Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Η νεοελληνική ταυτότητα μεταξύ ρίζας και εκρίζωσης

Του Θεόδωρου Ε. Παντούλα

Όταν μιλάμε για προηγούμενες περιόδους του συλλογικού μας εαυτού, επειδή, συνήθως και δυστυχώς, οι θέσεις δεν προκύπτουν από τα τεκμήρια, αναζητούμε την τεκμηρίωση των θέσεών μας ανατρέχοντας στις «πηγές».

«Πηγές» κατά κύριο λόγο θεωρούνται τα γραπτά. Ας έχουμε όμως κατά νου ότι τα γραπτά –ειδικά όταν μιλούμε για περιόδους που ο αναλφαβητισμός είναι ο κανόνας– εκτός από ανεπαρκή, είναι επισφαλή και οπωσδήποτε δεν περιγράφουν την ταυτότητα που μας ενδιαφέρει· είναι αναμφίλεκτα μέρος της αλλά σε καμιά περίπτωση δεν την συγκεφαλαιώνουν, όπως συνήθως νομίζουμε. Άρα; Άρα χρειάζεται να αναζητήσουμε άλλου είδους τεκμήρια.

Αυτή όμως δεν είναι εύκολη δουλειά, αφού αυτά δεν βρίσκονται στις βιβλιογραφίες και θέλει εκτός από πολλούς κόπους, ακόμα περισσότερη αγάπη και λιγότερη έπαρση για την πανεπιστημοσύνη μας. Εξηγούμαι...


Αν δούμε λ.χ. τη βιοτεχνία της περιόδου, έχουμε περισσότερο αντιπροσωπευτικά τεκμήρια. Διότι αυτά συγκεφαλαιώνουν τον καθ’ ημέραν βίο κι όχι οι συγγραφικές επιδόσεις ορισμένων, που δραστηριοποιούνται –το ματαλέω– σε ένα εν πολλοίς αναλφάβητο περιβάλλον. Το τι τρως και πώς το τρως λ.χ. λέει πολλά περισσότερα για έναν πολιτισμό απ’ όλες μαζί τις εκ των υστέρων αποτιμήσεις του.

Εμείς βγαίνουμε από την περίοδο που σήμερα καλούμε Τουρκοκρατία, περίοδο κατά την οποία είχε απολείψει η ελευθερία αλλά, όπως μας βεβαιώνουν τα τεκμήρια της οικοτεχνίας, δεν είχε απολείψει η αρχοντιά. Νομίζω ότι είναι αρκετά γνωστή η κατά τα λοιπά αναπάντητη αποστροφή του Οδυσσέα Ελύτη – αν και τους ποιητές δεν τους παίρνουμε στα σοβαρά, γιατί προτιμάμε τα διάφορα στουρνάρια της (παρα)οικονομίας. Εκτός όμως από τα δίφραγκα υπάρχει κι η αγάπη, παρατηρεί ένας μέτριος αλλά συμπαθής ποιητής. Αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα, που θα την βρούμε μπροστά μας παρακάτω. 

Σας θυμίζω, από Τα δημόσια και ιδιωτικά, του Οδυσσέα Ελύτη ότι «το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων». Ακόμη κι όσοι δεν μπορούν ν’ αναγνωρίσουν την αρχοντιά στα εργόχειρα που μέχρι πρότινος κοσμούσαν κάθε ελληνικό σπίτι, νομίζω, ότι γνωρίζουν το περιστατικό που ο Μακρυγιάννης πήρε «ένα ζωγράφο Φράγκο» για να του «φκιάσει» κάτι «εικονογραφίες». «Έφκιασε δυο τρεις» ο καλλιτέχνης, «δεν ήταν καλές» απεφάνθη ο στρατηγός. Τον πλέρωσε κι έφυγε. Κι ήφερε από την Σπάρτη τον Παναγιώτη Ζωγράφο με δυο του παιδιά να του κάνουν την δουλειά του. Και την έκαναν καλά αυτή την δουλειά, βεβαιώνοντας ότι το χάσμα μεταξύ του επιχώριου Μύθου και της επείσακτης Ιδεολογίας, είναι ένα χάσμα που πολύ περισσότερο από αισθητικό είναι πρωτίστως ψυχικό. Και που με βεβαιότητα δεν θεραπεύεται περιφρονώντας αυτό που είσαι για να γίνεις αυτό που φαντασιώνονται για λογαριασμό σου αυτοί που είναι κάτι άλλο από αυτό που εσύ είσαι.

Η επιχώριος ταυτότητα διάλεξε τα υλικά του Μύθου της, που συγκροτήθηκε από Γοργόνες και Σουλιώτισσες. Από συνάξεις γιορτινές και χειροποίητους δικέφαλους. Από αχειροποίητα πένθη και πάνδημα πρόσφορα. Από Ερωτόκριτους και Αρετούσες.
Επειδή όμως τα προικιά αυτά δεν είχαν πέραση στο κατάστημα των νεωτερισμών που ψωνίζονταν όσοι ήσαν άμοιροι της εδώ πραγματικότητας, έπρεπε να επι«διορθωθούν». Και διορθώθηκαν με την σταδιακή αντικατάστασή του Μύθου από την παραμυθία της Ιδεολογίας, που είναι το κατ’ εξοχήν εγχείρημα εκσυγχρονισμού. Το ένα προκύπτει από την ζωή, το άλλο από την χειραγώγησή της.

Αν η γλώσσα και η πίστη είναι βασικά στοιχεία, μιας ταυτότητας, και τα δύο «διορθώθηκαν» με σπάνια επιμέλεια και επιμονή. Η Κωνσταντινούπολη χωρά την οικουμένη του επιχώριου Μύθου, ενώ η Αθήνα τον μικρομεγαλισμό της επείσακτης ιδεολογίας. Στην πραγματικότητα δεν έχω επιχειρήματα για όλα αυτά αλλά στον Μύθο –όπως ακριβώς και στο θαύμα του έρωτα– προσέρχεσαι άοπλος. Κι ύστερα, όντας πάνοπλος καταλαβαίνεις πόσο περιττά είναι όλου του κόσμου τα φονικά.

Θέλω να πω πως η αγαθότητα μπορεί όπλο να μην είναι, αλλά αχρηστεύει όλων των λογιών τα όπλα. Γι’ αυτό και στα χώματά της δεν έχουν αντίκρισμα τα κάλπικα νομίσματα της ανάπτυξης και της προόδου μας. Στα δικά μου χώματα συχνάζει ένας κόσμος που δεν έχει να φάει λάδι αλλά σβηστό δεν το αφήνει το καντήλι του. Και αυτό δεν είναι μια λυρική εκζήτηση αλλά η έμπρακτη κατάφαση στην ζωή, στην ζωή που πάει πολύ πέρα από την σκιά μας, που Κύριος οίδε, γιατί την μπερδεύουμε με το μπόι μας.

Σας θυμίζω ότι το για αιώνες παυσίλυπο τραγούδι που βεβαίωνε την Παναγία πως «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά σου θα ’ναι», έγινε «πάλι δικά μας θα ’ναι» κι αυτό δεν είναι συμφυρμός δυο διαφορετικών παραδόσεων αλλά πέρασμα από την παραμυθία του Μύθου στην παραμύθα της Ιδεολογίας. Μια κτητική αντωνυμία δρόμος δηλαδή το πέρασμα από την ευγένεια της συστολής στον κομπασμό της θρασύτητας. Λυπάμαι που δεν μπορώ να εξηγηθώ καλύτερα


*Απόσπασμα από ομιλία που πραγματοποιήθηκε στο «Εν πλώ» για λογαριασμό του antifono.gr στην Αθήνα στις 6/3 στα πλαίσια σειράς διαλέξεων με γενικό τίτλο «Η κρίση του εκσυγχρονισμού».

ΠΗΓΗ: http://www.drasivrilissia.gr/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου