Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Η Μακεδονία και οι εθνικοί αγώνες

Η Μακεδονία από των αρχαιοτάτων χρόνων, όπως μας θυμίζει και ο Στράβων, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την υπόλοιπη Ελλάδα και ως εκ τούτου οι Μακεδόνες ήταν πάντα παρόντες στους εθνικούς αγώνες.

Εξηγούμαι επ’ αυτού. Από τα πολλά που θα είχε να αναφέρει κανείς σημειώνουμε ενδεικτικώς τα γεγονότα της περιόδου 1382 – 1387, όταν διοικητής της Θεσσαλονίκης ήταν ο πρίγκηπας Μανουήλ Παλαιολόγος, γιός του αυτοκράτορος Ιωάννου Παλαιολόγου. Αυτός κατέστησε την Θεσσαλονίκη προπύργιο αναχαιτίσεως του Ισλάμ, που έζωνε απειλητικά την Μακεδονία, και με άλλους Θεσσαλονικείς, νέους ανθρώπους και με παιδεία, ελευθέρωνε, έστω και προσωρινά, μακεδονικά εδάφη που είχαν καταλάβει οι Οθωμανοί. Ο Μανουήλ, θέλοντας να ενισχύσει το φρόνημα των Θεσσαλονικέων, δημηγορούσε σε πλατείες της θυμίζοντάς τους ότι είναι Ρωμηοί, πολίτες του βυζαντινού κράτους, αλλά και συμπατριώτες του Φιλίππου και του Μ. Αλεξάνδρου. Σε κάποια μάλιστα από τις πλατείες ακούσθηκε από τον ίδιο το σύνθημα, για πρώτη φορά, Ελευθερία ή Θάνατος.


Ο ισλαμικός κίνδυνος περιέσφιγγε τα αστικά κέντρα της Μακεδονίας και πολλοί κάτοικοί τους ανέβηκαν στα βουνά και έκτισαν οικισμούς στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, μερικοί από τους οποίους εξελίχθηκαν σε σπουδαία τότε, και τώρα, εμπορικά κέντρα, όπως η Κοζάνη, η Σιάτιστα, η Νάουσα, η Κλεισούρα κ.α. Απ’ αυτά τα βλογημένα βουνά ξεπήδησε η κλεφτουριά του ’21 και πολύ αργότερα η Εθνική Αντίσταση κατά των Ναζί. Είναι τα βλογημένα βουνά του Πατρός Κοσμά του Αιτωλού. Ο δάσκαλός μας αείμνηστος Απ. Ε. Βακαλόπουλος, με βάση τις πηγές, τεκμηρίωσε μία επανάσταση των Μακεδόνων της Δυτ. Μακεδονίας στην περίοδο 1444-1449, λίγο δηλ., πριν την Άλωση, όταν στρατιωτικοί του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου σταλμένοι από τον ίδιο, τότε δεσπότη του Μωρέως, με κέντρο την Βέροια επετίθεντο κατά των Γιουρούκων της Θεσσαλίας. Οι Μακεδόνες πολεμούσαν αδελφωμένα με τους Νότιους Έλληνες, όπως έγινε το 1821, όταν οι Μακεδόνες μετά την καταστολή του Αγώνα τους, κατέβηκαν στην Ν. Ελλάδα πολεμώντας με τους Ρουμελιώτες, τους Μωραΐτες, τους Νησιώτες στα πεδία των μαχών, στο Μεσολόγγι, στα Ψαρά.

Τα χρόνια που περνούσαν μετά την Άλωση της Θεσσαλονίκης (Απρίλιος 1430) ήσαν δύσκολα, μα πάντα φώλιαζε η ελπίδα στις ψυχές των Ρωμηών. Ένας Θεσσαλονικεύς λόγιος ο Ιωάννης Λάσκαρις, βιβλιοθηκάριος του Lorenzo dei Medici της Φλωρεντίας, σταλμένος για την συλλογή χειρογράφων, διέτρεξε όλη την Μακεδονία και την Ήπειρο και έφθασε στην Θεσσαλονίκη γύρω στα 1500. Εδώ σε κάποιο σπίτι συγγενούς του, στο σημερινό ιστορικό κέντρο, συνάντησε μακρινούς συγγενείς του, που του μίλησαν για τα δεινά της σκλαβιάς και του ζήτησαν την βοήθεια των ισχυρών Ευρωπαίων φίλων του ηγεμόνων για την ελευθερία τους. Και αυτοί οι ταλαίπωροι ραγιάδες έλεγαν ότι θα είναι έτοιμοι να ξεσηκωθούν, αρκεί να τους στείλουν ξύλινα όπλα, λόγχες, τόξα, ξίφη με διπλή κόψη, που από τη μία μεριά θα αναγράφεται η λέξη Ελευθερία! Στα μακεδονικά βουνά (Όλυμπος, Πιέρια, Βέρμιο, Πίνδος) θέριευε σιγά – σιγά ένας ιδιότυπος αγώνας αδούλωτων καπεταναίων από τους πρωτοφανέρωτους αδούλωτους κλεφταρματολούς, όπως ο θρυλικός Μεϊντάνης, που ο αγώνας τους γέμιζε ελπίδες τους υπόδουλους τους οποίους, όπως γράφει ο Νικολ. Κασομούλης στα Στρατιωτικά Ενθυμήματα, «θαρρούσαμε ότι είναι προωρισμένοι διά την σωτηρίαν του έθνους και ή γράμμα τους ή λόγον τους τον θεωρούσαμεν χρησμόν».

Ένα άλλο χαρακτηριστικό επεισόδιο ανάγεται στα γεγονότα της ναυμαχίας του Ναυαρίνου το 1571, όποτε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ίω. Αργυρόπουλος συνεργαζόταν με αγιορείτες, ιερείς και προκρίτους για να επικοινωνεί με χριστιανικές δυνάμεις (Ιταλία, Πολωνία) επί τω σκοπώ συνεχίσεως των θετικών που προέκυψαν για τον Χριστιανισμό από την ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Στις παραμονές του Αγώνος στην Θεσσαλονίκη επικρατούσε αναβρασμός που ξεκινούσε από τις ελπίδες και τα οράματα που τους έδιδαν οι αρχές της Γαλλικής Επαναστάσεως, οι σερβικές επαναστάσεις. Ο Θούριος και τα τραγούδια του Ρήγα Φεραίου – Βελεστινλή τα τραγουδούσαν οι υπόδουλοι Έλληνες στα αστικά κέντρα και στούς ορεινούς οικισμούς. Ένας Ολλανδός περιηγητής, ο Holland σ’ ένα σαλονικιό σπίτι, γύρω στα 1806 όπου προσκαλείται, ακούει την θυγατέρα του οικοδεσπότη να τραγουδά τον Θούριο του Ρήγα. Είναι η κόρη του Μεσθανέως, που αργότερα το 1821 συλλαμβάνεται και ρίχνεται στην φυλακή του Διοικητηρίου. Δραπέτευσε, και κατήλθε στην επαναστατημένη νότια Ελλάδα, έγινε ο τυπογράφος των Ελληνικών Χρονικών του πολιορκημένου Μεσολογγίου. Αυτός ο Μεσθανεύς πιθανώς έπεσε ηρωικώς κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου.


Η αποτυχία της επανάστασης των Μακεδόνων και τα οδυνηρά επακόλουθά της


Η οικογένεια Μεσθανέως επιβιώνει σήμερα στην Θεσσαλονίκη, ένα μέλος της είναι συνάδελφος στην Οδοντιατρική του Α.Π.Θ. Η Θεσσαλονίκη, κυρίως, από τις μακεδονικές πόλεις, πληρώνει βαρύτατο φόρο αίματος ιδίως τα δύο έτη 1821 και 1822, τόσο που το 1825 -1826 να αριθμεί μόνον 3.000 Έλληνες. Γρήγορα όμως ο ελληνικός πληθυσμός ανασυγκροτήθηκε, όσοι σώθηκαν επέστρεψαν, Δυτικομακεδόνες και Ηπειρώτες ήλθαν και την αναζωογόνησαν. Μελέτες, αρχεία, ακόμη ανέκδοτα, ομολογούν για τις χιλιάδες των Μακεδόνων που μετά την αποτυχία της επαναστάσεώς τους κατήλθαν στην νότια Ελλάδα πάντα κατά νούν έχοντες και την απελευθέρωση των ιδιαίτερων πατρίδων τους.


Έτοιμοι πάντα να ανεβούν στην Μακεδονία, πάντα ο καημός και ο πόνος τους για την υπόδουλη Μακεδονία, ένας καημός που τους πίκρανε αυτούς τους τίμιους αγωνιστές ο Νόμος περί ετεροχθόνων του 1844, που κατέτασσε τους κατοίκους του μικρού ελεύθερου νεοελληνικού κράτους που κατάγονταν από αλύτρωτες περιοχές, μολονότι κάτοικοι του Κράτους, ως πολίτες β’ κατηγορίας έναντι των αυτοχθόνων της α κατηγορίας. Είναι τότε που ο Ιω. Κωλέττης που αγορεύων κατά του Νόμου αυτού καθιέρωσε τον όρο Μ. Ιδέα στις 14.1.1844. Έλεγε τότε ο Κωλέττης: Διά την γεωγραφικήν της θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης, ισταμένη και έχουσα εκ μέν δεξιών την Ανατολήν, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται, ώστε διά μέν της πτώσεως αυτής να φωτίση την Δύσιν, διά δε της αναγεννήσεως την Ανατολήν. Το μέν πρώτον εξεπλήρωσαν οι προπάτορες ημών, το δε δεύτερον είναι εις ημάς ανατεθειμένον εν τω πνεύματι του όρκου και της Μεγάλης Ιδέας είδον πάντας τους πληρεξουσίους του Έθνους να συνέρχωνται διά να αποφασίσωσι ουχί πλέον περί της τύχης της Ελλάδος, αλλά της ελληνικής φυλής.

Όσοι έμειναν στην Μακεδονία, σε μία επώδυνη σκλαβιά, ζούσαν με την ελπίδα της ελευθερίας, που δεν έσβηνε ποτέ, καθότι ας το προσέξουμε αυτό, και αυτό είναι μία άγνωστη σελίδα της ιστορίας της Μακεδονίας εκ του λόγου ότι δεν έπαψαν πάνω στα βουνά διάφοροι καπεταναίοι να δημιουργούν προβλήματα στους κατακτητές. Ήσαν και τα ψαριανά και τα υδραίικα πλοία που συχνά προέβαιναν σε πειρατικές ενέργειες στον Θερμαϊκό και στον κόλπο της Επανομής. Ήταν και εκείνα τα δυστυχισμένα πλάσματα που είχαν αιχμαλωτιστεί τις τραγικές μέρες του 1821 και 1822 για την Θεσσαλονίκη και είχαν βιαίως εξισλαμιστεί τώρα που ζητούσαν από το μικρό ελληνικό βασίλειο να πράξει παν το δυνατόν για να γυρίσουν στην Ορθοδοξία και στα σπίτια τους από τα χαρέμια των αγάδων της Μακεδονίας. Αυτά το 1830, ενώ τον Οκτ. του 1828 καπεταναίοι που δρούσαν στην Μακεδονία ζητούσαν από τον Καποδίστρια όπλα και άλλη βοήθεια για να συνεχίσουν αγωνιζόμενοι κατά των Τούρκων.

Μιλήσαμε λίγο πριν για τους ετερόχθονες αγωνιστές του 1821 που είχαν κατέλθει στην επαναστατημένη Ελλάδα και μετά την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους περιφρονημένοι, νήστεις και πένητες επαιτούσαν στους δρόμους της Αθήνας. Είχαν για μίαν ακόμη φορά οι επιτήδειοι κατορθώσει να κυριαρχήσουν στην πολιτική ζωή του τόπου και να θέσουν στην άκρα περιφρόνηση τους τίμιους αγωνιστές. Αισθαντικός παρατηρητής της καταστάσεως ο ποιητής Αλέξ. Σούτσος εμπνέεται από ένα Μακεδόνα αγωνιστή, από την Κασσάνδρα, που αηδιασμένος από την συμπεριφορά των συμπατριωτών του του νεοελληνικού κράτους, ζητεί από το παιδί του να τον συνοδεύσει ως τα ελληνοτουρκικά τότε σύνορα για να πεθάνει στην Μακεδονία, αφού η ελεύθερη πατρίδα που για την ελευθερία της έδωσε το αίμα του, του έδειξε τόσην αχαριστία. Αφήνει το παιδί του στο ελληνικό έδαφος κι αυτός.

Κι εκείνος με γυμνό σπαθί κραυγάζει
«Αφού ξένος
και εις αυτό απέμεινα το ιδικό μου Γένος,
Αφού, πατρίς μου, άθλια δυστυχής,
πατρίς Μακεδονία
Παντοτινή το στήθος βαρύνει τυραννία,
Ανδρεία καθώς έζησα με μένει ν’ αποθάνω»
Και εις τον Τούρκων έπεσε
την φυλακήν (φρουρά) επάνω.

Ο Σούτσος εμπνεύσθηκε το ποίημα αυτό τιτλοφορούμενο «Ο θάνατος του ετερόχθονος αγωνιστού» διαβάζοντας την είδηση του θανάτου του Κασσανδρινού αγωνιστή σε αθηναϊκή εφημερίδα. Κι όπως είπαμε τέτοιες ειδήσεις θανάτου περιφρονημένων από το κράτος αγωνιστών υπήρχαν πολλές στις αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής.


Οι προσπάθειες αντίστασης των Μακεδόνων στον Πανσλαβισμό μέσω του εκπαιδευτικού αγώνα


Παρόμοια ποιήματα από τέτοιες ειδήσεις έγραψε ο Αλέξ. Σούτσος υπό τον τίτλο «Ο ψωμοζήτης στρατιώτης» (1831) και «Ο εξόριστος» και τα οποία ενέπνευσαν τον ζωγράφο Θεόδ. Βρυζάκη, σύγχρονο των γεγονότων, να συνθέσει τον συγκλονιστικό πίνακά του «Το τυφλό παλληκάρι», ή «Ο ανάπηρος του Αγώνα». Θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να ασχοληθεί κανείς με την τύχη των αγωνιστών του 1821 μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και την αχάριστη συμπεριφορά του απέναντί τους.

Θεόδ. Βρυζάκη: Το τυφλό παλληκάρι

Για να επιστρέψουμε στην Θεσσαλονίκη και την Μακεδονία σημειώνουμε την ψυχική διάθεση των Μακεδόνων και των Θεσσαλονικέων ότι πλησίαζε η ώρα της ελευθερίας, όταν έμαθαν ότι με την πρώτη ελληνοτουρκική εμπορική συμφωνία, έφθασε στην Θεσσαλονίκη ο πρώτος Έλληνας πρόξενος Θεόδωρος Βαλλιάνος το 1835. Τα χρόνια περνούσαν και οι Θεσσαλομακεδόνες επαναστάτησαν δύο φορές μές σε 20 χρόνια. Την πρώτη φορά το 1854, αλλά και λίγο πριν με την δράση των κλεφταρματολών Διαμαντή και Πιτσάβα, Γκούντροβο, Χαρίση, Ζέρβα. Την δεύτερη το 1878, όταν οι Πανσλαβιστές του κόμητος Ιγνάτιεφ δημιούργησαν επί χάρτου βέβαια την Μεγάλη Βουλγαρία με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, όταν οι νικητές Ρώσοι του ρωσοτουρκικού πολέμου 1876 – 1878 επέβαλαν την συνθήκη αυτή, που καταδίκαζε την Ελλάδα καθώς την περιέσφιγγε ο σλαβικός κίνδυνος με αιχμή του δόρατος την προστατευόμενη των Ρώσων νεότευκτη, εις κράτος Βουλγαρία.

Αυτή η συνθήκη εξήγειρε το φιλότιμο των Ελλήνων που επαναστάτησαν καθ’ άπασαν την Μακεδονία από τα Πιέρια ως το Μοναστήρι έχοντας επικεφαλής τον νεαρό επίσκοπο Κίτρους Νικόλαο από την Φιλιππούπολη της Ανατ. Ρωμυλίας, τέκνο πνευματικό του υψιπετούς Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Ιωακείμ, του έπειτα Πατριάρχου Ιωακείμ του Μεγαλοπρεπούς. Έτσι ανατράπηκε η άδικη για τον Ελληνισμό συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Και αντ’ αυτής το συνέδριο του Βερολίνου τον Ιούλιο του 1878 προσαρτά στην Ελλάδα την Θεσσαλία και μέρος της Άρτας, που σήμαινε ότι η Μακεδονία έρχεται γεωγραφικά κοντά στην Ελλάδα. Το 1885 η Ελλάδα αδρανούσε και η Βουλγαρία με την στήριξη της Ρωσίας προσαρτά πραξικοπηματικά την Ανατ. Ρωμυλία. Η Ελλάδα σωπαίνει και στο βάθος η βουλγαρική επιδρομή στην Μακεδονία και την Θράκη.

Οι Μακεδόνες ανθίστανται από τότε με την ίδρυση σχολείων, ένας ιδιότυπος Μακεδονικός Αγώνας, ο εκπαιδευτικός, απέναντι στον Πανσλαβισμό. Έλληνες πρόξενοι στην Θεσσαλονίκη ο Βατικιώτης και ο Δοκός και προξενικοί υπάλληλοι για πολλούς λόγους συλλέγουν αρχαιότητες στην Θεσσαλονίκη και τις στέλνουν μυστικά στην Αθήνα. Και πάλι το αθηναϊκό κέντρο αδρανεί ακόμη και από το 1895 όταν στην Μακεδονία καταφθάνουν οι πρώτοι Βούλγαροι κομιτατζήδες έχοντας στο στόχαστρό τους σλαβόφωνους Μακεδόνες με την ισχυρή ελληνική εθνική συνείδηση που οι Βούλγαροι αποκαλούν γραικομάνους μην αντιλαμβανόμενοι ότι η γλώσσα δεν ταυτίζεται με την εθνική συνείδηση. Πολλοί από αυτούς τους σλαβόφωνους Έλληνες συγκρότησαν αντάρτικα σώματα. Τέτοια σώματα ήσαν αυτά των Μπρούφα, Βερβέρη, Παπαδήμου, Βελέντζα, Σαράντη, που κατόρθωσαν σαν αετοί πάνω από τα μακεδονικά βουνά, να στηρίζουν τους βαλλόμενους ελληνικούς πληθυσμούς και το ελληνικό γόητρο, που δυστυχώς επλήγη σοβαρώς από τον άτυχο ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Γρήγορα, όμως, μόνος ο Μακεδονικός Ελληνισμός ανασυγκροτήθηκε χάρη σε γενναίους άνδρες που τον ανέστησαν από τα συντρίμμια της ήττας. Τέτοιοι άνδρες που πρωτοστάτησαν και οργάνωσαν τους Έλληνες της Μακεδονίας ήσαν ο εθνικός ανήρ Ίων Δραγούμης, ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, που συνέστησαν πατριωτικές επιτροπές σ’ όλη την Μακεδονία. Και τότε παρουσιάστηκαν και άλλοι γενναίοι άνδρες με πρώτο τον Καπετάν Κώτα από την Ρούλια της Φλώρινας που οργάνωσαν τον ένοπλο μακεδονικό αγώνα. Ήταν η αρχή του.

Ήδη το 1903 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντιλαμβανόμενο, επί τέλους, ότι έπρεπε να προστατεύσει τους πατριαρχικούς πληθυσμούς απέναντι στην βουλγαρική απειλή, έστειλε σε καίριες και κρίσιμες μητροπόλεις της Μακεδονίας νέους και ικανούς ιεράρχες, όπως τον Γερμανό Καραβαγγέλη στην Καστοριά, τον Ιωακείμ Φορόπουλο στο Μοναστήρι, τον Στέφανο Δανιηλίδη στην Έδεσσα, τον Χρυσόστομο Καλαφάτη στην Δράμα, τον Θεοδώρητο Βασματζίδη στο Νευροκόπι. Αυτοί εργάσθηκαν σύντονα βγαίνοντας οι περισσότεροι έξω από τα όρια της οικουμενικής πολιτικής του Πατριαρχείου ακολουθώντας την Μ. Ιδέα των Αθηνών.
(συνεχίζεται)

ΠΗΓΗ: http://www.pemptousia.gr

Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου