Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Το καθοριστικό της ιστορικής μνήμης

Πλατεία Ηρώων του Τόμας Μπέρνχαρντ
Του Κώστα Σαμάντη (Ρήξη φ. 133) 
Στις 12 Μαρτίου, η 8η Στρατιά της Βέρμαχτ πέρασε τα σύνορα της Αυστρίας (επιχείρηση OTTO), όπου την ανέμενε μια μεγάλη έκπληξη: Αντί να αντιμετωπίσει την αντίσταση του αυστριακού στρατού, έγινε δεκτή με ναζιστικές σημαίες, χιτλερικούς χαιρετισμούς και λουλούδια, επονομάζοντας, έτσι, την εκστρατεία Blumenkrieg («Πόλεμο των λουλουδιών»). Το ίδιο απόγευμα ο Χίτλερ μπήκε στην Αυστρία, περνώντας από το Μπράουναου, τη γενέτειρά του, και κατέφθασε το βράδυ στο Λιντς, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Η περιοδεία του κατέληξε σε πορεία θριάμβου, ο οποίος κλιμακώθηκε με την άφιξή του στη Βιέννη στις 2 Απριλίου: Εκεί ο Χίτλερ, στην πλατεία Ηρώων (Heldenplatz), διακήρυξε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ράιχ μπροστά σε πλήθος 200.000 περίπου ενθουσιωδών Αυστριακών. Ανάμεσα στα άλλα ανέφερε: «Μερικές ξένες εφημερίδες έκαναν λόγο για επίδρομή μας στην Αυστρία με βάρβαρες μεθόδους. Μπορώ μόνο να πω ότι ακόμη και νεκροί θα ψεύδονται. Αγωνίστηκα για να κερδίσω την αγάπη του λαού μου, αλλά, όταν διέσχισα τα μέχρι προχτές σύνορα, συνάντησα ένα ρεύμα αγάπης που όμοιό του δεν είχα δοκιμάσει ποτέ». Η προσάρτηση της Αυστρίας, γνωστή ως Άνσλους (Anschluss), είχε ολοκληρωθεί…
Αν έχει υπάρξει ένας συγγραφέας που έχει λειτουργήσει, σε απόλυτο βαθμό, ως συνείδηση της χώρας του, αυτός προφανώς είναι ο Τόμας Μπέρνχαρντ. Γεννημένος το 1931 και ορφανός από πατέρα, ο οποίος ποτέ δεν τον αναγνώρισε, ανατράφηκε ουσιαστικά από τον παππού του, τον ευρυμαθή συγγραφέα Γιοχάνες Φροϊμπίχλερ, αναρχικών αντιλήψεων και βραβευμένο με το αυστριακό κρατικό βραβείο λογοτεχνίας το 1937. Σε όλη τη διάρκεια του συγγραφικού του βίου θα υπάρξει αυστηρά επικριτικός απέναντι στη χώρα του και τους συμπατριώτες του, πιστεύοντας ότι κατ’ ουσίαν κουβαλούσαν ακόμα το φιλοναζιστικό τους παρελθόν. Έτσι, ως συγγραφέας λειτουργούσε ταυτόχρονα με μια διπλή ιδιότητα, ως δημιουργός, αλλά και ως κριτικός διανοούμενος πάνω στο κοινωνικό σώμα. Γράφει χαρακτηριστικά στην Πλατεία Ηρώων: «Στην Οξφόρδη δεν υπάρχει Πλατεία Ηρώων / στην Οξφόρδη δεν υπήρξε Χίτλερ / στην Οξφόρδη δεν υπάρχουν Βιεννέζοι / στην Οξφόρδη δεν ουρλιάζει ο όχλος»…
Το 1988 γράφει αυτό που έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του, την Πλατεία Ηρώων –ύστερα από μερικούς μήνες θα πεθάνει στην ηλικία των 58 ετών. Η πρεμιέρα δόθηκε στις 4 Νοεμβρίου στο Κρατικό Θέατρο (Burgtheater) με τις αντιδράσεις να είναι έντονες αν και το κείμενο σκοπίμως είχε κρατηθεί ως επτασφράγιστο μυστικό. Σε αυτό υπήρξε σφόδρα επικριτικός και αφοριστικός, όσο ποτέ άλλοτε θα λέγαμε. Καθόλου τυχαία όμως. Ήδη από το 1986 πρόεδρος στην Αυστρία έχει εκλεγεί ο Κουρτ Βαλχάιμ, με το γνωστό παρελθόν της συμμετοχής στη Βέρμαχτ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και είναι αυτός, ο ανώτατος πολιτειακός παράγων, που βγήκε, σε μια πρωτοφανή κίνηση και σε θέμα εκτός της αρμοδιότητός του, να δηλώσει: «Θεωρώ το εν λόγω έργο βαρύτατη προσβολή κατά του αυστριακού λαού και το καταδικάζω».
Το τελευταίο αυτό έργο του είναι σαφώς καθορισμένο από τη συγκεκριμένη πολιτική αυτή εκλογή όσο και από τον προβληματισμό γύρω από τον θάνατο, μιας και είναι ήδη καταβεβλημένος από τον καρκίνο που πλέον τον ταλαιπωρεί. Στην υπόθεση, μια οικογένεια Εβραίων έχει επιστρέψει, μετά τους διωγμούς που έχει υποστεί πριν από 50 χρόνια, προς εγκατάσταση στη Βιέννη, σε ένα διαμέρισμα με θέα στη γνωστή Πλατεία Ηρώων. Η κεντρική φιγούρα, ο Ρόμπερτ (Χρήστος Στέργιογλου), έχει χάσει τον αδελφό του, καθηγητή Σούστερ, ο οποίος αυτοκτόνησε. Μέσα από τις σχέσεις των οικείων του ξεδιπλώνονται τόσο το γεγονός του θανάτου, ως επικαθορισμός και δεδομένο, όσο και η παρουσία του ναζιστικού παρελθόντος της χώρας ως μια κατάθεση ιστορικής μνήμης και αγωνίας, έμπλεη θυμού και οργής. Από την κριτική δεν ξεφεύγει κανείς. Με το βλέμμα καρφωμένο στο παρόν, στρέφει τα βέλη του κατά πάντων: τόσο κατά των συμπολιτών του και της χώρας του, όσο και κατά του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του. Γι’ αυτόν η διάκριση ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά δεν υφίσταται πλέον, όπως καταγράφεται στον προφητικό μονόλογο του καθηγητή Σούστερ: «Αυτό είναι το φοβερό και εμετικό μαζί, την σήμερον ημέραν οι σοσιαλιστές κρατούν το ρόλο του εκμεταλλευτή! Οι σοσιαλιστές έχουν πάρει στο λαιμό τους την Αυστρία. Είναι οι νεκροθάφτες αυτής της χώρας… οι σοσιαλιστές που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τον σοσιαλισμό έχουν διαπράξει τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της Αυστρίας, συγκρινόμενοι μαζί τους οι παπικοί είναι αθώες περιστερές…»

Μη γελαστείτε όμως: Μπορεί ο Μπέρνχαρντ να μισεί τους Βιεννέζους και την Αυστρία ολόκληρη, όμως ανάμεσα στις γραμμές του έργου του διακρίνεται η αγάπη του γι’ αυτούς, μια αγάπη ενός πατέρα προς το παιδί που ξεστράτισε. Κατά βάθος αγαπούσε τη χώρα του και ήταν ένας πατριώτης από τους λίγους. Έτσι, στο τελευταίο γράμμα του, προς την τοπική εφημερίδα της πόλης που ζούσε, γράφει: «Αξιότιμε κύριε διευθυντά, κάθε φορά που επιστρέφω από το εξωτερικό λέω μέσα μου πως η πατρίδα μας είναι από τα ομορφότερα μέρη του κόσμου και το Γκμούντεν του Ζαλτς Κάμεργκουντ, δεν χωρεί αμφιβολία, το ωραιότερο πετράδι σε αυτό το στέμμα…»

Ο Δημήτρης Καρατζάς ανήκει στη νεότερη γενιά των σκηνοθετών του θεάτρου έχοντας αποδείξει κατά το παρελθόν το ταλέντο το οποίο διαθέτει. Στη συγκεκριμένη παράσταση παραλαμβάνει στα χέρια του ένα κείμενο γεμάτο συγκινησιακό φόρτο που εκ των πραγμάτων το γεγονός του θανάτου κουβαλά, αλλά επίσης, και καθόλου υποδεέστερα, το χρέος της ιστορικής μνήμης και κριτικής που χαρακτηρίζει το έργο. Στη πρότασή του οφείλει να εξυπηρετεί και τους δύο αυτούς άξονες, αλλά ακόμα περισσότερο να συνομιλήσει, όσον αφορά την αναγκαιότητα της ιστορικής μνήμης, με το σήμερα. Επιπροσθέτως, έχει να αναμετρηθεί με έναν θεατρικό συγγραφέα το έργο του οποίου μόνο συμβατικό δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί, τόσο σαν τρόπος γραφής όσο και σαν περιεχόμενο. Αν και ο Τόμας Μπέρνχαρντ δεν είναι άγνωστος στο θεατρικό κοινό της χώρας μας (το αντίθετο θα λέγαμε ότι ισχύει), εν τούτοις αποφασίζει να προσεγγίσει το χαρακτηριστικότερο, σε προσωπικό επίπεδο, έργο του Αυστριακού συγγραφέα με μια συμβατικότητα η οποία το απονευρώνει, το αδικεί και εν τέλει το παρερμηνεύει. Τα όποια σκηνοθετικά και σκηνογραφικά ευρήματα αδυνατούν να αποδώσουν το αιρετικό και εν τέλει βιτριολικό πνεύμα του Μπέρνχαρντ. Ίσως από τις πιο άνευρες και ανούσιες παρουσιάσεις των έργων του.

Όσο και αν ο Χρήστος Στέργιογλου αποδίδει τον ήρωά του με την ειρωνεία και την παγίδευση που τον χαρακτηρίζει, η επιλογή της Καραμπέτη να αποδώσει εξπρεσιονιστικά τον ρόλο της υπηρέτριας Τσίτελ ως νευρωσική δεν επιτυγχάνει να βγάλει στην επιφάνεια τους εσωτερικούς δαίμονες που ο συγκεκριμένος ρόλος κουβαλά. Απεναντίας η Σύρμω Κεκέ στον ρόλο της υπηρέτριας Χέρτα τα καταφέρνει πολύ καλύτερα. Το έργο τελειώνει με τη σκηνή κατά την οποία η κυρία πνίγεται αιφνιδίως μέσα στο πιάτο της κρύας σούπας που έχει μπροστά της. Όσο αιφνιδιαστικός είναι ο θάνατός της, άλλο τόσο αιφνιδιασμένοι μένουν και οι θεατές. Και κάπως μετέωροι.
ΠΗΓΗ: http://ardin-rixi.gr/archives/204215
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου