Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Η CIA και ο Πολιτιστικός Ψυχρός Πόλεμος υπό Eπανεξέταση*

Αποτέλεσμα εικόνας για τζειμσ πετρασΔημοσιεύθηκε: 29/5/2016/ 

του James Petras

ΠΗΓΗ: Monthly Review, An Independent Socialist Magazine. 
Μετάφραση – Επιμέλεια: Φώτης Τσικριτέας

*Βιβλιοπαρουσίαση : Frances Stonor Saunders, Ποιος Πλήρωσε τον Αυλητή: Η CIA και ο Πολιτιστικός Ψυχρός Πόλεμος (Who Paid the Piper: The CIA and the Cultural Cold War), Granta Books, Λονδίνο.


Το βιβλίο αυτό παρέχει ένα λεπτομερή απολογισμό των τρόπων με τους οποίους η CIA εισχώρησε και επηρέασε ένα ευρύ φάσμα πολιτιστικών οργανώσεων, μέσω ομάδων της – «βιτρινών» και φιλικών φιλανθρωπικών οργανώσεων, όπως τα ιδρύματα Ford και Rockefeller. Η συγγραφέας, Frances Stonor Saunders, περιγράφει λεπτομερώς το πως και το γιατί, η CIA συντηρούσε πολιτιστικά συνέδρια, έστηνε εκθέσεις και διοργάνωνε συναυλίες. Επίσης, η CIA έκδιδε και μετάφραζε ευρέως γνωστούς συγγραφείς που πειθαρχούσαν στη γραμμή της Ουάσιγκτον, ήταν χορηγός αφηρημένης τέχνης ως αντίδραση στην τέχνη με πολιτικό περιεχόμενο και σε όλο τον κόσμο επιδότησε περιοδικά τα οποία κριτίκαραν τον Μαρξισμό, τον κομμουνισμό και την επαναστατική πολιτική και αγνοούσαν ή απολογούνταν για τη βίαιη και καταστροφική ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ.

Η CIA μπόρεσε να τιθασεύσει για την υπηρεσία αυτής της πολιτικής μερικούς από τους πιο δυναμικούς δυτικούς υπέρμαχους της πνευματικής ελευθερίας, στο βαθμό που κάποιοι διανοούμενοι υπήρξαν άμεσα υπό τη μισθοδοσία της. Πολλοί ήταν εν γνώσει τους εμπλεκόμενοι σε «προγράμματα» της CIA, άλλοι μία παρασύρονταν εντός και μία έβγαιναν εκτός της τροχιάς της, επικαλούμενοι άγνοια της διασύνδεση τους με την εταιρεία, έπειτα από τη δημόσια αποκάλυψη των χορηγιών της CIA στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, έπειτα από τη στροφή της πολιτικής σκηνής προς τα αριστερά.

Αμερικανικές και ευρωπαϊκές αντι-κομμουνιστικές εκδόσεις οι οποίες λάμβαναν άμεση και έμμεση χρηματοδότηση περιλάμβαναν τις Partisan Review, Kenyon Review, New Leader, Encounter και πολλές άλλες. Ανάμεσα στους διανοούμενους που χρηματοδοτούνταν και προωθούνταν από τη CIA υπήρξαν οι Irving Kistol, Melvin Lasky, Isaiah Berlin, Stephen Spender, Sidney Hook, Daniel Bell, Dwight MacDonald, Robert Lowell, Hannah Arendt, Mary McCarthy και πολυάριθμοι άλλοι στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη.[1] Στην Ευρώπη η CIA ενδιαφερόταν ιδιαιτέρως και προωθούσε τη «Δημοκρατική Αριστερά» και πρώην αριστεριστές, συμπεριλαμβανομένων των Ignacio Silone, Stephen Spender, Arthur Koestler, Raymond Aron, Anthony Crosland, Michael Josselson και George Orwell.[2]

Παρακινούμενη από τους Sidney Hook και Melvin Lasky, η CIA έπαιξε κύριο ρόλο στη χρηματοδότηση του Κογκρέσου για την Πολιτιστική Ελευθερία, ένα είδος πολιτιστικού ΝΑΤΟ, το οποίο συσπείρωνε όλων των ειδών «αντισταλινικούς», αριστερούς και δεξιούς.[3] Αυτοί, ήταν πλήρως ελεύθεροι να υπερασπίζονται τις πολιτιστικές και πολιτικές αξίες της δύσης, να επιτίθενται στο «σταλινικό απολυταρχισμό» και να αγγίζουν προσεκτικά τα θέματα του ρατσισμού και του ιμπεριαλισμού των ΗΠ. Περιστασιακά, στα χρηματοδοτούμενα από τη CIA περιοδικά εκτυπωνόταν και ένα άρθρο οριακά επικριτικό της μαζικής κοινωνίας των ΗΠ.

Αυτό που ήταν ιδιαίτερα αλλόκοτο σε σχέση με αυτή τη συλλογή διανοούμενων χρηματοδοτούμενων από τη CIA, δεν ήταν η πολιτική τους στράτευση, αλλά η προσποίηση τους ότι ήταν αποστασιοποιημένοι αναζητητές της αλήθειας, εικονοκλάστες ανθρωπιστές, ελεύθερα πνεύματα της διανόησης ή κατεξοχήν καλλιτέχνες, οι οποίοι αντιτάσσονταν στη διεφθαρμένη, οικόσιτη, «δεσμευμένη ψευτοδιανόηση» του σταλινικού συστήματος.

Είναι αδύνατον να γίνουν πιστευτοί οι ισχυρισμοί τους, περί άγνοιας των δεσμών με τη CIA. Πως μπορούσαν να αγνοούν την απουσία από τα περιοδικά τους της όποιας στοιχειώδους κριτικής για τα πολυάριθμα λιντσαρίσματα που συνέβαιναν από άκρη σε άκρη των νοτίων Ηνωμένων Πολιτειών, κατά τη διάρκεια όλης εκείνης της περιόδου; Πως μπορούσαν, κατά τη διάρκεια των πολιτιστικών τους συνεδρίων, να αγνοούν την απουσία κριτικής για τις αμερικανικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Γουατεμάλα, στο Ιράν, στην Ελλάδα και την Κορέα, που οδήγησαν σε εκατομμύρια θανάτους; Πως μπορούσαν να αγνοούν στα περιοδικά τα οποία έγραφαν, τη χυδαία απολογητική υπέρ κάθε ιμπεριαλιστικού εγκλήματος της εποχής τους; Ήταν στρατιώτες: κάποιοι ετοιμόλογοι, βιτριολικοί, ακατέργαστοι και πολεμικοί, σαν τους Hook και Lasky∙ άλλοι κομψοί δοκιμιογράφοι, σαν τον Stephen Spender ή φαρισαϊκοί πληροφοριοδότες σαν τον George Orwell.

H Saunders περιγράφει την ελίτ της WASP Ivy League να κινεί τα νήματα στη CIA και τους εβραίους βιτριολικούς πρώην αριστεριστές να γρυλίζουν κατά αντικαθεστωτικών αριστερών.[4] Όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και οι «διανοούμενοι» της Νέας Υόρκης, του Παρισιού και του Λονδίνου, προσποιήθηκαν τους αγανακτισμένους, η CIA αντεπιτέθηκε. Ο Tom Braden, που διεύθυνε το Τμήμα Διεθνών Οργανώσεων της CIA, «τους έδωσε» παραθέτοντας με λεπτομέρειες το πως δεν γινόταν να μη γνωρίζουν, ποιος πλήρωνε για τους μισθούς τους και τις επιχορηγήσεις.

Σύμφωνα με τον Braden, η CIA χρηματοδοτούσε τη «φιλολογική της αερολογία», όπως αποκαλούσε τις αντισταλινικές ασκήσεις (των Hook, Kristol και Lasky) ο σκληροπυρηνικός της εταιρείας, Cord Meyer. Σχετικά με τις πιο έγκυρες και γνωστές εκδόσεις της αυτοαποκαλούμενης «δημοκρατικής αριστεράς» (Encounter, New Leader, Partisan Review), ο Braden έγραφε ότι τα λεφτά για αυτές ήρθαν από τη CIA και ότι «ένας πράκτορας είχε γίνει εκδότης του Encounter». Όχι αργότερα από το 1953, έγραφε ο Braden, «ελέγχαμε ή επηρεάζαμε διεθνείς οργανώσεις σε κάθε πεδίο».

Το βιβλίο της Saunders παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για διάφορα σημαντικά ερωτήματα, σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους οι διανοούμενοι μυστικοί πράκτορες τις CIA υπερασπίζονταν στο πολιτιστικό μέτωπο τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠ. Επίσης, ξεκινά μία σημαντική συζήτηση για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των ιδεολογικών και καλλιτεχνικών θέσεων που υπερασπίστηκαν οι διανοούμενοι της CIA.

Η Saunders διαψεύδει τους ισχυρισμούς (των Hook, Kristol και Lasky) ότι η CIA και τα φίλια ιδρύματα της παρείχαν βοήθεια χωρίς δεσμεύσεις. Αποδεικνύει ότι «τα άτομα και τα ιδρύματα που επιχορηγούνταν από τη CIA ήταν αναμενόμενο να αποδίδουν ως τμήματα… ενός πολέμου προπαγάνδας». Ως το πιο αποτελεσματικό είδος προπαγάνδας, ορίζεται από τη CIA εκείνο κατά το οποίο «το υποκείμενο κινείται προς την κατεύθυνση που επιθυμείς, για λόγους τους οποίους θεωρεί δικούς του». Η CIA, ενώ, επέτρεπε στους υπάλληλούς της στη «δημοκρατική αριστερά» περιστασιακά να φλυαρούν για την κοινωνική μεταρρύθμιση, αυτά που την ενδιέφεραν περισσότερο, αυτά που επιχορηγούνταν πιο γενναιόδωρα και ενθαρρύνονταν εμφανώς, ήταν η αντισταλινική πολεμική και οι φιλολογικές διατριβές ενάντια στους δυτικούς μαρξιστές και τους σοβιετικούς συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ο Braden αναφερόταν σε αυτό, ως η «σύγκληση» ανάμεσα στη CIA και την ευρωπαϊκή «δημοκρατική αριστερά» στη μάχη κατά του κομμουνισμού. Η συνεργασία ανάμεσα στη «δημοκρατική αριστερά» και τη CIA περιλάμβανε απεργοσπασίες στη Γαλλία, καταδόσεις σταλινικών (Orwell και Hook) και μυστικές εκστρατείες λασπολογίας, για να αποτραπεί η αναγνώριση αριστερών καλλιτεχνών (συμπεριλαμβανόμενης της υποψηφιότητας του Pablo Neruda για το βραβείο Νόμπελ το 1964).

H CIA, ως ο βραχίονας της κυβέρνησης των ΗΠ που ήταν ο περισσότερο επιφορτισμένος με τη διεξαγωγή του πολιτιστικού ψυχρού πολέμου, εστίαζε στην Ευρώπη την περίοδο αμέσως μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Έχοντας ζήσει σχεδόν δύο δεκαετίες καπιταλιστικού πολέμου, ύφεσης και μεταπολεμικής κατοχής, η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαίων διανοούμενων και συνδικαλιστών ήταν αντικαπιταλιστές και ιδιαίτερα επικριτικοί των ηγεμονικών αξιώσεων των Ηνωμένων Πολιτειών. Για να αντιμετωπίσει τη γοητεία που ασκούσε ο κομμουνισμός και τη μεγέθυνση των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων (ιδιαίτερα στη Γαλλία και την Ιταλία), η CIA κατάστρωσε ένα σχέδιο σε δύο επίπεδα.

Από τη μία, όπως υποστηρίζει η Saunders, προωθήθηκαν ορισμένοι ευρωπαίοι συγγραφείς, στα πλαίσια ενός αποκλειστικά «αντικομμουνιστικού προγράμματος». Τα κριτήρια των πολιτιστικών επιτρόπων της CIA για «κατάλληλα κείμενα» περιλάμβαναν «οποιεσδήποτε κριτικές κατά της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής και του κομμουνισμού ως μορφή διακυβέρνησης βρίσκουμε να είναι αντικειμενικές (sic), έγκαιρα και πειστικά γραμμένες». Η CIA έκδιδε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό έργα απογοητευμένων πρώην κομμουνιστών, όπως οι Silone, Κoestler και Gide. Προωθούσε αντικομμουνιστές συγγραφείς χρηματοδοτώντας υπερπολυτελή συνέδρια στο Παρίσι, το Βερολίνο και το Μπελάτζιο ( με θέα τη λίμνη Κόμο), στα οποία αντικειμενικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι σαν τους Isaiah Berlin, Daniel Bell και Czeslow Milosz κήρυτταν τις αξίες τους (και τις αξίες της δυτικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας της διανόησης, εντός των αντικομμουνιστικών και φιλικών προς την Ουάσιγκτον παραμέτρων, όπως ορίζονταν από τους ταμίες της CIA).

Κανένας από όλους αυτούς τους διανοούμενους υψηλού κύρους δεν τόλμησε να θέσει αμφιβολίες ή ερωτήματα αναφορικά με την υποστήριξη από τις ΗΠ των μαζικών φόνων στην αποικιακή Ινδοκίνα και Αλγερία, αναφορικά με το κυνήγι μαγισσών κατά των αμερικανών διανοούμενων ή τα παραστρατιωτικά λιντσαρίσματα (της Ku Klux Klan) στις νότιες Ηνωμένες Πολιτείες. Τέτοια κοινότυπα ενδιαφέροντα θα «έπαιζαν..» μονάχα «…το παιχνίδι των κομμουνιστών», σύμφωνα με τους Sidney Hook, Melvin Lasky και το κοινό του Partisan Review, που πρόθυμα αναζητούσαν κεφάλαια για τις ημιχρεωκοπημένες φιλολογικές επιχειρήσεις τους. Πολλά από τα αποκαλούμενα έγκυρα αντικομμουνιστικά φιλολογικά και πολιτικά περιοδικά θα είχαν από καιρό κλείσει, αν δεν είχε υπάρξει η χρηματοδότηση από τη CIA, η οποία αγόραζε χιλιάδες αντίτυπα, τα οποία αργότερα διένειμε δωρεάν.

Η δεύτερη πολιτιστική τροχιά πάνω στην οποία δρούσε η CIA, ήταν πολύ πιο διακριτική. Σε αυτή προωθούσε συμφωνικές συναυλίες, εκθέσεις τέχνης, μπαλέτα, θεατρικές ομάδες και διάφορους ερμηνευτές της όπερα και της τζαζ με αποκλειστικό σκοπό την εξουδετέρωση του αντι-ιμπεριαλιστικού αισθήματος στην Ευρώπη και την εκτίμηση της αμερικανικής κουλτούρας και διακυβέρνησης. Η ιδέα πίσω από αυτήν την πολιτική ήταν να αναδειχθεί η αμερικανική κουλτούρα, ώστε, να κερδηθεί η πολιτιστική ηγεμονία προς υποστήριξη της στρατιωτικο-οικονομικής της αυτοκρατορίας. Η CIA ενδιαφερόταν πολύ να στέλνει μαύρους καλλιτέχνες στην Ευρώπη –ιδιαίτερα τραγουδιστές (σαν τη Marian Anderson), συγγραφείς και μουσικούς (σαν το Louis Armstrong)– για την εξουδετέρωση της ευρωπαϊκής εχθρότητας κατά της ρατσιστικής εσωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον. Αν κάποιοι μαύροι διανοούμενοι δεν κόλλαγαν στο αμερικανικό καλλιτεχνικό σενάριο και παρεκτρέπονταν ασκώντας τολμηρή κριτική, αποβάλλονταν από τη λίστα, όπως έγινε και στην περίπτωση του συγγραφέα Richard Wright.

Ο βαθμός πολιτικού ελέγχου που ασκούσε η CIA πάνω στην ατζέντα της διανόησης αυτών των φαινομενικά μη πολιτικών καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων, αποδείχθηκε ξεκάθαρα από την αντίδραση των εκδοτών του Encounter (Lasky και Kristol, ανάμεσα σε άλλους) σχετικά με ένα άρθρο που έστειλε ο Dwight MacDonald. Ο MacDonald, ένας πρωτοπόρος αναρχικός διανοούμενος ήταν ένας μακροχρόνια συνεργάτης του ελεγχόμενου από τη CIA Κογκρέσο για την Πολιτιστική Ελευθερία και του Encounter. Το 1958 έγραψε ένα άρθρο για το Encounter με τίτλο «America, America», στο οποίο εξέφραζε την αποστροφή του για τη αμερικανική μαζική κουλτούρα, το χοντροκομμένο της υλισμό και την έλλειψη ευγένειας. Ήταν μία αντίκρουση των αμερικανικών αξιών, οι οποίες ήταν το βασικό προπαγανδιστικό υλικό στον πόλεμο της CIA και του Encounter κατά του κομμουνισμού. Η επίθεση του MacDonald κατά του «παρηκμασμένου αμερικανικού imperium» παρά πήγαινε για τη CIA και τους διανοούμενους πράκτορές της, στο Encounter.

Όπως δήλωνε ο Braden στις γενικές του κατευθύνσεις προς τους διανοούμενους, «οι οργανισμοί οι οποίοι χρηματοδοτούνται από τη CIA δεν θα πρέπει να υποχρεώνονται να υποστηρίζουν κάθε έκφανση της πολιτικής των ΗΠ», ωστόσο, κάθε φορά, υπήρχε ένα όριο ιδιαίτερα όσων αφορά στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Παρότι, ο MacDonald ήταν πρώην εκδότης του Encounter, το άρθρο του απορρίφθηκε. Οι υποκριτικοί ισχυρισμοί συγγραφέων του ψυχρού πολέμου, σαν το Nicola Chiaromonte, πως «το καθήκον στο οποίο κανένας διανοούμενος δεν μπορεί να φυγοπονήσει χωρίς να υποβιβάζει τον εαυτό του, είναι το καθήκον της αποκάλυψης των φαντασιοκοπιών και της άρνησης να αποκαλεί τα «χρήσιμα ψέματα», «αλήθειες»», φυσικά, δεν ίσχυαν για το Encounter και τη διαπρεπή λίστα των συνεργατών του αναφορικά με τα «χρήσιμα ψέματα» της δύσης.

Ένα από τα πιο σημαντικά και συναρπαστικά θέματα στο βιβλίο της Saunders αφορά στο ότι η CIA και οι σύμμαχοί της στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (ΜΟΜΑ) έριξαν τεράστια χρηματικά ποσά για την προώθηση πινάκων ζωγραφικής και ζωγράφων του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού (ΑΕ) ως αντίδοτο στην τέχνη με πολιτικό περιεχόμενο. Προωθώντας τον ΑΕ η CIA αντιπάλεψε στο Κογκρέσο τη δεξιά πτέρυγα. Αυτό που η CIA είδε στον ΑΕ ήταν «μία αντικομμουνιστική ιδεολογία, μία ιδεολογία της ελευθερίας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Μη παραστατική και πολιτικά σιωπηλή ήταν το άκρως αντίθετο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού». Ο ΑΕ αντιμετωπιζόταν σαν η αληθινή έκφραση της εθνικής βούλησης.

Για να παρακάμψει την κριτική της δεξιάς, η CIA στράφηκε στον ιδιωτικό τομέα (πιο συγκεκριμένα στο ΜΟΜΑ και το συνιδρυτή του Nelson Rockefeller, ο οποίος αναφερόταν στον ΑΕ ως η «ζωγραφική της ιδιωτικής πρωτοβουλίας»).[5] Πολλοί διευθυντές του ΜΟΜΑ είχαν μακροχρόνιους δεσμούς με τη CIA και ήταν περισσότερο από πρόθυμοι να δώσουν χείρα βοηθείας για την προώθηση του ΑΕ ως όπλο στον πολιτιστικό ψυχρό πόλεμο. Οργανώθηκαν παχυλά χρηματοδοτούμενες εκθέσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη∙ κινητοποιήθηκαν κριτικοί της τέχνης και καλλιτεχνικά περιοδικά παρήγαγαν σε μεγάλη ποσότητα άρθρα γεμάτα εν αφθονία εγκώμια. Οι συνδυασμένοι οικονομικοί πόροι του ΜΟΜΑ και του ελεγχόμενου από τη CIA Fairfield Foundation διασφάλιζαν τη συνεργασία των πιο διακεκριμένων γκαλερί, οι οποίες με τη σειρά τους μπόρεσαν να επηρεάσουν την αισθητική σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή έκταση.

Ο ΑΕ ως ιδεολογία της «ελεύθερης τέχνης» (George Kennan) χρησιμοποιήθηκε για να γίνουν επιθέσεις ενάντια σε πολιτικοποιημένους καλλιτέχνες στην Ευρώπη. Η υποστήριξη της αφηρημένης ζωγραφικής από το Κογκρέσο για την Πολιτιστική Ελευθερία (η βιτρίνα της CIA), αντί της παραστατικής ή ρεαλιστικής αισθητικής, ήταν μία κατηγορηματικά πολιτική πράξη. Σχολιάζοντας τον πολιτικό ρόλο του ΑΕ η Saunders επισημαίνει ότι: «Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γνωρίσματα του ρόλου που έπαιξε η αμερικανική ζωγραφική στον πολιτιστικό ψυχρό πόλεμο, δεν είναι το γεγονός ότι έγινε τμήμα της επιχείρησης, αλλά, το πώς ένα κίνημα που τόσο συνειδητά αυτοανακηρυσσόταν απολιτικό, μπόρεσε να γίνει τόσο έντονα πολιτικοποιημένο». Η CIA συσχέτιζε τους απολιτικούς καλλιτέχνες και τέχνη με την ελευθερία. Αυτό στρεφόταν προς την εξουδετέρωση των καλλιτεχνών της αριστεράς. Φυσικά, η ειρωνεία ήταν, πως η απολιτική σιωπή προοριζόταν μόνο για αριστερή κατανάλωση. Εντούτοις, η CIA και οι πολιτιστικές της οργανώσεις μπόρεσαν να διαμορφώσουν ολοκληρωτικά τη μεταπολεμική καλλιτεχνική άποψη. Πολλοί συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες και μουσικοί υψηλού κύρους ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους από την πολιτική και δήλωσαν πίστη στην τέχνη για την τέχνη. Το δόγμα του ελεύθερου καλλιτέχνη ή διανοούμενου, ως κάποιου αποσυνδεδεμένου από πολιτικούς δεσμούς, κυριάρχησε και είναι διάχυτο μέχρι και σήμερα.

-.-.-.-

Η Saunders, ενώ παρουσιάζει μία εξαιρετικά λεπτομερειακή αναφορά των δεσμών ανάμεσα στη CIA και τους δυτικούς καλλιτέχνες και διανοούμενους, αφήνει ανεξερεύνητες τις δομικές αιτίες για την αναγκαιότητα της παραπλάνησης και του ελέγχου των διαφωνούντων. Η ανάλυσή της γενικά οριοθετείται εντός του πλαισίου του πολιτικού ανταγωνισμού και της σύγκρουσης με το σοβιετικό κομμουνισμό. Δεν γίνεται καμία σοβαρή απόπειρα ο πολιτιστικός ψυχρός πόλεμος να τοποθετηθεί εντός του πλαισίου του ταξικού πολέμου, των επαναστάσεων των αυτοχθόνων του Τρίτου Κόσμου και των ανεξάρτητων μαρξιστικών προκλήσεων κατά της ιμπεριαλιστικής οικονομικής κυριαρχίας των ΗΠ. Αυτό οδηγεί τη Saunders στο να εξυμνεί επιλεκτικά κάποιες από τις επιχειρήσεις της CIA εις βάρος κάποιων άλλων, κάποιους πράκτορες αντί άλλων. Αντί να δει τον πολιτιστικό πόλεμο της CIA σαν τμήμα ενός ιμπεριαλιστικού συστήματος, η Saunders τείνει να είναι επικριτική προς την παραπλανητική και την ιδιαίτερα αντιδραστική του φύση. Η πολιτιστική κατάκτηση της ανατολικής Ευρώπης και των πρώην ΕΣΣΔ από τις ΗΠ – ΝΑΤΟ ακυρώνει μάλλον γρήγορα την οποιαδήποτε ιδέα ότι ο πολιτιστικός πόλεμος υπήρξε μία αμυντική δράση.

Η καταγωγή του πολιτιστικού πολέμου είχε τις ρίζες της ακριβώς στον ταξικό πόλεμο. Από νωρίς, η CIA και οι πράκτορές της στις AFL – CIO, εντός των ΗΠ, Irving Brown και Jay Lovestone (πρώην κομμουνιστές) ξόδευαν εκατομμύρια δολάρια για την υπονόμευση μάχιμων συνδικάτων και το σπάσιμο απεργιών μέσω της χρηματοδότησης σοσιαλδημοκρατικών σωματίων.[6] Το Κογκρέσο για την Πολιτιστική Ελευθερία και οι πεφωτισμένοι διανοούμενοί του χρηματοδοτήθηκαν από τους ίδιους πράκτορες της CIA που είχαν προσλάβει μαρσεγιέζους γκάνκστερς για να σπάσουν την απεργία των λιμενεργατών το 1948.

Μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, με την απαξίωση της παλιάς δεξιάς στη δυτική Ευρώπη (δυσφημισμένη εξαιτίας των δεσμών της με τους φασίστες και εξαιτίας ενός αδύναμου καπιταλιστικού συστήματος) η CIA συνειδητοποίησε ότι για να υπονομεύσει τους αντι-νατοϊκούς συνδικαλιστές και διανοούμενους, χρειαζόταν να βρει (ή να εφεύρει) μία δημοκρατική αριστερά για να εμπλακεί στον ιδεολογικό πόλεμο. Ένας ειδικός τομέας της CIA στήθηκε για να παρακαμφθούν οι ενστάσεις της δεξιάς πτέρυγας του Κογκρέσο. Η δημοκρατική αριστερά χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα ενάντια στη ριζοσπαστική αριστερά και ως λούστρο της αμερικανικής ηγεμονίας της Ευρώπης. Σε κανένα σημείο οι ιδεολογικοί πυγμάχοι της δημοκρατικής αριστεράς δεν ήταν σε θέση να διαμορφώσουν τη στρατηγική πολιτική και τα συμφέροντα των ΗΠ. Η δουλειά τους δεν ήταν να αμφισβητούν ή να απαιτούν, αλλά να υπηρετούν την αυτοκρατορία στο όνομα των «δυτικών δημοκρατικών αξιών».

Μόνο όταν στις ΗΠ και στην Ευρώπη αναδύθηκε η μαζική αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ και αποκαλύφθηκε η βιτρίνα της CIA, πολλοί από τους προωθούμενους και χρηματοδοτούμενους από τη CIA διανοούμενους εγκατέλειψαν το πλοίο και άρχισαν να κριτικάρουν την εξωτερική πολιτική των ΗΠ. Για παράδειγμα, ο Stephen Spender ο οποίος, αφού πέρασε το περισσότερο της καριέρας του στη μισθοδοσία της CIA, έγινε ένας επικριτής της αμερικανικής πολιτικής στο Βιετνάμ, όπως έκαναν και κάποιοι από τους εκδότες του Partisan Review. Όλοι ισχυρίστηκαν αθωότητα, αλλά λίγοι επικριτές πίστεψαν ότι μία σχέση με τόσα περιοδικά και τόσους συνέδρους-τουρίστες, για τόσο καιρό και τόσο βαθειά, θα μπορούσε να λάβει χώρα χωρίς κάποιο βαθμό γνώσης.

Η ανάμειξη της CIA στην πολιτιστική ζωή των ΗΠ, της Ευρώπης και αλλού, είχε σημαντικές μακροπρόθεσμες συνέπειες. Πολλοί διανοούμενοι ανταμείφθηκαν με δημόσια αναγνώριση, κύρος και ερευνητικά κεφάλαια, ακριβώς επειδή λειτούργησαν εντός των ιδεολογικών παρωπίδων που τέθηκαν από την υπηρεσία. Μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της φιλοσοφίας, της πολιτικής ηθικής, της κοινωνιολογίας και της τέχνης, που κέρδισαν επιφάνεια από τα χρηματοδοτούμενα από τη CIA συνέδρια και περιοδικά, αργότερα ήταν εκείνοι που θεμελίωσαν τις νόρμες και τα πρότυπα για την προαγωγή της επόμενης γενιάς, βασισμένοι στις πολιτικές παραμέτρους που είχε εγκαθιδρύσει η CIA. Ούτε η αξία, ούτε το ταλέντο, αλλά η πολιτική – η γραμμή της Ουάσιγκτον – καθόρισε την «αλήθεια» και την «αριστεία», καθώς και τις μελλοντικές έδρες έγκυρων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, οργανώσεων και μουσείων.

Οι ρητορικές κραυγές της αμερικανικής και ευρωπαϊκής αντισταλινικής αριστεράς και οι διακηρύξεις πίστης στις δημοκρατικές αξίες και στην ελευθερία, υπήρξε μια χρήσιμη ιδεολογική κάλυψη για τα επαχθή εγκλήματα της δύσης. Για μία ακόμη φορά, στον πρόσφατο πόλεμο ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, πολλοί διανοούμενοι της δημοκρατικής αριστεράς συμπαρατάχθηκαν με τη δύση και τον KLA στην αιματηρή εκκαθάριση χιλιάδων Σέρβων και τη δολοφονία πλήθους αθώων πολιτών.[7] Αν ο αντισταλινισμός ήταν το όπιο της δημοκρατικής αριστεράς κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, οι επεμβάσεις για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων έχουν την ίδια ναρκωτική επίδραση σήμερα και παραπλανούν σύγχρονους δημοκράτες αριστερούς.

Οι πολιτιστικές εκστρατείες της CIA δημιούργησαν τα πρωτότυπα των σημερινά φαινομενικά απολιτικών διανοούμενων, ακαδημαϊκών και καλλιτεχνών, που έχουν πάρει διαζύγιο από τους λαϊκούς αγώνες και η αξία τους μεγαλώνει όσο μεγαλώνει η απόστασή τους από τις εργαζόμενες τάξεις και η εγγύτητά τους με τα έγκυρα ιδρύματα. Το κατά CIA πρότυπο του επιτυχημένου επαγγελματία είναι ο ιδεολογικός θεματοφύλακας. Αποκλείονται οι κριτικά σκεπτόμενοι διανοούμενοι, που γράφουν για την ταξική πάλη, την ταξική εκμετάλλευση και τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό – αυτές είναι, όπως μας λένε, «ιδεολογικές» και όχι «αντικειμενικές» κατηγορίες.

Η ξεχωριστά πιο διαρκής κι επιζήμια επίδραση του κοινού του Κογκρέσου για την Πολιτιστική Ελευθερία της CIA, δεν υπήρξε η συγκεκριμένη του υπεράσπιση της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής, αλλά η επιτυχία του στην επιβολή στις επακόλουθες γενιές διανοούμενων της άποψης να αποκλείεται από τα πολιτιστικά και μαζικά πολιτικά μέσα με επιρροή, κάθε διαρκής συζήτηση για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.

Το θέμα δεν είναι ότι οι σημερινοί διανοούμενοι ή καλλιτέχνες μπορεί να πάρουν ή να μη πάρουν μία προοδευτική θέση για αυτό ή για εκείνο το ζήτημα. Το πρόβλημα είναι η διάχυτη πίστη ανάμεσα σε συγγραφείς και καλλιτέχνες ότι η αντιιμπεριαλιστική κοινωνική και πολιτική έκφραση δεν πρέπει να εμφανίζεται στη μουσική, στους πίνακες και στα σοβαρά γραπτά, αν θέλουν το έργο τους να θεωρείται σημαντικής καλλιτεχνικής αξίας. Η μακροπρόθεσμη νίκη της CIA ήταν ότι έπεισε τους διανοούμενους πως η σοβαρή και διαρκής ανάμειξη με την αριστερά είναι ασύμβατη με σοβαρή τέχνη και ακαδημαϊκή γνώση. Σήμερα στην όπερα, στο θέατρο και στις γκαλερί, όπως και στις επαγγελματικές συναντήσεις των ακαδημαϊκών, οι ψυχροπολεμικές αξίες της CIA είναι ορατές και επίμονες: Ποιος τολμά να γδύσει τον αυτοκράτορα;

Ευχαριστώ το φίλο Παύλο Τ.

Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου