Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Η Αριστερά απέναντι στο Έθνος

ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΞΕΛΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΣΗΜΙΑ

Έθνος και Αριστερά. Εθνικό και Κοινωνικό Ζήτημα. Πατριωτισμός – Εθνικισμός – Διεθνισμός. Άμπωτις και πλημμυρίδα που διαμορφώνουν σε σταθερή και συνεχώς ανανεούμενη και ανατροφοδοτούμενη βάση ένα από τα σημαντικότερα «παλιρροϊκά φαινόμενα» της ιστορικής περιόδου μετά την Αμερικάνικη, Γαλλική και Ελληνική Επανάσταση.

Προφανές, λοιπόν, ως εκ τούτου είναι ότι ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί με επάρκεια να ανταποκριθεί στις συνολικές απαιτήσεις του θέματος. Δεν είναι, άλλωστε, στις προθέσεις μου να ασχοληθώ με το πλήθος των παραμέτρων που καλύπτουν το εν λόγω θέμα. Τέλος, αν και αυτονόητο, οφείλω να τονίσω ότι σε έννοιες πυκνές από ιστορικό, εθνικό, κοινωνικό, γλωσσικό και πολιτισμικό περιεχόμενο, όπως λ.χ. το Έθνος είναι θεμιτό, αν όχι αναγκαίο, να επισημάνω ότι χωρούν περισσότερες της μίας διατυπώσεις.
Ενδεικτικά και μόνον, χωρίς πρόθεση περαιτέρω ανάλυσης, θα σταθώ στην πολυσημία που αφετηριακά φορτίζει την ελληνική λέξη έθνος και την σχετική διαφοροποίησή της από την αντίστοιχη λατινική λέξη natio. H λέξη natio στα Λατινικά σημαίνει γέννηση και κατ’ επέκτασιν γένος, φυλή (Nascor σημαίνει γεννώμαι).
Αυτός είναι ο αφετηριακός πυρήνας που υιοθετήθηκε από όλες ουσιαστικά τις λατινογενείς ευρωπαϊκές γλώσσες και γι’ αυτό η λέξη έθνος στα Iταλικά είναι nazione, στα Γαλλικά nation, στα Αγγλικά nation, στα Ισπανικά naciün, στα Καταλανικά naciü, στα Πορτoγαλικά naăoστα Γερμανικά, Σουηδικά, Δανικά nation, ενώ στα Ολλανδικά natie και στα Ρουμανικά natiune.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι στην κυρίαρχη ευρωπαϊκή παράδοση η έννοια του έθνους ως nationazione/nation κ.λπ., ανάγεται στην έννοια της γέννησης, του γένους, της φυλής με ό,τι αυτό στη συνέχεια συνεπάγεται, σε αντίθεση (μερική και όχι πλήρη, φυσικά) με την συνώνυμη στα Ελληνικά λέξη έθνος που εμπερικλείει και μιαν ισχυρή πολιτισμική διάσταση.
Γιατί η ομηρική λέξη έθνος είχε αφετηριακά την σημασία της «ομάδας» και δήλωνε, πιο συγκεκριμένα, ανθρώπους με κοινά ήθη, συνήθειες και γλώσσα, πράγμα που οφειλόταν σε κοινή καταγωγή. (Ετοιμολογικά, άλλωστε, η λέξη έθνος ανάγεται σε μια ρίζα εθ απ’ όπου και παράγονται οι λέξεις έθ-ος/έ-θιμο).

Η τοποθέτηση του Ηροδότου «αὖτις δὲ τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμον τε καὶ ὁμόγλωσσον καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα» (Ιστορίαι, Η΄ Ουρανία, 144), δίνει σε αφετηριακό επίπεδο την ορθή κατά βάση ανάγνωση της πολυσημίας του ζητήματος. Η άποψη του Ισοκράτη «Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἤ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας» (Πανηγυρικός, ΙΓ΄ 50), συμπληρώνει και ολοκληρώνει την όλη οπτική, δίνοντας σε πυρηνικό επίπεδο και αφετηριακά μιαν άλλη προσέγγιση στην έννοια του έθνους που απέχει αισθητά από την λατινική-λατινογενή-δυτική τελικά εκδοχή του natio, που αφήνει περιθώρια στην εκτροπή στον φυλετισμό και τα συνεπαγόμενά του.

Αχίλλειος πτέρνα

Η εισαγωγική μου αναφορά, στόχο έχει να επισημάνει το γεγονός ότι η ιστορικότητα και η πολυσημία του φαινομένου δεν προσφέρεται για εύκολες – «καθαρές» προσεγγίσεις. Το 1988 ο Νορμπέρτο Μπόμπιο σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό «Τετράδια» είχε εμφαντικά διατυπώσει την άποψη ότι δεν υπάρχει ένας ορισμός του σοσιαλισμού (αλλά και της Αριστεράς θα συμπλήρωνα εγώ) και αρκέστηκε να αναφερθεί στον «δικό του».
Θεωρώντας «φρόνιμη» την τοποθέτηση, θα συμπλήρωνα, λοιπόν, ότι είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι όπως στις έννοιες του σοσιαλισμού και της Αριστεράς χωρούν περισσότερες της μιας διατυπώσεις, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον πατριωτισμό, τον εθνισμό, τον εθνικισμό, τον διεθνισμό και το εθνικό ζήτημα.
Όπως, επίσης, είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε ότι το Εθνικό Ζήτημα αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα όχι μόνο της εγχώριας Αριστεράς, αλλά και των πλείστων παλαιών και νέων σχημάτων που γεννήθηκαν κάτω από την επίδραση μαρξικών ή αναρχικών θεωριών.
Δεν είναι η πρώτη φορά που επισημαίνω πόσο είναι αληθινή η διαπίστωση ότι σημαντική μερίδα που εκτείνεται από τους οπαδούς του τριτοδιεθνιστικού σοσιαλισμού μέχρι και τη σοσιαλδημοκρατία ή τα αναρχικά και τεταρτοδιεθνιστικά άκρα, αδυνατεί να κατανοήσει την πραγματικότητα: ότι η πατριωτική-εθνική συνείδηση ήταν και είναι κάτι απτό, που ήταν και είναι πολύ πιο σταθερό και ισχυρό από τη μεταβλητή και ρευστή κοινωνική συνείδηση, πάνω στην οποία στηρίχθηκε μανιχαϊστικά η εσχατολογική αντίληψη για τους προλετάριους που δεν έχουν πατρίδα.
Κι ας επιβεβαιώνει η ίδια η ζωή καθημερινά την αγεφύρωτη αντίθεση ανάμεσα στη θεωρία και την ιστορική πραγματικότητα. Πραγματικότητα που πολύ αδρά επικυρώνει το γεγονός ότι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το σε ποια κοινωνική τάξη ανήκουν, γεννιούνται από συγκεκριμένους και φυλετικά προσδιορισμένους γονείς φορείς μιας ορισμένης γλώσσας, θρησκείας και κουλτούρας. Μεγαλώνουν βιώνοντας την καθημερινότητα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και γεωγραφικό χώρο, ο οποίος αμετάκλητα τους σφραγίζει θετικά και αρνητικά, με προτερήματα, ελαττώματα και διάφορα «πιστεύω». Και ότι ο χώρος αυτός, που δεν είναι άλλος από την πατρίδα στην οποία ζουν, εργάζονται, ερωτεύονται, παντρεύονται και πεθαίνουν, έχει γι’ αυτούς εκείνο το μοναδικό-ανεπανάληπτο στοιχείο που λειτουργεί, από ένα σημείο και πέρα, και ως στοιχείο συνειδητής επιλογής, δηλαδή στοιχείο αυτοπροσδιορισμού, αυτοδιάθεσης και ελευθερίας.
Και αυτό χωρίς –φυσικά– να γίνεται καμιά υπερ-ιστορική προσέγγιση που θα ήθελε να ταυτίσει το σύγχρονο συγκεντρωτικό κράτος με το έθνος. Και χωρίς –φυσικά– να παραγνωρίζονται τα χρονικά όρια που το φαινόμενο εμφανίζεται ιστορικά, κάνοντας διακριτά τα σημεία διαφοροποίησης από τις ανεπαρκείς αντιλήψεις που ταυτίζουν το έθνος με το γένος ή τη φυλή. Ή που το αντιλαμβάνονται ως αμιγές προϊόν της βιομηχανικής κοινωνίας, όπως εύστοχα επισημαίνει και ο Νίκος Πουλαντζάς.

Πατριωτισμός και εθνικισμός

Ο εθνικισμός δεν ταυτίζεται ούτε χρονικά, ούτε περιεχομενικά με τον πατριωτισμό. Οι ρίζες του πατριωτισμού είναι πολύ βαθιά χαμένες στο χρόνο. Αλλά και στην πιο πρόσφατη περίοδο όπου ο εθνικισμός και ο πατριωτισμός συνυπάρχουν, ο εθνικισμός αποτελεί εν μέρει ξεχωριστή-ειδική κατηγορία πατριωτισμού, που έχει πολλά κοινά αλλά και πολλά αποκλίνοντα στοιχεία με τον πατέρα του. Στοιχεία που καθορίζονται εν πολλοίς από τη σύγχρονη ιστορική, κοινωνική, πολιτική, εκπαιδευτική, οικονομική και πολιτισμική πραγματικότητα των τριών τελευταίων αιώνων.
Αν η βαθιά αγάπη των ανθρώπων για τον τόπο τους, αν η συνείδηση ότι το χώμα που σκεπάζει τα κόκαλα των προγόνων τους και αποτελεί διαχρονικό στίγμα της ύπαρξής τους (Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας), αν η επίγνωση ότι η κοινή ιστορία τους ως παρελθόν και παρόν καθορίζει –σε μεγάλο βαθμό– και το πεπρωμένο τους ως μέλλον, αν η εμμονή τους στα κοινά ήθη και έθιμα, αν η διαπίστωση ότι μόνο η μητρική τους γλώσσα μπορεί να δώσει και να εκφράσει ό,τι πιο άθλιο και μεγαλειώδες περικλείει ο ψυχικός τους κόσμος είναι στοιχεία φανταστικά ή αρνητικά, αν η φράση του πολύγνωμου Οδυσσέα «εἰπέ μοι εἰ ἐτεόν γε φίλην ἐς πατρίδ’ ἱκάνω», δεν είναι εντελώς ίδια με αυτήν που είπε, λέει και θα πει κάθε πρόσφυγας, ξενιτεμένος ή ξεριζωμένος μετανάστης, κάθε Ιρακινός, Παλαιστίνιος, Κούρδος ή Ελληνοκύπριος μόλις ξαναντικρίσει τη γη των πατέρων του, τότε πραγματικά έχουμε να κάνουμε με μια γιγαντιαία υπέρ του πατριωτισμού απάτη, που μας ταλαιπωρεί από τότε που η ανθρωπότητα πέρασε από την προϊστορία στην ιστορία.
Αυτή η ουσιαστική, λοιπόν, ταύτιση των ανθρώπων με τον χώρο στον οποίο ζουν, τον πολιτισμό που από κοινού βιώνουν και συνδιαμορφώνουν, την κοινή παιδεία (…Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἤ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας), αλλά και η συνείδηση και βούληση να τα διεκδικούν ως πυρηνικά στοιχεία της ανθρώπινης (ατομικής και συλλογικής) ταυτότητάς τους, αποτελεί το πλέον υλικό-υλιστικό στοιχείο της υπάρξεώς τους. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσπάθησαν και προσπαθούν να αναιρέσουν οι οπαδοί του ά-χρονου και ά-τοπου «διεθνισμού», ερχόμενοι σε πλήρη διάσταση με την πραγματικότητα και την επιστήμη.
Επεδίωξαν, με δυο λόγια, να θέσουν κάτω από μια λογική ιδεολογικής προκατασκευής, αυτό που αποτελούσε στοιχείο άρνησης των προκατασκευών, στοιχείο διαφορετικότητας και ελευθερίας. Αυτό που αναγκαστικά, λόγω της αφετηριακά πλουραλιστικής του βάσης και ποικιλομορφίας, αποτέλεσε το σύγχρονο ιστορικό φρένο στα ολοκληρωτικά μοντέλα.

Το ταχυδρομικό λάθος!

Γι’ αυτό και είναι εύστοχη η διαπίστωση του Tom Nairn ότι: «Η θεωρία του εθνικισμού αντιπροσωπεύει τη μεγάλη ιστορική αποτυχία του μαρξισμού». Αυτή τη μεγάλη ιστορική αποτυχία του μαρξισμού εντοπίζει και ο Έρνεστ Γκέλλνερ, όταν με εξαιρετική γλαφυρότητα και βρετανικό χιούμορ γράφει χαρακτηριστικά:
«Ακριβώς όπως οι εξτρεμιστές σιίτες μουσουλμάνοι διατείνονται πως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έκανε λάθος δίνοντας το Μήνυμα στον Μωάμεθ, ενώ αυτό προοριζόταν για τον Αλί, έτσι και οι μαρξιστές αρέσκονται κατά βάσιν να νομίζουν πως το πνεύμα της ιστορίας ή η ανθρώπινη συνείδηση έκανε μια τρομερή γκάφα. Το αφυπνιστικό μήνυμα προοριζόταν για τις τάξεις, λόγω όμως κάποιου τρομερού ταχυδρομικού λάθους δόθηκε στα έθνη. Είναι τώρα αναγκαίο οι στρατευμένοι επαναστάτες να πείσουν το λανθασμένο παραλήπτη να παραδώσει το μήνυμα, μαζί με το ζήλο που αυτό γεννά, στο δικαιούχο παραλήπτη, για τον οποίο προοριζόταν. Η απροθυμία τόσο του δικαιούχου όσο και του σφετεριστή παραλήπτη να εκπληρώσουν αυτή την επιταγή προκαλεί και ερεθίζει πολύ τον ακτιβιστή».
Όμως παρ’ όλο που η πραγματικότητα της Νέας Τάξης έθεσε για άλλη μια φορά επί τάπητος το πρόβλημα της αυτοδιάθεσης των λαών, εντούτοις μερίδες της Αριστεράς, μένοντας αγκυλωμένες στη λογική των παραδοσιακών τους αναλύσεων, ερμήνευσαν τα γεγονότα με βασικό κριτήριο την πολιτική και οικονομικοκοινωνική διάσταση, παραγνωρίζοντας για άλλη μια φορά την εθνική-πολιτισμική.
Είδαν, δηλαδή, πάλι τα ζητήματα από τη μια πλευρά τους. Κι όμως, η έναρξη της οριστικής κρίσης του συστήματος ήταν η επιβεβαίωση της άποψης ότι όχι μόνον ο 19ος αιώνας αλλά και ο 20ός αιώνας ήταν αιώνες κυρίως του εθνισμού και του κρατισμού.
Αιώνας, για να θυμηθούμε τα λόγια του Φρειδερίκου Ένγκελς, που δίνει το δικαίωμα στους Πολωνούς εργάτες να είναι πρώτα εθνικιστές και ύστερα διεθνιστές. Γιατί δεν μπορείς να εκφράσεις ουσιαστική διεθνιστική αλληλεγγύη όταν έχεις χάσει ολοκληρωτικά την εθνική σου ευαισθησία, όταν κωφεύεις ή σιωπάς για τα όσα συμβαίνουν σε χιλιάδες αδέλφια σου στην υπό τουρκική κατοχή Κύπρο ή στην Αλβανία.
Ορθώς, λοιπόν, συμπυκνώνοντας τα παραπάνω ο Μανώλης Γλέζος στο σημαντικότερο έργο του Εθνική Αντίσταση 1940-1945, επισημαίνει ότι:
«Τα έθνη όλα έχουν ιστορία. Κάθε λαός έχει και τη δική του ιστορία, βραχύχρονη ή μακρόχρονη. Όλοι οι λαοί έχουν ιστορία. Αντικειμενικά κανένα έθνος δεν γεννιέται σήμερα. Υπάρχει από πολύ καιρό πριν. Η διαδρομή του στο χρόνο, η ιστορία του, αποτελεί το πιο σημαντικό συστατικό στοιχείο της ύπαρξής του. Έθνη χωρίς μνήμη δεν υπάρχουν. Έθνη χωρίς ιστορία είναι ανύπαρκτα. Αλλά η εθνική ιστορία, η συλλογική μνήμη ενός έθνους, παρά τις αλληλεπιδράσεις, είναι ξεχωριστή για κάθε εθνική ολότητα».

Οι τρεις τάσεις

Αυτά είναι, κατά τη γνώμη μου, τα βασικά στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να γίνει μια αφετηριακή κατ’ αρχήν προσέγγιση του εθνικού φαινομένου. Γιατί από εκεί και πέρα οι δρόμοι είναι πολύπλοκοι, αμφίδρομοι και σκολιοί. Κανένα, ίσως, άλλο φαινόμενο δεν αποτελεί κυριολεκτικά ζωντανή αντίφαση, όσο αυτό. Και σε κανένα άλλο, οι «δυο» πλευρές των πραγμάτων, το «αφενός» και το «αφετέρου», δεν σμίγουν και δεν συγκρούονται με τους πιο διαφορετικούς και ιδιόμορφους όρους.
Πατριωτικός, φιλελεύθερος, δημοκρατικός, σοσιαλιστικός, εθνικοαπελευθερωτικός, ρατσιστικός, φασιστικός, εθνικοσοσιαλιστικός, ο εθνικισμός, αλλά και το εθνικό φαινόμενο στις ευρύτερες του προεκτάσεις, υφίσταται ως ένα δυναμικό σύνολο υπαρκτών εκδοχών που εξαιρετικά δύσκολα μπορούμε να το καταγράψουμε και ακόμα δυσκολότερα να το αποτιμήσουμε στη βαθύτερη λογική και λειτουργία του.
Έκφραση συντηρητική αλλά και ριζοσπαστική, μετριοπαθής, αλλά και εξτρεμιστική, εξουσιαστική αλλά και απελευθερωτική, με πολλές φωτεινές και σκοτεινές πλευρές, αποτελεί ένα από τα στοιχεία-κλειδιά που ερμηνεύουν την ανθρώπινη ιστορία. Από το χρονικό σημείο που οι έννοιες του κοινού τόπου-εστίας και του κοινού βίου-πεπρωμένου, αποτελούν σταθερούς άξονες των ανθρωπίνων κοινωνιών.
Ο Νίκος Πουλαντζάς, αντιλαμβανόμενος την πολυπλοκότητα αλλά και την ανεπάρκεια «ενός ορισμένου παραδοσιακού μαρξισμού», είχε ευθαρσώς δηλώσει: «Πρέπει να συνηθίσουμε σε τούτο το ολοφάνερο γεγονός: δεν υπάρχει μαρξιστική θεωρία του έθνους».
Είναι προφανές ότι ουσιαστικά συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Εντούτοις, επειδή ποτέ η πραγματικότητα δεν είναι μαύρο-άσπρο θα επιμείνω ότι η αριστερή παράδοση (σε άπασες τις εκδοχές της) είχε και έχει περισσότερες της μιας προσεγγίσεις-πρακτικές και αναγνώσεις.
Γι’ αυτό και θεωρώντας ρεαλιστική κατά βάση την προσέγγιση του γνωστού για τις αναλύσεις του στο Εθνικό Ζήτημα Αμερικανού καθηγητή πολιτικών επιστημών Κόννορ Γουώκερ θα επαναλάβω ότι ο μαρξισμός μας κληροδότησε όσον αφορά το Εθνικό Ζήτημα τρεις τάσεις:
  • Η πρώτη επικεντρώνεται και απολυτοποιεί την αξία της ταξικής συνείδησης και της ταξικής πάλης, στις οποίες δίνει ένα διεθνή-διεθνικό χαρακτήρα, που αντιτίθεται σε κάθε μορφής εθνικισμό.
  • Η δεύτερη ακολουθεί μια εκλεκτικιστική-επιλεκτική πολιτική στήριξης των εθνικών κινημάτων και της αυτοδιάθεσης.
  • Η τρίτη, που φέρει τα χαρακτηριστικά ενός «εθνικού μαρξισμού», «προσγειώνει» το ζήτημα. Το αναλύει με ιστορικούς και συγκεκριμένους γεωγραφικούς/γεωπολιτικούς όρους, που συνδέονται και συνδυάζονται με τα ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά και δίνουν στο έθνος ένα κύριο σημαίνοντα ρόλο ως ιστορικού υποκειμένου στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα.

Η Αριστερά απέναντι στο Έθνος 2 – από τον Μαρξ και τον Μπακούνιν στον Γκράμσι και τον Μάο



Όλοι μας γνωρίζουμε την διατύπωση των Μαρξ-Ένγκελς στο Μανιφέστο ότι «Οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα», την οποία όμως οι ά-χρονοι και ά-τοποι διεθνιστές αποκόβουν από την συνέχειά της που ρητά δηλώνει: «Μα μια και το προλεταριάτο πρέπει να καταχτήσει την πολιτική εξουσία, να ανυψωθεί σε εθνική τάξη, να συγκροτηθεί το ίδιο σαν έθνος, είναι και το ίδιο επίσης εθνικό, αν και σε καμιά περίπτωση με την έννοια της αστικής τάξης».

Ενώ σε άλλο σημείο σημειώνουν: «Η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, αν όχι στο περιεχόμενο, στην μορφή, είναι στην αρχή εθνική. Φυσικά το προλεταριάτο κάθε χώρας πρέπει να ξεμπερδέψει, πριν απ’ όλα με την δική του αστική τάξη» για να καταλήξουν στο τελευταίο κεφάλαιο που αφορά την στάση των κομμουνιστών να τάσσονται υπέρ των Ελβετών ριζοσπαστών «χωρίς να παραγνωρίζουν ότι αυτό το κόμμα αποτελείται από αντιφατικά στοιχεία, εν μέρει από δημοκράτες σοσιαλιστές με την γαλλική έννοια, εν μέρει από αστούς ριζοσπάστες», αλλά και όσον αφορά τους Πολωνούς «υποστηρίζουν το κόμμα που θεωρεί την αγροτική επανάσταση σαν προϋπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης».

Τελικά το «προλεταριάτο» έχει πατρίδα;

Ο καθείς σκεπτόμενος αντιλαμβάνεται ότι πέραν της αρχικής φράσης «Οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα», τα δύσκολα και πραγματικά επίδικα κρύβονται στα «Μα μια και το προλεταριάτο πρέπει να καταχτήσει την πολιτική εξουσία, να, να, να… είναι και το ίδιο επίσης εθνικό», και «η πάλη του προλεταριάτου… είναι στην αρχή εθνική», αλλά και «θεωρούν… την αγροτική επανάσταση σαν προϋπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης», ενώ «τάσσονται υπέρ των Ελβετών ριζοσπαστών, χωρίς να παραγνωρίζουν» κ.λπ., κ.λπ.
Είναι απόλυτα σαφές ότι οι θεμελιωτές της φιλοσοφίας της πράξης δεν ανέπτυξαν μια πλήρη, σφαιρική και ολοκληρωμένη αντίληψη για το Εθνικό Ζήτημα. Είναι, επίσης, σαφές ότι η διεθνιστική οπτική και κατεύθυνση αποτελούν σκληρό πυρήνα της όποιας οπτικής τους, είναι όμως επίσης, εξίσου σαφές, ότι η ανάλυση του συνολικού τους έργου αποδομεί πλήρως τις επιλεκτικού χαρακτήρα και με σαφή ιδεολογική χρήση υπέρ του ά-τοπου/ά-χρονου διεθνισμού αντιλήψεις των επιγόνων και δη στην σημερινή περίοδο των φανερών ή κρυφών εραστών της παγκοσμιοποίησης και του μεταμοντέρνου.

Οι Μάρξ και Ένγκελς απέναντι στα κινήματα του 19ου  αιώνα

Ας δούμε, λοιπόν, στεκόμενοι με σεβασμό αλλά και κριτικό πνεύμα, τις θέσεις που διατυπώνουν οι ίδιοι όταν έρχονται σε επαφή όχι μόνο με το αφηρημένο θεωρητικό πεδίο, ενός αφηρημένου ά-τοπου και ά-χρονου διεθνισμού, αλλά με την ίδια την σκληρή πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται στους υπαρκτούς εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες του 19ου αιώνα.
Αναφερόμενος στους αγώνες των Ούγγρων πατριωτών, ο Φρειδερίκος Ένγκελς σημειώνει το 1849 ότι «πρώτη φορά στο επαναστατικό κίνημα του 1848, ένα έθνος περικυκλωμένο από υπέρτερες αντεπαναστατικές δυνάμεις τολμά να αντιμετωπίσει την δειλή αντεπαναστατική μανία με επαναστατικό πάθος».
Λίγα χρόνια αργότερα μιλώντας για το Ιρλανδικό Ζήτημα θα διατυπώσουν στην αλληλογραφία τους.
«Ο τρόπος με τον οποίο οι Άγγλοι μεταχειρίζονται σήμερα στην Ιρλανδία τους πολιτικούς κρατουμένους ή ακόμα και εκείνους που είναι μόνο ύποπτοι ή εκείνους που καταδικάστηκαν μόνο σε φυλάκιση ξεπερνά πραγματικά ό,τι γίνεται στην Ευρώπη εκτός από την Ρωσία. Τα παλιόσκυλα!», γράφει ο Μαρξ και ο Ένγκελς του απαντά στις 24 Οκτωβρίου 1869, ότι: «Από την ιρλανδική ιστορία φαίνεται τι συμφορά είναι για ένα λαό να έχει υποτάξει έναν άλλο». Ο Μαρξ του ανταπαντά στις 10 Δεκεμβρίου 1869 ότι: «Μια βαθύτερη μελέτη με έπεισε όμως για το αντίθετο. Η αγγλική εργατική τάξη δεν θα κάνει ποτέ τίποτα προτού ελευθερωθεί η Ιρλανδία. Από την Ιρλανδία πρέπει να ξεκινήσουμε».
Για να σημειώσει έναν χρόνο αργότερα εμβαθύνοντας στο ζήτημα, το πολύ στυφό για όλους μας «… κάθε βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο στην Αγγλία κατέχει μια εργατική τάξη μοιρασμένη σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τους Άγγλους προλετάριους και τους Ιρλανδούς προλετάριους. Ο μέσος Άγγλος εργάτης μισεί τον Ιρλανδό εργάτη, αισθάνεται ένα μέλος του ηγεμονικού έθνους…».
Την ίδια στάση με το Ιρλανδικό, θα κρατήσουν και στο Πολωνικό Ζήτημα οι Μαρξ – Ένγκελς, τονίζοντας ότι: «Κανένας δεν μπορεί να σκλαβώνει ένα έθνος ατιμώρητα», ότι «Δεν αποτελεί αντίφαση ότι το Κόμμα της Διεθνούς των εργατών αγωνίζεται για την δημιουργία του Πολωνικού Έθνους» και τέλος προς επικύρωση των παραπάνω ότι «Μέχρι να λυθεί το εθνικό πρόβλημα της πατρίδας τους [οι Πολωνοί] έχουν όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση να είναι πρώτα απ’ όλα εθνικιστές και ύστερα διεθνιστές», δίνοντας στον χειραφετητικό-απελευθερωτικό αγώνα το πιο βαθύ πατριωτικό και σοσιαλιστικό περιεχόμενο.
Αυτές είναι μερικές από τις προσεγγίσεις των Μαρξ-Ένγκελς. Δυστυχώς, λέω, μερικές.
Κι ας μη σπεύσουν οι ά-χρονοι και ά-τοποι διεθνιστές σε διεθνιστική πλειοδοσία διότι θα βρεθούν προ μεγάλων εκπλήξεων. Γιατί αποτελεί αδιάψευστο στοιχείο το γεγονός ότι η σωστή άποψη των Μαρξ-Ένγκελς γύρω από το Ιρλανδικό και Πολωνικό Ζήτημα δεν τους εμπόδισε, όμως, να αντιμετωπίζουν με έναν τελείως διαφορετικό και -ίσως- λανθάνοντα ρατσιστικό τρόπο τις σλαβικές εθνότητες, αλλά και τους Βρετόνους, Σκώτους ή Βάσκους.
Αυτό αντανακλάται έντονα σε πολλά κείμενά τους, όπου οι βαρύτατα υποτιμητικές φράσεις για τα «άθλια συντρίμμια των πρώην εθνών», «τα μελίσσια εθνοτήτων», τα «έθνη και εθνάκια», τα έθνη που δεν έχουν «ευρωπαϊκή σημασία», τα «εκ φύσεως αντεπαναστατικά έθνη», «τους αντιδραστικούς λαούς», τους «λαούς χωρίς ιστορία», τα «υπολείμματα λαών» το «ληστοσυρφετό» (Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες) και το «γουρουνολαό» (Βούλγαροι), δίνουν και παίρνουν.

Η «φωτεινή εξαίρεση» του Όττο Μπάουερ

Η σκοτεινή αυτή πλευρά, ιδιαίτερα του Ένγκελς, έτεινε και τείνει να αποσιωπάται ή και να δικαιολογείται από το σύνολο, σχεδόν, των επιγόνων. Δίνω, χωρίς περισσότερα σχόλια, δυο αποσπάσματα από ένα γράμμα (22-25/2/1882) του Ένγκελς στον Μπέρνσταϊν:
«Κατά τα άλλα ας τρέφετε όσες συμπάθειες θέλετε για τους κατά φύσιν λαΐσκους, έτσι κι αλλιώς έχουν μια κάποια ποιητική λάμψη και φτιάχνουν ακόμα λαϊκά τραγούδια… Κι αν από την εξέγερση αυτών των λεβέντηδων απειλεί να φουντώσει ένας παγκόσμιος πόλεμος, που θα μας καταστρέψει ολόκληρη την επαναστατική μας κατάσταση, τότε πρέπει και αυτοί οι ίδιοι και το δικαίωμά τους για ζωοκλοπή να θυσιαστούν ανελέητα στα συμφέροντα του ευρωπαϊκού προλεταριάτου… Οι Βούλγαροι έχουν οι ίδιοι περιγράψει τον εαυτό τους στα λαϊκά τους τραγούδια… Η φωτιά παίζει σ’ αυτά μεγάλο ρόλο. Ένα σπίτι πιάνει φωτιά κι η νεαρή γυναίκα καίγεται, επειδή ο άντρας της, αντί να σώσει αυτήν, προτιμά να σώσει την μαύρη του φοράδα… Πού αλλού στον κόσμο θα βρείτε τέτοιον γουρουνολαό;… Και μπροστά σ’ όλα αυτά θα θελήσουν πόλεμο; Σίγουρα όχι, έστω κι αν αφανίζονταν 200 ευγενείς ληστολαοί…».
Φωτεινή εξαίρεση αποτέλεσε ο επιφανής Αυστριακός μαρξιστής Όττο Μπάουερ, που στο σημαντικό έργο του Το Εθνικό Ζήτημα και η σοσιαλδημοκρατία, που πρωτοκυκλοφόρησε στη Βιέννη το 1907, ασκεί μιαν αυστηρή κριτική στα ντετερμινιστικά ιδεολογήματα του Φρειδερίκου Ένγκελς. Αναδεικνύει μιαν άλλη οπτική, εχθρική στον οικουμενικό ομοιομορφισμό της κομμουνιστικής εσχατολογίας. Προβάλλει την αξία της πολιτιστικής αυτονομίας, υιοθετώντας τις άκρως ριζοσπαστικές και αιρετικές –τότε–, δικαιωμένες όμως ιστορικά, απόψεις, ότι: «καθήκον της Διεθνούς είναι και πρέπει να είναι όχι η κατάργηση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, αλλά η προώθηση της διεθνούς ενότητας μέσα στην εθνική ποικιλομορφία της».

Ο εθνικισμός των καταπιεστών και ο εθνικισμός των καταπιεσμένων

Επανερχόμενοι στην ουσία του ζητήματος, ας δούμε –πέρα από τις υπερβολές– πώς προσεγγίζει την όλη οπτική Μαρξ-Ένγκελς για το Εθνικό Ζήτημα ένας από τους συνεπέστερους μαθητές τους, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, που επισημαίνει ότι δεν χωράει αμφιβολία ότι σε σύγκριση με το «εργατικό», το «εθνικό ζήτημα» έχει δευτερεύουσα γι’ αυτούς σημασία, συμπληρώνοντας όμως ότι η θεωρία τους βρίσκεται τόσο μακριά από το να αγνοεί τα εθνικά κινήματα, όσο ο ουρανός από τη γη.
Αλλά δεν είναι μόνο η διαστρέβλωση της μαρξικής λογικής που μετατρέπει το έργο τους σε καρικατούρα. Η διαστρέβλωση αφορά και το έτερο μεγάλο ρεύμα το Αναρχικό, την οπτική του οποίου αγνοούν ή διαστρεβλώνουν οι υποτιθέμενοι συνεχιστές του.
Γιατί τι άλλο μπορεί να μαρτυρεί η πλήρης αποσιώπηση της πατριωτικής-διεθνιστικής δράσης του Μιχαήλ Μπακούνιν στο ιταλικό Risorgimento, στο πλευρό των Γκαριμπάλντι και Ματσίνι, ή η παθιασμένη συμμετοχή του στον εθνικό απελευθερωτικό αγώνα των Πολωνών πατριωτών και των άλλων καταπιεσμένων σλαβικών εθνοτήτων.
«Συναισθάνομαι ειλικρινά και πάντα τον πατριώτη κάθε καταπιεσμένης πατρίδας. Η πατρίδα αντιπροσωπεύει το ιερό και αδιαφιλονίκητο δικαίωμα κάθε ανθρώπου, κάθε ομάδας ανθρώπων, ενώσεων, κοινοτήτων, περιοχών, εθνών να αισθάνονται, να σκέπτονται, να θέλουν και να δρουν με τον δικό τους τρόπο… Ο λαός είναι από τη φύση του πατριώτης. Αγαπάει τη γη όπου γεννήθηκε, το κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε. Αυτή η αγάπη, όπως γενικά όλες οι ανθρώπινες αγάπες, είναι στη βάση της ένα αίσθημα αρχικά εντελώς φυσιολογικό, ζωώδες. Δεν είναι καθόλου αρετή ούτε καθήκον ούτε θεωρία. Είναι φυσικό γεγονός, αρχικά πολύ περιορισμένο, που δεν ξεπερνά καθόλου τα στενά όρια της κοινότητας. Ο πραγματικός, ζωντανός, ισχυρός, φυσικός πατριωτισμός του λαού, δεν είναι καθόλου εθνικός πατριωτισμός, ούτε καν τοπικός, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του αποκλειστικά κοινοτικός. Αγαπά επίσης τη γλώσσα που μιλάει ή μάλλον δεν γνωρίζει άλλη και μόνο με τη δική του μπορεί να εκφράσει ό,τι σκέφτεται, ό,τι αισθάνεται και να ζήσει κοινωνικά, ανθρώπινα. Ταυτίζεται επίσης με τα έθιμα και τις αληθινές και λαθεμένες αντιλήψεις της χώρας του. Αν αυτά τα έθιμα, αυτές οι ιδέες και αυτή η γλώσσα καλύπτουν μια περιοχή, τότε αρχίζει να γίνεται πραγματικά ένας τοπικός πατριώτης. Αν καλύπτουν ένα ολόκληρο έθνος, τότε γίνεται ένας εθνικός πατριώτης. Με την έννοια αυτή, κανείς δεν είναι τόσο βαθιά ούτε τόσο ειλικρινά πατριώτης όσο ο λαός».
Δεν είναι στις προθέσεις της παρούσας η εξαντλητική αναφορά επί των διατυπωμένων απόψεων στάσεων και πρακτικών. Ωστόσο, κρίνω απόλυτα απαραίτητο να σταθώ στην κορυφαία παρέμβαση του Λένιν, κύριου αρχιτέκτονα της λογικής αποφυγής των άκαμπτων αιτιοκρατικών σχημάτων και κεντρικού εισηγητή της διάκρισης ανάμεσα στα καταπιεστικά και καταπιεζόμενα έθνη. Διανοητή που συνέβαλε στο να ξεκαθαρίσουμε την διαφορά ανάμεσα στον εθνικισμό των καταπιεστών και των εθνικισμό των καταπιεσμένων.

Η «σύνθεση» εθνικού-ταξικού κατά τον Γκράμσι και τον Μάο

Και στην ίδια λογική και κατεύθυνση κινήθηκε μετά την βαθιά μελέτη του ιταλικού Risorgimento, ο δάσκαλος αρκετών εξ ημών Αντόνιο Γκράμσι για να διατυπώσει με απαράμιλλη διορατικότητα ότι: «Ασφαλώς η εξέλιξη τείνει προς τον διεθνισμό, το σημείο όμως αφετηρίας είναι το «εθνικό» και από αυτό το σημείο αφετηρίας πρέπει ακριβώς να ξεκινήσουμε, για να καταλήξει στην αναγκαιότητα δημιουργίας ενός νέου εθνικού-λαϊκού μπλοκ, που κινείται σε σαφώς αντιθετική τροχιά από τον κλασικό αριστερισμό των Τρότσκι-Μπορντίγκα».
Γνωρίζω, ότι ορισμένοι θα ισχυριστούν, ότι σε μια εποχή διεθνοποίησης-παγκοσμιοποίησης το να σκαλίζεις το παρελθόν για να βρεις ερείσματα στο έθνος και τα εθνικά κινήματα μπορεί και να αποτελεί μια μορφή σχολαστικισμού ή και οπισθοδρόμησης. Πέρα από την αφετηριακά λαθεμένη αντίληψη όλων αυτών που κατά Γκράμσι «αποδοκιμάζουν το παρελθόν για να μην αντιμετωπίσουν το καθήκον του παρόντος», θα επισημάνω το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι όλες οι πραγματωθείσες και επικρατήσασες, ανεξαρτήτως συνέχειας, επαναστάσεις του 20ου αιώνα είχαν κατεξοχήν πατριωτικό-αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο (κινεζική, γιουγκοσλαβική, εαμική, αλγερινή, κουβανική και βιετναμέζικη).
Γι’ αυτό και είναι όχι μόνον ορθή, αλλά και επίκαιρη, η διατύπωση του Γκέοργκ Λούκατς:
«Ο σοσιαλιστής πολιτικός κινδυνεύει να περιπέσει σε καταστάσεις στις οποίες -από πίστη στις αρχές- θα δρούσε με αντιδραστικό τρόπο… Τα επαναστατικά κόμματα πρέπει απόλυτα να υποστηρίξουν (τις εξεγέρσεις αποικιακών ή μισοαποικιακών λαών)… Το άνοιγμα των (εθνικιστικών) ιδεολογιών προς τον αληθινό διεθνισμό δεν μπορεί να προκληθεί από μια διανοητική και ουτοπιστική προκαταβολή μελλοντικών συνθηκών του σοσιαλισμού, όπου δεν υπάρχει… εθνικό πρόβλημα, αλλά μόνο από την πρακτική απόδειξη ότι το νικηφόρο προλεταριάτο ενός καταπιεσμένου έθνους ξέκοψε από τις καταπιεστικές τάσεις του ιμπεριαλισμού μέχρι τις ακρότατες συνέπειες, μέχρι το πλήρες δικαίωμα της αυτοδιάθεσης».
Γιατί η πραγματικότητα είναι αυτή. Επανάσταση έγινε εκεί που το εθνικό ενώθηκε με το κοινωνικό χωρίς σωβινισμούς και επιθετική αντίληψη προς τα άλλα έθνη. Εκεί που το Πατρίδα ή Θάνατος αποτέλεσε το Κεντρικό Σύνθημα.
Έτσι οι Ισπανοί αντιφασίστες πολέμησαν τον Φράνκο με το σύνθημα αυτό και Πατρίδα ή Θάνατος. Θα νικήσουμε! (Patria o Muerte! Venceremos!) ήταν το σύνθημα του Κάστρο, του Γκεβάρα, αλλά και του Χο-Τσι Μινχ, που ήταν ο πατριωτισμός και όχι ο κομμουνισμός που τον ώθησαν να πιστέψει στον Λένιν και στην Τρίτη Διεθνή, επιβεβαιώνοντας την κλασική διατύπωση του Μάο Τσε Τουνγκ:
  • Τα κράτη θέλουν την ανεξαρτησία
  • Τα έθνη την απελευθέρωση
  • Οι λαοί την επανάσταση.

Η ΕΑΜική παράδοση

Αυτή την λογική υπηρέτησε με τον πιο συνεπή τρόπο και το δικό μας ΕΑΜ, όπως αποτυπώθηκε και στα δυο κορυφαία κείμενά του, το Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, που έγραψε ο Δημήτρης Γληνός και τον Λόγο του Άρη Βελουχιώτη στην Λαμία. Γιατί, πράγματι, το ΕΑΜ υπήρξε ένα υποδειγματικό πατριωτικό-διεθνιστικό κίνημα που στις σημαίες του είχε γραμμένο το:
«Θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη την λευτεριά».
Και σε αυτή την στρατηγική κινήθηκε η μεγάλη μερίδα της μαχόμενης ελληνικής Αριστεράς από τους πρωτεργάτες, τον Γληνό και τον Άρη, μέχρι τον Μπελογιάννη και τον Πλουμπίδη, τον Πασαλίδη και τον Ηλιού, τον Νίκο Πουλαντζά και τον Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο), τον Νίκο Ψυρούκη και τον Νίκο Σβορώνο, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μανώλη Γλέζο.
Και είναι αυτή η λογική που ενέπνευσε και εμπνέει παρ’ όλα τα πισωγυρίσματα, ασυνέχειες και αντιφάσεις την σημερινή πατριωτική-διεθνιστική πρωτοπορία στον πλανήτη, τα αριστερά μπολιβαριανά κινήματα της Λατινικής Αμερικής που εμβληματικά προτάσσουν στις σημαίες τους τον Δημοκρατικό Πατριωτισμό που ξεκινάει από τον Ρήγα και τον Μπολιβάρ για να καταλήξει στον Άρη, τον Γκεβάρα και τους μαθητές τους. Διότι δεν υπάρχει διεθνισμός χωρίς να υπάρχουν έθνη. Ο ίδιος ο όρος -άλλωστε- το προϋποθέτει.

Η Αριστερά απέναντι στο Έθνος 3 – Πατριωτισμός-Διεθνισμός-Κοσμοπολιτισμός


Η επέλαση του κοσμοπολιτισμού/διεθνισμού και η ανάδυση του πατριωτισμού/διεθνισμού

Τριάντα πέντε χρόνια πριν, το 1981, ευρισκόμενος στην Κύπρο είχα επισημάνει ότι «θα πρέπει κάποτε να γίνει ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα στα εθνικά σύμβολα και την καπηλεία τους από τη μεριά των πατριδοκάπηλων, όπως κάποτε θα πρέπει να γίνει και ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα στο λαθρεμπόριο του διεθνισμού και τον διεθνισμό τον ίδιο. Στον βαθμό που η πραγματική σοσιαλιστική προοπτική είναι ακόμη πολύ μακριά, το κεφάλαιο, μπορεί να μην έχει πατρίδα, αλλά το προλεταριάτο και η αγροτιά δυστυχώς έχουν ή ευτυχώς οφείλουν να έχουν. Αυτό φροντίζουν να μας το υπενθυμίζουν όχι μόνο οι Ιρλανδοί πατριώτες, αλλά και οι Πολωνοί εργάτες που επανέφεραν τα ξεχασμένα από το 1882 λόγια του Ένγκελς. Τόνιζε πως “μέχρι να λυθεί το εθνικό πρόβλημα της πατρίδας τους έχουν όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση να είναι πρώτα απ’ όλα εθνικιστές και ύστερα διεθνιστές”- στο άμεσο πολιτικό προσκήνιο, δίνοντάς τους το πιο βαθύ πατριωτικό και σοσιαλιστικό περιεχόμενο».
Δεν έχω να προσθέσω ούτε ένα «ν»  στην άποψή μου αυτή γιατί, δυστυχώς, το πρόβλημα εξακολουθεί να παραμένει.
  • Ο Ιρλανδός ή ο Ιρακινός «εθνικιστής» που υπερασπίζεται την πατρίδα του δεν είναι το ίδιο με τον Βρετανό και Αμερικανό εθνικιστή που εισέβαλε σε αυτή.
  • Ο Ελληνοκύπριος ή Παλαιστίνιος «εθνικιστής» καταδιωκόμενος ή ξεριζωμένος από τα πατρογονικά εδάφη δεν είναι το ίδιο με τον Τούρκο ή Ισραηλινό «εθνικιστή» που εισέβαλε στα εδάφη αυτά.

 Η ελευθερία ως προαπαιτούμενο του πατριωτισμού

Ακόμα και τα ίδια πρόσωπα μπορεί να είναι προοδευτικά, όταν αμύνονται, και να γίνουν αντιδραστικά, όταν επιτίθενται. Ο πατριωτισμός, ο διεθνισμός, το αίσθημα κοινωνικής χειραφέτησης και δικαιοσύνης δεν λειτουργούν ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες συνθήκες οργάνωσης μιας κοινωνίας.
Γιατί στην οργάνωση αυτή η σχέση δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας αποτελεί το υπόβαθρο-πλαίσιο, εντός του οποίου μπορούμε να επεξεργαστούμε και να στηρίξουμε την έννοια του δημοκρατικού πατριωτισμού. Το προοδευτικό ή αντιδραστικό περιεχόμενο προσδιορίζεται από την συγκεκριμένη κατάσταση και αυτή είναι η βαθιά διαφορά του ρεύματος που ανάγει τις ρίζες του στον Ρουσσώ και τον Ρήγα με τους ά-χρονους/ά-τοπους διεθνιστές.
Η στάση του Ρουσσώ, αλλά και όλης της ριζοσπαστικής πτέρυγας των Διαφωτιστών, συγκλίνει στην πεποίθηση ότι η παραδοχή της ελευθερίας ως αναντικατάστατης φυσικής αξίας, αποτελεί απαραίτητο προαπαιτούμενο της αυθεντικής αγάπης προς την πατρίδα, του αληθινού πατριωτισμού.

Το εθνικοαπελευθερωτικό-δημοκρατικό όραμα

Σ’ αυτό το πλαίσιο κινείται και η όλη οπτική του Ρήγα και των συντρόφων του, εμποτισμένη όμως ιδιαίτερα από το εθνικοαπελευθερωτικό-δημοκρατικό όραμα του βαλκάνιου ριζοσπαστισμού. Είναι αυτός ο λόγος που η πολιτική-πολιτειακή πρόταση του Βελεστινλή, ξεπερνά τα κυρίαρχα ασφυκτικά πλαίσια, συγκροτώντας ένα καινούργιο σύστημα αρχών και αξιών με σαφή φιλελεύθερο, πατριωτικό και δημοκρατικό προσανατολισμό.
Η συγκεκριμένη ανάλυση της Νέας Πολιτικής Διοικήσεως, αλλά και του Θούριου, και του Ύμνου Πατριωτικού, κατέδειξαν νομίζω, ότι η καταγγελία του δεσποτισμού, η ανάδειξη της ελευθερίας σε πρώτιστη αξία, η εθνική ανεξαρτησία, η αγάπη και υπεράσπιση της πατρίδας, η ανεξιθρησκία, ο αντιμοναρχικός πολιτειακός χαρακτήρας, η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, η κοινωνική ευαισθησία και πρόνοια και η σταθερή προσήλωση στα ατομικά δικαιώματα και τις δημοκρατικές αξίες και αρχές, αποτελούν τους σταθερούς άξονες του ιδεολογικοπολιτικού του κόσμου.
Η ανάδειξη του κοινωνικού δίπλα στο εθνικό και του πατριωτικού δίπλα στο διεθνικό, αποτελεί, ίσως, την μεγαλύτερη πολιτική του κατάκτηση και αποτυπώνεται στην ουσιαστική σύνδεση των στόχων της εθνικής απελευθέρωσης με την αναγκαιότητα της κοινωνικής αλλαγής που διαπερνά και διαποτίζει όλο του το έργο.
Ο Ρήγας, χρησιμοποιώντας ως αφετηρία και υπόβαθρο την ρουσσωική λογική της λαϊκής κυριαρχίας «ἐν ᾑ ὁ δῆμος ἐστιν κρατών», την προεκτείνει δίνοντάς της ευρύτερο περιεχόμενο στο άρθρο 109 της Νέας Πολιτικής Διοικήσεως που ορίζει: «Η γενική δύναμις της δημοκρατίας συνίσταται εις ολόκληρον το έθνος», διατύπωση που βρήκε την πρακτική της αποτύπωση στα τρία πρώτα Ελληνικά Συντάγματα και ιδιαίτερα στο πρωτοπόρο Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827.

Η λογική της αριστοκρατίας του χρήματος

Το κυρίαρχο συγκρότημα εξουσίας, η αριστοκρατία του χρήματος, προσπαθεί στα πλαίσια μιας νεοταξικής λογικής, διεθνιστικού –τάχα μου– χαρακτήρα να θολώσει τα νερά, να κουκουλώσει τις διαφορές ανάμεσα στα καταπιεστικά και καταπιεζόμενα έθνη, ανάμεσα στις κυρίαρχες και υποτελείς τάξεις. Σε αυτό το αντιφατικό, κατακερματισμένο πεδίο δίνεται ένας κατεξοχήν άνισος αγώνας. Οι συνθήκες άλλαξαν, η καταπίεση όμως και τα προβλήματα παραμένουν.
Αυτό που οι μεταμοντέρνοι διεθνιστές παρουσιάζουν ως σύγχρονο και διεθνιστικό είναι άραγε τέτοιο; Μήπως αυτό που φαντάζει «καθυστερημένο» και εθνικό έχει πιο ριζοσπαστικό και απελευθερωτικό περιεχόμενο;
Η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη και δεν θα ήθελα μονομερώς να εκτεθώ στα ανεπαρκή ναι ή όχι. Θα χρησιμοποιήσω όμως ως έμμεση συνηγορία της άποψής μου τα λόγια ενός εκδότη και διανοούμενου, του Αντρέ Σίφριν, που μιλώντας για τον άνισο αγώνα που σε παγκόσμιο επίπεδο δίνεται και στον χώρο του βιβλίου σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Η μάχη, ωστόσο, δεν έχει κριθεί ακόμα. Αν η κατάσταση στις αγγλοσαξονικές χώρες είναι τόσο άσχημη όσο την περιέγραψα, το θέμα δεν θεωρείται λήξαν για την Ευρώπη, όπου ορισμένες αρχαϊκές δυνάμεις, όπως η πεισματική υπεράσπιση της εθνικής ιδιαιτερότητας και το τοπικιστικό πνεύμα, όσο αποξενωμένες κι αν είναι από το δημοκρατικό ιδεώδες, μπορούν να υπάρξουν χρήσιμοι σύμμαχοι. Ο αγώνας συνεχίζεται…».
Τώρα και στην Σκωτία, θα συμπλήρωνα εγώ, όπου η σκωτική Αριστερά πρωταγωνίστησε ως ηγέτιδα εθνική δύναμη απέναντι στους Αγγλοσάξωνες, σε μια αναμέτρηση που η ιστορία παίρνει την εκδίκησή της.

Είναι το έθνος μια κατασκευασμένη «φαντασιακή κοινότητα»;

Είμαι βέβαιος ότι τα όσα προηγουμένως εξέθεσα, δεν κάλυψαν παρά μόνο ορισμένες πλευρές του ζητήματος, ιδιαίτερα μάλιστα αφού δεν υπήρχαν περιθώρια για μιαν εξαντλητική περιδιάβαση, τόσο στις επιμέρους διαφορετικές τοποθετήσεις των δύο άλλων, αντιπροσωπευτικών κατά Γουώκερ, τάσεων του μαρξισμού πάνω στο Εθνικό Ζήτημα, όσο και την τεράστια, επέκεινα της μαρξιστικής εκδοχής, βιβλιογραφία.
Υπ’ αυτήν την έννοια η όλη προσέγγιση υπολείπεται όσον αφορά ένα σύνολο, ειδικών ζητημάτων, όπως λ.χ. ο ταλανισμός που διαπερνά και την ελληνική σκέψη ανάμεσα στο εθνικό πλαίσιο και το παγκόσμιο, με αποτέλεσμα να διχάζεται αναπόφευκτα ανάμεσα «στις δύο μας πραγματικότητες». Αυτές που ο Καρλ Γιάσπερς εύστοχα εντόπισε ως ελληνορωμαϊκή μας παράδοση και ανατολικομεσογειακή πτυχή μας, γεγονός που δημιουργεί ξεχωριστούς όρους και προϋποθέσεις στην μελέτη του εθνικού φαινομένου ως προς τα καθ’ ημάς.
Εκείνο όμως που θέλω να ελπίζω, είναι ότι η όλη ανάλυση απέδειξε το έωλο, ρηχό και αντιεπιστημονικό των αναλύσεων της αναθεωρητικής ιστορικής σχολής (ιδιαίτερα της υπό μαρξικήν επικάλυψη περιφερόμενης), που εδώ και μερικές δεκαετίες προσπαθεί να αποδομήσει την έννοια του έθνους από τα ιστορικά και τα πραγματικά του ερείσματα, ανάγοντάς το σε κάτι το εξωπραγματικό. Μια κατασκευασμένη «φαντασιακή κοινότητα», που και στην περίπτωση που υπάρχει δεν είναι παρά ένα σύγχρονο κρατικό κατασκεύασμα.

Δυστυχώς γι’ αυτούς, η θεωρητική, πολιτική και πρακτική παράδοση της μείζονος –μη περιθωριακής– Αριστεράς, είναι, παρ’ όλα τα υπαρκτά κενά και αντιφάσεις, συντριπτική. Τι χρεία άλλων μαρτύρων έχουμε, όταν οι Μαρξ και Ένγκελς (ακόμα και στα «χειρότερά» τους) χρησιμοποιούν μεν υποτιμητικές εκφράσεις για «μελίσσια εθνοτήτων»«έθνη και εθνάκια» ή «εκ φύσεως αντεπαναστατικά έθνη», πάντα όμως ως σοβαροί επιστήμονες αναφέρονται σε έθνη, σε υπαρκτές ιστορικές οντότητες και όχι σε φαντασιακές κοινότητες και άλλα ηχηρά παρόμοια.

ΠΗΓΗ: https://stavroslygeros.gr/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.