωρίας του έθνους η οποία στην ελληνική περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποφύγει το θέμα της ιδιαιτερότητάς της και το θέμα των πηγών που μαρτυρούν αυτή την ιδιαιτερότητα, μια συζήτηση που θα απαιτούσε γνώση της μεταβυζαντινής και της βυζαντινής ιστορίας ανάλογη με εκείνη του Σβορώνου.

Και κατά τούτο κυρίως διαφέρει ο Σβορώνος από τους εν λόγω ιστορικούς. «Εκείνο που δεν ανέχεται ο ιστορικός» λέει σε μια συνέντευξή του (1988) «είναι η τυφλή μίμηση έτοιμων μεθοδολογικών σχημάτων, χωρίς να εξετάζεται αν ταιριάζουν στην πραγματικότητα που ερευνάται». Μια τέτοια ιστορική αντίληψη προϋποθέτει την πεποίθηση ότι η ιστορία δεν κατανοείται από δεύτερο χέρι, δηλαδή μόνο από τη βιβλιογραφία, ότι ο ιστορικός πρέπει να κάνει και πρωτογενή έρευνα. Οπως σημειώνει ο Σπ. I. Ασδραχάς στα εύστοχα «Προλεγόμενά» του στοΕλληνικό έθνος, «στον Σβορώνο η θεωρία υπόκειται ως ιστορικό σκεπτικό, δεν αναδύεται και, πολύ περισσότερο, δεν εκτοπίζει την "οντολογία" της ιστορίας. Είναι βέβαιο ότι, αν το κείμενο αυτό γραφόταν σε κοντινότερούς μας καιρούς, θα είχε την ίδια "φιλοσοφία της σύνθεσης", παρά την άνθηση των ερευνών και των συνθετικών δοκιμών γύρω από την έννοια και την πραγματικότητα του έθνους». Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος της διαφωνίας του Σβορώνου με τη μαρξιστική, μάλιστα κομματική, λογιοσύνη, οι απόψεις της οποίας ως προς το θέμα της ιστορικής πορείας του ελληνισμού ήταν παρόμοιες με αυτές των σημερινών θεωριοκρατούμενων ιστορικών.

* Λανθάνουσα συνέχεια

Το ερώτημα λοιπόν που θα πρέπει να τεθεί δεν είναι ποιες θα ήταν οι απόψεις του Σβορώνου στο θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας του ελληνισμού αν είχε διαβάσει ορισμένες από τις νεότερες θεωρίες περί έθνους, αλλά ποιες θα ήταν για το θέμα αυτό - και ίσως όχι μόνο γι' αυτό - οι απόψεις του Gellner, του Hobsbawm, του Kedourie, του Anderson ή άλλων, αν είχαν διαβάσει τοΕλληνικό έθνος του Σβορώνου.

Άλλωστε ο Σβορώνος, που δεν αγνοούσε τις ως τον θάνατό του (1989) διαμορφώσεις της θεωρίας, είχε ήδη απαντήσει στη βεβαιότητα της σημερινής θεωρίας ότι ο εθνικισμός προηγείται του έθνους. H διαφωνία του με τους αριστερούς συντρόφους του (που τη δεκαετία του 1940 διατύπωναν με λιγότερο σοφιστικό τρόπο αυτό που έχει αναπτυχθεί σήμερα σε περίτεχνη θεωρία) ήταν - σημείωνε το 1988 - ότι «είχαν μπερδέψει, όπως γίνεται συχνά ακόμη και τώρα, το πρόβλημα της διαμόρφωσης μιας εθνότητας με το πολιτικό αίτημα του εθνικού κράτους». Εχοντας εισαγάγει στη συζήτηση τη δική του μαρξιστική ανάγνωση του εθνικισμού με κύριο χαρακτηριστικό της οπτικής του τη διασύνδεση του κοινωνικοοικονομικού παράγοντα με τον πολιτισμικό στη μακρά διάρκεια, ο Σβορώνος αμφισβητεί και το 1988 τη θεωρία ότι η έννοια του έθνους γεννήθηκε από την αστική τάξη. «H σύνδεση της αστικής τάξης» λέει «είναι με την έννοια του εθνικού κράτους όχι με την έννοια του έθνους, που την έχουν διαμορφώσει πολύ πριν οι διάφοροι λαοί».

Ο Σβορώνος, διαφορετικά από τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς, δεν πιστεύει ότι όσα υποστηρίζουν οι άνθρωποι με διαφορετική ιδεολογία ή άποψη από τη δική του είναι αναγκαστικά όλα λανθασμένα. Διαφοροποιείται από την εθνικιστική βεβαιότητα της αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού, ωστόσο ανιχνεύει την ύπαρξη λανθάνουσας «πολιτιστικής και ως ένα σημείο εθνολογικής συνέχειας», η οποία από τον 6ο ως τον 11ο αιώνα συντηρεί υποσυνειδησιακά την ελληνικότητα, για να ανακτήσει ο ελληνισμός σταδιακά τη συνειδητότητά του από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, σε μια νέα ιστορική πορεία που θα διαρκέσει ως τις αρχές του 19ου αιώνα και θα διαμορφώσει «σε συντελεσμένο έθνος» τον νέο ελληνισμό. Ο ορατότερος και αποφασιστικότερος συντηρητής της πολιτισμικής συνέχειας ήταν η εξελισσόμενη ανά τους αιώνες χωρίς διακοπή ελληνική γλώσσα, η οποία με τη «συνδετική και αφομοιωτική λειτουργία της» επέτρεψε την ανάκτηση αυτής της συνειδητότητας.

* Γλώσσα και κόσμος

Με το Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος δεν επιχειρεί μια συνθετική αφήγηση της ελληνικής ιστορίας αλλά παρακολουθεί την πορεία της ελληνικότητας προσδιορίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά των διαφόρων σχηματισμών από τους οποίους πέρασε το ανθρώπινο σύνολο που ονομάζεται ελληνισμός έως ότου φτάσει στη διαμόρφωση μιας εθνικής ταυτότητας. Αν θέλαμε να εντάξουμε την προσέγγισή του στο πλαίσιο των ποικίλων προσεγγίσεων για το έθνος και τον εθνικισμό των τελευταίων πενήντα χρόνων - αρχεγονικές, παλαιικές, μοντερνιστικές, εθνοσυμβολικές, μεταμοντερνιστικές - θα λέγαμε ότι ο Σβορώνος προοικονομεί τις εθνοσυμβολικές. Απορρίπτοντας την ιδέα της φυλετικής σύστασης του έθνους και συσχετίζοντας τον κοινωνικοοικονομικό παράγοντα με την πολιτισμική παράδοση, ο Σβορώνος μάς δίνει μιαν άποψη για την πορεία του ελληνισμού πειστικότερη από εκείνη των κυρίαρχων σήμερα στη χώρα μας, στο πανεπιστημιακό επίπεδο, μοντερνιστικών και μεταμοντερνιστικών σχημάτων, μιαν άποψη που ενισχύεται από τις πρόσφατες μελέτες των εθνοσυμβολιστών (Perry Anderson, Α Zone of Engagement, 1992 Α. D. Smith, Nationalism, 2001), όπως και από πρόσφατες παρατηρήσεις της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της εξελικτικής ψυχολογίας για τον σημαντικό ρόλο των πολιτισμικών στοιχείων και του αισθήματος στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Αλλά και που βρίσκει μιαν απροσδόκητη (ακούσια βέβαια) συνηγορία από τις μεταμοντερνιστικές απόψεις για τη γλώσσα ως απόλυτο διαμορφωτή της πραγματικότητας. Διότι αν «δεν υπάρχει εκτός γλώσσας», όπως υποστηρίζουν οι απόψεις αυτές, αν τον κόσμο μου τον ορίζει η γλώσσα μου, και αφού δεν υπάρχει μία, παγκόσμια, γλώσσα αλλά πολλές και διαφορετικές, τότε η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, που είναι αδιαμφισβήτητη, θα πρέπει να συντηρεί εκείνο που ο Σβορώνος περιγράφει ως λανθάνουσα ελληνική συνέχεια.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
==============================

Μυθολογίες και αγιογραφίες

* Οι ιστορικοί δεν θέτουν ερωτήματα του τύπου «υπήρχε ή δεν υπήρχε ελληνικό έθνος τότε», αλλά πολύ πιο εξειδικευμένα. Αφορούν τα νήματα τα οποία κάποια στιγμή, και κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες στην εξέλιξη της σύγχρονης Ευρώπης συνυφάνθηκαν για να αποτελέσουν το έθνος

ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ | Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2005

Την Κυριακή (23.1.2005) στις Νέες Εποχές ο κ. Νάσος Βαγενάς έδωσε τη δική του απάντηση στο ερώτημα «Πώς γράφεται μια θεωρία της διαμόρφωσης του έθνους;», παίρνοντας αφορμή από τη μελέτη του Νίκου Σβορώνου «Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού», η οποία, αν και γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1960, παρέμεινε ανέκδοτη επί τέσσερις δεκαετίες για να κυκλοφορήσει μόλις σήμερα. Στον πρόλογο του άρθρου του ο κ. Βαγενάς επεσήμανε ότι «εξετάζοντας το θέμα της συνέχειας ή ασυνέχειας της ελληνικής ιστορίας, ο μαρξιστής ιστορικός οδηγείται σε ένα συμπέρασμα διαφοροποιούμενο από τις απόψεις όχι μόνο της εθνικιστικής αλλά και της μοντερνιστικής (μαρξιστικής) θεωρίας του έθνους, το οποίο ασφαλώς θα προκαλέσει συζητήσεις». H συνέχεια δίνεται σήμερα καθώς οι καθηγητές κκ. Αντώνης Λιάκος και Νίκος Δεμερτζής παραθέτουν τις δικές τους απόψεις για το έθνος, τους ιστορικούς που μελετούν το εθνικό φαινόμενο, τις πηγές και την ιστοριογραφία.

H πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Νίκου Σβορώνου «Το ελληνικό έθνος, Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού» (Πόλις 2004) χρησιμοποιήθηκε από τον κ. Νάσο Βαγενά για να κατηγορήσει τους ιστορικούς που μελετούν το εθνικό φαινόμενο ότι «μεταφέρουν μηχανικά τις ανιστόρητες περί νέου ελληνισμού απόψεις των προτύπων τους» («Το Βήμα», 23.1.2005). Προηγουμένως καταδίκασε και τα πρότυπα (Ε. Gellner, Ε. Kedourie, Ε. Hobsbawm, Β. Anderson), διότι στηρίζονται σε ελλιπή γνώση της θεωρίας του νέου ελληνισμού. Δεν θα έγραφαν αυτά που έγραφαν αν είχαν διαβάσει το πόνημα του Σβορώνου.

* Το κείμενο του Νίκου Σβορώνου

Οι ιστορικοί δέχτηκαν με επιφυλακτικότητα την έκδοση του χειρογράφου του Σβορώνου, μετά από σαράντα χρόνια. Μεγάλο μέρος του κειμένου αυτού είχε συμπεριληφθεί στο λόγο που εκφώνησε ο Σβορώνος κατά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφικής Αθηνών το 1976 και έχει δημοσιευτεί στα «Ανάλεκτα», (Θεμέλιο, 1982, σσ. 145-161). Επομένως το σχήμα του Σβορώνου για την ιστορία του Νέου Ελληνισμού δεν είναι άγνωστο. Εχει μάλιστα σχολιαστεί έκτοτε. Στο συνέδριο για τον Δημαρά το 1994 είχα υποστηρίξει ότι τελικά το Παπαρρηγοπούλειο σχήμα της ιστορίας του Ελληνικού έθνους ήταν τόσο ισχυρό, ώστε επιβίωσε ακόμη και σε μαρξιστές ιστορικούς, όπως ο Σβορώνος, ο οποίος για να εξηγήσει τη συναρμογή των διαφορετικών Ελληνισμών (στον Παπαρρηγόπουλο ήταν πέντε, αργότερα συρρικνώθηκαν σε τρεις) καταφεύγει στο θεολογικό σχήμα του τριπρόσωπου της Αγίας Τριάδας. Ενδεχομένως, αν ζούσε σήμερα, ο συγγραφέας θα είχε επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα αυτής της έκδοσης. Στα τελευταία σαράντα χρόνια πολλές από τις βεβαιότητες που διατύπωσε έχουν ανατραπεί. Ενα από τα παραδείγματα οι Νεομάρτυρες. Τους παρουσιάζει ως τους «πρώτους εθνικούς ήρωες του Νέου Ελληνισμού» (σ. 84). Θα παρέλειπε τη σελίδα αυτή αν είχε ζήσει για να διαβάσει το «Πάθος Μαρτυρίου» του Φίλιππου Ηλιού στα Ιστορικά (τχ. 23/1995) το οποίο δίνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Ακόμη και για τον εθνολογικό παράγοντα στην Αρχαιότητα, θα είχε αμφιβολίες αν έπρεπε να τον αντιμετωπίσει ως ουσία και όχι ως εκ των υστέρων κατασκευή, αν είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη σχετική βιβλιογραφία των τελευταίων χρόνων (Βλ., λ.χ., εκτός των άλλων, τις μελέτες του Jonathan Hall, Ethnic identity in Greek Antiquity, 1997, και Hellenicity, 2002).

Αν είναι χρήσιμο το έργο αυτό είναι για να μάθουμε πώς σκεπτόταν ο Σβορώνος, ένας ιστορικός που στη μεταπολεμική περίοδο επηρέασε αποφασιστικά την ιστοριογραφία αλλά και την ευρύτερη ιστορική κουλτούρα, μα και για να δούμε το διάλογο αλλά και τους τελεσφόρους συγκερασμούς ανάμεσα στην Αριστερά και στην εθνική ιδεολογία πάνω στην ελληνική ιστορία. Το κείμενο του Σβορώνου δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί έξω από τα ιστορικά συμφραζόμενά του, ως παραδειγματική αλήθεια για το έθνος. Διαβάζουμε τον Σβορώνο, όπως άλλωστε διαβάζουμε τον Παπαρρηγόπουλο και τον Κοραή για να μάθουμε πώς στον καιρό τους σκέπτονταν την έννοια του έθνους. Οχι ως παρακαταθήκες αληθειών για το έθνος. Δεν πρέπει να τους διαβάζουμε κανονιστικά. Διαφορετικά κατασκευάζουμε αγιογραφίες και μυθολογίες.

* Ανάδελφο έθνος;

Ας επιστρέψουμε στο κείμενο του κ. Βαγενά. Υποστηρίζει ότι η ελληνική περίπτωση αποτελεί μια εξαίρεση η οποία δεν εμπίπτει στις θεωρίες συγκρότησης του έθνους. H ειρωνεία είναι ότι το επιχείρημα αυτό αποτελεί τη μόνιμη επωδό όλων των υποστηρικτών της ιδιαιτερότητας και της εξαιρετικότητας του έθνους τους, ένα από τα συστατικά της ίδιας της ιδεολογίας του εθνικισμού. Από τη γειτονική Τουρκία έως τη μακρινή Ταϊλάνδη, όλα τα έθνη θεωρούν ότι δεν μοιάζουν με κανένα άλλο. Οι θεωρίες ισχύουν μόνο για τους άλλους. Τα ίδια είναι ιδιοπρόσωπα και ανάδελφα. H θεωρία της «εξαίρεσης» είναι στοιχείο απαξίωσης κάθε θεωρίας. Αλλωστε ένας από τους σύγχρονους εθνικούς μας ύμνους δεν λέει ότι «των Ελλήνων οι κοινότητες ζούνε σ' άλλους γαλαξίες» και όχι στο συνηθισμένο γήινο κόσμο;

Δεν είναι κακό να μην είναι κανείς ιστορικός και να καταπιάνεται με ιστορικά ζητήματα, αλλά υπάρχουν κάποια προαπαιτούμενα. Σε παλαιότερη επιφυλλίδα του ο κ. Βαγενάς («Θεωρητικές χρήσεις της Ιστορίας», «Το Βήμα», 24.8.2000) γράφει ότι μεταξύ των Ελλήνων ιστορικών μερικοί υποστηρίζουν ότι «δεν υπάρχουν άνθρωποι που να αυτοπροσδιορίζονται, σε επίπεδο εθνότητας, ως Ελληνες (ή που να χρησιμοποιούν ως ομόσημη την ονομασία Ρωμαίος ή Γραικός) πριν από το τέλος του 18ου αιώνα μεταξύ των πληθυσμών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας». Θα μπορούσε να δηλώσει κανείς την έκπληξή του και να ζητήσει να προσκομιστεί η παραπομπή ώστε να εκτιμήσει αν διαβάζεται σωστά, ή τη βαρύτητά της. Αλλά η υποθετική αυτή φράση χρησιμοποιείται γενικευτικά, και ακόμη δημαγωγικά. Γνωρίζουμε άλλωστε από το πρόσφατο παρελθόν πώς δημιουργούνται εθνικοί πανικοί και κυνήγι μαγισσών. Από όσα γνωρίζω, αμφιβάλλω αν κανείς ιστορικός λοιπόν υποστήριξε παρόμοια ιδέα σαν κι αυτή την οποία του αποδίδει ο κ Βαγενάς, για έναν απλούστατο λόγο: το ερώτημα δεν τίθεται με τον τρόπο αυτό για προ-νεωτερικές εποχές και κυρίως για τις πριν από το 18ο αιώνα.

Είναι η κοινωνία της εποχής της νεωτερικότητας που διακατέχεται από τη μανία της ταξινόμησης. Αυτή η ταξινομητική αρχή μας επιτρέπει να διακρίνουμε διαφορετικά χαρακτηριστικά σε διαφορετικά επίπεδα και επομένως να αυτοπροσδιοριζόμαστε αναλόγως. Αυτή η αρχή της ταξινόμησης έγινε νοοτροπία του ταξινομείν και στη συνέχεια πολιτική αρχή διαχωρισμού, συνόρων, διαβατηρίων. Αυτή η αρχή εσωτερικεύτηκε και πάνω σ' αυτή βασίζονται και οι αυτοπροσδιορισμοί μας. Πριν από το 18ο αιώνα τα προβλήματα αυτά ετίθεντο εντελώς διαφορετικά.

Επομένως όταν αναζητούμε σήμερα σε εκείνες τις εποχές ταξινομήσεις πληθυσμιακών ομάδων με εθνικούς όρους στους οποίους η μια ιδιότητα αποκλείει την άλλη, θα πρέπει να ξέρουμε ότι δεν θα βρούμε, γιατί δεν υπάρχει ένα τακτοποιημένο εννοιολογικό πλαίσιο κατηγοριοποιήσεων με βάση θρησκεία, εθνικότητα, γλώσσα κλπ. Διακρίσεις υπάρχουν, αλλά όχι σύστημα διακρίσεων. Ακόμη, η ορολογία που χρησιμοποιούν οι πηγές, δεν έχει ίδιο νόημα με το σημερινό. Οσο προφανέστερη είναι μια ομοιότητα, τόσο περισσότερο καχύποπτους πρέπει να μας καθιστά. Τους όρους δηλαδή πρέπει να τους διαβάζουμε πολύ κοντά στα συμφραζόμενά τους, και όχι με το αναδρομικό νόημα που τους δίδουμε σήμερα μέσα από τη συγκρότηση μιας εθνικής ταυτότητας η οποία έχει χρησιμοποιήσει για την κατασκευή της παλαιότερα υλικά.

H επιμονή στην έννοια της ορολογίας έχει σημασία γιατί ό,τι αποκαλούμε σήμερα εθνικότητα, συνεπάγεται μια ταυτότητα η οποία εκδηλώνεται διακηρυκτικά, και επομένως συγκροτείται στο επίπεδο του λόγου. Δεν διακήρυσσαν πάντοτε οι άνθρωποι την ταυτότητά τους. (Γι' αυτό άλλωστε και η σημασία της αναγνώρισης στην παράδοση της λογοτεχνίας και της τέχνης). H διακήρυξη και η επιτέλεση της ταυτότητας είναι πολιτική πράξη, είτε υπερβαίνει άλλους διαχωρισμούς, ταξικούς, τοπικούς, θρησκευτικούς, οι οποίοι συνοδεύονται από πολιτισμικές διαφορές, είτε απολυτοποιεί τις διαφορές και τις παγιώνει. Γι' αυτό το λόγο το έθνος, με τη νεωτερική και τρέχουσα σημασία που έχει αυτός ο όρος, δεν είναι μια αρχέγονη ουσία αλλά μια πρακτική, αποτέλεσμα μιας βαθιάς νοητικής και νοοτροπιακής αλλαγής, η οποία συντελέστηκε μέσα από πολιτικούς και πολιτισμικούς σεισμούς στους τελευταίους δύο αιώνες. Γι' αυτό οι ιστορικοί δεν θέτουν ερωτήματα του τύπου «υπήρχε ή δεν υπήρχε ελληνικό έθνος τότε», αλλά πολύ πιο εξειδικευμένα. Αφορούν τα νήματα τα οποία κάποια στιγμή, και κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες στην εξέλιξη της σύγχρονης Ευρώπης συνυφάνθηκαν για να αποτελέσουν το έθνος. Ακόμη πότε και πώς οι διάφορες πληθυσμιακές ομάδες ταυτίστηκαν με ένα έθνος και απέκτησαν αίσθημα συνανήκειν ή διαχωρισμού. Την εθνικοποίηση των πληθυσμών, του λόγου τους, των πρακτικών τους. Να γιατί τους χρειάζονται τα θεωρητικά διαβάσματα. Για να ξέρουν πώς να θέτουν ερωτήματα στις πηγές τους. Για να μαθαίνουν πώς να χειρίζονται παγιδευμένες έννοιες. Πώς να χειρίζονται προβλήματα. Για να μελετούν συγκριτικά και να επικοινωνούν σε διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης.

* H προβληματική των ιστορικών

Καταλαβαίνω βέβαια ότι ο κ. Βαγενάς, ως φιλόλογος, δεν είναι εξοικειωμένος με την προβληματική των ιστορικών. Αλλά και πάλι δεν εξηγείται το γιατί εξαρτά από την ιστορία της γλώσσας την ιστορία του έθνους. Το «ομόγλωσσον», άλλη μια αρχή, αν και εργαλειακή, του εθνικισμού. Οι σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες, οι οποίες διαπλέκονται με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές εποχές. Τελικά, εκτός από τη γνώση του πεδίου, για να σκεφτούμε σήμερα την ιστορία, και μαζί και τις θεωρίες οι οποίες αναφέρονται στην ιστορία του πολύπλοκου φαινομένου έθνους, χρειάζεται να εξοικειωθούμε με ορισμένες λειτουργικές αρχές της σύγχρονης σκέψης των ιστορικών. Πρώτο, την έννοια της ασυνέχειας και της ασυμβατότητας διαφορετικών εποχικών τρόπων σκέψης (αντί της συνέχειας και της γραμμικότητας). Αναζητούμε την ετερότητα και τη διαδικασία της διαφοροποίησης, αντί για τις ομοιότητες, τις ρίζες και τις καταγωγές. Δεύτερο, να υποψιαζόμαστε την αναδρομική κατασκευαστική της ιστορίας και της μνήμης. Τρίτο, να ιστορικοποιούμε την ερμηνεία αντί να αντιπαραθέτουμε λάθος και σωστό. Τέταρτο, να χειριζόμαστε το παρελθόν ως ανοιχτή διαδικασία με ενδεχόμενα και δυνατότητες, χωρίς μια λογική που προέρχεται από την εκ των υστέρων ανάγνωση του συντελεσμένου. H σύγχρονη ιστορική προβληματική, αν και δεν είναι πανάκεια, είναι αναγκαία ώστε να ιστορικοποιούμε και να αναλύουμε το εθνικό φαινόμενο, και επομένως και το ελληνικό, χωρίς να αναπαράγουμε τον εθνικό λόγο.
Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
==============================

H παραμόρφωση του Σβορώνου

* Αν ο εθνικισμός δημιουργεί το έθνος και όχι το έθνος τον εθνικισμό, τότε ποιο είναι αυτό που δημιουργεί τον εθνικισμό;

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ | Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2005

Το κείμενό μου της 23ης Ιανουαρίου για το βιβλίο του N. Σβορώνου Το ελληνικό έθνος προκάλεσε την απάντηση των κκ. A. Λιάκου και N. Δεμερτζή. Οι δύο καθηγητές, θεωρητικοί της εθνοσυγκρότησης, σωστά αισθάνθηκαν ότι η επίκρισή μου των κυρίαρχων σήμερα, στο πανεπιστημιακό μας επίπεδο, απόψεων για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης αφορούσε και αυτούς. Οι αντιδράσεις τους στο βιβλίο του Σβορώνου ελπίζω ότι θα προκαλέσουν γονιμότερη συζήτηση επί του θέματος.

H νηφάλια απάντηση του κ. Δεμερτζή προωθεί τη συζήτηση. Θα συμφωνούσα, γενικά, με τις διευκρινίσεις της, οι οποίες, όπως σωστά παρατηρεί ο κ. Δεμερτζής, «δεν απέχουν πολύ από την ουσία της ανάλυσης του ίδιου του Σβορώνου». Ομως η φρασεολογία του στα κύρια σημεία των θέσεών του δεν συνάδει με το περιεχόμενό τους. Λ.χ. γράφει ότι «δεν υπάρχει ένας εθνικισμός αλλά πολλοί εθνικισμοί», όμως το βιβλίο του έχει τίτλο Ο λόγος του εθνικισμού· αναγνωρίζει ότι το έθνος «δεν είναι μια κατασκευή εκ του μηδενός», όμως συγχρόνως γράφει ότι πριν από τον Διαφωτισμό «το σημαίνον [του όρου] έθνος είναι άδειο». Αν ο εθνικισμός δημιουργεί το έθνος και όχι το έθνος τον εθνικισμό, τότε ποιο είναι αυτό που δημιουργεί τον εθνικισμό;

H απάντηση του κ. Λιάκου είναι, πιστεύω, σπασμωδική. Διότι το να υποστηρίζει ένας ιστορικός ότι ένας φιλόλογος δεν μπορεί, εξ ορισμού, να είναι εξοικειωμένος με ιστορικά θέματα, δηλώνει απώλεια ψυχραιμίας· πολλώ μάλλον όταν ο κ. Λ. αισθάνεται εξοικειωμένος με τη φιλολογία τόσο, ώστε να καταπιάνεται και με λογοτεχνικά θέματα (βλ. τις ενασχολήσεις του με τη γενιά του '30).

Ο κ. Λ. αμφισβητεί την παρατήρησή μου ότι υπάρχουν Ελληνες ιστορικοί που υποστηρίζουν ότι πριν από το τέλος του 18ου αιώνα δεν υπάρχουν άνθρωποι που να αυτοπροσδιορίζονται, σε επίπεδο εθνότητας, ως Ελληνες, και ζητά να «προσκομιστεί η παραπομπή» της.

Προσκομίζω δύο παραπομπές. H πρώτη είναι άρθρο μιας ιστορικού, η οποία σε κείμενό της στην Αυγή (8/10 και 28/10/2000) αποκαλεί «Ελληνες» (εντός εισαγωγικών) τους Ελληνες ως το 1800, γιατί - σύμφωνα με τη θεωρία - πιστεύει ότι ως τότε δεν αισθάνονταν τον οθωμανικό ζυγό και, ως εκ τούτου, «δεν είχαν συνείδηση της ύπαρξής τους ως έθνους». H δεύτερη είναι του κ. Λιάκου, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός της Κύπρου δεν ήταν ελληνικός και ότι η ελληνοποίησή του «προετοιμάστηκε από τον 19ο αιώνα με την εμφύσηση [sic] σε αυτόν ελληνικής συνείδησης» (Το Βήμα, 22/9/1996).

* Επιπόλαια ανάγνωση

H επιχειρηματολογία της απάντησης του κ. Λ., παρότι περιέχει μοντερνιστικά στοιχεία, είναι εκείνης της υφής, την οποία συναντούμε περισσότερο στους μεταμοντέρνους: βασιζόμενη σε ανακρίβειες και παραποιήσεις (ασύνειδες, υποθέτω) των απόψεων του συνομιλητή της κατασκευάζει έναν αχυρένιο αντίπαλο εύκολα ανατρέψιμο. Θα δείξω ορισμένες από αυτές:

1. Γράφει ο κ. Λ.: «Οι ιστορικοί δέχτηκαν με επιφυλακτικότητα την έκδοση του χειρογράφου του Σβορώνου».
Με επιφυλακτικότητα, υποθέτω, θα δέχτηκαν την έκδοση μόνο οι ιστορικοί που συμφωνούν με τις απόψεις του κ. Λ. Λέω υποθέτω, γιατί κανείς από τους ιστορικούς αυτούς, ως την ημέρα της δημοσίευσης του άρθρου μου, δεν κοινοποίησε τις επιφυλάξεις του. Από τους ιστορικούς που κοινοποίησαν τις απόψεις τους για το βιβλίο (Ασδραχάς, Βόγλης, Ελεφάντης, Καραμανωλάκης, Καραπιδάκης) κανείς δεν εξέφρασε επιφυλακτικότητα. Εκτός αν αυτούς ο κ. Λ. δεν τους θεωρεί ιστορικούς.

2. Γράφει ο κ. Λ.: «Ενδεχομένως, αν ζούσε σήμερα, ο Σβορώνος θα είχε επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα αυτής της έκδοσης».
Ο Σβορώνος δεν θα είχε καμία επιφύλαξη. Παρότι έγραψε το βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του '60, τον Δεκέμβριο του 1988, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του, δήλωνε σε συνέντευξή του στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα: «Ετοιμο είναι και θα βγει πολύ σύντομα». Οι νεότερες απόψεις, τις οποίες ο κ. Λ. χαρακτηρίζει «σύγχρονη σκέψη των ιστορικών», ήταν ήδη διαμορφωμένες το 1988. Ο Σβορώνος τις γνώριζε και τις αντέκρουε στην εν λόγω συνέντευξή του. Ο,τι πραγματικά νέο θεωρητικό εμφανίστηκε μετά το 1988 - πιο σύγχρονο από εκείνο που ο κ. Λ. θεωρεί σύγχρονη ιστορική σκέψη - ενισχύει (όπως παρατηρούσα στο άρθρο μου) τις απόψεις του βιβλίου του Σβορώνου. Οπως γράφει ο Σπ. I. Ασδραχάς, «είναι βέβαιο ότι, αν το κείμενο αυτό γραφόταν σε κοντινότερούς μας καιρούς, θα είχε την ίδια "φιλοσοφία της σύνθεσης", παρά την άνθηση των ερευνών και των συνθετικών δοκιμών γύρω από την έννοια και την πραγματικότητα του έθνους».

3. Γράφει ο κ. Λ.: «Ο κ. Βαγενάς υποστηρίζει ότι η ελληνική περίπτωση αποτελεί μια εξαίρεση, η οποία δεν εμπίπτει στις θεωρίες συγκρότησης του έθνους».
Πουθενά στο κείμενό μου δεν υποστηρίζω ότι η ελληνική περίπτωση αποτελεί εξαίρεση. Εκείνο που γράφω είναι ότι έχει «μιαν ιδιαιτερότητα» (εξαίρεση και ιδιαιτερότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα). Και πουθενά δεν ισχυρίζομαι ότι η ιδιαιτερότητα αυτή δεν εμπίπτει στις θεωρίες συγκρότησης του έθνους. Εκείνο που λέω είναι ότι δεν εμπίπτει στη θεωρία του κ. Λ., η οποία δεν δέχεται ότι υπάρχουν ιδιαιτερότητες και εξαιρέσεις (γράφει ο κ. Λ.: «H ειρωνεία είναι ότι το επιχείρημα αυτό [της εξαίρεσης] αποτελεί ένα από τα συστατικά της ίδιας της ιδεολογίας του εθνικισμού»). H θεωρία του κ. Λ. είναι προκρούστεια ακόμη και με τους όρους των θεωρητικών του προτύπων, γιατί αυτά δέχονται ότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Gellner, λ.χ., ομολογεί (στο βιβλίο του Εθνη και εθνικισμός - σ. 242 - στο οποίο κυρίως παραπέμπει ο κ. Λ.) ότι «γενικεύσεις που δεν έχουν εξαίρεση είναι σπάνια εφικτές».

4. Ο κ. Λ. με παρουσιάζει να διαβάζω «κανονιστικά» τις απόψεις του Σβορώνου, «ως παρακαταθήκες αληθειών για το έθνος».
Από κανένα σημείο του κειμένου μου δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. H μόνη εκτίμηση της άποψης του Σβορώνου που κάνω είναι ότι τη θεωρώ «πειστικότερη από εκείνη των κυρίαρχων σήμερα στη χώρα μας, στο πανεπιστημιακό επίπεδο, μοντερνιστικών και μεταμοντερνιστικών σχημάτων». Πειστικότερη δεν σημαίνει αναγκαστικά πειστική.

* Μαρξιστής μεταφυσικός;
Επειτα απ' όλα αυτά δεν είναι περίεργο ότι ο κ. Λ. παραποιεί (ανεπίγνωστα, πιστεύω) και τις απόψεις του ίδιου του Σβορώνου, όταν τον απεικονίζει ως μεταφυσικό ιστορικό, που για να περιγράψει τη διαμόρφωση του νέου ελληνισμού «καταφεύγει στο θεολογικό σχήμα του τριπρόσωπου της Αγίας Τριάδας».

H απεικόνιση αυτή είναι τόσο εξωφρενική, που αναρωτιέται κανείς κατά πόσο ο κ. Λ. γνωρίζει πραγματικά το έργο του Σβορώνου. Ο κ. Λ. την αιτιολογεί παραπέμποντάς μας σε ένα παλαιότερο κείμενό του (του 1994), από το οποίο διαπιστώνουμε ότι το παραναγνωστικό του πρόβλημα είναι χρόνιο. Αναφερόμενος στη ρομαντική «θεολογική αντίληψη της ιστορίας» του Ζαμπελίου, γράφει σε αυτό το κείμενο: «H ιδέα αυτή μεταπλάθεται και αποκτά μεγάλη διασπορά. Π.χ., πάνω από έναν αιώνα αργότερα ο N. Σβορώνος, ο οποίος κρατά τρεις ελληνισμούς (αρχαίο, μεσαιωνικό και νεώτερο), θα σκοντάψει στο ίδιο πρόβλημα: "Ο ελληνισμός", γράφει, "σαν κάποια μεταφυσική οντότητα, σαν ένα είδος "πράγμα καθ' εαυτό", μένει αμέτοχος στη μεταβολή ενός περίγυρου και θεωρείται επομένως συνεχής, ταυτός εαυτώ και ποιοτικά αναλλοίωτος". H εθνική ιστοριογραφία, ακόμη και στη μαρξιστική της εκδοχή, έμεινε μεταφυσικά θεμελιωμένη».

Οι απόψεις του χωρίου που ο κ. Λ. παραθέτει εδώ από τα Ανάλεκτα του Σβορώνου (σ. 71) δεν είναι βέβαια του Σβορώνου. Ο Σβορώνος στο κείμενό του αυτό, αλλά και στο Ελληνικό έθνος, υποστηρίζει ακριβώς τα αντίθετα. Το χωρίο στα Ανάλεκτα τελειώνει με ερωτηματικό και αποτελεί το πρώτο σκέλος ενός βασικού προβλήματος της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, που ο Σβορώνος το περιγράφει υπό ερωτηματική μορφή (στην παράθεση του χωρίου από τον κ. Λ. το ερωτηματικό έχει εξαφανιστεί). Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος έχει ως εξής: «Ή αντίθετα τα επίθετα αρχαίοςμεσαιωνικόςνέος [ελληνισμός] έχουν, εκτός από τη χρονική τους σημασία, και ποιοτική προσδιοριστική δύναμη, [...] έτσι που η εκάστοτε μεταβολή των συνθηκών να συνεπιφέρει και μεταβολή στην ουσία του ελληνισμού;». H απάντηση του Σβορώνου στο διαζευκτικό ερώτημα είναι ότι το περιεχόμενο της έννοιας του ελληνισμού μεταβάλλεται και ότι τα επίθετα «εκφράζουν τρεις καταστάσεις [του ελληνισμού] ποιοτικά διαφορετικές». Ο Σβορώνος δηλαδή - αναμενόμενο άλλωστε - απορρίπτει τη μεταφυσική θεμελίωση της ιστοριογραφίας· απόρριψη την οποία επαναλαμβάνει και στο Ελληνικό έθνος («Το έθνος είναι κι αυτό μια ιστορική κατηγορία. [...] Κανένας πλέον σοβαρός μελετητής δεν ικανοποιείται με τις ρομαντικές αντιλήψεις που παρουσίαζαν το έθνος ως κάποια υπερβατή οντότητα δεδομένη από τα πριν»: σ. 22-23). Και αυτή τη «διαγραφή της πορείας του περιεχομένου του ελληνισμού» (Ανάλεκτα, σ. 72) επιχειρεί με το βιβλίο.

* Μεταμοντέρνα θεωρητικολογία

Αυτά ως προς το πραγματολογικό μέρος της απάντησης του κ. Λ. Σε ό,τι αφορά το θεωρητικό της μέρος, ο κ. Λ. ταυτολογεί. Αντί να αντικρούσει τις αιτιάσεις μου για την άκριτη μεταφορά στα καθ' ημάς των ανιστόρητων περί νέου ελληνισμού απόψεων των θεωρητικών του προτύπων, αναλώνεται στη συνήθη θεωρητικολογία των μεταμοντέρνων, όταν τους τίθεται ένα δυσαπάντητο ερώτημα. Μας μιλάει για τις θεωρητικές προϋποθέσεις του κάθε λόγου. Μας λέει ότι οι ιστορικοί «χρειάζονται τα [σύγχρονα] θεωρητικά διαβάσματα για να ξέρουν πώς να θέτουν ερωτήματα στις πηγές τους». Αλλά αυτά - αυτονόητα ήδη για τη δεκαετία του '70 - τα λέει ο Σβορώνος από το 1955 στο ίδιο κείμενο των Αναλέκτων στο οποίο παραπέμπει ο κ. Λ.: «Ο καθορισμός των κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων που προσδιόρισαν την οπτική τους γωνία», γράφει, είναι «βασική» προϋπόθεση για τους ιστορικούς. Ο Σβορώνος τα λέει αυτά πριν από την κατά κ. Λ. σύγχρονη θεωρία: πριν ακόμη τα διατυπώσει ο Hobsbawm, από τον οποίο ο κ. Λ. επίσης αντλεί.
Οι μαρξιστές ιστορικοί Hobsbawm και Σβορώνος δεν λένε επί του θέματος των πηγών κάτι το διαφορετικό. Εκείνο που τους διαφοροποιεί στην ελληνική περίπτωση είναι ότι ο Σβορώνος γνωρίζει την ελληνική ιστορία πολύ καλύτερα απ' ό,τι ο Hobsbawm. Γι' αυτό και η άποψή του ως προς την ελληνική περίπτωση είναι εγκυρότερη.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

==============================
H ανακαίνιση της εθνικής ταυτότητας

* Μας ενδιαφέρουν οι διαδικασίες συγκρότησης σε έθνος, γιατί μέσα από αυτές το παλαιότερο πολιτισμικό υλικό ανασημασιοδοτήθηκε, μπήκε σε νέα συμφραζόμενα, σε διαφορετικές συστοιχίες από εκείνες στις οποίες ως τότε ανήκε. Με αυτόν τον τρόπο και στην ιστορία του έθνους διαπιστώθηκε αυτό το οποίο αναζητούνταν αναδρομικά

ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ | Κυριακή 6 Μαρτίου 2005

Οι δημόσιες αντιπαραθέσεις πάνω στην ιστορία δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Στην ηπειρωτική Ευρώπη συζητούν ακόμη, και συζητούν έντονα, για τον B´ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον ναζισμό και το Ολοκαύτωμα, για τον χαρακτήρα του δωσιλογισμού και της Αντίστασης. Στην Αγγλία και στην Αμερική η αντιπαράθεση αφορά την κριτική του κανόνα της εθνικής ιστορίας σε σχέση με την μετα-αποικιακή ή την πολυπολιτισμική κριτική. Γύρω από αυτά τα δύο ζητήματα, δηλαδή τα τραύματα του 20ού αιώνα και το ερώτημα «ποιοι είμαστε», που υπονοεί το «πώς πρέπει να είμαστε», διεξάγονται συζητήσεις στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Αν οι αντιπαραθέσεις των ιστορικών αντικατέστησαν τις ιδεολογικές αντιμαχίες, δεν είναι γιατί ενδιαφερόμαστε περισσότερο για το παρελθόν σε σχέση με το μέλλον, αλλά γιατί και οι τρεις διαστάσεις του χρόνου καθορίζουν μαζί και τις μνήμες και τις προσδοκίες μας. Συζητώντας δηλαδή για το παρελθόν διαμορφώνουμε στάσεις για το μέλλον. Αντίστοιχα, διαμορφώνοντας προσδοκίες, αναδιαπραγματευόμαστε τις εικόνες του παρελθόντος.

Στην Ελλάδα και οι δύο συζητήσεις δείχνουν ότι δεν βρισκόμαστε εκτός τροχιάς. Οπως και στις άλλες χώρες, η συζήτηση για το έθνος, στις κοινωνικές επιστήμες, είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί, γιατί θεωρούνταν ως μια κατηγορία λιγότερο δυναμική σε σχέση με άλλες κοινωνικές πραγματικότητες. H δεκαετία του '80 αποτέλεσε καμπή, καθώς κυκλοφόρησαν πολλές και αξιόλογες μελέτες οι οποίες άλλαξαν το επιστημονικό παράδειγμα αντίληψης του έθνους. H αναβίωση των εθνικισμών τη δεκαετία του 1990 επανέφερε το έθνος στην πρώτη γραμμή ακαδημαϊκής ζήτησης. Ασφαλώς η έννοια του έθνους είναι μια δύσκολη κατηγορία, γιατί ακόμη ζούμε μέσα σε έθνη, γιατί οι νοητικές κατηγορίες προσδιορίζονται από αυτό και επίσης γιατί η οργάνωση των σπουδών είναι σε μεγάλο βαθμό ακόμη εθνική. Ωστόσο δεν θα 'πρεπε να υποτιμάμε το γεγονός ότι σήμερα μπορούμε να έχουμε ένα πανόραμα εθνικών περιπτώσεων σε όλον τον κόσμο που δεν περιορίζεται, όπως παλιότερα, στην Ευρώπη· ότι σήμερα βλέπουμε μια ροή σχηματισμού εθνών σε διαδοχικές φάσεις, από τα μεταναπολεόντεια έθνη, τα έθνη του 1848, εκείνα που σχηματίστηκαν καθώς έληγε ο A´ Παγκόσμιος Πόλεμος, στη μετα-αποικιακή εποχή, και ακόμη στη σημερινή μετακομμουνιστική εποχή· ότι έχουμε τη δυνατότητα άμεσης παρατήρησης, ιδίως μέσω της κοινωνικής ανθρωπολογίας, η οποία εμπλούτισε την οπτική των ιστορικών· τέλος ότι έχουμε ένα διεθνές δίκτυο και πεδίο σπουδών που απαιτεί μια κοινή γλώσσα, επομένως τη μετάφραση των εννοιών που χρησιμοποιούμε.

* Ασυμφωνίες και παραδοχές

Αν και δεν υπάρχει καθόλου ομοφωνία στις νεότερες προσεγγίσεις για το έθνος, εν τούτοις όλες μοιράζονται δύο παραδοχές. H πρώτη είναι μια κριτική στάση απέναντι στους αυτο-ορισμούς του έθνους. Παράδειγμα: είναι εκτός συζήτησης πλέον το να παίρνει κανείς τους ισχυρισμούς της γενιάς του '30 για την «ελληνικότητα» ως πραγματικότητα, αλλά είναι εντός το να τους εξετάζει ως κατασκευή (βλ. λ.χ. Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Διαβάζοντας το Μακρυγιάννη, Πόλις, 2003). H δεύτερη παραδοχή αφορά την ικανότητα να μην ταυτίζουμε την ιστορία, το παρελθόν, με την εθνική ιστορία και το εθνικό παρελθόν. Για τον περισσότερο κόσμο η ιστορία ταυτίζεται με την πατριδογνωσία. Οταν, π.χ., στο άρθρο του ο κ. N. Βαγενάς ρωτά «αν τα έθνη τα δημιουργεί ο εθνικισμός, τότε ποιος δημιουργεί τον εθνικισμό;» δείχνει ότι δεν μπορεί να κατανοήσει αυτή τη διάκριση. Να αντιληφθεί δηλαδή ότι μπορεί να υπάρχουν δυνάμεις και διαδικασίες ευρύτερες από εκείνες τις οποίες μπορεί να περικλείσει ένα έθνος, και οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στην ανάγκη συγκρότησης εθνών ως τρόπων κοινωνικής οργάνωσης. Αλλωστε τον εντοπισμό αυτών των δυνάμεων αφορά το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης βιβλιογραφίας για το έθνος (και η οποία εσφαλμένα ονομάζεται μεταμοντέρνα).

* Το φολκλόρ των αντιδράσεων

Οι δημόσιες συζητήσεις για την ιστορία μπορεί να φαίνονται ακαδημαϊκές, αλλά κατά κανόνα έχουν μείζονες συνέπειες. Π.χ., το 1955, η δημοσίευση από τον N. Σβορώνο της Επισκόπησης της νεοελληνικής ιστορίας, σε μια δημοφιλή σειρά στα γαλλικά, του στοίχισε την αφαίρεση του ελληνικού διαβατηρίου. Το επεισόδιο αυτό δεν είναι μοναδικό. Το όνομα Φαλμεράυερ χρησιμοποιήθηκε συχνά ως επίθετο με τη σημασία του μισέλληνα. Λίγοι ξένοι ελληνιστές, που είχαν μια διαφορετική οπτική στην ελληνική ιστορία από την κάθε φορά επικρατούσα στην Ελλάδα, γλίτωσαν από την κατηγορία αυτή. Ακόμη και διδακτορικές διατριβές, που αργότερα αποτέλεσαν βιβλία αναφοράς, απορρίφθηκαν επειδή υπαινίσσονταν κοινωνικές αιτίες του «1821». Οταν κάτι τέτοιο είχε υποστηρίξει ο Γιάννης Κορδάτος, στο ομώνυμο βιβλίο του, προκάλεσε την αγανάκτηση ακόμη και της Ιεράς Συνόδου. Μια καταδικαστική παράγραφος εναντίον του μαρξιστή ιστορικού ήταν απαραίτητη σε κάθε έργο νεοελληνικής ιστορίας που επιδίωκε πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης. Οι μικροαπάτες ήταν συχνά μέρος αυτού του φολκλόρ. Π.χ., στα μέσα του περασμένου αι. ο Κυριάκος Πιττάκης ενεχείρισε στον Φαλμεράυερ ένα παραχαραγμένο χρονικό που υποτίθεται ότι περιείχε πληροφορίες που ενίσχυαν τις θέσεις του, και όταν εκείνος ανύποπτος το χρησιμοποίησε, ο αθηναίος λόγιος τον κατάγγειλε ότι βασίστηκε σε πλαστές πηγές! Ακολουθώντας την παράδοση και ο κ. Βαγενάς υποστήριξε ότι υπάρχουν ιστορικοί που γράφουν ότι δεν υπάρχουν Ελληνες πριν από τον 18ο αιώνα. Οταν του ζητήθηκε να προσκομίσει την παραπομπή, μας είπε ότι δεν το γράφουν ακριβώς έτσι, αλλά συνάγεται από άλλα που έχουν πει. Βέβαια αυτές οι λαθροχειρίες δεν είναι τόσο αθώες και παιγνιώδεις όσο φαίνονται, αν και ενίοτε είναι πολύ διαφανείς, για να ληφθούν σοβαρά υπόψη.

* Το πολιτικό διακύβευμα

Ποιο είναι το διακύβευμα της τωρινής συζήτησης; Τι αλλάζει από τη μια προσέγγιση στην άλλη, και γιατί αυτό αφορά τους αναγνώστες; Τι αλλάζει δηλαδή στην αντίληψή μας αν δεχτούμε ότι τα έθνη δεν είναι αρχέγονα, αλλά σχηματίζονται στην εποχή της νεωτερικότητας; H απάντηση είναι ότι στρέφουμε την προσοχή μας από το επίπεδο της αναζήτησης των καταβολών στο επίπεδο της κατανόησης των διαδικασιών συγκρότησης σε έθνος. H αφετηριακή υπόθεση είναι ότι οι διαδικασίες αυτές πυροδοτούνται μέσα από τις αλλαγές που προκαλεί στην κοινωνία ό,τι ονομάστηκε νεωτερικότητα. Μας ενδιαφέρουν επομένως αυτές οι διαδικασίες συγκρότησης και όχι τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν και τα οποία μπορούσαν να ανήκουν σε παλαιότερα πολιτισμικά σχήματα, όπως ο Ελληνισμός, η Ορθοδοξία, η παράδοση της Αυτοκρατορίας κτλ. Μας ενδιαφέρουν αυτές οι διαδικασίες συγκρότησης, γιατί μέσα από αυτές το παλαιότερο πολιτισμικό υλικό ανασημασιοδοτήθηκε, μπήκε σε νέα συμφραζόμενα, σε διαφορετικές συστοιχίες από εκείνες στις οποίες ως τότε ανήκε. Με αυτόν τον τρόπο και στην ιστορία του έθνους διαπιστώθηκε αυτό το οποίο αναζητούνταν αναδρομικά. Αυτές τις διαδικασίες συγκρότησης δεν πρέπει να τις δούμε μόνο ως προς το εσωτερικό της κοινότητας που δημιούργησαν, αλλά και ως προς το εξωτερικό, ως προς τη διεθνή δημόσια σφαίρα. Δηλαδή η ελληνική εθνική ιστορία ακολούθησε έναν τύπο ευρωπαϊκού ιστορικού αφηγήματος το οποίο ονομάστηκε εθνική ιστορία. Γι' αυτό και κανείς δεν διανοήθηκε να γράψει ιστορία του ελληνικού έθνους πριν από τη συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους. Ταυτόχρονα όμως η ελληνική εθνική ιστορία διαφοροποιήθηκε από τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τους απάντησε, προβάλλοντας τη δική της εκδοχή και διεκδικώντας τη δική της ερμηνεία των διαδοχικών παρελθόντων. Κατά καιρούς μάλιστα υπήρξαν έντονοι διαξιφισμοί ανάμεσα σε έλληνες και ξένους ελληνιστές και βυζαντινολόγους για τη γενεαλογία στην οποία θα όφειλαν να ενταχθούν περιοχές της ιστορίας όπως η αρχαιότητα ή το Βυζάντιο. Δεν είναι παράξενες αυτές οι έριδες διεκδίκησης. Αλλωστε ένα από τα χαρακτηριστικά κάθε εθνικής ιστορίας είναι η τάση να απορροφήσει στις δομές και στον εννοιολογικό της κορμό την ιστορία συνολικά. Ετσι βλέπουμε ακόμη και εθνικές εκδοχές της παγκόσμιας ιστορίας.
Και το πολιτικό διακύβευμα; Τι θα άλλαζε αν στρέψουμε την προσοχή μας από την εθνορομαντική, στη «διαδικασιακή» και «συγκροτησιακή» αντίληψη του έθνους; H πρώτη απάντηση είναι ότι έτσι μεταθέτουμε την προσοχή μας από τους αρχέγονους (primordial) στους πολιτικούς (civic) δεσμούς τού συνανήκειν. Αυτή η στροφή είναι αναγκαία για να καταλάβουμε τις διαδικασίες αλλαγής και επανασυγκρότησης των πολιτικών κοινοτήτων μέσα στις οποίες ζούμε σήμερα. Για να καταλάβουμε δηλαδή τη σχέση του ελληνικού συνανήκειν με το διαμορφούμενο ή διαμφισβητούμενο ευρωπαϊκό· για να καταλάβουμε αν και πώς μπορεί να δημιουργηθεί συνανήκειν με τους μετανάστες και αλλοεθνείς που ζουν μαζί μας· για να καταλάβουμε πως αλλάζει η κοινότητά μας αλλά και πως μπορεί να διατηρήσει την αλληλεγγύη της σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης· για να καταλάβουμε ευρύτερα τη σχέση μεταξύ πολιτισμικής διαφοροποίησης και αλληλεγγύης στη συγκρότηση κοινοτήτων. H εθνική ταυτότητα έχει να κάνει με τους προσανατολισμούς και τις προτεραιότητες που θέλει να επιβάλει σε όσους τη μοιράζονται. Από καιρό έχει γίνει αισθητή η ανάγκη ανακαίνισής της.

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

==============================

Ένας φαντασιακός ορισμός

* Οι προειδοποιήσεις του Anderson δεν μπόρεσαν να πτοήσουν τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ | Κυριακή 6 Μαρτίου 2005

Παρότι οι τελευταίες δεκαετίες είναι εποχή αναγνώρισης της ετερότητας, δηλαδή και της ιδιαιτερότητας, είναι συγχρόνως και εποχή των θεωρητικών διακηρύξεων, δηλαδή της λατρείας της γενικότητας. Τίποτε δεν δηλώνει εμβληματικότερα αυτή τη λατρεία από την έντονη ακόμη κινητικότητα πολλών θεωρητικών συνθημάτων (λ.χ. «ο θάνατος του συγγραφέα», «λογοκεντρισμός», «διακειμενικότητα», «κατασκευή»), που σηματοδοτούν, γενικεύοντας ακόμη περισσότερο, τις γενικότητες τις οποίες εκφράζουν. H παρακολούθηση της παραγωγής και της κατανάλωσης αυτών των συνθημάτων είναι πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί θα μπορούσε να δείξει με ποιο τρόπο λειτουργούν, στο πεδίο των επιστημών του ανθρώπου, οι λιγότερο εγρήγορες νοοτροπίες.

Ας δούμε, π.χ., τη χρήση του όρου φαντασιακός στις θεωρίες του εθνικισμού. Τον όρο εισήγαγε στον περί έθνους λόγο το 1983 ο Benedict Anderson με το περίφημο βιβλίο του Imagined Communities (Φαντασιακές κοινότητες ελλην. μετάφρ. 1997), ο τίτλος του οποίου συνοψίζει τον ορισμό του A. για το έθνος, που έχει ως εξής: «Το έθνος αποτελεί μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον εαυτό της ως πολιτική κοινότητα, εγγενώς οριοθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη. Αποτελεί κοινότητα σε φαντασιακό επίπεδο, επειδή κανένα μέλος, ακόμα και του μικρότερου έθνους, δεν θα γνωρίσει ποτέ τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη, δεν θα τα συναντήσει ούτε καν θα ακούσει γι' αυτά, όμως ο καθένας έχει την αίσθηση του συνανήκειν».

Ο ορισμός αυτός είναι πολλαπλώς προβληματικός. Πρώτον, διότι η έμφαση που δίνει ο A. στο πολιτικό στοιχείο ως κύριο συνεκτικό του εθνικού αισθήματος έρχεται σε αντίθεση με τον προσδιορισμό του της έννοιας του εθνικού φαντασιακού, δεύτερον, γιατί υπάρχουν και άλλα πράγματα, ορισμένα σημαντικότερα από εκείνο που αναφέρει ο ορισμός που δημιουργούν την αίσθηση του συνανήκειν και, τρίτον, επειδή οι επεξηγήσεις που δίνει ο A. για το εθνικό αίσθημα σε άλλα σημεία του βιβλίου μεταθέτουν το κύριο συνεκτικό του στοιχείο από το πολιτικό επίπεδο στο πολιτισμικό: Θα ήταν καλύτερα, προσθέτει ο A., «αν κανείς αντιμετώπιζε τον εθνικισμό σαν να ανήκε στην ίδια κατηγορία με τη "συγγένεια" και τη "θρησκεία" παρά με τον "φιλελευθερισμό" ή τον "φασισμό"». H ομοιότητα που ανακαλύπτει ο A. ανάμεσα στο αίσθημα της συγγένειας και στο εθνικό αίσθημα και η σπουδαιότητα που αποδίδει στις «πολιτισμικές ρίζες του εθνικισμού», ιδίως στη γλώσσα (στην τυπογραφική μορφή της: στις «έντυπες εθνικές γλώσσες»), υπονομεύουν την ισχύ για τις εθνικές κοινότητες του χαρακτηρισμού φαντασιακές σε τέτοιο βαθμό, που ο όρος να μη μπορεί να διαβαστεί παρά ως μια ατυχής μεταφορά.

Και όμως, αυτή την άστοχη μεταφορά επαναλαμβάνουν ως κυριολεξία οι θιασώτες των "ευφυών" θεωρητικών γενικεύσεων, παραβλέποντας τα ασθενή σημεία και της ίδιας της "φαντασιακής" θεωρίας, τα οποία παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος ο A., που επαναλαμβάνει (στους προλόγους και των δύο εκδόσεων του βιβλίου του) ότι «είναι περιορισμένη η αξίωση των επιχειρημάτων της για καθολική ισχύ»: «Το αντικείμενο των σπουδών μου καθώς και της ερευνητικής μου δραστηριότητας», γράφει, «είναι η N.A. Ασία. Αυτή η παραδοχή θα μπορούσε να εξηγήσει μερικές από τις κατευθύνσεις και τις επιλογές των παραδειγμάτων μου. [...] Οι γνώσεις μου για τη Δυτική Ευρώπη και τον Νέο Κόσμο είναι αρκετά επιφανειακές. [...] Μένει να φανεί κατά πόσο η ανάλυσή μου, παρότι μπορεί να είναι αποδεκτή για τη N.A. Ασία, είναι δυνατόν να έχει πειστική εφαρμογή σε ολόκληρο τον κόσμο»

Ωστόσο η παραδοχή αυτή και οι προειδοποιήσεις του A. δεν μπόρεσαν να πτοήσουν τους απανταχού της γης θεωριοκρατούμενους ιστορικούς. Ο όρος φαντασιακή, για την εθνική κοινότητα, στην κυριολεκτική του, όπως είπαμε, σημασία, συνώνυμος πλέον του όρου κατασκευή και με αξιώσεις καθολικής και αδιαφοροποίητης για κάθε εθνική διαμόρφωση ισχύος, έγινε - και είναι ακόμη για πολλούς - το δελτίο εισόδου και παραμονής στον παράδεισο της θεωρητικής πρωτοπορίας. Πολύ περισσότερο, η παραδοχή του A., αλλά και η συναρπαστική - όπως δείχνει το βιβλίο του - άγνοια της ελληνικής ιστορίας, δεν μπόρεσαν να πτοήσουν τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς της ελληνικής περιφέρειας, οι οποίοι, προφανώς στην επιθυμία τους να απαλλαγούν από το άχθος της επαρχιακής καθυστέρησης, έσπευσαν να εμφανιστούν βασιλικότεροι του βασιλέως - θέλω να πω θεωρητικότεροι του θεωρητικού.

Έτσι, λ.χ., οι επιμελητές της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου, πανεπιστημιακοί ιστορικοί, απωθώντας τη σκέψη ότι η ισχύς της θεωρίας του είναι συζητήσιμη, εξαίρουν το βιβλίο για «τον συνδυασμό της θεωρητικής επιχειρηματολογίας του και της εμπειρικής τεκμηρίωσης», χαρακτηρίζοντάς το γι' αυτόν «έργο μοναδικό σε εμβέλεια, βάθος και πυκνότητα», χωρίς να νιώθουν ότι οι παρακείμενες στα εισαγωγικά τους κείμενα στο βιβλίο προλογικές ομολογίες του συγγραφέα του τους διαψεύδουν: «Εργα όπως οι Φαντασιακές Κοινότητες», γράφουν, «που βασίζονται σε ένα πλουσιότατο εμπειρικό υλικό - [...] ο πλούτος του οποίου αφορά τόσο στην Ευρώπη [sic] όσο και στη N.A. Ασία, την Αμερική [sic] και την Αφρική [sic] - [...] αποκτούν ξεχωριστή σημασία», γιατί «αναδεικνύουν την καθολικότητα [sic] και την ενιαία φύση μερικών από τα εξέχοντα χαρακτηριστικά του εθνικισμού».
Για την «εμβέλεια και το βάθος» του ελληνικού εμπειρικού υλικού του βιβλίου θα μιλήσουμε στην επόμενη επιφυλλίδα μας.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

==============================
Θεωριοκρατία και θεωριολαγνεία

* Ο θεωριολάγνος ιστορικός παραποιεί, εξιδανικεύοντας, τα αντικείμενα του θεωρητικού του πόθου παρουσιάζοντάς τα ως γενικής εφαρμογής, ακόμη και όταν οι κατασκευαστές τους προειδοποιούν για τις ελλείψεις του οικοδομικού τους υλικού


ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ | Κυριακή 13 Μαρτίου 2005 

Στην επιφυλλίδα μου της περασμένης Κυριακής μιλούσα για την πρόσληψη από τους θεωριοκρατούμενους ιστορικούς του βιβλίου Φαντασιακές κοινότητες του Β. Anderson (1983). Ελεγα ότι ο μεταφορικός όρος φαντασιακή για την εθνική κοινότητα, τον οποίο καθιέρωσε αυτό το βιβλίο, στην κυριολεκτική του σημασία και με αξιώσεις καθολικής και αδιαφοροποίητης για κάθε εθνική διαμόρφωση ισχύος, έγινε - και είναι ακόμη για πολλούς - το δελτίο εισόδου και παραμονής στον παράδεισο της θεωρητικής περί εθνικισμού πρωτοπορίας. Και αναφερόμουν στην αγιολόγηση του βιβλίου από τους επιμελητές της ελληνικής του έκδοσης (1997 κύριος επιμελητής ο κ. A. Λιάκος), για τους οποίους ο χαρακτηρισμός θεωριοκρατούμενος θα πρέπει, για όσους έχουν διαβάσει προσεκτικά το βιβλίο, να έχει γίνει αισθητός ως σχήμα λιτότητος. Διότι για τους εν λόγω επιμελητές (και όχι μόνο γι' αυτούς) θα ήταν ακριβέστερος ο προσδιορισμός θεωριολάγνοι, τον οποίο θα επεξηγήσω στο σημερινό άρθρο μου. 



* Επιθυμίες και διαστρέβλωση 


Θεωριολάγνος θα πρέπει να αποκληθεί ο ιστορικός που συνδιαλέγεται μόνο με όρους θεωρητικούς· που τον ρωτάς τι φαγητό έφαγε και αυτός, αντί να απαντήσει «πατάτες», σου αναπτύσσει μια καθαρεύουσα θεωρία για την ανάγκη εκσυγχρονισμού των μεθόδων καλλιέργειας των γεωμήλων. Ο ιστορικός αυτός για να ικανοποιήσει τις θεωρητικές του επιθυμίες όχι μόνο διαστρεβλώνει πλήρως (ενσυνειδήτως ή ανεπιγνώστως) τις απόψεις άλλων ιστορικών γιατί αμφισβητούν το θεωρητικό του σχήμα (λ.χ., παραμορφώνει τον μαρξιστή Σβορώνο σε μεταφυσικό ιστορικό) αλλά και παραποιεί, εξιδανικεύοντας, τα αντικείμενα του θεωρητικού του πόθου παρουσιάζοντάς τα ως γενικής εφαρμογής, ακόμη και όταν οι κατασκευαστές τους προειδοποιούν για τις ελλείψεις του οικοδομικού τους υλικού χαρακτηρίζοντας «περιορισμένη την αξίωσή τους για καθολική ισχύ». 


Ο θεωριολάγνος ιστορικός «ενδιαφέρεται για τις διαδικασίες συγκρότησης, όχι για τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν» για τη συγκρότηση του έθνους. Και τούτο «γιατί μέσα από αυτές τις διαδικασίες το παλαιότερο υλικό» - που είναι αποκλειστικά πολιτισμικό, όχι εθνικό (οι εθνότητες είναι γι' αυτόν μόνο πολιτισμικά μορφώματα) - «μπήκε σε νέα συμφραζόμενα, σε διαφορετικές συστοιχίες από εκείνες στις οποίες ανήκε». Ετσι για τον ιστορικό αυτόν η συναρπαστική άγνοια του νεοελληνικού υλικού που διαπιστώνει κανείς στις Φαντασιακές κοινότητες παύει να ενδιαφέρει από τη στιγμή που το υλικό αυτό (η άγνοια του Anderson) μπαίνει στις διαδικασίες συγκρότησης της θεωρίας του Anderson, η οποία, ως θεωρία καθολικής ισχύος, μπορεί να εφαρμοστεί και στην περίπτωση της νεοελληνικής εθνικής διαμόρφωσης. 


* H νεοελληνική περίπτωση


Αλλά ας δούμε τι γνωρίζει ο Anderson για τους Νεοέλληνες, οι αναφορές των οποίων στο βιβλίο του δεν ξεπερνούν συνολικά τη μιάμιση σελίδα. Μία από τις δύο πηγές του γι' αυτούς, τις απόψεις της οποίας επαναλαμβάνει (σ. 116-117, 130), είναι ο E. Kedourie, που, καθώς είχε άγνοια (όπως και ο Anderson) της ελληνικής γλώσσας και ως εκ τούτου δεν είχε πρόσβαση σε ελληνικές πηγές, γνώριζε για τους Νεοέλληνες μόνο όσα μπορούσε να συμπεράνει γι' αυτούς από το γραμμένο στα γαλλικά «Υπόμνημα» του Κοραή. H δεύτερη πηγή του είναι απ' ό,τι φαίνεται προφορική: ο Anderson σημειώνει ότι την αναφορά του στην ελληνική δημώδη γλώσσα της βυζαντινής περιόδου - αναφορά αναπόφευκτη και, προφανώς γι' αυτό, καταχωνιασμένη σε μια σύντομη υποσημείωση (σ. 63) αντιφατικά, αφού το πολιτισμικό είναι για τη θεωρία του ένα κύριο εθνοδιαμορφωτικό στοιχείο - την οφείλει «σε πληροφορία της βυζαντινολόγου Judith Herrin».


Αυτό το ανύπαρκτο εμπειρικό υλικό δεν εμπόδισε τον Anderson να ενσωματώσει στη θεωρία του και τη νεοελληνική περίπτωση. Πολύ περισσότερο δεν εμποδίζει τον κύριο επιμελητή του βιβλίου, πανεπιστημιακό καθηγητή της Ιστορίας, να εκθειάζει «την εμβέλεια, το βάθος και την πυκνότητα της εμπειρικής τεκμηρίωσης» του Anderson και να επαναλαμβάνει θαυμαστικά τις απόψεις του περί νέου Ελληνισμού. 


Για να φανεί καλύτερα ο ερασιτεχνισμός με τον οποίο ο Anderson προσεγγίζει τα εμπειρικά πεδία του βιβλίου του που βρίσκονται έξω από την ειδικότητά του (NA Ασία) - ερασιτεχνισμός που αδυνατεί να τον αμβλύνει η ομολογία του γι' αυτά: «Δεν έχω ειδικές γνώσεις» - θα αναφέρω την «εμπειρική τεκμηρίωση» των απόψεών του για τα εθνικά ταφικά μνημεία της νεοτερικής εποχής. Γράφει ο A. στη θαυμαζόμενη από πολλούς αρχή του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου του:
«Δεν θα βρει κανείς πιο παραστατικά εμβλήματα της σύγχρονης κουλτούρας του εθνικισμού από τα κενοτάφια και τα μνημεία του Αγνωστου Στρατιώτη. Το δημόσιο τελετουργικό δέος που συνοδεύει αυτά τα μνημεία, ακριβώς επειδή είναι είτε σκόπιμα κενά είτε κανείς δεν γνωρίζει ποιος κείτεται μέσα, δεν συναντάται στο παρελθόν. Για να κατανοήσουμε τη δύναμη αυτού του νεωτερισμού φτάνει να φανταστούμε τη γενική αντίδραση στον περίεργο που θα "ανακάλυπτε" το όνομα του Αγνωστου Στρατιώτη ή θα επέμενε να γεμίσει το κενοτάφιο με αληθινά λείψανα». 


Αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι τα κενοτάφια της σύγχρονης κουλτούρας του εθνικισμού δεν είναι σκόπιμα κενά (πράγμα που το δηλώνουν, μεταξύ άλλων, και τα ονόματα των νεκρών που αναγράφονται, όταν είναι - ή γίνονται - γνωστά, σε πολλά από αυτά) και ότι το όνομα του Αγνωστου Στρατιώτη δεν υπάρχει για λόγους πρακτικούς και όχι για λόγους «δημόσιου τελετουργικού δέους» (η μορφή του μνημείου αυτού εμφανίστηκε όχι τον 19ο αιώνα, αιώνα εθνικιστικών παθών, αλλά μετά τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι νεκροί ήταν τόσο πολλοί και τόσο πολλοί οι μη αναγνωρίσιμοι που ήταν αδύνατον να ταφούν ονομαστικώς σε ένα ή περισσότερα μνημεία), αναρωτιέται κανείς από πού αντλεί ο Anderson τις γνώσεις του για τα ταφικά μνημεία του παρελθόντος ώστε να μπορεί να υπογραμμίζει με τέτοια βεβαιότητα τις διαφορές τους από τα ανάλογα μνημεία του παρόντος. Την απάντηση την παρέχει ο ίδιος ο Anderson σε μιαν υποσημείωση (σ. 61). «Οι αρχαίοι Ελληνες» γράφει «είχαν κενοτάφια αλλά για συγκεκριμένα γνωστά άτομα, των οποίων το σώμα, για κάποιον λόγο, δεν θα ήταν δυνατόν να ανευρεθεί ώστε να γίνει κανονικός ενταφιασμός. Οφείλω την πληροφορία στη συνάδελφο Judith Herrin». 


* H θεωρία περί έθνους 


Το θεωρητικό υλικό με το οποίο έχει κατασκευάσει το βιβλίο του ο Anderson δεν του επέτρεψε να σκεφθεί ότι ένας κλασικός αρχαιολόγος (πολύ περισσότερο ο ειδικός των ταφικών μνημείων της αρχαιότητας) θα ήταν ασφαλέστερη πηγή πληροφοριών γι' αυτά απ' ό,τι ένας βυζαντινολόγος. Ή, αν το είχε σκεφθεί, δεν τον προέτρεψε να κάνει έστω τη στοιχειώδη έρευνα: να ανοίξει ένα σχετικό βιβλίο για να ελέγξει την ιδέα του ότι το τελετουργικό δέος που εμπνέουν τα σημερινά μνημεία πεσόντων δεν συναντάται στο παρελθόν. Διότι, αν το είχε κάνει, θα διαπίστωνε ότι οι ομοιότητες των αρχαίων και των σημερινών μνημείων για τους πεσόντες είναι εκπληκτικές. «Γιατί ήταν τόσο σημαντικό», γράφει ένας ειδικός, οι νεκροί των πολέμων στην αρχαία Ελλάδα «να απολαμβάνουν τόσο ιδιαίτερη, σχεδόν τελετουργική προσοχή, τόσο ασυνήθιστες τιμές;» (Hoplites, επιμ. V.D. Hanson, σ. 39). Διότι, απαντούν οι κλασικοί φιλόλογοι και αρχαιολόγοι, το αίσθημα της «μητρός πατρίδος» (της «τεκούσης, θρεψάσης και υποδεξαμένης») δεν ήταν για τους αρχαίους ασθενέστερο από εκείνο της εποχής των εθνικών κρατών (βλ. Συκουτρή, Εκλογή έργων, σ. 390 κ.εξ.). 


H θεωρία περί έθνους είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στα χέρια των θεωριοκρατούμενων ιστορικών (πολλώ μάλλον των θεωριολάγνων), η θεωρητική σχηματικότητα των οποίων συνεχίζει να παράγει ιστοριογραφικές διαστρεβλώσεις. 


Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.




Πάντως την δουλειά τους την κάνουν καλά, εννοώ της αποδόμησης. Πρόκειται για την ομάδα των ιστορικών που κυριαρχεί σήμερα στα πανεπιστήμια (γνωστοί τοις πάσι) και οι οποίοι είχαν αρχίσει το συγκεκριμένο έργο τους από παλία. Για του λόγου το αληθές παραθέτω ένα προφητικό κείμενο του Κ. Γεωργουσόπουλου, 16 Φεβρουαρίου του 1999. Προφητικό γιατί τότε ο Γεωργουσόπουλος αναφέρει “…Εντός σύντομης προθεσμίας πρέπει να αλλάξουν όνομα η ποδοσφαιρική ομάδα «Εθνικός», το «Εθνικό Θέατρο», η εφημερίδα «Έθνος», το «Πατριωτικό Ίδρυμα», το «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών», το υπουργείο Εθνικής Αμύνης και το υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων…”. Διαβάστε το κείμενο. Είναι εκπληκτικό: «Η κ. Άννα Φραγκουδάκη στο άρθρο της, στα «ΝΕΑ» του προπερασμένου Σαββάτου, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου. Θύμωσε μάλιστα πολύ διαβάζοντας πως ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός της Γαλλίας Ζοσπέν επικαλείται την ιδέα της πατρίδας και προτρέπει τους Γάλλους να προσέλθουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τις ακμαίες παραδόσεις του έθνους τους. Η κ. Φραγκουδάκη θεωρεί πως κάθε αναφορά σε πατρίδα, πατριωτισμό και έθνος είναι συντηρητική, δεξιά και, σχεδόν, φασιστική πολιτική. Επειδή η ορθή αντιμετώπιση ανάλογων κινδύνων και στον τόπο μας έχει ανάγκη από τέτοιες επισημάνσεις και επειδή η πρόληψη είναι η αρίστη μέθοδος, κάνω έκκληση στους υπεύθυνους πολιτικούς, κρατικούς, δημοτικούς φορείς και στα κέντρα αποφάσεων να σπεύσουν να προλάβουν κάθε ενέργεια, κίνηση, συνωμοσία που σκοπεύει στην πατριωτική και εθνική έξαρση που μπορεί στα ξαφνικά να μας προκύψει.
Έτσι, καλό θα είναι να απαλειφθούν από τα σχολικά βιβλία όλα τα ποιήματα, τα διηγήματα και τα δοκίμια που αναφέρουν με θετικούς χαρακτηρισμούς τις έννοιες «πατρίδα» και «έθνος».
Έτσι θα χρειαστεί να σβήσουν από τους «Πέρσες» του Αισχύλου οι στίχοι από τον παιάνα της Σαλαμίνας «Ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε πατρίδα… κτλ.». Η μελέτη τέτοιων φανατικών ιδεοληψιών είναι δυνατόν να οδηγήσει τους ανώριμους μαθητές σε τίποτε κουτουράδες, και να θολώσει το μυαλό τους και να αρρωστήσουν από την ασθένεια του πατριωτισμού.
Πρέπει ευθύς να αφαιρεθούν από τα σχολικά εγχειρίδια όλες οι αναφορές που υπάρχουν στο έργο του Σολωμού και ιδίως στον πατριδοκαπηλικό «Ύμνον εις την Ελευθερίαν» στις έννοιες Πατρίδα και Έθνος. Είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει πάραυτα ο Ζακύνθιος ποιητής να μην προσφωνείται Εθνικός. Αν δεν γίνεται αλλιώς, να καταχωνιαστεί η «Ιστορία του ελληνικού έθνους» του Παπαρρηγόπουλου, καλό θα είναι να καεί. Οπωσδήποτε όμως θα πρέπει να καεί και, μάλιστα δημοσίως, το φασιστικό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα «Για την Πατρίδα». Να εξοβελιστούν τα δεκατετράστιχα του Παλαμά «Πατρίδες», εκτός αν τον παμπόνηρο αυτόν γέροντα τον σώσει η κραυγή του Γύφτου του «Γιούχα και πάλι γιούχα των πατρίδων». Η κ. Φραγκουδάκη δεν είναι ούτε μόνη ούτε πρώτη. Έχουν ήδη προηγηθεί δύο άλλοι επίσης πανεπιστημιακοί, οι οποίοι σε βιβλία και άρθρα τους χαρακτηρίζουν φασίστες τον Ελύτη, τον Εγγονόπουλο και τον Εμπειρίκο γιατί μιλούν για πατρίδα και ελληνική γλώσσα και εθνικιστή τον Σεφέρη! Επειδή όμως η λέξη έθνος, αυτή η βόμβα στα θεμέλια του Λαού, υπάρχει, δυστυχώς, στο πρώτο άρθρο του Συντάγματος θα πρέπει, νομίζω, να προβλεφθεί η εξάλειψή του κατά την προσεχή αναθεώρηση του θεμελιώδους Νόμου της Πολιτείας. Εντός σύντομης προθεσμίας πρέπει να αλλάξουν όνομα η ποδοσφαιρική ομάδα «Εθνικός», το «Εθνικό Θέατρο», η εφημερίδα «Έθνος», το «Πατριωτικό Ίδρυμα», το «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών», το υπουργείο Εθνικής Αμύνης και το υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η Εθνική Λυρική Σκηνή και για να προληφθούν παγκόσμια δεινά ο «Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών»!Απάντηση

ΠΗΓΗ:http://akritas-history-of-makedonia.blogspot.gr/
Ανάρτηση από: geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου