Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Θόρυβος και οργή: οι σκίνχεντ



Εδώ, αναδημοσιεύουμε ένα κείμενο από εκείνο το αφιέρωμα για τον τρόπο που οι νεο-ναζιστικές ομάδες χρησιμοποίησαν νεανικά μουσικά ρεύματα για να βρουν νεολαία. Στα ίδια μονοπάτια κινούνταν και η Χρυσή Αυγή γι΄αυτό και πολλά από τα πρωτοκλασάτα στελέχη της (Ματθαιόπουλος, Γερμενής, Γκλέτσος κ.ά.)  ήταν μουσικοί σε τέτοιου είδους συγκροτήματα.
Α
Θόρυβος και οργή: οι σκίνχεντ  
Tου Νικολά Λεμπούρ* από το αφιέρωμα του Άρδην τ. 90 στην Χρυσή Αυγή και γενικότερα στην ελληνική και ευρωπαϊκή ακροδεξιά
Μετάφραση: Χρ. Σταματοπούλου
Πρόκειται για παραβατικούς νεαρούς: ρατσιστές, βίαιους, ταραχοποιούς. Μέσα σε 24 ώρες, τα κατάφεραν να γίνει δύο φορές λόγος γι’ αυτούς, με τα μαχαιρώματα στη Βαρκελώνη και τη βεβήλωση ενός νεκροταφείου στη βόρεια Γαλλία. Παρόντες διεθνώς, αλλά ολιγάριθμοι, οι σκίνχεντ εμφανίζονται τόσο περιθωριακοί ώστε δεν μπαίνει κανείς στον κόπο να μάθει ποιοι είναι και γιατί… Έχουν όμως μια ιστορία, διαολεμένα παράξενη, σαν και τους ίδιους. Αν μπει κανείς στον κόπο να το καταλάβει, θα συνειδητοποιήσει ότι δεν φωτίζει απλά ένα περιθωριακό κοινωνιολογικό φαινόμενο, λιγότερο απλοϊκό απ’ ό, τι φαίνεται, αλλά αποκαλύπτει τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς των τελευταίων δεκαετιών.
Μια προλεταριακή νεολαία και το ναζιστικό υπόστρωμα
Το φαινόμενο σκίνχεντ ξεκίνησε από τα αγγλικά εργατικά προάστια, στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Οι πρώτοι σκίνχεντ προέρχονται από τους Mods, ένα εντελώς απολίτικο νεολαιίστικο κίνημα, που λάτρευε τη ρυθμ εν μπλουζ και σόουλ μουσική, καθώς και τα βεσπάκια, στολισμένα με καθρέφτες. Αυτοί οι πρώτοι σκίνχεντ φορούν ακόμα, καμαρώνοντας, τα συνηθισμένα ρούχα της εποχής. Μπορεί να επιτίθενται σε ομάδες Πακιστανών, αλλά πρόκειται για βία συμμοριών και όχι για πολιτική πράξη, όπως και οι ταραχές που προκαλούν γύρω από τα γήπεδα εκφράζουν απλά μια παράδοση του αγγλικού λούμπεν προλεταριάτου, που ριζοσπαστικοποιήθηκε μεν κατά τη δεκαετία του 1950, αλλά η αφετηρία του ανάγεται στις αρχές του αιώνα.
Αφού ατόνησε για κάποια χρόνια, το κίνημα σκίνχεντ αναδύεται και πάλι το 1977, ως απάντηση στην πανκ. Αυτό σπρώχνει το Εθνικό Μέτωπο, κόμμα ρατσιστικό σε πλήρη εκλογική υποχώρηση, να προσανατολιστεί προς αυτό το κίνημα, ενώ την ίδια στιγμή αρχίζει να προσεγγίζει και τον χώρο των χούλιγκαν. Η μουσική σκηνή των σκίνχεντ συγκροτείται γύρω από τη νέα τους μουσική (μια παραλλαγή του πανκ, την «Oi!» σύμφωνα με μια λέξη που προέρχεται από τη συντόμευση του «Hey, you!», με προφορά κόκνεϋ). Το Ροκ ενάντια στον κομμουνισμό (R.A.C.), που εμφανίστηκε στην Αγγλία το 1982, ως απάντηση στην κίνηση Ροκ ενάντια στον φασισμό, αποτέλεσε τον ιμάντα μεταβίβασης του Εθνικού Μετώπου στον χώρο της σκίνχεντ νεολαίας, και ξεκίνησε από τον Ίαν Στιούαρτ, ηγέτη του συγκροτήματος Skrewdriver, που αποτελούν μύθο για τους Ευρωπαίους σκίνχεντ. Το κίνημα αυτοδιαμορφώνεται στη συνέχεια, αφού διασπαστεί (1985) με το White Noise Club, που προωθούσε το Εθνικό Μέτωπο, για να δημιουργήσει το κίνημα Αίμα και Τιμή, το οποίο χρησιμοποιεί σαν έμβλημά του ένα ναζιστικό σύμβολο. Η κίνηση αυτή κάνει έκκληση για ενότητα των σκίνχεντ και βρίσκεται κοντά στη «Διεθνή» των σκίνχεντ, την Combat 18. Η τελευταία αντιπροσωπεύει ευρέως τον κόσμο των σκίνχεντ. Λογότυπο της είναι το Totenkopf S.S., η διάσημη νεκροκεφαλή των Ες Ες, που είχαν αναλάβει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ ο αριθμός «18» αναφέρεται στον πρώτο και το όγδοο γράμμα της αλφαβήτου, «A.H.», δηλαδή «Adolph Hitler” .
Ο τίτλος Αίμα και Τιμή δεν είναι ένα κίνημα διεθνώς δομημένο, αλλά ένα είδος αλυσίδας υποκαταστημάτων (franchising).

Η εισαγωγή του φαινομένου στη Γαλλία
Από όταν εμφανίστηκε στη Γαλλία (1979-1980) μέχρι περίπου το 1984, το γαλλικό κίνημα των σκίνχεντ ήταν απολίτικο. Το 1984, ιδρύεται η ομάδα Oi Légion 88 (δηλαδή «H.H.» ή «Heil Hitler») που θέτει ρητά εκπεφρασμένο στόχο να πολιτικοποιήσει τους σκίνχεντ, στρατολογώντας τους στην άκρα δεξιά. Το 1985, δημιουργείται το πρώτο πολιτικό έντυπο των σκίνχεντ. Το χέρι υψώνεται σε χιτλερικό χαιρετισμό. Είναι επίσης η χρονιά που το συγκρότημα Evilskins υπογράφει μια από τις μεγαλύτερες σκίνχεντ επιτυχίες, τα λόγια της οποίας είναι η απόλυτη πρόκληση («Ο Φύρερ επιστρέφει / Θα ξανανάψουμε τους φούρνους / Θα ξετυλίξουμε τα συρματοπλέγματα/ Και θα ετοιμάσουμε το Zyklon Β»), καθώς και άλλα τραγούδια του ιδίου φυράματος («Τους κομμουνιστές πρέπει να τους σκοτώσουμε / Στο δρόμο να τους αρπάξουμε, να τους σταυρώσουμε / Πριν προλάβουν να βγάλουν τσιμουδιά / Θα βρεθούν όλοι στον θάλαμο αερίων»).
Δύο χρόνια αργότερα, ο Γκαέλ Μποντιλίς, εργάτης στον Ναύσταθμο της Βρέστης, δημιουργεί τη δισκογραφική εταιρεία του R.A.C., Εξεγερμένοι Ευρωπαίοι, νεο-ναζιστικής τοποθέτησης, που σύντομα γίνεται η δεύτερη δισκογραφική εταιρεία σκίνχεντ στην Ευρώπη. Είναι ενεργό μέλος της νεολαίας του Εθνικού Μετώπου, της νεο-φασιστικής ομάδας, Τρίτος Δρόμος, ενώ, στη συνέχεια, συνδέεται με το άκρως νεο-ναζιστικό Γαλλικό και Ευρωπαϊκό Εθνικιστικό Κόμμα (το λογότυπο γίνεται, τότε, η Totenkopf), πράγμα που μαρτυρά, με αποκαλυπτικό τρόπο, τη δυσκολία της γαλλικής σκηνής σκίνχεντ να σταθεροποιηθεί σε μια πολιτική δομή. Πρόκειται, πλέον, για ένα νέο κοινό για την ακροδεξιά νεολαία, που μέχρι τότε αποτελούνταν από τα παιδιά της αστικής τάξης.
Εδώ τα ήθη είναι πιο άγρια. Έτσι, οι αλλεπάλληλες συναυλίες καταλήγουν σε αλησμόνητες «κλοτσοπατινάδες», όπως αυτή που λαμβάνει χώρα στην πόλη Argelès-sur-Mer, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Σε αυτό το θέρετρο, μια ομάδα σκίνχεντ πραγματοποιεί «κάθοδο», οπλισμένη με ρόπαλα του μπέιζμπολ, γεγονός που οδηγεί σε αντιπαράθεση με δεκάδες άλλους νέους, Βορειο-αφρικανούς και αντιφασίστες. Η σύγκρουση είναι βίαιη, σφαίρες από πυροβόλα όπλα σφηνώνονται στους τοίχους, το γεγονός δημιουργεί μια ακραία ένταση στην περιοχή. 17 σκίνχεντς συλλαμβάνονται, όλοι ακτιβιστές του Τρίτου Δρόμου, οι οποίοι, τις προηγούμενες ημέρες, είχαν συμμετάσχει σε θερινή κατασκήνωση εκπαίδευσης με πραγματικά πυρά. Στη συνέχεια, οι εθνικιστές μεταβαίνουν στο Lloret del Mar, για μια πανευρωπαϊκή συνάντηση των σκίνχεντ, όπου πρόκειται να διεξαχθούν τόσο πολιτικές συζητήσεις όσο και συναυλίες. Οι Evilskins είναι πάντα παρόντες. Μετά τα επεισόδια στο Argelès, οι ισπανικές αρχές απαγορεύουν την εκδήλωση, αλλά οι συμμετέχοντες μεταφέρονται στη Βαρκελώνη, όπου λαμβάνουν χώρα συγκρούσεις με τους τοπικούς πανκ.
Η ανέφικτη πολιτική οργάνωση
Σύντομα, ο χώρος των σκίνχεντ διεκδικείται από τη γαλλική ακροδεξιά: πώς να τον χρησιμοποιήσουν, όμως, χωρίς να έχουν επικοινωνιακό κόστος; Για να χρησιμοποιήσεις έναν χώρο, χρειάζεται και αυτός να αυτο-οργανώνεται στοιχειωδώς, πράγμα που δεν αρέσει καθόλου στους σκίνχεντ. Μία από τις σπάνιες μορφές που αναδείχθηκε είναι ο Σερζ Αγιούμπ, γνωστός και ως «Batskin» (που ουδεμία σχέση έχει με το προλεταριάτο). Εκτός από το ταλέντο του να διαχειρίζεται ταραχώδεις ομάδες, διαθέτει επικοινωνιακές αρετές, είναι από καιρό θαμώνας των ΜΜΕ και των τηλεοπτικών τοκ-σόου. […] Διαθέτει μία ομάδα πιστών που σχετίζονται με τους Evilskins. Πετυχαίνει να εντάξει τις δραστηριότητες των σκίνχεντ σε μια ιστορική και πολιτική προοπτική, παραλληλίζοντάς τους με τα τάγματα εφόδου του ναζιστικού κόμματος. Αυτοί οι άνθρωποι συμμετέχουν επίσης στις ομάδες περιφρούρησης του Εθνικού Μετώπου. Μάλιστα, το τελευταίο πρότεινε στον Σερζ Αγιούμπ, στις δημοτικές εκλογές του 1995, να είναι επικεφαλής σε εκλογικό συνδυασμό. Αυτός αρνήθηκε, σε ένδειξη διαμαρτυρίας διότι η ομάδα περιφρούρησης του Μετώπου συνεργάστηκε με την αστυνομία για να συλλάβει τους σκίνχεντ που σκότωσαν τον Μπραχίμ Μπουαράμ, σε μία πρωτομαγιάτικη διαδήλωση.
Ωστόσο, η βία δεν είναι πλέον εργαλείο πολιτικής συγκρότησης, όπως στην περίοδο του μεσοπολέμου. Μετά τις «μαζικές ρατσιστικές βιαιότητες», που πραγματοποίησαν οι σκίνχεντ στη Ρουέν και τη Βρέστη, οι τελευταίοι απομονώθηκαν πολιτικά, αφού ακόμα και οι μικρές ομάδες της ριζοσπαστικής άκρας δεξιάς τρόμαξαν από τη συμπεριφορά τους. Η απομόνωση και η καταστολή (ισχυρή μετά τις ρατσιστικές δολοφονίες που διαπράχθηκαν το 1988 και το 1995) οδήγησαν πολλούς σκίνχεντ να κρεμάσουν τις αρβύλες, ενώ άλλοι προτίμησαν να περάσουν στον χουλιγκανισμό. Ο ίδιος ο «Batskin» εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Μόνο πρόσφατα επανεμφανίστηκε, στο βήμα του Θερινού Πανεπιστημίου της ομάδας Ισότητα και Συμφιλίωση (ομάδα της οποίας ηγείται ο Αλαίν Σοράλ, πρώην κομμουνιστής συγγραφέας που τώρα πρόσκειται στην Μαρίν Λεπέν), παρέα με τον πρώην κωμικό Ντιεντονέ και τον νεο-φασίστα Κριστιάν Μπουσέ.
Ο Απόστολος Γκλέτσος της Χ.Α. γνωστός και ως Τόλης 88 (δηλαδή «H.H.» ή «Heil Hitler»)
Πρώτος απολογισμός
Οι κεντρικές ιδεολογικές θεματικές που εμφανίστηκαν στον χώρο των σκίνχεντ είναι η διεξαγωγή του εθνικού πολέμου και η καταγγελία μιας παγκόσμιας εβραϊκής συνωμοσίας με σκοπό την ανάμειξη των φυλών. Παρά τον σημαντικό ρόλο του πολιτισμικού νεο-ναζισμού, πρόκειται για μια καινούργια νεολαιίστικη κουλτούρα, που αναπτύσσεται μέσα στη χαρακτηριστική ροή της πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης, με τελετουργίες και έλλειψη δογματισμού, που κάθε άλλο παρά αντιγράφει τις φασιστικές νεολαίες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.
Παρά τις αναφορές τους σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, είναι σαφές ότι οι σκίνχεντ προτιμούν την αταξία από την τάξη. Αυτά τα κοινωνιολογικά στοιχεία, καρποί ενός κινήματος νέων προλετάριων σε ρήξη, των οποίων η ναζιστική αναφορά είναι περισσότερο πρόκληση παρά δομημένη άποψη, αποκρυσταλλώνονται σε μεγάλο βαθμό χάρη στη συμβολή του αμερικανικού νεοναζισμού.
Η αμερικανική μεταμόσχευση
Στη δεκαετία του 1950, το νεο-ναζιστικό Εθνικό Κόμμα Αναγέννησης θεωρεί ότι, πίσω από την αμερικανική κυβέρνηση, κρύβεται μια «σιωνιστική» εξουσία. Μιλάει για την εμφάνιση μιας λευκής φυλετικής συνείδησης και καλεί σε συμμαχία των ΗΠΑ με τη Σοβιετική Ένωση, τον αραβικό κόσμο και περιφερειακές συμμαχίες με τις χώρες του πρώην Άξονα. Ο Ναζισμός εκσυγχρονίζεται, επίσης, δανειζόμενος στοιχεία από τον σατανισμό και τον αποκρυφισμό.
Στη δεκαετία του 1970, όχι μόνο εντείνεται η σχέση του με τον σατανισμό (μεταξύ άλλων, υπό την επίδραση του Τσαρλς Μάνσον, του διάσημου εγκληματία γκουρού), αλλά προσπαθεί να συνδεθεί με όλες τις μέχρι τότε γνωστές αναταράξεις της αμερικανικής κοινωνίας, συντηρητικές ή επαναστατικές. Το 1968, ο ρατσιστής υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές, Τζωρτζ Γουάλας, παίρνει 13,5% των ψήφων, το μεγαλύτερο ποσοστό που πετυχαίνει ανεξάρτητος υποψήφιος μετά από 44 χρόνια. Οι νέοι που τον υποστηρίζουν αποτελούν τη ακραία ριζοσπαστική Εθνική Συμμαχία. Το 1969, οι κατά δήλωσή τους νεοναζί, Τζόζεφ Τομάζι και Γουίλιαμ Πηρς, ιδρύουν το Εθνικό Σοσιαλιστικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, σε μια προσπάθεια να συγχωνεύσουν έναν μυστικιστικό νεοναζισμό με την αντι-κουλτούρα και να πραγματοποιήσουν τη σύνδεση με αριστερούς επαναστάτες (άλλωστε, ο Τομάζι είχε εκδιωχθεί από το Εθνικό Σοσιαλιστικό Λευκό Λαϊκό Κόμμα για σεξουαλικές ακρότητες και χρήση μαριχουάνας στα γραφεία του κόμματος). Το 1971, ο Πηρς αναλαμβάνει την ηγεσία της Εθνικής Συμμαχίας. Διατηρεί δεσμούς με αγγλικές νεοναζιστικές ομάδες που θα δράσουν στον χώρο των σκίνχεντ. Έχει συνείδηση της αναγκαιότητας να αναπτυχθεί μια διαφορετική πολιτική. Το 1978, εκδίδεται το βιβλίο του, που θα γίνει μπεστ-σέλερ στον ναζιστικό χώρο, σε παγκόσμια κλίμακα: Τα ημερολόγια του Τέρνερ (σ. Άρδην τα οποία στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί από την Χρυσή Αυγή, Τι διαβάζει ένας χρυσαυγίτης;).
Το βιβλίο αφηγείται την τελική φυλετική μάχη, με την εξέγερση των οπαδών της ανώτερης λευκής φυλής ενάντια στη σιωνιστική εξουσία. Σε αυτό θα βρούμε πληθώρα λεπτομερών οδηγιών σχετικά με την κατασκευή βομβών (μεταξύ άλλων και τη συνταγή που χρησιμοποίησε ένας ακροδεξιός ακτιβιστής στη βομβιστική επίθεση στην Οκλαχόμα, το 1995) καθώς και πληθώρα φαντασιώσεων σχετικά με τη χρήση πυρηνικών, χημικών, βακτηριολογικών όπλων ενάντια σε μη Αρίους πληθυσμούς. Στο τέλος, ο ήρωας πεθαίνει σε μια πυρηνική επίθεση εναντίον του Πενταγώνου. Το βιβλίο εξάπτει τα πνεύματα των σκίνχεντ σε διεθνές επίπεδο, καθώς δίνει μια εντελώς διαφορετική οπτική, πέρα από την απλή ρατσιστική αντιπαράθεση. Θαυμαστές του βιβλίου, οι νεαροί ακτιβιστές της Εθνικής Συμμαχίας περνούν στην τρομοκρατία, με τη δημιουργία της ομάδας «Τάξη», το 1983. Ένας από αυτούς, ο Ντέιβιντ Λέιν, επινοεί «τη φράση των 14 λέξεων», και καλεί τους Ευρωπαίους σκίνχεντ να την μεταφράσουν και να την υιοθετήσουν: «Πρέπει να εξασφαλίσουμε την ύπαρξη της φυλής και ένα μέλλον για τα λευκά παιδιά» (ο Ντέιβιντ Λέιν, αυτή τη στιγμή, εκτίει ποινή 150 ετών, για φόνο).
Στο πεδίο της μουσικής, είναι η ομάδα RAHOWA (από τα αρχικά του «Racial Holy War» – «ιερός φυλετικός πόλεμος») που αποσπά την προσοχή. Το 1994, δημιουργεί τη δική της δισκογραφική εταιρεία, Αντιστασιακές Ηχογραφήσεις, η παραγωγή της οποίας εξάγεται σε όλη την Ευρώπη, καθώς και μια εφημερίδα, Αντίσταση, η οποία βρίσκεται στην αφετηρία της επιτυχίας του ακρωνύμιου Z.O.G. (Zionist Occupation Government – Σιωνιστική Κυβέρνηση Κατοχής), οντότητα που καλεί σε τρομοκρατική δράση, εμπνεόμενη από τα Ημερολόγια του Τέρνερ. Η εταιρεία αγοράζεται τελικά από την Εθνική Συμμαχία, η οποία την ανακατευθύνει προς το Black Metal, αλλά η στόχευση παραμένει η ίδια. Η πρωτοτυπία της Αντίστασης βρίσκεται, πράγματι, στο ότι ανανέωσε τη σχέση ανάμεσα σε μουσική και πολιτική, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη έπρεπε να ωθεί ανθρώπους, που δεν ήταν εκ των προτέρων ρατσιστές, να ενταχθούν πολιτικά στον χώρο, και όχι μόνο να ενισχύει τις πεποιθήσεις των ήδη πεισμένων οπαδών.
Ο Γερμενής με διεθνή καριέρα ως μουσικός του Black Metal με σατανιστική στιχουργία
Η επίδραση του αμερικανικού νεοναζισμού στη Γαλλία
Το 1993, μέσω του Ερβέ Γκουτουζό, σκίνχεντ του Τρίτου Δρόμου που προσχώρησε στο P.N.F.E. (Γαλλικό και Ευρωπαϊκό Εθνικιστικό Κόμμα), η Αντίσταση ενσωματώνεται στη γαλλική εθνικιστική σκηνή, ενώ η θεματική και το λεξιλόγιο των Αμερικανών σκίνχεντ εξαπλώνονται ευρέως μέσω του διαδικτύου. […]
Η διείσδυση της σατανιστικής αντι-κουλτούρας και εκείνης που συνδυάζει το ναζιστικό υπόστρωμα με τον αποκρυφισμό οδήγησε στην ανάπτυξη αυτού του φαινομένου που σκοπεύει στον εντυπωσιασμό. Στη Γαλλία, η βεβήλωση του νεκροταφείου Καρπεντράς από τους σκίνχεντ του P.N.F.E. ακολουθείται από μια διαδήλωση που συγκεντρώνει περί το ένα εκατομμύριο ανθρώπους, ακόμα και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας∙ οι συνομωσιολογικές φήμες που διαδίδουν διαρκούν για χρόνια και λειτουργούν, παράλληλα, και σαν φορείς διάδοσης της ακροδεξιάς κοσμοθεωρίας. Έτσι, νεαροί, μέλη του C.H.S., και συνδεδεμένοι με τον χώρο Black Metal, συλλαμβάνονται για βεβήλωση τάφων και πτωμάτων, τον Ιούλιο του 1996. Στο Νεκροταφείο της Τουλόν, ξέθαψαν τη σωρό μιας γυναίκας και της φύτεψαν ένα σταυρό στο στήθος, αφού της διαμέλισαν το κρανίο, προκαλώντας σάλο στην κοινή γνώμη. Νεοναζισμός, Black Metal και σατανισμός: πρόκειται για ένα σαφέστατο σημάδι της ανερχόμενης επιρροής της αμερικανικής άκρας δεξιάς κατά τη δεκαετία του 90. […]
Παραδόξως, η αμερικανική επίδραση είναι επίσης εμφανής στη γέννηση μιας μετεξέλιξης του R.A.C. που φιλοδοξεί να βγάλει το κίνημα από το γκέτο ναζί-σκίνχεντ. Πρόκειται για την ομάδα Fraction-Τμήμα (αρχικά ονομάστηκε Fraction Hexagone, τίτλος που εγκαταλείφθηκε διότι παρέπεμπε στην προώθηση μιας Ευρώπης των περιφερειών, που αποσυνέθετε τα Έθνη-Κράτη), χαρακτηριστική αυτής της τάσης, στην οποία και συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό. Αρχικά το Τμήμα ακολουθεί την τάση Oi, αλλά παράλληλα εξελίσσεται σε hard core και επαναπροσδιορίzει το ακρωνύμιο R.A.C. σε «Rock against Capitalism» (Ροκ ενάντια στον καπιταλισμό). Οι στίχοι των τραγουδιών έχουν θέματα για την Ευρώπη, τους Τσιάπας, τον αντι-καπιταλισμό, την άρνηση του αστικού πνεύματος, την άρνηση του Ολοκαυτώματος, τη ριζοσπαστική οικολογία, τον αγώνα κατά του «σιωνιστικού αμερικανικού ιμπεριαλισμού». Σε ένα σκίνχεντ τοπίο, που μονοπωλείται από τον νεοναζισμό και την Oi, το στοίχημα είναι προκλητικό και τολμηρό. Η επιδίωξη είναι να προταθεί μια πιο επεξεργασμένη ιδεολογία.
Η ομάδα συμμετέχει στην προώθηση της τάσης «Γαλλική Ροκ Ταυτότητα» (Rock Identitaire Franҫais – R.I.F.), όρος που εμφανίζεται το 1997, αλλά η λέξη είναι παραπλανητική γιατί το R.I.F. καλύπτει όλα τα είδη μουσικής, χωρίς να φοβάται ούτε τη ραπ ούτε την τέκνο. Διακηρυγμένος στόχος του R.I.F., εκτός από το να προκαλέσει το R.A.C., είναι να  προσελκύσει νέους ανθρώπους στις εθνικιστικές ιδέες, φιλοδοξώντας να γίνει αυτό που αντιπροσώπευαν οι Μαύροι Béruriers ή οι Zebda για την άκρα αριστερά. Υπ’ αυτή την έννοια, το R.I.F. είναι, επίσης, ένα μέσο να ανοίξουν τα μυαλά των ριζοσπαστικών νέων στην κοινωνική πραγματικότητα που τους περιβάλλει, και να ξεφύγουν από το «γκέτο», στο οποίο τείνουν να εγκλωβιστούν. Εν ολίγοις, η επιρροή της τακτικής των Αντιστασιακών Ηχογραφήσεων είναι προφανής, αλλά εκφράζεται για –και μέσα από– μια ιδεολογία που αυτή τη φορά στοχεύει στο να απαλλάξει τον ριζοσπαστικό χώρο από προκλητικές ναζιστικές αναφορές.
Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι σκίνχεντ έχουν πολιτικοποιηθεί; Όχι ακριβώς, πρόκειται μόνο για ένα κομμάτι τους, αλλά είναι εκείνο που υπέστη την καταστολή της δεκαετίας του 90, η οποία σφυρηλατήθηκε μέσα από συγκρούσεις και συλλήψεις, και τώρα προσφέρει πολιτικά στελέχη στην ακροδεξιά. Έτσι, ο Φαμπρίς Ρομπέρ, εμψυχωτής του Τμήματος, έχει επενδύσει πολύ στην οργάνωση της ριζοσπαστικής νεολαίας της δεξιάς και, σήμερα, ανήκει, μαζί με τον Φιλίπ Βαρντόν (τραγουδιστή του Τμήματος) και άλλους, στην ηγεσία του ταυτοτικού κινήματος.
Απολογισμός και προοπτική
Ο χώρος των ακροδεξιών σκίνχεντ παρουσιάζει ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά: α) ρατσισμό β) προλεταριακή συνείδηση γ) αποστροφή για την οργάνωση και προτίμηση δράσης με τη μορφή συμμορίας δ) ιδεολογική διαμόρφωση που ξεκινάει ή στηρίζεται στη μουσική. Δεν είναι κατ’ ανάγκην νεοναζί, αλλά ο νεοναζισμός είναι ηγεμονικός στις ομάδες σκίνχεντ. Δεν είναι κατ’ ανάγκην βίαιοι, αλλά συμμετέχουν σε μια ομάδα που εξυμνεί και ασκεί τη βία. Η ένταξή τους είναι κυρίως συναισθηματική, εξ ου και το πέρασμα, ενίοτε, από ναζιστικές ομάδες σκίνχεντ σε αντιφασιστικές ομάδες σκίνχεντ, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις φιλίες, κ.λπ.
Στη μετα-βιομηχανική εποχή, το κίνημα των σκίνχεντ είναι το μοναδικό πραγματικά προλεταριακό κίνημα της άκρας δεξιάς και μια σπανιότατη διεθνής πολιτική συγκρότηση μέσω εταιρειών (δισκογραφικές, δίκτυα διανομής) και του μη εμπορευματικού τομέα (τα περιοδικά σκίνχεντ – skinzines). Όχι μόνο αποτελεί έναν από τους ελάχιστους χώρους όπου η άκρα δεξιά καταφέρνει να δημιουργήσει ένα λόγο κοινωνικής αμφισβήτησης, χωρίς να χρειάζεται να δανειστεί τη ρητορική της Αριστεράς, αλλά είναι και η μοναδική περίπτωση που έχει επιτύχει να διαδώσει τα πρότυπά της: πράγματι, η ενδυμασία σκίνχεντ έχει γίνει σύμβολο της αυτο-περιθωριοποίησης, που έχει εξαπλωθεί μέχρι την άκρα αριστερά, και, τελικά, φαινόμενο που έχει τη σημασία του στις εμπορευματικές δημοκρατίες, στα τέλη του 20ού αιώνα, το οικειοποιήθηκε και το αποπολιτικοποίησε πλήρως η εμπορευματική κοινωνία.
Αυτοί οι νεαροί προλετάριοι δεν στρέφονται ούτε προς την Αριστερά –που την θεωρούν πιο πρόθυμη να υπερασπιστεί τον «παραβατικό μετανάστη» παρά «τον φτωχό λευκό εργαζόμενο»– ούτε προς τη Δεξιά – ο συντηρητισμός της οποίας δεν έχει τίποτα να κάνει με τη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής τους. Γι’ αυτούς, «το σύστημα» έχει εγκαταλείψει τους φτωχοδιάβολους και η συμμορία αποτελεί μια αντι-κοινωνία όπου βρίσκουν ικανοποίηση και αλληλεγγύη. Η ναζιστικού τύπου πρόκλησή τους είναι μια μορφή αντίδρασης στην αγιοποίηση της μνήμης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, την οποία το σύστημα επικαλείται για τα πάντα και για οτιδήποτε (από τη συζήτηση για το δημοψήφισμα πάνω στην Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη μέχρι τη νομιμοποίηση κάθε πολέμου που διεξάγει). Με λίγα λόγια, πίσω από τη βία τους, τίθενται πραγματικά ερωτήματα. Και η υποκρισία, που περιβάλλει ενίοτε τις ενέργειες του συστήματος, δεν είναι το πιο ασήμαντο.
Στην ανατολική Ευρώπη, το φαινόμενο σκίνχεντ αναδύθηκε με την πλήρη αποσταθεροποίηση της εργατικής τάξης, που προέκυψε από τη μετάβαση στον καπιταλισμό. Η ρατσιστική βία, που σημάδεψε τη ρωσική πραγματικότητα, από το 2001, συνάντησε τη λαϊκή επιθυμία: το 2002, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι το 58% των Ρώσων θεωρούσε ότι οι Ρώσοι σκίνχεντ κάνουν τη «βρώμικη δουλειά» στη θέση των κρατικών δυνάμεων. Στη Γερμανία, οι ρατσιστικές βιαιότητες, στο Ροστόκ, στα τέλη Αυγούστου 1992, έλαβαν χώρα υπό τα χειροκροτήματα των γειτόνων και με την ευμενή ουδετερότητα των δυνάμεων καταστολής. Απλοί πολίτες ήταν αυτοί που, πλάι στους σκίνχεντ, λιντσάριζαν μετανάστες εργάτες, και όλα αυτά με την επιδοκιμασία των περαστικών …
Σε κάθε χώρα, η «Λευκή Δύναμη» δείχνει πως, όταν ολόκληρα τμήματα του πληθυσμού εγκαταλείπονται στην απόλυτη οικονομική βία, ελλείψει ενός κοινωνικού κινήματος ικανού να κατακτήσει τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, τότε θα κυριαρχήσει ο ρατσιστικός λόγος και θα ξεδιπλωθεί η φυλετική και ρατσιστική βία.
* Nicolas Lebourg, Διδάκτωρ Ιστορίας, έκτακτος διδάσκων στον τομέα Εκπαίδευσης και Έρευνας.
29 Σεπτεμβρίου – 5 Οκτωβρίου 2008

ΠΗΓΗ: http://ardin-rixi.gr/archives/10495
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.