Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Τα παιχνιδιάσματα της κατοχής


Του Γιώργου Τάττη
ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕ (ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΟΥ ΣΕΡΡΑΧΗ)
Έλεγα να κλείσω τον καφενέ. Δεν μπορούσα να αντεπεξέλθω πλέον στις κουβέντες του. Οι θαμώνες αυξάνονταν και πληθύνονταν, η πολιτική κατάσταση οργίαζε. Ως εκ τούτου, οι κουβέντες έδιναν και έπαιρναν, μα η υγεία μου δεν μπορούσε να συμβαδίσει με αυτά που άκουγαν τ’ αυτιά μου. Συνεπώς, ούτε και η υγεία των πελατών μου. Όμως, μετά από μια σύντομη συνάντηση με τον γιατρό μου, μου είπε κατά λέξη: «Εγιώ έκαμα ό,τι εμπορούσα για να σε τζιαινουρκώσω. Τωρά, πρέπει να πιάσεις δουλειάν να σε ττεστάρουμεν». Δεν ήξερα τι εννοούσε. Κάθομαι στον πάγκο για μέρες και το σκέφτομαι. Κοιτάω γύρω μου. Οι μόνες γκόμενες που μπήκαν ήταν κάτι σούργελα της πολιτικής ζωής του τόπου και κάποιες άλλες που ήρθαν «για να εξηγηθώ για το πότε εν’ να ποτίσω το περβόλιν. Ο άντρας μου τζιοιμάται που τα προχτές που έπαιζεν κουμάριν δαμαί». «Περίεργο», απαντώ. «Αφού εδιαλύσαν το γλήορα, εφύαν πριν τες δώδεκα». Δεν ήξερα, ο ηλίθιος, ότι μπορούσαν να πεταχτούν και στην «απέναντι πλευρά» για να ολοκληρώσουν τις χαρτοπαιχτικές και σεξουαλικές εμμονές τους.
Μετά από την καταστροφή του εν λόγω γάμου, μετά από το βρισίδι που έφαγα από τον καλό νοικοκυραίο, αφού «ερουφκιάνεψά τον στην γεναίκαν», είπα να πάρω ακόμη λίγα χρόνια ζωής, βγάζοντας το άχτι μου γράφοντας. Δεν πέρασε πολλή ώρα και μπαίνει και το πρώτο μου θέμα. Ήταν ο Ορέστης Τριγκίδης, γνωστός «political activist». Εγώ ετριβιτζιάστηκα με αυτήν την παρουσία. Φαινόταν δυναμικός, η όψη του ήταν διαπεραστική. Σαν να ήθελε να σκίσει τα συρματοπλέγματα, να διαλύσει τα οδοφράγματα, να δώσει του χέρι στους Τούρκους στρατιώτες και να προχωρήσει αμέριμνος μπροστά στις «μικροπρέπειες» και τους «διπλούς εθνικισμούς». Ήταν το μοντέρνο νιάτο που όλοι μας περιμέναμε.
Βλέπω το βιογραφικό του. Πλουσιότατο. Μετά από διάφορα πτυχία και αρκετές επαγγελματικές βόλτες, παίρνει τον ρόλο του «Ακαδημαϊκού». Εγώ, παρά το γεγονός ότι ήταν των Τεχνολογικών Επιστημών, εστιάζω στο «Projects Officer at IKME Socio-Political Studies Institute». Nαι, ήταν απ’ αυτούς. Από τα παιδιά των ΜΚΟ «με στόχο την προώθηση της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σοσιαλισμού και των ευρωπαϊκών αξιών με έμφαση την κοινωνική δικαιοσύνη και τη δημοκρατική διακυβέρνηση». Μπήκε μέσα με τον αέρα του νικητή, του Ευρωπαίου σοσιαλδημοκράτη, σαν άλλος Ολάντ και Σρέντερ. Εδώ στην Κύπρο, όμως, αυτά τα φρούτα μπορούν ακόμη να παρουσιάζονται ως ριζοσπάστες και εναλλακτικοί.

Μόλις μπήκε, τον ρώτησα. «Κάπου σε ξέρω; Παίζεις μήπως μουσική;» Μου απαντά: «Όχι, ασχολούμαι με τη μουσική στον ελεύθερό μου χρόνο. Θέλω έτσι να συμβάλω στην ενοποίηση της πατρίδας μου, μέσα από κοινά τραγούδια και μουσικές. Η μουσική με ταξιδεύει. Το πάθος μου είναι η πολιτική». Λέω κι εγώ, «Πετύχαμε λαβράκι», κι ανοίγω το μαγνητόφωνο. «Καλά τα λες, η μουσική μας ενώνει. Για πες, ασχολείσαι με τα κοινά;» «Προφανώς, είμαι ενεργός πολιτικός ακτιβιστής. Αρέσκομαι στο να κάνω τους ηλίθιους Κυπραίους να δουν την κατοχή με άλλο μάτι. Ως τον τρόπο για να αφήσουμε πίσω τους εθνικισμούς και να επιστρέψουμε πίσω στις ευρωπαϊκές αρχές, στον διαφωτισμό. Μέχρι πότε θα είμαστε αγροίκοι και πίσω που τον κόσμο;» Δράττομαι της ευκαιρίας και του λέω: «Συμφωνώ. Οι Τουρκοκύπριοι είναι πολύ πιο μπροστά σε αυτά. Ειδικά μετά που ένα μεγάλο ποσοστό πήγε και έμεινε στην Αγγλία». «Ακριβώς», μου απαντά. «Αν και καφετζιής, είσαι προοδευτικός άνθρωπος. Αν χρειαστεί ποτέ εκσυγχρονισμό ή εξυγίανση ο καφενές σου, προτίθεμαι να το κάμω δωρεάν. Πιάνουμε διάφορα κονδύλια που την ΕΕ».
«Καιιι… τι σε φέρνει εδώ;» «Θέλω να προωθήσω το νέο μας project. Θέλουμε να προωθήσουμε την πολυπολιτισμικότητα, αυτό μας επιβάλλει η ιστορία μας». «Μααα… θέλετε να μετατρέψετε, δηλαδή, τον κόσμο σε χάνι του Ππάντζιαρου;» «Κύριέ μου», μου απαντά, «φαινόσασταν σοβαρός. Θα το πω και στα αγγλικά, μπας και το καταλάβεις καλύτερα. Εξ άλλου, μπορεί κάλλιστα να ακούει κάποιος δαμαί στην Περιστερώνα που εν καταλάβει ελληνικά. Βοηθά με και στην έκφραση η αγγλική: Respect to Ricos Mappouros, re koumpare, nothing is gonna be done for you». Και συνεχίζει στην ελληνική, ωσάν να έχει διπολική διαταραχή: «Ο παππούς μου ήταν πρόσφυγας στη Μικρά Ασία. Μετά που έφυε λόγω του “συνωστισμού”, ήρτεν και έκαμεν χάνι και αγαπούσε τους Τούρκους». «Μα, προφανώς», αποκρίνομαι, «αυτό θα πει και πρόσφυγας, εξ άλλου, στη μεταμοντέρνα αποικία που ζούμε. Να αγαπάς τους σφαγείς σου». «Fuck yeah, έγινες ποζαύλιν», μου είπε και, σαν αιώνιος έφηβος, μεγαλωμένος στην παρακμιακή πρωτεύουσα Λευκωσία τη δεκαετία του ’90, κάνει το σήμα του «Sex, drugs and Rock n’ Roll».
Το πιο αστείο είναι και η χρήση της κυπριακής διαλέκτου με έναν επιτηδευμένο τρόπο από τους εν λόγω χώρους. Θεωρείται μία ενδογενής ανασκόπηση, μία στροφή προς τους «παππούδες μας που ζούσαν πολυπολιτισμικά και… αγαπημένοι». Κάτι που επίσης περιφέρεται γύρω από τη φετιχοποίηση της «επανένωσης». Τόσο πολύ έχει εδραιωθεί η αποϊστορικοποίηση της Κύπρου, τα παραμύθια του δήθεν αγαπησιάρικου παρελθόντος, που αποφεύγουν να δουν την πολυπλοκότητα των εθνοτικών ταυτοτήτων εντός της ίδιας της ιστορίας. Έτσι, καθίσταται κυρίαρχη ιστορικά η μαλακία που θέλει τις γειτόνισσες να πίνουν μαζί καφέ και όχι οι ιεραρχικές σχέσεις των καταπιεστών με τους καταπιεσμένους, οι αγώνες  για εθνική απελευθέρωση, αλλά και οι ουσιαστικοί εργατικοί αγώνες  που εχθρός τους δεν είναι ο… αμμόσακος. Διάβασε (ή και όχι) μια φορά ο Κυπραίος για την ιστοριογραφική σχολή των Annales εκεί στις Ευρώπες, και πρέπει εμείς να υποστούμε όλη τη μαλακία που τον δέρνει.
ΠΗΓΗ: http://efimeridaenosis.com/?p=1748

 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου