Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Οι παρεμβάσεις Μαργαρίτη για το βιβλίο Ιστορίας

1.jpgH συζήτηση για το βιβλίο  Ιστορίας της ΣΤ’ δημοτικού προκάλεσε έναν  πρωτοφανή  διάλογο στο χώρο των ιστορικών. Μια από τις ουσιαστικότερες παρεμβάσεις, έγινε από τον Γιώργο Μαργαρίτη, καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.
Αναδημοσιεύουμε κάποιες από τις παρεμβάσεις του και δύο συνεντεύξεις, που -εκτιμούμε ότι- πλουτίζουν με μοναδικό τρόπο τους σύγχρονους προβληματισμούς και αποκαλύπτουν τη σημερινή ιστορική συγκυρία και τις άδηλες υπόγειες διεργασίες που συντελούνται.
                                   
                                 
Η “ανακατασκευή” των σχολικών βιβλίων Ιστορίας
Ο ιμπρεσσιονισμός στη διδασκαλία
(από ομιλία σε εκδήλωση)
Στη συζήτηση που έχει μόλις ξεκινήσει για την ποιότητα και τη λειτουργικότητα των νέων σχολικών βιβλίων στη στοιχειώδη και στη μέση εκπαίδευση, τα βιβλία της ιστορίας βρέθηκαν στην πρώτη σειρά. Δεν είναι κάτι το καινούργιο αυτό. Καλώς ή κακώς μέσα από τα βιβλία της Ιστορίας – όπως και τα αντίστοιχα των Θρησκευτικών και λιγότερο μέσα από εκείνα της Λογοτεχνίας – θεωρείται ότι κρίνεται ο βαθμός προσήλωσης του εκπαιδευτικού συστήματος στις “παραδοσιακές” αξίες της Εκπαίδευσης, στα εθνικά δηλ. και θρησκευτικά “ιδεώδη”. Για να το πούμε πιο απλά, κάθε αλλαγή σε αυτά τα πεδία της εκπαιδευτικής διαδικασίας κινητοποιεί αυτονόητα τους “εγγυητές” των ιερών και των οσίων του έθνους οι οποίοι αυτοδιορίζονται κριτές και ελεγκτές των εξελίξεων, ανεξάρτητα συνήθως από τη γενική παιδεία τους, την επιστημονική τους ειδίκευση ή έστω, τη θεσμική τους αρμοδιότητα. Τυπικό παράδειγμα η κινητοποίηση που ανέλαβε γνωστή εφημερίδα της βόρειας Ελλάδας και γνωστοί πολιτευτές ενάντια στο νέο βιβλίο της ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού.
Δύο πράγματα κρίνονται σ’ αυτή τη διαμάχη. Το πρώτο είναι η θέση τουdsc04413.jpg “ελληνοχριστιανικού” ιδεώδους στο εκπαιδευτικό σύστημα. Καθώς βρισκόμαστε σε μία ευαίσθητη πολιτική και ιδεολογική συγκυρία όπου οι αξίες που αναδείχθηκαν στη μεταπολίτευση του 1974 και στήριξαν ως τώρα το δημοκρατικό πολίτευμα δείχνουν να ξεθωριάζουν και δέχονται επιθέσεις από πολλές πλευρές, οι για πολύ καιρό απαξιωμένες θεωρίες του “ελληνοχριστιανισμού” επιχειρούν – αρκετό καιρό τώρα – να επανεύρουν μερικές έστω από τις απωλεσθείσες θέσεις τους στο χώρο των πολιτικών ιδεών και ειδικά στον χώρο της εκπαίδευσης. Ο “εμπλουτισμός” του βιβλίου Ιστορίας (κατεύθυνσης) της Γ΄Λυκείου με έντονα χρωματισμένα με εθνικισμό κείμενα, αποτελεί το προφανέστερο ίσως παράδειγμα αυτού του “διαγκωνισμού” υπέρ της επανόδου της “παράδοσης” στα διδακτικά βιβλία.

Παρά τις ευσυνείδητες προσπάθειες πολλών νοσταλγών του μετεμφυλιακού κράτους “έκτακτης ανάγκης” η επάνοδος στο κλίμα των “παλιών καλών καιρών” φαίνεται μάλλον καταδικασμένη προσπάθεια. Η ελληνική κοινωνία του 2007 διαφέρει σε πάρα πολλά από την αντίστοιχη του 1960, όπως διαφέρει και ο σημερινός κόσμος από τον τότε ψυχροπολεμικό αντίστοιχο. Για το λόγο αυτό η επέλαση των “ελληνοχριστιανικών” πιέσεων στο εκπαιδευτικό τοπίο δεν μπορεί παρά να έχει παρά συγκυριακό χαρακτήρα – όσο κι αν αυτός παρουσιάζεται ενίοτε ως απειλητικός και επικίνδυνος. Οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, εξάλλου, στο σύνολό τους σχεδόν αποστρέφονται την ταύτισή τους με αναχρονιστικά σχήματα αυτού του είδους με αποτέλεσμα η επίσημη πολιτική να μην έχει τέτοιου είδους γενικούς προσανατολισμούς. Νησίδες μόνο εξουσίας, που έχουν αναδειχθεί για ειδικούς λόγους – στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο για παράδειγμα – φαίνεται να προωθούν τέτοιους στόχους χωρίς ιδιαίτερη δυναμική, παρά τις παρεμβάσεις της χριστοδούλειας Εκκλησίας.
Αντίθετα ένας δεύτερος παράγοντας υπόσχεται να έχει δυναμική και διάρκεια στοdsc04418_.jpg χώρο της διδασκαλίας της Ιστορίας και όχι μόνο. Πρόκειται για την εκσυγχρονιστική αντίληψη η οποία δεσπόζει στα νέα σχολικά βιβλία, κάνοντάς τα να διαφέρουν ως προς τη μορφή και ως προς το περιεχόμενο από τα αντίστοιχα της προηγούμενης γενιάς. Το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η απουσία ολοκληρωμένης αφήγησης των γεγονότων και η επένδυση, αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο, σε μικρά κείμενα – περιγράμματα, σε πίνακες, σχεδιαγράμματα και, προπαντός, σε εικόνες με το σχετικό σχολιασμό. Η γνώση παρέχεται σε αυτά με “ημιτελή” τρόπο, αφήνοντας – όπως λέγεται – δυνατότητες αυτενέργειας στο μαθητή. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας σκηνοθετικής αντίληψης για τα σχολικά βιβλία είναι μάλλον το βιβλίο της ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού, ενώ λιγότερο τολμηρά στην ίδια κατεύθυνση είναι τα βιβλία της Α΄ και της Β΄τάξης του Γυμνασίου.
Η “αυτενέργεια” του μαθητή στηρίζεται σε εξωτερικές πηγές παρά σε όσα λέει το ίδιο το βιβλίο. Στην ουσία ο μαθητής πρέπει να “κατασκευάσει” μόνος του την ιστορική του γνώση αναζητώντας, με ελάχιστη βοήθεια – αφού ουδείς δάσκαλος ελληνικού σχολείου έχει προετοιμαστεί για πλοηγός σε αναζητήσεις στο διαδίκτυο ή στις (ανύπαρκτες) βιβλιοθήκες των ελληνικών σχολείων. Φυσικά ο μαθητευόμενος αφήνεται με τον τρόπο αυτό έρμαιο στις απόψεις – ενίοτε γραφικές, ενίοτε επικίνδυνες, πόσες ιστοσελίδες ακροδεξιών οργανώσεων δεν έχουν εργολαβικά αναλάβει στο διαδίκτυο την τροποποίηση της “εθνικής” ιστορίας…- των πλέον αναρμόδιων για την ιστορική σύνθεση και τη διδασκαλία της. Στην ουσία το σχολείο και το διδακτικό βιβλίο περιορίζουν το ρόλο τους μέχρι τα όρια της αυτοκατάργησης.
Αυτή η διαδοχή εικόνων, πινάκων, ερωτημάτων, λημμάτων δείχνει να αποσκοπεί στη δημιουργία εντυπώσεων, κυρίως, παρά στην άρθρωση μιας συγκεκριμένης και ορθολογικά ταξινομημένης εκπαιδευτικής ύλης. Βρισκόμαστε ίσως μπροστά στον “ιμπρεσσιονιστικό τρόπο εκμάθησης”. Σ’ αυτόν η αφήγηση, η εξέλιξη των γεγονότων και των καταστάσεων απουσιάζουν σε τρόπο ώστε να εμποδίζεται κάθε συσχέτιση αιτίου και αποτελέσματος. Τα γεγονότα, δοσμένα αποσπασματικά και ενίοτε με χαρακτηριστικά κενά ανάμεσά τους, δίνονται αταξινόμητα ως προς τη σημασία τους – για το λόγο αυτό μπορεί να ξεχαστεί – ή να εκπέσει – ως και η γαλλική επανάσταση στο βιβλίο της Β΄ τάξης του Γυμνασίου. Η έλλειψη κριτηρίων και αναλογιών αιφνιδιάζει και οδηγεί συχνά στο συμπέρασμα ότι γίνεται ένα είδος επιλογής χωρίς σχέδιο και στόχους. Εξυπακούεται ότι μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η διδακτική διαδικασία δεν μπορεί παρά να υποφέρει αφάνταστα.
Η ακρίβεια των πραγματολογικών στοιχείων υποφέρει επίσης. Σ’ αυτόν τον τομέα, το νέο βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού κατέχει, από απόσταση, τα σκήπτρα. Σύμφωνα με έναν από τους πίνακές του οι στρατιωτικές απώλειες της Ελλάδας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήσαν 78.000 (!) νεκροί. Στην πραγματικότητα, ο ελληνικός στρατός στον πόλεμο του ‘40-’41 και στη Μέση Ανατολή είχε λιγότερους από 15.000 νεκρούς. Φυσικά οι συγγραφείς του βιβλίου αγνοούν σχεδόν τα πάντα ως προς την τρέχουσα ιστοριογραφία και γι αυτό παραπέμπουν στο έργο του κ. Νταίηβις, ο οποίος ανήκει στην ομάδα των πλέον σκληρών αναθεωρητών της ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και διακρίνεται για την εφεύρεση σχημάτων και γεγονότων που θα δικαιολογούν τις απόψεις του!
Σε τελευταία ανάλυση, τα νέα σχολικά βιβλία, άλλο λιγότερο άλλο περισσότερο, εξυπηρετούν ένα και μόνο σκοπό: την πλήρη απορρύθμιση της διδασκαλίας της Ιστορίας – και – υποψιάζομαι – όχι μόνο στο όνομα της καινοτομίας, της μεταρρύθμισης και του εκσυγχρονισμού. Σημεία και τάσεις των καιρών…
________________________________________________________
Η «ιμπρεσιονιστική» μέθοδος διδασκαλίας της ιστορίας,
η ευτέλεια των βαρβάρων και ημών των ιδίων

Του Γιωργου Μαργαριτη
Δεν θα θεωρούσα αναγκαίο να γράψω αυτές τις γραμμές αν το άρθρο του φίλου Στρατή Μπουρνάζου («Πατρίς – Θρησκεία – Ιστορία») στην |Αυγή| της προηγούμενης Κυριακής δεν αναφερόταν σε ένα «εμείς» του οποίου ίσως με θεωρεί μέλος. Όχι επειδή προσδιορίζει ότι το «εμείς» στο οποίο αναφέρεται περιλαμβάνει τους αριστερούς αλλά και τους κριτικά σκεπτόμενους ανθρώπους αλλά επειδή, σε άλλα σημεία το «εμείς» ευθέως συμπεριλαμβάνει ιστορικούς -τους 503 που υπόγραψαν το κείμενο υπεράσπισης του βιβλίου ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και άλλους – τους αναγνώστες της |Αυγής|, όλους ίσως τους δημοκρατικούς πολίτες. Παρόλο που πολλοί θα είχαν αντίρρηση ως προς αυτό θεωρώ ότι μερικές από τις παραπάνω ενότητες ατόμων και ιδιοτήτων αυτονόητα με περιλαμβάνουν -οπωσδήποτε αυτή των αναγνωστών της |Αυγής|. Επιπλέον, καθώς συμβαίνει να διδάσκω είκοσι δύο χρόνια ιστορία σε ελληνικό πανεπιστήμιο και να έχω γράψει αρκετά εκπαιδευτικά εγχειρίδια και σχολικά βιβλία, ίσως μερικοί να θεωρήσουν ότι έχω πρόσθετους λόγους να ανήκω σε αυτό το «εμείς». Τέλος έχω και μία κόρη δώδεκα χρόνων, την οποία δικαίως κατατάσσω σε εκείνο τον κύκλο των «λαϊκών» οι οποίοι δικαιούνται να έχουν γνώμη για το βιβλίο το οποίο υφίστανται. Με άλλα λόγια από πολλές πλευρές φαίνεται να ανήκω σε αυτό το «εμείς» που, όπως λέει ο φίλτατος Στρατής, οφείλει ως «πρώτο και μείζον καθήκον σε αυτή τη συγκυρία» να υπερασπιστεί αυτό το βιβλίο.
Ε, λοιπόν, εγώ δεν αισθάνομαι καμία ανάγκη να το υπερασπιστώ! Και επιτρέψτε μου να εξηγήσω το γιατί μιλώντας σε πρώτο ενικό, λέγοντας το τι εγώ πιστεύω, μη βλέποντας λόγο να κρύψω τις απόψεις μου κάτω από ένα αόριστο εμείς.
Η άρνησή μου να «υπερασπιστώ» το βιβλίο αυτό δεν οφείλεται μόνο στα μικρά ή dsc04413.jpgμεγάλα του «σφάλματα». Ο φίλτατος Στρατής Μπουρνάζος μου αποδίδει την επισήμανση ενός από αυτά, αλιεύοντας προφανώς από σχετική ομιλία μου σε εκπαιδευτικούς στη Θεσσαλονίκη, παρανοώντας όμως πλήρως το πνεύμα της επισήμανσης. Οι συγγραφείς του βιβλίου, χρησιμοποιώντας έναν πίνακα για τις απώλειες στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο επιδεικνύουν αφέλεια σε πολλαπλά επίπεδα. Το πρώτο και απλούστερο είναι η οφθαλμοφανής διόγκωση των στρατιωτικών απωλειών της Ελλάδας -σε ογδόντα εννέα χιλιάδες τους ανεβάζει έναντι του ορθού των δεκαπέντε περίπου χιλιάδων νεκρών (συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Κρήτης και της Μέσης Ανατολής)- την οποία οι συγγραφείς αποδεικνύονται ανίκανοι να επισημάνουν και να διορθώσουν. Το δεύτερο και σπουδαιότερο είναι ότι χρησιμοποιούν στοιχεία του άγγλου ιστορικού Νταίηβις ο οποίος ανήκει στον κύκλο των πλέον διάσημων αναθεωρητών της ιστορίας του Β’ παγκοσμίου πολέμου και επιμένει ότι οι ηγέτες της δύσης έχασαν σε αυτόν μία μοναδική ευκαιρία να τελειώσουν μία για πάντα με τον κομμουνισμό που κατ’ αυτόν είναι η πλέον εγκληματική «παρένθεση» στην ιστορία του 20ου αιώνα, ίσως και της ανθρωπότητας (σε 54.000.000 ανεβάζει τα θύματα του κομμουνισμού στη Σοβιετική Ένωση ανάμεσα στα 1918 και στα 1950, εκτός από τα 28.000.000 νεκρών της ίδιας χώρας στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Φυσικά δεν τον απασχολεί το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του δεν αποτυπώνονται στους δείκτες δημογραφικής ανάπτυξης της χώρας. Η απώλεια του 1/3 του πληθυσμού της μάλλον θα φαινόταν στους δείκτες αυτούς όπως αποτυπώθηκαν οι απώλειες του Β’ παγκόσμιου πολέμου. Για τέτοια ποιότητα μιλάμε!). Για να αποδείξει δε ο Νταίηβις τη θέση του ότι οι Σοβιετικοί δεν συμμετείχαν στην πολεμική προσπάθεια των συμμάχων στο βαθμό που τους αποδίδεται, «αναστατώνει» με βάση τις φαντασιώσεις του τον αριθμό των θυμάτων σε κάθε κράτος. Το γεγονός ότι αυτόν τον πίνακα βρήκαν να ενσωματώσουν στο σχολικό βιβλίο οι συγγραφείς του δεν αποτελεί «σφαλματάκι». Μάλλον για απόδειξη επικίνδυνης «προχειρότητας» πρόκειται.
Ευτυχώς βρισκόμαστε στην Ελλάδα όπου η άγνοια και η εκπορευόμενη αφέλεια dsc04418_.jpgθεωρούνται φυσιολογικές καταστάσεις. Σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη κάτι τέτοιο θα έκρυβε κινδύνους για τους συγγραφείς. Επειδή μάλλον δεν κατάλαβαν τίποτε σχετικά ας εξηγήσω και πάλι. Στη σελίδα 109 αναφέρεται ότι «…η ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι και το ολοκαύτωμα των Εβραίων αποτελούν από τις τραγικότερες στιγμές αυτού του πολέμου«. Η εξομοίωση του Ολοκαυτώματος με τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς (περίεργο πως ξέχασαν τη Δρέσδη) εχθρικών πόλεων αποτελεί σαφέστατη «άρνηση» της ιδιαιτερότητας της βιομηχανίας θανάτου που έστησε ο ναζισμός επί των θεμελίων της ρατσιστικής και θανατηφόρας ιδεολογίας του. Με κάτι τέτοια αποκτήσαμε την εξαιρετική τιμή ως χώρα και ως εκπαιδευτικό σύστημα να είμαστε η μοναδική περίπτωση σε ολόκληρη την ήπειρο όπου δίνονται στα παιδιά και ενσωματώνονται στη διδακτέα ύλη οι απόψεις των αρνητών του Ολοκαυτώματος. Δεν βαριέσαι, τραγική στιγμή ήταν…!!!
Καθώς η Ευρώπη είναι ακόμα πολύ ευαίσθητη σε αυτά, στις περισσότερες των χωρών της δύσης στην οποία θέλουμε να μοιάσουμε θα είχε επέμβει ο Εισαγγελέας και οι συγγραφείς του βιβλίου θα κινδύνευαν να κάνουν παρέα στο κύριο Ίρβινγκ. Στη χώρα μας, παρόμοιες ευαισθησίες προφανώς δεν υπάρχουν. Δεν θα ‘πρεπε όμως να ζητάμε από την αριστερά αλλά και από την ακαδημαϊκή κοινότητα των ιστορικών να έχει τέτοιου είδους ανακλαστικά; Για «λαθάκια» πρόκειται ή για συγκροτημένη αντίληψη περί της πολιτικής και της επιστήμης;
Αυτή η έλλειψη στοιχειωδών ανακλαστικών, αγαπητέ Στρατή, είναι η ευτέλεια της αριστεράς αλλά και του ακαδημαϊκού χώρου των ιστορικών. Προσωπικά δεν περιμένω πολλά όταν, για παράδειγμα, στους περί ελληνικής ιστοριογραφίας τόμους (πρακτικά συνεδρίου) που επιμελήθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, όπου και παρελαύνουν όλοι οι Έλληνες ιστορικοί, το περί Β’ παγκοσμίου πολέμου, κατοχής και Αντίστασης εδάφιο εκπροσωπείται από τον κύριο Καλύβα. Κάπου όμως, αναρωτιέμαι, δεν θα ‘πρεπε να σταματήσει αυτή η ολισθηρή κατηφόρα;
Ο ιμπρεσιονισμός, η ιστορία και η διδασκαλία της
Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να επεκταθώ στο περιεχόμενο του σχολικού αυτού βιβλίου. Το να το επικρίνει κανείς είναι σαν να «κλέβει εκκλησία». Εξίσου σημαντικό όμως είναι το σύστημα διδασκαλίας που προάγει, σημείο στο οποίο συναντιέται με τα υπόλοιπα σχολικά εγχειρίδια της πρόσφατης «μεταρρυθμιστικής» επέλασης -στο όνομα της απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων- στο χώρο της μάθησης. Επιγραμματικά θα μπορούσαμε να το ορίσουμε ως την εισβολή του ιμπρεσιονισμού στην ιστορία και τη σχολική διδασκαλία της.
Από το βιβλίο αυτό απουσιάζει ολότελα η αφήγηση. Η ύλη είναι κατατεμαχισμένη σε πολλές μικρές ενότητες ενίοτε αποσυνδεμένες η μία από την άλλη, «θεματικές» όπως θα μπορούσαμε να πούμε. Ανάμεσά τους παρεμβάλλεται εικαστικό υλικό και είδη «ασκήσεων» που μάλλον καλούν τον διδασκόμενο -και τη διδασκομένη, για να μην κατηγορηθώ ότι αγνοώ την υπέρ των γυναικών αναγκαία ποσόστωση- να ανακαλύψει μόνος του την ιστορία. Ο ασυνάρτητος και σποραδικός τρόπος με τον οποίο δίνονται οι γνώσεις, σε συνδυασμό με την απουσία ενιαίας αφήγησης στερούν τον διδασκόμενο (-η) από τη δυνατότητα να ταξινομήσει τα γεγονότα, να τα ιεραρχήσει και να τα συσχετίσει και μέσα από αυτό να ανακαλύψει τη σχέση ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα. Με τον τρόπο αυτό απαγορεύεται στην ουσία η ανάπτυξη συγκροτημένης κριτικής σκέψης παρά της περί του εναντίου βεβαιώσεις. Το βιβλίο, όπως και όλα τα όμοιά του της «μεταρρυθμισμένης» παιδαγωγικής, αποβλέπει στη δημιουργία εντυπώσεων και όχι στη θεμελίωση γνώσεων.
Δύο επιπλέον χαρακτηριστικά επιτείνουν την απορρύθμιση της εκπαιδευτικής λειτουργίας του βιβλίου. Πρώτο, οι χρονικές παλινδρομήσεις στην παράθεση των ενοτήτων (πόσες φορές δεν ξαναρχίζει η ελληνική επανάσταση) ακυρώνουν την πρώτη σταθερά που πρέπει να δώσει στα παιδιά η διδασκαλία της ιστορίας, το πρώτο και βασικό από τα συστήματα ταξινόμησης που η τελευταία διαθέτει: αναφέρομαι στον ιστορικό χρόνο, στην αλληλοδιαδοχή -άρα και στην αλληλεξάρτηση- των γεγονότων και στην αντίληψη της διάρκειας (το «υποδεκάμετρο» στο κάτω μέρος των σελίδων ασκήσεων, συνήθως προσθέτει σύγχυση διαψεύδοντας συχνά τα όσα αναφέρει το προηγηθέν κείμενο). Δεύτερο, το έκδηλο άγχος των συγγραφέων για την ανάδειξη του «πολιτικά ορθού», άγχος το οποίο μάλλον ευθύνεται για τον «συνωστισμό» της Σμύρνης και για τη μεθοδική απαλοιφή ή στρέβλωση όλων σχεδόν των «επικίνδυνων» -για «υποκίνηση» και «αναβίωση παθών» όπως λέγανε παλιά- γεγονότων.
Μα αυτό ακριβώς είναι η ιστορία: η διήγηση για τα πάθη των ανθρώπων, για την πολυκύμαντη παρουσία τους, για το μόχθο τους για τη ζωή και για το κτίσιμο των κοινωνιών τους, για την πίστη που είχαν, τα λάθη που έκαναν, τις αδικίες που δημιούργησαν, τις αντιστάσεις τους, το αίμα που έχυσαν για δίκαιους και άδικους λόγους. Για όλα αυτά συναρπάζει και μέσα από αυτά δημιουργεί την έφεση για γνώση και την κριτική διάθεση. Από όλο αυτό το συναρπαστικό «παραμύθι», η μεταρρυθμιστική «πολιτικά ορθή» απορρύθμιση θέλει να αφήσει ένα και μόνο: το τίποτα. Δεν ξέρω αν «εμείς» αγωνιζόμαστε για τούτη την αποστειρωμένη ιστορία. Θα μου επιτρέψετε όμως εγώ να μην το βλέπω έτσι.
***
Υπάρχει φυσικά και η επίθεση που δέχεται το βιβλίο από τους συγκεκριμένους κύκλους διαφόρων αποχρώσεων και αρμοδιοτήτων, της Εκκλησίας κυρίως και της νοσταλγίας του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους. Προφανώς ομιλούν συγκεκριμένα και για αυτές τις συγκεκριμένες τους απόψεις πρέπει να τους κατακρίνουμε και να τους πολεμούμε. Αν έχω καταλάβει καλά όμως το ύψιστο των αιτημάτων τους είναι η ανάθεση της διδασκαλίας της ιστορίας -και όχι μόνο- στην Εκκλησία και στους πέριξ από αυτήν κύκλους. Όντως, υπάρχει ιστορικό προηγούμενο για κάτι τέτοιο: η οθωμανική περίοδος! Στα σοβαρά πιστεύει κανείς ότι σήμερα εκκρεμεί τέτοιος κίνδυνος; Μήπως η επίκληση των βαρβάρων είναι απλά ένα βολικό πρόσχημα για να ανοίγουμε «ευκαιρίες», για να συνδιαλεγόμαστε με τους εκάστοτε κρατούντες και να συνδιαχειριζόμαστε την μεθοδευμένη απορρύθμιση της εκπαίδευσης και της γνώσης;
Στο ανοικτό, πολύπλευρο και στρατηγικό μέτωπο της εκπαίδευσης θα πρέπει με ιδιαίτερη προσοχή να κάνουμε τις επιλογές μας. Όχι, δεν αναφέρομαι στο «εμείς» -για μένα και για την κόρη μου μιλάω…
____________________________________________________________
Από το απλό αστείο στο πολύ, μα πολύ σοβαρό...
Υπάρχουν επιχειρήματα στα οποία μπορεί να απαντήσει κανείς με σοβαρότητα,
υπάρχουν άλλα που εξοβελίζουν αυτή την αναγκαία στη συζήτηση αρετή. Ας σταθώ
πολύ λίγο στα δεύτερα καθώς η πρόθεσή μου είναι ν’ ασχοληθώ με τα πρώτα. Όταν σε
«απαντητικό» δημοσίευμά τους στην |Κυριακάτική Αυγή| (2.4.2007) τα μέλη της
συντακτικής ομάδας του περίφημου πλέον βιβλίου ιστορίας της ΣΤ’ δημοτικού
υποστηρίζουν ότι με είδαν σε τηλεοπτικές εκπομπές να ηγούμαι ρασοφόρων τινών και
άλλων υπερεθνικιστών πολέμιων του βιβλίου τους δεν ψεύδονται απλώς.
Εκφράζουν, με απόλυτη συνέπεια στον ιμπρεσιονιστικό τρόπο με τον οποίο
αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα αλλά και τη διδασκαλία της ιστορίας, την
επιθυμία τους η κάθε εναντίον του πονήματός τους κριτική να έχει τα
χαρακτηριστικά του υπερεθνικισμού και της θρησκοληψίας. Αρνούνται δηλαδή την
δυνατότητα να υπάρχει μία αριστερή κριτική που να αντιμάχεται τόσο τη δική τους
άποψη, όσο και τον υπερεθνικό οίστρο. Ουσιαστικά επιθυμούν να λογοκρίνουν την
αριστερή κριτική, την εξοβελίζουν από τα δεδομένα του προβλήματος με τον ίδιο
τρόπο που εξοβέλισαν την αριστερά -πολιτική και κοινωνική- από το διδακτικό
τους βιβλίο. Η στρέβλωση δε των όσων κατά καιρούς έχω πει δημόσια για το βιβλίο
αυτό ακολουθεί ως φυσικό επακόλουθο: Ως προς το σχετικό με την απόσυρσή του
ερώτημα, το βιβλίο είναι παραγωγή του νυν υπουργείου Παιδείας του οποίου τις
αντιλήψεις, την πολιτική και τις απόψεις προωθεί. Το πρόβλημα δεν είναι η
απόσυρση του συγκεκριμένου βιβλίου. Το πρόβλημα είναι η ήττα και η απόσυρση
αυτής της επίσημης και κυβερνητικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Να τελειώσω με τον μικρό εναντίον μου λίβελλο προσθέτοντας μία μικρή ενδεικτική
παρατήρηση. Εμφανώς θυμωμένοι σχετικά με την εκ μέρους τους εξομοίωση των
συμμαχικών βομβαρδισμών με το εβραϊκό ολοκαύτωμα, οι συντάκτες του βιβλίου αυτού επεσήμαναν ότι αναφέρονται ρητά στην «εξολόθρευση» των Εβραίων από το ναζιστικό κόμμα και τον Χίτλερ πράγμα το οποίο φυσικά δεν αναιρεί την παραπάνω «εξίσωση».

dsc04413.jpgΥπάρχει όμως και μία λεπτομέρεια. Στην αποσπασμένη από το βιβλίο φράση με την
οποία με κατακεραυνώνουν αναφέρεται ότι το ναζιστικό κόμμα «που ιδρύει ο
Χίτλερ και κατέχει την εξουσία στη Γερμανία..
.»  Ξέρετε κάτι αγαπητοί
συνάδελφοι: το ναζιστικό κόμμα δεν το ίδρυσε ο Χίτλερ αλλά ο Άντον Ντρέξτλερ στα 1919 -ο Χίτλερ είχε μάλιστα την υπ’ αριθ. 55 κάρτα μέλους γεγονός που
προβλημάτιζε την μετέπειτα ναζιστική αγιογραφία. Λεπτομέρεια θα μου πείτε,
ενδεικτική όμως: ακόμα και όταν θυμώνετε, δεν σας «βγαίνει» η ιστορία. Αν μου
υποσχεθείτε ότι θα σταματήσετε να την κακοποιείτε και ότι πριν μιλήσετε θα συμβουλεύεστε μία όποια εγκυκλοπαίδεια, μπορεί να γίνουμε και φίλοι….
Μία που το ‘φερε ο λόγος ας προσθέσω λίγα λόγια για τις ενστάσεις των συντακτών του περί ελληνικής ιστοριογραφίας τόμου του ΕΙΕ. Έχω την εντύπωση ότι εδώ και πολύ καιρό υποστηρίζω δημόσια και με κάθε τρόπο την αντίθεσή μου στο να θεωρείται ο -ερήμην στοιχείων, όπως ένας ιστορικός τα αντιλαμβάνεται- αντικομμουνισμός επαρκής και αναγκαία ιδιότητα για να αναδείξει «νέα θεματική» στην ιστορία και να μεταβάλει πολιτικούς επιστήμονες πολύ συγκεκριμένων προδιαγραφών σε φορείς «ανανέωσης» της ιστορικής επιστήμης. Έχω τονίσει ότι το αξίωμα περί της απόλυτα εγκληματικής φύσης του κομμουνισμού – του λενινισμού όπως ενίοτε οι πρωταγωνιστές της κίνησης το ορίζουν – δεν μπορεί να είναι επιστημονικό αξίωμα όπως τουλάχιστον εγώ έχω διδαχθεί την επιστήμη. Ποικιλότροπα επίσης έχω τονίσει ότι δεν μπορεί η κοινότητα των ιστορικών να νομιμοποιεί πρακτικές «εκβιασμού» ή παραποίησης των στοιχείων στο βωμό της εξυπηρέτησης προφανών πολιτικών στόχων, διότι τότε αυτοακυρώνεται. Αρνούμενος αυτή την αυτοακύρωση και σεβόμενος τους συναδέλφους μου ιστορικούς και το έργο τους εγώ έκανα τις επιλογές μου – οι συντάκτες του τόμου έκαναν τις δικές τους – το αποτέλεσμα είναι αυτό που περιέγραψα. Υπάρχει σε όλα αυτά τίποτε δυσνόητο;
***
Θέλω όμως να σταθώ στην βαθιά ουσία της διαμάχης, χωρίς να επιμείνω στο «δέον γενέσθαι» με το βιβλίο αυτό. Όπως κάθε σχολικό βιβλίο την ευθύνη για την κυκλοφορία του την έχει το υπουργείο Παιδείας και η εκάστοτε πολιτική που αυτό ακολουθεί. Η τρέχουσα εκπαιδευτική πολιτική, έχει διάφορες πτυχές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι μεθοδεύσεις ενάντια στον θεσμό τον οποίο εγώ υπηρετώ, το δημόσιο Πανεπιστήμιο, αλλά και η συγκεκριμένων στόχων ανάπλαση των σχολικών βιβλίων. Μπερδεμένη στο δίλημμα «εθνικισμός» – «αντιεθνικισμός» σημαντικό μέρος της αριστεράς ετούτου του χώρου (πείτε την ανανεωτική αριστερά) έχει αφιερωθεί στην προάσπιση του συγκεκριμένου βιβλίου και της συνακόλουθης εκπαιδευτικής αντίληψης η οποία εκπορεύεται σαφώς από την σημερινή πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας -η οποία επίσης υπερασπίζεται το βιβλίο ανεξαρτήτως κόστους- αδυνατώντας να δει τις αντιφάσεις που προκύπτουν από αυτή της την επιλογή.
Δεν είναι δυνατό να συγκρούεται ο πολιτικός αυτός χώρος ολοκληρωτικά με την κυβερνητική πολιτική για τα πανεπιστήμια και ταυτόχρονα να προασπίζει μέχρι θανάτου άλλες πτυχές της ίδιας πολιτικής. Οι ενδείξεις δε για τη συγγένεια των κυβερνητικών στόχων και των «εκλαϊκευτών» τους δεν λείπουν. Θυμίζω ποιοι ήσαν οι «συνομιλητές» της υπουργού Παιδείας την εποχή που κορυφώνονταν οι κινητοποιήσεις ενάντια στο νέο νόμο για τα Πανεπιστήμια και την προάσπιση του άρθρου 16…
Κάτω από αυτή τη στάση νομίζω ότι υποκρύπτεται κάτι περισσότερο από απλή σχιζοφρένεια -στην πολιτική δεν υπάρχουν εξάλλου τέτοιες έννοιες. Το πρώτο που φαίνεται να υπάρχει είναι μία παρεξήγηση. Αν και δεν βρισκόμαστε σε εποχές έξαρσης του φαινομένου, στα 1991 λόγου χάρη, ο εθνικισμός αντιμετωπίζεται ως κυρίαρχη στη χώρα μας πολιτική. Τα γεγονότα μάλλον το αντίθετο δείχνουν. Όχι μόνο ο ακροδεξιός αυτός χώρος, παρά τις ευνοϊκές συνθήκες και τη σύμπραξη ηγετικών κλιμακίων της Εκκλησίας, έχασε κατά κράτος όλες τις μεγάλες μάχες που έδωσε στα τελευταία χρόνια: Μακεδονικό, ταυτότητες κλπ. κλπ., αλλά και η σημερινή του παρέμβαση έχει σαφέστατα αντιπολιτευτικά χαρακτηριστικά. Στην ουσία αυτό που παίζεται είναι η εκλογική δύναμη των ακροδεξιών σχημάτων και η είσοδός τους ή μη στην επόμενη Βουλή. Η πολιτική εξουσία στη χώρα μας σήμερα -όπως και η πολιτική εξουσία στην Ευρώπη των 27- είναι βαθιά αντιεθνικιστική -κοσμοπολίτικη αν θέλετε- πιστή στα δόγματα εκείνα που έχουν αντικαταστήσει στον κόσμο ολόκληρο τις αξίες και τους κανόνες της πολιτικής με τις αντίστοιχες και τους αντίστοιχους της οικονομίας, της περίφημης «αγοράς».
Αυτά τα τελευταία απορρυθμίζουν σήμερα τις κοινωνικές σχέσεις και οπωσδήποτε τα εκπαιδευτικά συστήματα τα οποία πρέπει να πάψουν να είναι «εθνικά» με όλη την συνθετότητα αυτού του όρου: να πάψουν δηλαδή να είναι δημόσια, να είναι
θεμελιωμένα σε δημοκρατικές συμβάσεις – συνταγματικές επιταγές κ.λπ.- να είναι ευθύνη της κοινωνίας ολόκληρης. Αυτή είναι σήμερα η κυρίαρχη πολιτική και αυτή κατηγορώ ότι υπηρετεί το βιβλίο της ΣΤ’ δημοτικού. Αυτή είναι η πηγή του
«άγχους» περί του «πολιτικά ορθού» που αισθάνονται οι συντάκτες του βιβλίου.
Στην πολιτική οι «παρεξηγήσεις» δεν είναι ποτέ τυχαίες. Καθώς ο Συνασπισμός dsc04418_.jpgβρίσκεται σε μεταβατική κατάσταση και καθώς στις δικές του εσωτερικές αντιθέσεις προστέθηκαν και εκείνες ολόκληρου του χώρου του ΣΥΡΙΖΑ, αναζητά εναγωνίως
ενοποιητικά σημεία. Η πάλη ενάντια στον εθνικισμό και την Εκκλησία είναι προφανώς το πλέον πρόσφορο από αυτά. Στο βωμό όμως αυτής της ενοποιητικής επιλογής θυσιάζονται άλλα πολύτιμα πράγματα. Ο αντιεθνικισμός καθίσταται πεμπτουσία της αριστερής πολιτικής με ισοπεδωτικό τρόπο σαρώνοντας όλες σχεδόν τις υπόλοιπες αξίες και τα πολιτικά χαρακτηριστικά της αριστεράς: την μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις θεώρηση των πραγμάτων πρώτα απ’ όλα. Πραγματικά η επιλογή αυτή καθιστά την αριστερή παρέμβαση «αταξική» με την έννοια ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί το πως αυτά που διακυβεύονται συνδέονται με την οξυμένη κοινωνική -ταξική- πραγματικότητα στη χώρα μας.
Ο χώρος δεν μου επιτρέπει παρά να ξύσω την επιφάνεια ετούτου του πολύ σοβαρού προβλήματος. Αυτοί οι «νόμοι» της οικονομίας που έχουν αλώσει την πολιτική, εξωθούν στο περιθώριο μεγάλες μάζες ανθρώπων -σε περισσότερα από δύο εκατομμύρια άτομα μετρήθηκαν επίσημα οι «κάτω από το όριο της φτώχειας» συμπολίτες μας- και δημιουργούν ρεύματα κοινωνικής αστάθειας και αμηχανίας. Σε δύο επίπεδα το έθνος προσφέρεται ως καταφύγιο αυτών των άτυχων της «μεταρρύθμισης». Στο φαντασιακό πρώτα, όπου η διολίσθηση σε δυσμενέστερες ταξικά θέσεις, εξορκίζεται στο όραμα της εθνικής οντότητας -όπου όλοι είναι Έλληνες, άρα ίσοι- από εδώ προκύπτουν οι πολιτικά σκοτεινές πτυχές του εθνικισμού. Στο πολιτικό δεύτερο, όπου δια του έθνους παρουσιάζεται εφικτή η αντιμετώπιση των «κανόνων της αγοράς» που συνθλίβουν τους ανθρώπους. Αυτού που «στη δημοτική» ορίζεται ως «παγκοσμιοποίηση», όρος εύλογα προσφιλής τόσο στον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, στο ΛΑΟΣ όσο και στο Κοινωνικό Φόρουμ και τον Συνασπισμό. Το έθνος δηλαδή, ως θεμελιακή πολιτική βάση της κοινωνίας μας οφείλει, σύμφωνα με αυτή τη διάχυτη όσο και λανθάνουσα αντίληψη, να προστατεύσει από την επέλαση του χωρίς πατρίδα κεφαλαίου τους μετέχοντες σε αυτό, τα μέλη του.
Η ελληνική αριστερά, πάντοτε αντι-ιμπεριαλιστική, πάντοτε πατριωτική, είχε πάντοτε συνείδηση αυτού του κρίσιμου -με βάση τα μεγέθη της χώρας μας- παράγοντα. Υπήρξε επίμονα πατριωτική με τρόπο όμως που σαφέστατα τη διαχώριζε prosfigikadn2mcv.jpgαπό τον εθνικισμό των φαντασιώσεων που χρησιμοποιούν οι απέναντι. Πάντοτε για την αριστερά ο πατριωτισμός των Ελλήνων σταματούσε εκεί όπου άρχιζε ο πατριωτισμός των άλλων, αξία και μέγεθος απόλυτα σεβαστά. Αλλά χωρίς τον πατριωτισμό, και αυτό σημαίνει χωρίς όλα όσα τον προσδιόρισαν, την ιστορία του πάνω απ’ όλα – δεν υπάρχει πολιτικό σώμα με το οποίο θα συνδιαλλαγεί η αριστερά. Προσβλέποντας στην «προστασία» απέναντι στα επελθόντα και στα επερχόμενα από το έθνος και διά του έθνους, οι κοινωνικές ομάδες που πλήττονται από τον καπιταλισμό, αναζητούν τρόπους πολιτικής αντίστασης, πολιτική έκφραση για την προάσπιση των συμφερόντων τους που ποδοπατούνται. Αυτό είναι το πολιτικό σώμα που μας ενδιαφέρει σχεδόν τόσο διαυγές όσο και στον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης που για πρώτη φορά το προσδιόρισε. Δεν είναι δυνατό η αριστερή πολιτική να στρέφει την πλάτη σε αυτό το κρίσιμο κοινωνικά και πολιτικά σημείο συνεύρεσης. Εκτός αν οι διεθνικές «μη κυβερνητικές οργανώσεις – ΜΚΟ» -που προβληματίζονται για το αν θα σώσουν πρώτα τις φάλαινες ή πρώτα τους ανθρώπους- αποτελούν το σώμα των «πολιτών» του μέλλοντος. Καλά κρασιά…
Δεν ξέρω αν όσοι πολεμούν το πνεύμα του βιβλίου της ιστορίας της ΣΤ’ δημοτικού πολεμούν το πνεύμα του Διαφωτισμού όπως άφησε να εννοηθεί ο σ. Βούτσης στην |Αυγή| και άλλοι. Διαισθάνομαι όμως ότι το βιβλίο αυτό υπηρετεί μία πολιτική που αποκόπτει την αριστερά από τις κοινωνικές εκείνες ομάδες που ταξικά την έχουν ανάγκη. Της επιτρέπει να είναι μη κυβερνητική οργάνωση, φιλανθρωπική έστω. Καθώς δε ανήκω σε εκείνους που στην πολιτική δεν πιστεύουν στο άλλοθι της «βλακείας» φοβάμαι ότι οι ενδείξεις πείθουν ότι οι βασικές πολιτικές και κοινωνικές επιλογές έχουν ήδη γίνει σε μεγάλο τμήμα ετούτου εδώ του πολιτικού χώρου.
ΥΓ.: Πολλές από τις παραπάνω ιδέες αποσαφηνίστηκαν σε διαδοχικές συζητήσεις με τον Ανδρέα Πανταζόπουλο. Τον ευχαριστώ ιδιαίτερα γι αυτό.
____________________________________________________________
«Το βιβλίο της Στ’ Δημοτικού δεν βοηθά την κριτική σκέψη»
Κριτική στο βιβλίο ιστορίας της 6ης Δημοτικού ασκεί ο κ. Γιώργος Μαργαρίτης, καθηγητής Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, επισημαίνοντας ότι το βιβλίο παρουσιάζει τα γεγονότα χωρίς χρονολογική σειρά, χωρίς ταξινόμηση, αίτιο και αποτέλεσμα. Τονίζει ότι όσα γεγονότα δεν είναι σύμφωνα με τη θεωρία του «πολιτικώς ορθό» απαλείφονται ή διακωμωδούνται. Επικρίνει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ότι διαπνέεται από αντιλήψεις που οδηγούν σε απορύθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Τέλος επισημαίνει ότι από την ελληνική ιστοριογραφία απουσιάζει η παραγωγή συνθετικών εγχειριδίων, με αποτέλεσμα να αναγκάζονται οι συγγραφείς να εφευρίσκουν την ιστορία. Η συνέντευξη, την οποία πήρε ο Σωτήρης Λέτσιος, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΘΕΣΣΑΛΙΑ»
– Ήταν δικαιολογημένη αυτή η σφοδρή κριτική που δέχθηκε το βιβλίο ιστορίας της 6ης Δημοτικού, σε σημείο μάλιστα ώστε να απαιτήσει η Ιερά Σύνοδος της Ελληνικής Εκκλησίας να χαρακτηριστεί αυτό αντισυνταγματικό;
– Είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό για τους θεσμούς της χώρας η Εκκλησία να εκφράζει άποψη ακόμη και για τη συνταγματικότητα ή μη των πραγμάτων. Από την άλλη πλευρά το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα αδύναμο «κρίκο» ως προς την ποιότητα της μεθοδολογίας και της πραγματολογικής του αξιοπιστίας, και για αυτό τραβά αυτές τις επιθέσεις. Στην ουσία αυτό που αποκαλούμε συνολικά εκπαιδευτική μεταρρύθμιση διαπνέεται από αντιλήψεις, που οδηγούν σε μια απορύθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
-Η όλη αντίδραση απέναντι στο συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να πηγάζει και από την άρνηση μιας κοινωνίας να επιτρέψει στους ιστορικούς να εκφράσουν τις αμφισβητήσεις τους και να εργαστούν πάνω σε αυτές;
– Την ευθύνη διαμόρφωσης και παροχής της σχολικής εκπαίδευσης έχει ασφαλώς το κράτος. Το κράτος αναλαμβάνει την παροχή ενός συγκεκριμένου είδους ιστορικής γνώσης στους μαθητές. Από κει και πέρα είναι εύλογο να υπάρχει μια επίδραση στον τρόπο που γίνεται αυτή η διαμόρφωση και παροχή της ιστορικής γνώσης. Είναι λογικό να επηρεάζουν οι πολιτικές δυνάμεις με τα ιδεολογήματά τους τη συγγραφή της ιστορίας, αλλά το κράτος πρέπει να αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη έχοντας υπόψη τον εξισορροπητικό του ρόλο. Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν βοηθά την κριτική σκέψη των μαθητών με το να παρουσιάζει ασύνδετα γεγονότα ανάμεσά τους, χωρίς ταξινόμηση, χωρίς αίτιο και αποτέλεσμα. Το να ζητάς από τα παιδιά να κατασκευάσουν από μόνα τους την ιστορία μέσα από ασκήσεις, είναι σα να ακυρώνεις στην πράξη την εκπαιδευτική διαδικασία. Είναι σα να θεωρείς ότι τα παιδιά της 6ης Δημοτικού είναι ικανά να διοργανώσουν ένα συνέδριο ιστορίας και να βγάλουν συμπέρασμα, ως προς το τι έγινε στη μάχη των Δερβενακίων.
– Η μεθοδολογία που προτείνεται μέσα από αυτή την πρακτική δεν προσφέρει ερεθίσματα για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και τη σταδιακή αφομοίωση των γεγονότων;
– Τα γεγονότα παρουσιάζονται χωρίς χρονολογική σειρά. Όλα τα γεγονότα που δεν είναι σύμφωνα με τη θεωρία του «πολιτικώς ορθού» απαλείφονται ή διακωμωδούνται. Οι πόλεμοι και τα πάθη των ανθρώπων, οι επαναστάσεις, οι ανθρώπινες απώλειες, όλα αυτά μετατρέπονται σε κάτι απλοϊκό. Ούτε σαν ένα παραμύθι δεν μπορούμε να το εκλάβουμε, αφού τα παραμύθια περιέχουν τη βία και τα ανθρώπινα πάθη. Αυτό το επιλεγμένο υλικό δίνεται σε δασκάλους και καθηγητές καλώντας αυτούς να συναρμολογήσουν μόνοι τους αυτό το πράγμα.
– Πώς μπορεί να αναπτυχθεί η κριτική σκέψη όταν η ιστοριογραφία δεν έχει απαλλαγεί από το υποκειμενικό πάθος και τις φορτίσεις, που συνοδεύουν την ιδεολογική θέση του όποιου επιστήμονα ιστορικού απέναντι στη ζωή;
– Δεν χρειάζεται για να μιλήσουμε για το τι έγινε και δεν έγινε. Αποτελεί άραγε ακραία έκφραση το ρήμα «σφαγιάσθηκαν»; Από το 1912 έως το 1922 σφαγιάζονται περίπου 600.000 Αρμένιοι, λίγο περισσότεροι από 400.000 ελληνορθόδοξοι και 2.500.000 Τούρκοι. Πρόκειται για μια φοβερή αλληλοσφαγή. Και τις απώλειες από τουρκικής πλευράς ασφαλώς και δεν τις χρεώνεται όλες η ελληνική πλευρά. Δεν μπορούμε να εξαφανίσουμε αυτό το κομμάτι που αφορά την εξολόθρευση του ελληνισμού, έτσι ώστε να μην αναπτύξουν τα παιδιά μια εθνικιστική και μονομερή κρίση. Σε γενικές γραμμές έτσι έχουν οι αριθμοί, αν και διατηρούνται κάποιες αμφισβητήσεις, οι οποίοι ωστόσο αποτυπώνονται στο δημογραφικό τομέα. Δεν βλέπω το λόγο να τα αποκρύψουμε πλήρως. Το να γνωρίσουν τα παιδιά ότι σκοτώσαμε αλλά και ότι πολλοί από εμάς σκοτώθηκαν, είναι μια διαδικασία η οποία θα συμβάλλει στην εξομάλυνση του πάθους. Αποτελεί μια πολύ βασανιστική υπόθεση το στήσιμο ή το γκρέμισμα ενός έθνους ή μιας αυτοκρατορίας.
– Η ιστορία είναι ένα μέσον που εγγυάται τη μετάβαση σε ένα στάδιο συμφιλίωσης των λαών και θεραπείας από τις εθνικές εμμονές;
– H ιστορία εάν την αφήσουμε στα χέρια και στην ευθύνη των ιστορικών είναι σε θέση να αμβλύνει τις όποιες αντιθέσεις και να επιτρέψει την κατανόηση των γεγονότων. Δεν είναι καταδικασμένοι οι λαοί να αλληλομισούνται και να σκοτώνονται. Οι εξάρσεις που οδηγούν σε συγκρούσεις οφείλονται σε ορισμένα προβλήματα εθνικά και πολιτικά. Αυτά όλα μπορούν να εξηγηθούν στα παιδιά με μια σωστή προετοιμασία. Είναι ανοησίες ότι οι λαοί θα αγαπηθούν με ένα θαυματουργό τρόπο και θα απαλειφθούν οι ιστορικές αδικίες. Έτσι αφήνουμε τη διαχείριση αυτών των θεμάτων στην προπαγάνδα των υπερεθνικιστών.
– Η Ελλάδα δεν διαθέτει μια εθνική σχολή ιστοριογραφίας. Αυτό σημαίνει ότι κινείται με βάση τις διάφορες τάσεις που κατά καιρούς εμφανίζονται σε διεθνές επίπεδο;
– H μεγάλη μάζα των Ελλήνων ακαδημαϊκών- ιστορικών δημιουργήθηκε στο εξωτερικό. Από εκεί μετέφεραν στην Ελλάδα τις διάφορες τάσεις. Σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται το φαινόμενο να ενοποιείται η θεματική που ενδιαφέρει τους ιστορικούς και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται ως εργαλεία ανάλυσης. Δεν υπάρχουν οι σχολές όπως αυτές ήταν γνωστές στο παρελθόν. Δεν είμαστε μητρόπολη για να παράξουμε θεωρίες ιστοριογραφίας, αλλά μια περιφερειακή πρωτεύουσα στην οποία ανακυκλώνονται τα όσα μάθαμε στο εξωτερικό. Πολλές φορές μάλιστα δεν καταφέρνουμε και να επικοινωνήσουμε ανάμεσά μας και να συνθέσουμε κάτι νέο. Πάσχουμε ακόμη στην παραγωγή συνθετικών εγχειρίδιων. Π.χ. δεν έχει εμφανιστεί μια νέα συνθετική ιστορία για την περίοδο του 1821. Η πλέον πρόσφατη, αυτή του Κόκκινου, έρχεται από τη δεκαετία του 1930. Φτάνω στο σημείο να δικαιολογώ τους συγγραφείς σχολικών βιβλίων, αφού λόγω έλλειψης όγκου συνθετικού έργου είναι αναγκασμένοι να εφευρίσκουν την ιστορία στην προσπάθειά τους να εκλαϊκεύσουν αυτό τον όγκο. Δεν είναι όμως η δουλειά τους αυτή.
– Πώς θα ορίζατε το χαρακτήρα της αντικειμενικής συγγραφής της ιστορίας;
– Δεν θα πρέπει να πασχίζουμε να αποδείξουμε την ανωτερότητα ενός πράγματος απέναντι σε κάποιο άλλο. Οι στόχοι μας δεν θα πρέπει να είναι μονομερείς. Οφείλουμε να έχουμε ένα φάσμα που θα περιλαμβάνει όλες τις ιδέες, όλους τους ανθρώπους, όλα τα οικονομικά συστήματα, και να ασχολούμαστε με τον αλληλοσυσχετισμό και όχι τον εξοβελισμό τους από το ιστορικό γίγνεσθαι. Η κριτική αντιμετώπιση των φαινόμενων και η τιμιότητα στην ανάγνωση των πηγών συνιστούν μια αντικειμενική στάση απέναντι στην ιστορία.
– Έχει σοβαρές ευθύνες η ελληνική αριστερά ως προς την καλλιέργεια κάποιων «μύθων» ή και για το ότι δεν φρόντισε να φωτίσει κάποια άλλα γεγονότα;
– Η αριστερά έφερε στο προσκήνιο την κοινωνική και οικονομική διάσταση της ιστορίας παραμερίζοντας το μεταφυσικό στοιχείο για την ερμηνεία της ιστορίας. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί ανεξαρτήτως από τις μονομέρειές της. Χρησιμοποίησε όμως την ιστορία σαν ένα μέσο για την αποκατάστασή της στην πολιτική ζωή του τόπου, από την οποία είχε εξοβελισθεί θεωρούμενη ως εγκληματική δύναμη. Και αυτό φαίνεται στο τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζει την ιστορία. Όταν ο Μανώλης Γλέζος γράφει την ιστορία της Αντίστασης, αυτό το βιβλίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια έκφραση του πως φαντάζεται η αριστερά τα γεγονότα της αντίστασης. Ένα βιβλίο όμως τέτοιο θα ήταν χρήσιμο σε μια εποχή όπου η αριστερά παρέμενε στο περιθώριο δίχως να ακούγονται σοβαρά οι απόψεις της. Σήμερα η αριστερά θα έπρεπε να προχωρήσει και να αποφεύγει τις διαστρεβλώσεις δίνοντας έμφαση στην κριτική σκέψη.
– Κατά πόσο η επιστήμη της ιστορίας μπορεί να συμβάλλει στον εμπλουτισμό της έννοιας του έθνους με νέα στοιχεία, αλλά και να υπερασπιστεί με περισσότερο επιστημονικούς όρους την έννοια του έθνους;
dsc04418_.jpg– Το πρώτο πράγμα που μπορεί να κάνει η ιστορία είναι να περιγράψει την εξέλιξη, σε ποια κατάσταση βρισκόταν το έθνος ανά εποχή. Το έθνος κατά τη γαλλική επανάσταση είναι στην ουσία η βάση για τον εξοβελισμό της θείας πρόνοιας από την ιστορία των ανθρώπων. Είμαστε δημοκρατία επειδή εμείς ως έθνος συνευρεθήκαμε και αποφασίσαμε. Με το τέλος του Α’ Παγκόσμιου με αφορμή την απειλή της επανάστασης των Μπολσεβίκων διαμορφώνεται στην Αγγλία και στις ΗΠΑ μια έννοια του έθνους, που αφορά το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών. Έτσι κόβεται όλη η Ευρώπη σε μικρά και μεγάλα έθνη με πολλές μειονότητες, οι οποίες τσακώνονται μεταξύ τους. Σήμερα βέβαια το έθνος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ανάχωμα προκειμένου η πολιτική να επιβληθεί της οικονομίας, η οποία ξέρει πολύ καλά να δημιουργεί ανισότητες. Είναι καίριο να ξανασκεφθούμε το έθνος, όπως αυτό διαμορφώθηκε στις συνθήκες της Γαλλικής Επανάστασης, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουμε την κυριαρχία της οικονομίας πάνω στην πολιτική.
_____________________________________________________
Tα νέα βιβλία επιχειρούν να εμπεδώσουν στην κοινωνία τους νόμους της αγοράς
                                                                                                                                                           
Συνέντευξη με το Γιώργο Μαργαρίτη
            
       
Mε αφορμή τη συζήτηση που έχει ανοίξει για το βιβλίο της ΣT’ Δημοτικού, ο καθηγητής Σύγχρονης Iστορίας του Aριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιώργος Μαργαρίτης μίλησε στην «Aριστερά!» για το τι κρύβεται συνολικά πίσω από τη μαζική αλλαγή των βιβλίων, αλλά και για τη στάση της Aριστεράς, τα προσχήματα της οποίας, όπως τονίζει, είναι ανάξια της ιστορίας της και αφήνουν ουσιαστικά ελεύθερο το πεδίο σε Kαρατζαφέρηδες και Eκκλησία.
                                                                                                          
Πού αποσκοπεί η μαζική αλλαγή των σχολικών βιβλίων σε όλες τις τάξεις της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης;
                                                                                                                        
Aπό μια πρώτη ματιά, το εγχείρημα της μαζικής αλλαγής των σχολικών βιβλίων φαίνεται παράξενο. Για να προχωρήσει ένα εγχείρημα τόσο πολύπλοκο και σημαντικό, θα έπρεπε –όπως ο καθένας θα μπορούσε να σκεφτεί– να συντρέχουν πολλοί ουσιαστικοί παράγοντες: Mήπως έγιναν, για παράδειγμα, καταλυτικές αλλαγές σε όλους τους κλάδους της επιστήμης ή της earth1.jpgεκπαιδευτικής διαδικασίας ή της παιδαγωγικής τα τελευταία χρόνια, τέτοιες που να επιβάλουν την κατεπείγουσα αλλαγή της ύλης στα σχολεία; Mήπως αναδείχθηκαν ξαφνικά νέοι επιστήμονες, σαφώς καλύτεροι από τους προηγούμενους, ή τόσοι άξιοι συγγραφείς σχολικών βιβλίων σε κάθε τομέα και αντικείμενο, οι οποίοι θα μπορούσαν μονομιάς να βελτιώσουν το σύνολο των βιβλίων; Mήπως ήταν όλα ανεξαιρέτως τα προηγούμενα σχολικά βιβλία τόσο απαράδεκτα, σε τέτοιο βαθμό χειρότερα από τους διαδόχους τους, ώστε να δικαιολογείται η ανάγκη άμεσης αλλαγής τους; Έτσι ξαφνικά διαπιστώθηκαν όλα αυτά τα πολύ σπουδαία;
                                                                                     
Aς είμαστε σοβαροί. Tίποτε από αυτά δεν συνέβη. Άλλες ανάγκες και ενδιαφέροντα ώθησαν ετούτες τις ριζοσπαστικές παρεμβάσεις. Οι πρώτες από αυτές διακρίνεται διά γυμνού οφθαλμού. Πρόκειται για την παράδοση του τομέα παραγωγής εκπαιδευτικού υλικού για τα δημόσια σχολεία στο ιδιωτικό επιχειρηματικό συμφέρον.
                                                                                                              
Πραγματικά, ο ιδιωτικός τομέας αναμίχθηκε ενεργά στην παραγωγή τους, ουσιαστικά την ανέλαβε. O διαγωνισμός αφορούσε εκδότες ή, μάλλον, εκδοτικούς οίκους, καθώς το μέγεθος της επιχείρησης ήταν αναγκαίο κριτήριο για την επιλογή της. Στην ουσία, πρόκειται για τρεις ή τέσσερις εκδοτικούς οίκους που επωφελήθηκαν άμεσα από αυτή τη γιγάντια επιχείρηση. Oίκοι που ποικιλότροπα διαπλέκονται με τον κόσμο των επιχειρηματικών ομίλων, των MME και γενικά του ιδιόμορφου ελληνικού μεγαλοκαπιταλισμού που πάντοτε ήξερε να χρησιμοποιεί την ελεγχόμενη από αυτόν κυβερνητική εξουσία για να αρμέγει το δημόσιο χρήμα και να το μετατρέπει σε ιδιωτικό εισόδημα. O θησαυρός δε είναι σε αυτόν το χώρο εξαιρετικά μεγάλος. Δεν πρόκειται μόνο για τα 600 ίσως εκατομμύρια ευρώ της ευρωπαϊκής επιχορήγησης και της ανάλογης εθνικής, αλλά πρόσθετα οφέλη μπορεί να προκύψουν από το αποκλειστικό δικαίωμα των ίδιων και των αυτών οίκων να εκδίδουν τα απαραίτητα «λυσάρια» για την κατανόηση των συχνά ακατανόητων βιβλίων που παρέδωσαν στα παιδιά. Kαταγγέλλεται, μάλιστα, ότι σε μερικές περιπτώσεις τα «λυσάρια» βρέθηκαν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων πριν κυκλοφορήσουν τα ίδια τα σχολικά βιβλία. 
                                                                                                   
Tα παραλειπόμενα αυτής της εφόδου προς το χρυσάφι ήταν καταλυτικά για την ποιότητα των βιβλίων. Tα πρώτα τρία «προκριματικά» κεφάλαια, με τα οποία θα γινόταν η δήθεν επιλογή (ο διαγωνισμός), έπρεπε να παραδοθούν μέσω του εκδότη σε έναν ως τρεις μήνες, ανεξάρτητα από τις δυνατότητες ή τη σοβαρότητα των συγγραφέων ή τα χρονικά κριτήρια που χρειάζονται για τη δημιουργία ενός δύσκολου βιβλίου, όπως είναι το σχολικό. Δε βαριέσαι, η δουλειά να γίνεται και το χρήμα να τρέχει. Tώρα, αν τα βιβλία βγαίνουν ακατανόητα, πάλι κερδισμένοι είμαστε – πουλάμε περισσότερα λυσάρια… Xώρια που οι ίδιοι επιχειρηματίες ίσως αναλάβουν και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι.
                                                                                                                       
Eρχόμαστε στα πλέον κρίσιμα των προβλημάτων που θέτουν τα νέα βιβλία. Mε τον τρόπο τους, μεταφέρουν στην εκπαιδευτική διαδικασία τη με τους γνωστούς «αυτοκρατορικούς» – μακριά, δηλαδή, από δημοκρατικό και κοινωνικό έλεγχο– διαμορφωμένη θεωρία και πολιτική των Bρυξελλών. Στην ουσία, δηλαδή, προσαρμόζουν στην εκπαιδευτική διαδικασία, με πολλούς και όχι πάντοτε ευδιάκριτους τρόπους, την αρχή ότι οι κανόνες της αγοράς –του καπιταλισμού στη σημερινή του κοσμοπολίτικη φάση, αν προτιμάτε– πρέπει να είναι κανόνες της πολιτικής και της κοινωνίας. Φυσικά και υπάρχουν όροι για τη χρηματοδότηση αυτών των βιβλίων. Όροι ουσιαστικότατα πολιτικοί, ακόμα και όταν καλύπτονται κάτω από το μανδύα των «εξελίξεων στο χώρο της παιδαγωγικής» και άλλων τέτοιων ανόητων επιχειρημάτων.
                                                                                                                        
image.jpgNα σταθώ μόνο σε ένα από αυτούς του όρους: τη διαθεματικότητα. Όρος που έγινε γλειφιτζούρι αναγκαστικής κατανάλωσης και του οποίου τα «πλεονεκτήματα» μας επεξηγούν, κάθε τρεις και λίγο, οι νεόκοποι «παιδαγωγοί» – άτυχοι καθώς αναγκάζονται να στραγγαλίζουν την ίδια τους την επιστήμη στο όνομα της προώθησης μιας πολιτικής αντίληψης. Πρόκειται για την ουσιαστική αποσάθρωση της διδακτικής διαδικασίας.
                                                                                                                         
Mέσα από αυτή τη μέθοδο, τα παιδιά καλούνται να ανακαλύψουν –να χτίσουν– τη γνώση, την ιστορική, για παράδειγμα, γνώση, με τον τρόπο που αυτή θα χτίζεται στις «ιδανικές» διαδικασίες της «διαρκούς επιμόρφωσης»: τον εμβαλωματικό, δηλαδή, τρόπο. Kυριολεκτικά πρόκειται για την εισαγωγή στον ιμπρεσιονιστικό τρόπο διδασκαλίας.
                                                                                                                         
Στο περίφημο βιβλίο της ΣT’ Δημοτικού –το οποίο έγινε διάσημο ακριβώς επειδή θέλησε να εφαρμόσει κατά γράμμα το νέο πνεύμα και τις συνακόλουθες οδηγίες χρήσης του– τα γεγονότα παρουσιάζονται αποκομμένα το ένα από το άλλο, σε διαρκή μετακίνηση σε πεδία διαφορετικά αναμεταξύ τους, έτσι ώστε ακόμα και εκεί όπου συσχετίζονται να τα αναγκάζουν να δείχνουν διαφορετικά και ανεξάρτητα (π.χ. ξεχωριστός προσδιορισμός για φοιτητές και φοιτήτριες στα γεγονότα του Πολυτεχνείου). Eπιπλέον, η απουσία στρωτής αφήγησης απαγορεύει στους μαθητές να έχουν αντίληψη της αλληλοδιαδοχής και της συσχέτισης των γεγονότων, τους αποτρέπει από το να αναζητούν σχέση αιτίου και αποτελέσματος, τους εμποδίζει να σκεφτούν κριτικά, με άλλα λόγια. Kαι άλλα πολλά.
                                                                                                                      
Συνδέεται αυτή η πρωτοβουλία με τη γενικότερη κυβερνητική πολιτική στο χώρο της παιδείας;
                                                                                                                                                    
Όποιος έχει απορία γι’ αυτό ας προσπαθήσει να θυμηθεί ποιοι ήταν οι συνομιλητές της υπουργού Παιδείας τις ημέρες που κορυφωνόταν ο αγώνας των πανεπιστημιακών και των φοιτητών ενάντια στην αλλαγή του άρθρου 16 και το νέο νόμο για τα AEI. Όλως τυχαίως, σε περίοπτη θέση ανάμεσά τους βρισκόταν η συγγραφέας του βιβλίου ιστορίας της ΣT’ Δμοτικού και ο βασικός υπερασπιστής του βιβλίου από το χώρο των ακαδημαϊκών ιστορικών.  
                                                                                                                        
Kαι οι επιθέσεις που δέχεται το βιβλίο της ΣT’ Δημοτικού από την Eκκλησία και τους εθνικιστές;
                                                                                                                                                        
Aυτό είναι το μεγάλο άλλοθι και επιχείρημα τόσο της κ. Γιαννάκου όσων και πολλών προερχόμενων από την Αριστερά. H Eκκλησία και οι εθνικιστές πολεμούν το βιβλίο άρα –όπερ έδει δείξαι– το τελευταίο δεν μπορεί να είναι παρά προοδευτικό και όλοι οφείλουμε να το προασπίσουμε. Σε μια δε επίδειξη βαθιάς δημοκρατικής αντίληψης, σπεύδουν να ταυτίσουν όσους αντιμάχονται το βιβλίο με τους επώνυμους ιερωμένους και τους πολιτευτές της ακροδεξιάς. Φυσικά και οι τελευταίοι, για δικούς λόγους, –ίσως για το πώς θα μπει το ΛAOΣ στη Bουλή ή το τι ανταλλάγματα θα πάρει η Eκκλησία από την κυβέρνηση, ποιος ξέρει– επιτίθενται στο βιβλίο αυτό, επισείοντας απελπισμένα επιχειρήματα, υπέρ των οποίων δεν υπογράφουν ούτε οι γνωστοί συντηρητικοί ιστορικοί. Για την Αριστερά, όμως, τα προσχήματα είναι ανάξια της ιστορίας της. Kαι ειδικά στο θέμα του έθνους, οι δικές της απόψεις, δουλεμένες στην ιστορική της εμπειρία, στους αγώνες της, δεν αφήνουν περιθώρια παρανοήσεων. Tο βασικό είναι το εξής:
                                                                                                                    
H πολιτική εξουσία στη χώρα μας σήμερα –όπως και η πολιτική εξουσία στην Eυρώπη των 27– είναι βαθιά αντιεθνικιστική, ή καλύτερα, αντιπατριωτική, πιστή στα δόγματα εκείνα που έχουν αντικαταστήσει στον κόσμο ολόκληρο τις αξίες και τους κανόνες της πολιτικής με τις αντίστοιχες και τους αντίστοιχους της οικονομίας, της περίφημης «αγοράς». Aυτά τα τελευταία απορρυθμίζουν σήμερα τις κοινωνικές σχέσεις και οπωσδήποτε τα εκπαιδευτικά συστήματα, τα οποία πρέπει να πάψουν να είναι «εθνικά» με όλη τη συνθετότητα αυτού του όρου – να πάψουν δηλαδή να είναι δημόσια, να είναι θεμελιωμένα σε δημοκρατικές συμβάσεις, συνταγματικές επιταγές κ.λπ., να είναι ευθύνη της κοινωνίας ολόκληρης. Aυτή είναι σήμερα η κυρίαρχη πολιτική και αυτή υπηρετεί το βιβλίο της ΣT’ Δημοτικού. Aυτή είναι η πηγή του «άγχους» περί του «πολιτικά ορθού», που αισθάνονται οι συντάκτες του βιβλίου, αυτή είναι η αιτία που απαλείφουν ή στρεβλώνουν στις σελίδες του τους όποιους αγώνες έγιναν για τις εθνικές και τις κοινωνικές ελευθερίες. Γι’ αυτό και, στο ζήτημα της χειραφέτησης των γυναικών, λόγου χάρη, έντεχνα αποδίδονται οι όποιες αλλαγές στη δράση της αγνώστου λοιπών στοιχείων κυρίας που προήδρευε στο «Σύλλογο για τα δικαιώματα της γυναίκας» από το 1927 ως το 1953, σε πείσμα της πολυτάραχης ιστορίας της ίδιας περιόδου που, υποθέτουμε, μάλλον πιο αποτελεσματικά επηρέασε τη θέση της γυναίκας στη χώρα μας, όπως τόσα και τόσα άλλα πράγματα. Aλλά είπαμε. Για το βιβλίο αυτό δεν είναι η πολιτική, η δράση και οι αγώνες των λαών που αλλάζουν τον κόσμο· οι MKO, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις είναι!
                                                                                                                           
Δεν μπορεί, κάπου θα το έχετε ακούσει αυτό στο λόγο της αξιωματικής αντιπολίτευσης ή του κ. Aλαβάνου – ο κόσμος βλέπετε είναι μικρός…
                                                                                                                        
εφημερίδα «Αριστερά«, 28-5-2007
                                                                                                                         
_______________________________________________________________________
                                                                                                   
Διαρροές
του Γιώργου Μαργαρίτη
Αφήνονται να διαρρεύσουν τις τελευταίες ημέρες – από τη συγγραφική ομάδα του ίδιου και του αυτού βιβλίου Ιστορίας Στ´ δημοτικού – πληροφορίες περί των αλλαγών που 5d.jpgθα καταστήσουν το τελευταίο «αποδεκτό» και «λειτουργικό». Η όλη διαδικασία φαίνεται ελάχιστα σοβαρή καθώς κινείται μέσα στο κλίμα της γενικής ελαφρότητας που χαρακτηρίζει την όλη επιχείρηση «εκσυγχρονισμού» των σχολικών εγχειριδίων. Στην ελαφρότητα συντελούν και οι σποραδικές εμφανίσεις της επικεφαλής της συντακτικής ομάδας η οποία φέρεται σε κάθε ευκαιρία να δηλώνει ότι είναι η μόνη πανελληνίως αρμόδια.
Σε αυτά τα ζητήματα, ιστορικά και παιδαγωγικά – δηλώσεις πάντοτε προφορικές, πάντοτε δημοσιογραφικές, πάντοτε «εκ των ενόντων», πάντοτε «πολιτικάντικες». Δεν έχω προσωπικά αντιληφθεί την ύπαρξη κάποιου δικού της κειμένου που θα απαντά μεθοδικά και επιστημονικά στις δίκαιες και άδικες κριτικές που δέχθηκε το πόνημά της.
Το όλο κλίμα της συγγραφικής «αυτοκάθαρσης» επιβεβαιώνει τους σχετικούς με την ποιότητα του όλου εγχειρήματος φόβους. Τονίζει δε τον βαθμό που η όλη αυτή ιστορία είναι συνυφασμένη με την εκπαιδευτική πολιτική της παρούσας κυβέρνησης. Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, στο όνομα της μέχρι τελικής πτώσεως υπεράσπισης του πνεύματος, της μεθόδου και του περιεχομένου του βιβλίου αυτού, αποδέχεται την άνευ ορίων συνέχιση ενός «σίριαλ» που κατάντησε πλέον μικροπολιτικά ανούσιο.
Ζήτω λοιπόν η ιμπρεσιονιστική μέθοδος διδασκαλίας, η πολιτική ορθότητα του υπεράνω πατρίδων κοσμοπολιτισμού του κεφαλαίου και η επιστημονική ανεπάρκεια, μόνο αναγκαίο προσόν για την προώθηση μιας τόσο ανόητης εκπαιδευτικής επιλογής!
Ο κ. Γιώργος Μαργαρίτης, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
altan8_204.jpg
____________________________________________
ΕΝ  ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ:
—————-
«Ας λείπουν τα κροκοδείλια δάκρυα»
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ *
Μετά τις περί απόσυρσης του σχολικού βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού υπουργικές δηλώσεις, θα υπάρξουν σίγουρα πολλοί που θα σπεύσουν να καταγγείλουν σκοτεινές κυβερνητικές παρεμβάσεις στη διδακτική πρακτική και διαδικασία. Θα βρουν έτσι ευκαιρία να υπερασπιστούν το εν λόγω βιβλίο στο όνομα αόριστων ελευθεριών που καταπατώνται και όχι στα επί της ουσίας: στα επιστημονικά και παιδαγωγικά του χαρακτηριστικά.
dsc04418_.jpgΘα μπορούσε να ρωτήσει κανείς πού ήταν όλοι αυτοί όταν η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας πήρε την απόφαση να ευθυγραμμίσει απόλυτα τη διδασκαλία της Ιστορίας (και όχι μόνο) με τα αυτοκρατορικά διατάγματα (οδηγίες και ΕΠΕΑΕΚ) και τις πολιτικές θέσεις των Βρυξελλών, θέσεις που δεν υπόκεινται σε κανέναν άμεσο ή έμμεσο λαϊκό έλεγχο καθώς δεν λογοδοτούν σε κανένα εκλεγμένο όργανο. Αυτό δεν θεωρείται κυβερνητική παρέμβαση;
Η σχολική διδασκαλία και τα διδακτικά της βιβλία δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα ούτε των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα» ούτε της «Γκρινπίς». Δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα μεγαλοεκδοτών, επιχειρηματιών, ιδιωτικών σχολαρχών, «ευεργετών» και «προγραμμάτων». Το εθνικό κράτος και η εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνησή του συντονίζουν και διαμορφώνουν -με καλό ή κακό τρόπο- με βάση την ιδεολογία τους και τις πολιτικές τους θέσεις τη διδασκαλία των παιδιών με ενιαίο τρόπο: όχι άλλη για πλούσιους και άλλη για φτωχούς.
Ας λείπουν λοιπόν τα κροκοδείλια δάκρυα για το «λογοκριμένο» βιβλίο. Δεν υπάρχει λόγος εξάλλου. Γνωρίζοντας την ιδεολογία, το συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτικό στρατόπεδο στο οποίο ανήκει η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα βρουν κάτι χειρότερο για να αντικαταστήσουν το κακό…
* Καθηγητής Ιστορίας στο ΑΠΘ
«Ελευθεροτυπία«, 26-9-2007
[Ο Μάρξ κρεμασμένος με μανταλάκι είναι
μια φωτογραφία από ένα ζωγραφικό έργο του Βλάση Αγτζίδη)

Advertisements

27 Σχόλια »



  1. Συμφωνώ με την γενική ιδέα του άρθρου: βέβαια θεωρώ ατυχή την κριτική στις «τραγικές στιγμές του β’ παγκοσμίου». Τραγικές ήταν όντως και οι στιγμές στο ναγκασάκι και τη χιροσίμα. Τραγική η παρουσία και τα αποτελέσματα του πυραύλου «Little boy». Κανένας σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.
    Σχόλιο από planitas | 28/04/2007
  2. Εδώ θα συμφωνήσουμε με τον Μαργαρίτη γιατί η προαποφασισμένη και πραγματωμένη γενοκτονία ενός πληθυσμού για λόγους πολιτισμικής ετερότητας, αποτελεί μια ποιοτικά διαφορετική πράξη απ’ ότι ο -φρικτός σίγουρα- βομβαρδισμός αμάχων.
    μ-π
    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 30/04/2007
  3. Σεβαστό. Όμως το ιδεολογικό προκάλυμμα δεν μπορεί να αλλοιώσει την φρικαλεότητα και των δύο πράξεων. Η «συμμαχικής σκοπιάς» προσέγγιση που απέκτησε η ιστοριογραφία μετά τον μεγάλο πόλεμο, δαιμονοποίησε τον Χίτλερ ως μορφή, και όταν περνάς έναν άνθρωπο από τα όρια των πεπερασμένων και εξηγίσιμων δυνατοτήτων του, στο στάτους της προσωποποίησης του κακού, χάνεις ολόκληρη την αίσθηση της εποχής που το ανέδειξε. Δηλαδή ο Χίτλερ ήταν διάττων αστέρας στο ευρωπαϊκό πολιτικό/κοινωνικό/στρατιωτικό σκηνικό, ή μήπως οι καταστάσεις στην Ευρώπη ήρθαν έτσι που ευνοούσαν την ανέλιξη ανθρώπων όπως ο Χίτλερ στην εξουσία; Μουσολίνι και Στάλιν ήσαν λιγότερο αυταρχικοί ας πούμε;
    Σωστά κατ’εμέ ζυγίζει Ναγκασάκι και Ολοκαύτωμα ως ΤΡΑΓΙΚΕΣ στιγμές του πολέμου στο σημείο αυτό το βιβλίο. Γιατί όντως ήταν. Διαφορετικές ως προς την φύση και τα κίνητρα, σύμφωνοι, αλλά τραγικές. Το προτιμώ από το απεχθές πρότερο «οι χιτλερικές στρατιές εξολόθρευσαν με κτηνώδη τρόπο τους εβραϊκούς πληθυσμούς, αλλά ευτυχώς οι γενναίοι μας σύμμαχοι ελευθέρωσαν την οικουμένη από την απειλή».
    Όταν δε, βγήκαν στην φόρα και τα περί στρατοπέδων συγκέντρωσης Ιαπωνων στις ΗΠΑ, το παζλ είχε ολοκληρωθεί.
    Είναι κοινότοπο αλλα να υπενθυμίσω, την ιστορία την γράφουν οι νικητές.

    Σχόλιο από planitas | 30/04/2007
  4. Η πλάκα είναι ότι ο Στάλιν εξόντωσε περισσότερους κομμουνιστές απ’ ότι ο Χίτλερ.
    Πώς το λέτε το φαινόμενο αυτό εσείς οι ιστορικοί;
    «Φάρσα της Ιστορίας» ή κάπως αλλιώς;
    Σχόλιο από νεκρόφιλος κομμουνιστής | 30/04/2007
  5. Στο τέκνο της συμβασιλεύουσας αναφέρονταν το :
    » Ανέκδοτο της ιστορίας ή κακό παιχνίδι της διαλεκτικής»
    Αλλά και του Ιωσήφ δε λέω ,κουτί του πάει….
    —–
    mumul

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 30/04/2007
  6. Μη μπερδεύεστε πάλι στα πίτουρα, φίλοι μου!
    Το συγκεκριμένο επιχείρημα του Μαργαρίτη δεν έχει να κάνει με τη «τραγικότητα» ή μη γεγονότων όπως το Ολοκαύτωμα, η Δρέσδη, η Χιροσίμα ή τα Σταλινικά στρατόπεδα θανάτου στη Σιβηρία. Ο Μαργαρίτης είναι πράγματι ο πρώτος επιστήμων ιστορικός που αποκαλύπτει και ανασκευάζει πολύ έυστοχα τον ‘μονόπλευρο’ Αναθεωρητισμό που διαπνέει τους συγγραφείς του ανεκδιήγητου «εγχειριδίου». Αυτό το κάνει δείχνοντας οτι (λόγω της παιδαριώδους ιστοριογραφικής τους άγνοιάς που διέγνωσε σωστά και η Ακαδημία Αθηνών) κινούνται πολύ κοντά στις θέσεις και τις «πηγές» του κλασσικού Αντι-σημιτικού Αναθεωρητισμού, παρόλο που οι ίδιοι θα «διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους» αν κάποιος τους κατηγορούσε για κάτι τέτοιο χωρίς συγκεκριμένες παραπομπές στα γραφόμενά τους. Εξάλλου, σε προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου τους, φαίνεται οτι πασχίζουν να κρατήσουν «δύο μετρα και δύο σταθμά» στην Αναθεώρηση της Ιστορίας του Ελληνικού (μόνο) Εθνους. Όπως λοιπόν δείχνει ο Μαργαρίτης, η ροπή «προς τον…Ιρβινγκ» συμβαίνει ακριβώς όταν η ομάδα Ρεπούσσι αναγκάζεται να αναφερθεί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – οπου το ιστορικό Διακύβευμα της ήττας του Φασισμού υπερέβαινε τη τραγωδία των ανθρώπινων «θυσιών» που αυτό επρόκειτο να συνεπιφέρει. Ίσως μάλιστα οι περισσότερες από αυτές τις φρικαλέες εκατόμβες εκατομμυρίων θυμάτων να μην έπαιξαν κανένα ρόλο στην τελική έκβαση του πολέμου. Αυτό πρέπει να το συγκρατήσουμε αν θέλουμε να καταλάβουμε τη φασιστική δυναμική που ωθεί το σημερινό Νεοταξικό οδοστρωτήρα στο Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο και να κερδίσουμε τη μάχη των ιδεών ενάντια στα Ελληνόφωνα φερέφωνά του.

    Σχόλιο από Omogenis Ellinas | 01/05/2007
  7. Ομογενή Έλληνα, επειδή η γραφή σου προσωπικά μου φάνηκε «κλειστή» και κωδικοποιημένη, μπορείς να κάνεις μια επεξήγηση για το που ακριβώς διαφωνείς με όσα γράφτηκαν στο θέμα αυτό;
    Εν ολίγοις, έπρεπε λες να κρατηθεί το βιβλίο στις αρχές των προκατόχων του, να κάνει τον δαιμονοποιημένο Χίτλερ και το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα τον πυρήνα της ιστορικής αφήγησης, με τις πυρηνικές βόμβες να περνούν στην λογική της παράπλευρης απώλειας, ή να βάλει τα γεγονότα στην πραγματική τους στάθμη, ανεξαρτήτου της ιδεολογίας την οποία επικαλούνταν οι δράστες του κάθε εγκλήματος;
    Σχόλιο από planitas | 02/05/2007
  8. Παιδαγωγικός Όμιλος
    Παρεμβάσεις –Κινήσεις–Συσπειρώσεις Π.Ε.

    ΗΜΕΡΙΔΑ
    Ιστορία και Σχολείο

    Ποια Σχολική Ιστορία και γιατί:
    Με αφορμή την αντιπαράθεση γύρω από το βιβλίο ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού

    Πρόγραμμα ημερίδας
    Προβολή ταινίας μικρού μήκους: Μια μικρή αναδρομή στην ιστορία των πολέμων
    (της συναδέλφου Ν. Γεωργιάδου)

    Εισηγήσεις – παρεμβάσεις
    1. Μαργαρίτης Γιώργος, καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο ΑΠΘ : «Η ανακατασκευή των σχολικών βιβλίων ιστορίας»
    2. Αθανασιάδης Χάρης, ιστορικός της εκπαίδευσης, λέκτορας στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων : «Έθνος και σχολική ιστορία»
    3. Κάτσικας Χρήστος, ειδικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων: «Η ιστορία μας αλλάζει»
    4. Μαριόλης Δημήτρης, μέλος του Παιδαγωγικού Ομίλου των Παρεμβάσεων – Συσπειρώσεων ΠΕ : «Αναζητώντας μια νέα πρόταση για τη σχολική ιστορία»

    Θα ακολουθήσει συζήτηση
    Θα δοθεί φάκελος στους συμμετέχοντες, που θα περιέχει κείμενα και βιβλιογραφία για το θέμα της ημερίδας.
    Στο χώρο θα λειτουργεί έκθεση βιβλίου

    Σάββατο 5 Μάη, 5.30 μ.μ. στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αιθ. Καράγιωργα 2 (στάση μετρό Φιξ)
    Σχόλιο από anonymous | 02/05/2007
  9. planitas,
    Ασφαλώς και δεν συμφωνώ με τη διατύπωση του προηγούμενου βιβλίου που δαιμονοποιεί τον Χιτλερ και ουσιαστικά προσωποποιεί τα αίτια, τα αποτελέσματα και τα παρεπόμενα του Φασιστικού Φαινομένου γενικώς και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ειδικότερα. Ούτε ο Μαργαρίτης συμφωνει, αλλά τουλάχιστον τηρουμένων των αναλογιών, αμφότεροι αναγνωρίζουμε οτι το προηγούμενο βιβλίο διατηρούσε κάποια προσχηματα ιστορικής αφήγησης, με ακριβέστερες πραγματολογικές αναφορές, απ΄ότι επιχειρεί η Ρεπούσσι. Η τελευταία στερείται παντελώς «ιστορικής σκέψης» (Ακαδημία Αθηνών) και δεν καταλαβαίνει πότε φτάνει να θωπεύει τόσο τον αντι-κομμουνιστικό Αναθεωρητισμό (Νταίηβις) όσο και τον αντι-σημιτικό Αναθεωρητισμό, εξισώνοντας «τραγικά» τη Χιροσίμα με το Ολοκαύτωμα – ΔΥΟ ΤΕΛΕΙΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ – απο τη σκοπιά της ανύπαρκτης αιτιολόγησης γεγονότων που επιβάλει ο κρετινισμός των συγγραφέων του βιβλίου. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για την ισοπέδωση της Δρέσδης με 600.000 νεκρούς απο τους τρομοκρατικούς Συμμαχικούς βομβαρδισμούς ενώ ο Ναζισμός είχε ήδη πλεον ηττηθεί. Το ίδιο και για τις σφαγές Γερμανών μετά τη συνθηκολόγηση, πχ. βλέπε πρόσφατη έρευνα:

    Φυσικά, αυτό που δεν λέει ο Μαργαρίτης είναι αυτό που προσπαθώ να πώ εγώ με όση σαφήνεια μου επιτρέπει η προφανής δική σας «διαφωνία». Οτι, δηλαδή, η συνάφεια της Ρεπούσσι με τους προαναφερθέντες κλασσικούς αναθεωρητισμούς πηγάζει απο τον υστερικό, λυσσαλέο, μισθοφορικό και υποβολιμαίο Αναθεωρητισμό της απέναντι στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους. Φαίνεται ομως πως η «συμμωρία» της (Ζουράρις) δεν είναι και τόσο απομονωμένη απο τη μεριά «πλανιτών τινων».
    Σχόλιο από Omogenis Ellinas | 07/05/2007
  10. Αρθρο:
    Την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Όταν περάσουν μερικές δεκαετίες βέβαια, αναθέτουν τη συγγραφή της στους «ανανήψαντες» από το στρατόπεδο των ηττημένων. Και είναι γεγονός ότι οι ανανήψαντες ηττημένοι τα καταφέρνουν πολλές φορές καλύτερα από τους νικητές.
    Ας πάρουμε για παράδειγμα την ιστορία της εθνικής αντίστασης και του εμφυλίου, έτσι όπως καταγράφεται στο νέο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού. Αν την έγραφε ένας οπαδός της Δεξιάς ή της Ακροδεξιάς, θα μίλαγε για κομμουνιστοσυμμορίτες, εγκληματίες, απάτριδες και εαμοβούλγαρους που θέλανε να κάνουν τη χώρα Αλβανία, και φυσικά θα ήταν δύσκολο να πείσει το ακροατήριό του με τέτοια φαιδρά επιχειρήματα. Τώρα όμως που τη συγγραφή της ιστορίας την έχουν αναλάβει οι ανανήψαντες, έχουμε μια «ουδέτερη» αντιμετώπιση των γεγονότων χωρίς μισαλλοδοξία και αρνητικούς χαρακτηρισμούς, τα οποία όμως έχουν διαστρεβλωθεί φριχτά και αποσιωπάται έντεχνα ο ρόλος του βασιλιά, της οργάνωσης Χ, των Ταγμάτων Ασφαλείας, των δωσίλογων, της λευκής τρομοκρατίας, των Βρετανών και των Αμερικανών, με αποτέλεσμα την παραπληροφόρηση ενός πολύ μεγαλύτερου ακροατηρίου.
    Ακολουθεί αυτούσιο το 8ο κεφάλαιο του 5ου μέρους από το εν λόγο βιβλίο, με τίτλο «Κατοχή, Αντίσταση και Εμφύλιος πόλεμος»:
    Τον Απρίλιο του 1941, μετά την αποτυχία των Ιταλών, γερμανικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Ελλάδα. Παρά την αντίσταση των Ελλήνων, η οποία κορυφώνεται στη μάχη της Κρήτης, τα γερμανικά στρατεύματα, αρχικά, αλλά και τα βουλγαρικά και ιταλικά, στη συνέχεια, καταλαμβάνουν τη χώρα και διορίζουν Κυβέρνηση Κατοχής.
    Απέναντι σ’ αυτή την τριπλή κατοχή οργανώνεται η αντίσταση των Ελλήνων με τη δημιουργία του Ε.Α.Μ., αλλά και μικρότερων αντιστασιακών οργανώσεων όπως του Ε.Δ.Ε.Σ. και της Ε.Κ.Κ.Α. Οι κατακτητές οργανώνουν αντίποινα στις αντιστασιακές δράσεις. Η πείνα, η τρομοκρατία, το κάψιμο ολόκληρων χωριών και οι μαζικές εκτελέσεις κυριαρχούν κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα.
    Στις αρχές του 1944, ενώ η απελευθέρωση της Ελλάδας πλησιάζει, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις μεγαλώνουν. Οι αντιθέσεις αυτές εκφράζονται με συγκρούσεις ανάμεσα στις αντιστασιακές οργανώσεις. Η απελευθέρωση βρίσκει, έτσι, την Ελλάδα χωρισμένη στα δύο. Από τη μια μεριά είναι το Ε.Α.Μ., το οποίο από το Μάρτιο του 1944 έχει σχηματίσει την «Κυβέρνηση του Βουνού». Από την άλλη βρίσκεται η εξόριστη ελληνική Κυβέρνηση του βασιλιά, ο Ε.Δ.Ε.Σ. και η Ε.Κ.Κ.Α. Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, η οποία σχηματίζεται από τις δύο παραπάνω κυβερνήσεις, δεν καταφέρνει να αποτρέψει τον Εμφύλιο πόλεμο, που ξεσπά το 1946, ανάμεσα στο δημοκρατικό στρατό και την κυβέρνηση.
    Τον Οκτώβριο του 1949 ο Εμφύλιος πόλεμος ολοκληρώνεται με την ήττα του δημοκρατικού στρατού, πολλές χιλιάδες θύματα και μεγάλες καταστροφές.
    Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία της εθνικής αντίστασης και του ελληνικού εμφυλίου όπως την καταγράφει το νέο βιβλίο ιστορίας. Πρόκειται για τον τρόπο σκέψης των σύγχρονων Γεωργαλάδων τους οποίους χρησιμοποιεί το σύστημα, τώρα που οι παραδοσιακοί φασίστες έληξαν και δεν περνάει πια η μπογιά τους. Επειδή όμως ο αγώνας των ανθρώπων ενάντια στην εξουσία είναι αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη, είναι αναγκαίο να επισημάνουμε, αν όχι όλες, τουλάχιστον τις πιο χοντρές από τις διαστρεβλώσεις και ανακρίβειες του κεφαλαίου αυτού.
    Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στη δεύτερη παράγραφο αναφέρεται ότι: «Απέναντι σ’ αυτή την τριπλή κατοχή οργανώνεται η αντίσταση των Ελλήνων με τη δημιουργία του Ε.Α.Μ., αλλά και μικρότερων αντιστασιακών οργανώσεων όπως του Ε.Δ.Ε.Σ. και της Ε.Κ.Κ.Α.». Φυσικά δεν αναφέρεται ότι εμπνευστές του ΕΔΕΣ ήταν οι Βρετανοί, οι οποίοι επιζητούσαν μια φιλοβασιλική αντιστασιακή οργάνωση ως αντιστάθμισμα για την επιρροή του ΕΑΜ, και οι οποίοι απείλησαν το Ζέρβα ότι αν δεν βγει στο βουνό θα τον καταγγείλουν στους Γερμανούς ως πράκτορά τους. Ούτε επίσης αναφέρεται η αποδεδειγμένη συνεργασία του ΕΔΕΣ με τους Γερμανούς προκειμένου να χτυπηθεί το ΕΑΜ κατά τους τελευταίους μήνες της γερμανικής κατοχής.
    Παρακάτω αναφέρεται ότι: «Στις αρχές του 1944, ενώ η απελευθέρωση της Ελλάδας πλησιάζει, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις μεγαλώνουν. Οι αντιθέσεις αυτές εκφράζονται με συγκρούσεις ανάμεσα στις αντιστασιακές οργανώσεις».
    Ποιοι ξεκίνησαν τις συγκρούσεις και υπό ποιων τις εντολές δεν μας λέει. Να το πάρει το ποτάμι; Τις συγκρούσεις τις ξεκίνησαν οι φιλοβασιλικοί, υπό τις εντολές των Βρετανών, με πρώτη και καλύτερη την ημιδωσίλογη οργάνωση Χ, με την οποία συνεργάζονταν ανοιχτά τόσο τα Τάγματα Ασφαλείας όσο και με τις υπόλοιπες φιλοβασιλικές οργανώσεις, και είχαν σκοπό να αποδυναμώσουν το ΕΑΜ ώστε όταν μελλοντικά επέλθει η απελευθέρωση από τους Γερμανούς, να μπορέσει ο εξόριστος βασιλιάς να γυρίσει στο θρόνο του.
    Παρακάτω αρχίζουν τα γέλια.
    Λένε συγκεκριμένα οι γκεμπελίσκοι ιστορικοί: «Η απελευθέρωση βρίσκει, έτσι, την Ελλάδα χωρισμένη στα δύο. Από τη μια μεριά είναι το Ε.Α.Μ., το οποίο από το Μάρτιο του 1944 έχει σχηματίσει την «Κυβέρνηση του Βουνού». Από την άλλη βρίσκεται η εξόριστη ελληνική Κυβέρνηση του βασιλιά, ο Ε.Δ.Ε.Σ. και η Ε.Κ.Κ.Α.». Πολλή βρωμιά μέσα σε λίγες μόνο αράδες. Έχουμε και λέμε: Πρώτον, οι συγγραφείς του βιβλίου λησμονούν ότι η απελευθέρωση από τους Γερμανούς έγινε από τον ΕΛΑΣ, που ούτε σαν όνομα δεν αναφέρεται στο κείμενο, πριν καν προλάβουν να έρθουν οι Βρετανοί. Για ποιο λόγο δεν πρέπει τα νέα παιδιά στο σχολείο να το ξέρουν αυτό; Επειδή ο ΕΛΑΣ ήταν των αριστερών ή επειδή οι γερμανοί είναι φίλοι μας και ανήκουμε αμφότεροι στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Ή μήπως επειδή οι νέοι δεν είναι σωστό να μάθουν ότι ένας λαός όταν είναι αποφασισμένος, μπορεί να νικήσει τον οποιοδήποτε επικυρίαρχο, όσο ισχυρός κι αν είναι, και μήπως έτσι γίνουν «επικίνδυνοι» συνειρμοί για τους σημερινούς επικυρίαρχους Αμερικανούς; Δεύτερον, πώς μπορούν και μιλούν για διχασμό της Ελλάδας μεταξύ βασιλικών και ΕΑΜ, όταν οι πρώτοι είναι ισχνή μειοψηφία και χωρίς κανένα λαϊκό έρεισμα και οι δεύτεροι εκφράζουν τουλάχιστον το 70% του λαού;
    Δυο γραμμές πριν το τέλος οι συγγραφείς μας πληροφορούν ότι «Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, η οποία σχηματίζεται από τις δύο παραπάνω κυβερνήσεις, δεν καταφέρνει να αποτρέψει τον Εμφύλιο πόλεμο, που ξεσπά το 1946, ανάμεσα στο δημοκρατικό στρατό και την κυβέρνηση».
    Οι απίστευτοι συγγραφείς του βιβλίου εν ολίγοις μας λένε ότι η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας προσπάθησε να αποτρέψει τον εμφύλιο αλλά η καημένη δεν τα κατάφερε! Λέξη φυσικά για το ποιανών έμπνευση ήταν και πώς δημιουργήθηκε αυτή η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, λέξη για το γεγονός ότι στην κυβέρνηση αυτή το πλειοψηφούν ΕΑΜ πήρε μόνο 6 από τα 24 υπουργεία και για το τι εκβιασμοί και παγιδεύσεις γίνανε στην ηγεσία του για να την αποδεχτεί, λέξη για τον εξαναγκασμό του ΕΛΑΣ να παραδώσει τον οπλισμό του τη στιγμή που οι πρώην συνεργάτες των Γερμανών διατηρούσαν τον δικό τους ατόφιο, λέξη για τα Δεκεμβριανά και τη σφαγή των Εαμιτών διαδηλωτών από την αστυνομία και τους παρακρατικούς, λέξη για το βομβαρδισμό της Αθήνας από τους Βρετανούς με 40.000 νεκρούς προκειμένου ο λαός να αποδεχτεί το νέο status-quo, λέξη για τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα από τον Άρη και το βίαιο θάνατό του, λέξη για τα στημένα δημοψηφίσματα για την επάνοδο του βασιλιά και τις εκλογές βίας και νοθείας, λέξη τέλος για το γεγονός ότι αυτό που ώθησε το λαό στο δεύτερο αντάρτικο το ‘46 με ‘49 ήταν η λευκή τρομοκρατία, η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και των σωμάτων ασφαλείας από τους πρώην συνεργάτες των Γερμανών και οι μαζικές διώξεις των αριστερών, λέξη για τις ναπάλμ που υπό τις οδηγίες των Αμερικανών έριξε ο Κυβερνητικός Στρατός στα χωριά των ανταρτών, λέξη για την εκδίωξη από τη χώρα όσων ανταρτών δεν δολοφονήθηκαν από τον Κυβερνητικό Στρατό καθώς και των οικογενειών αυτών.
    Στο τέλος δε, γράφεται ότι: «Τον Οκτώβριο του 1949 ο Εμφύλιος πόλεμος ολοκληρώνεται με την ήττα του δημοκρατικού στρατού, πολλές χιλιάδες θύματα και μεγάλες καταστροφές». Ναι, όντως, πολλά τα θύματα, αλλά όλως τυχαίως η συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν από την πλευρά της Αριστεράς. Και φυσικά δεν αναφέρονται καν τα ξερονήσια, τα βασανιστήρια και οι μακαρθικές διώξεις για τους αριστερούς στην Ελλάδα που επακολούθησαν.
    Με λίγα λόγια, όσα αναφέρει το βιβλίο για την πολύ σημαντική αυτή περίοδο της ελληνικής ιστορίας είναι κατάπτυστα και υποβολιμαία. Ωστόσο, μπορούμε να νιώθουμε ήσυχοι μιας και πολύ απλά ως συνήθως η ύλη δεν πρόκειται να φτάσει ποτέ ως εκεί!
    Άξιος ο μισθός σας λοιπόν, αλλά τον πήρατε τελείως τζάμπα!p>
    ———————————’
    Αρθρο από: αντι-ιστορικός
    16/05/2007 13:40
    Reference at Athens Indymedia web site:

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 21/05/2007
  11. Η σχολική ιστορία στην κλίνη του Προκρούστη Του Δημήτρη Μαριόλη (μέλος του Παιδαγωγικού Ομίλου των Παρεμβάσεων – Συσπειρώσεων Π.Ε.) «…η εικόνα που έχουμε για τους άλλους λαούς ή και για εμάς τους ίδιους συνδέεται με την ιστορία που μας έχουν αφηγηθεί όταν ήμασταν παιδιά. Η ιστορία αυτή μας σημαδεύει σε ολόκληρη τη ζωή μας…» (1) Mark Ferro Η σκόνη που σήκωσε η αντιπαράθεση για το βιβλίο ιστορίας της Στ΄ δημοτικού έχει επισκιάσει τα πολύ πιο έντονα και επείγοντα προβλήματα των νέων βιβλίων. Η μεταμοντέρνα επέλαση του εφήμερου και ο εξοβελισμός της λογοτεχνίας στα βιβλία της γλώσσας, η αποθέωση του ανορθολογισμού και της μονοφωνικής κατήχησης στα βιβλία των θρησκευτικών, η εθνικιστική – αντιεπιστημονική στροφή στην ιστορία της Ε΄ τάξης και κυρίως, ο πολύ ορατός κίνδυνος, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της γενιάς μαθητών, να κόψει γέφυρες με τα μαθηματικά, δεν φαίνεται να απασχολούν καθόλου όσους επιδίδονται με πάθος νεοφώτιστων ζηλωτών στη μάχη της «ανάπλασης» του πρόσφατου παρελθόντος. Μια «μάχη» που κλιμακώνεται πλέον με τηλεοπτικούς όρους ανάμεσα στους θρησκευτικούς – εθνικιστικούς κύκλους και τα μεταμοντέρνα – εκσυγχρονιστικά επιτελεία. Οι καβγάδες στα τηλεοπτικά παράθυρα και η αποθέωση της εντύπωσης, δίνουν τον τόνο, ενώ στα παρασκήνια διαμορφώνεται η νέα εκδοχή του βιβλίου της Στ΄ τάξης με όρους πολιτικών – ιδεολογικών συσχετισμών και όχι βέβαια «επιστημονικής έρευνας και τεκμηρίωσης». Ελέγχοντας το παρελθόν, λέει ο Mark Ferro, μπορεί κανείς να ορίζει το παρόν και να νομιμοποιεί την κυριαρχία του . (2) Η εκκλησία και οι εθνικιστικοί κύκλοι που συσπειρώνονται γύρω της, αντιμετωπίζουν τη νεότερη σχολική ιστορία περίπου ως ιδιοκτησία τους, ενώ από την άλλη πλευρά, η συγγραφική ομάδα, οχυρώνεται πίσω από την αμφίβολη ασφάλεια ενός επίπλαστου επιστημονισμού. Σε μια πρωτοφανή επίδειξη ελιτισμού, συγγραφική ομάδα και πανεπιστημιακοί κύκλοι, επιλέγουν μια τακτική του τύπου «δεν δικαιούστε να ομιλείτε» και ισχυρίζονται ότι ακόμη και οι δάσκαλοι πρέπει να περιοριστούν σε μια «αξιολόγηση» του βιβλίου, που θα αφορά μόνο τη «λειτουργικότητά του», ή αλλιώς «τη χρήση του ως παιδαγωγικό εργαλείο» . (3) Τι αντικαθιστά το νέο βιβλίο Το προηγούμενο βιβλίο (Π.Β.) χαρακτηρίζεται από ένα εθνικό, λαϊκό – πατριωτικό στίγμα, με αντιιμπεριαλιστικές πινελιές και αναφορές σε πολιτικά και κοινωνικά κινήματα και επαναστάσεις. Οι επιρροές της μεταπολιτευτικής περιόδου, των πολιτικών ρευμάτων της «αλλαγής» καθώς και του δίπτυχου «εθνική ανεξαρτησία – λαϊκή κυριαρχία» είναι εμφανείς. Κάποιες δειλές προσπάθειες εξορθολογισμού των εθνικών μύθων – το κρυφό σχολειό αναφέρεται ως «θρύλος» (Π.Β., σ. 55) – δεν αναιρούν την αναπαραγωγή μιας εθνοκεντρικής ιστορίας, ενώ η εμφάνιση του «θετικού ρόλου» της εκκλησίας σε κάποια σημεία ξεπερνάει τα όρια της υπερβολής (Π.Β., σ. 47). Εισάγονται οι πηγές που ακολουθούν το κείμενο, ενώ υπάρχουν χάρτες, πίνακες και δραστηριότητες στο βιβλίο εργασιών. Έχουμε και πηγές με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που προσπαθούν να προσεγγίσουν σύνθετες και αντιφατικές κοινωνικές σχέσεις και να αναπτύξουν κριτική σκέψη, όπως π.χ. η αντιπαράθεση δυο πηγών με αντίστοιχους τίτλους «οι προεστοί βοηθούν τους ραγιάδες» και «οι προεστοί καταπιέζουν τους ραγιάδες» (Π.Β., σ. 38-39). Ωστόσο, τα τεράστια αφηγηματικά κείμενα, φορτωμένα από δυσβάσταχτο πλήθος πληροφοριών, κυριαρχούν στη διδακτική πράξη και εκτοπίζουν την επεξεργασία των πηγών και τις όποιες δραστηριότητες. Οι μαθητές και οι μαθήτριες, στην προσπάθειά τους να προσπελάσουν αυτά τα κείμενα και να προσεγγίσουν την ιστορική γνώση, να διαχωρίσουν το κύριο από το δευτερεύον και το αίτιο από το αιτιατό, βυθίζονται σε ένα αρχιπέλαγος πληροφοριών, μαχών, χρονολογιών, προσώπων και γεγονότων που διαδέχονται το ένα το άλλο με κινηματογραφική ταχύτητα. Η αποκωδικοποίηση αυτών των κειμένων γίνεται ο καθημερινός πονοκέφαλος δασκάλων, γονιών και μαθητών. Η αποστήθιση σαν εύκολη λύση, η τελετουργία των σχολικών γιορτών όπου κυριαρχούν τα ποιήματα, τα κείμενα και τα εμβατήρια – που καλούνται τα παιδιά και πάλι να αποστηθίσουν – οι ανιαρές πρόβες και οι παρελάσεις, αποπνέουν ένα διάχυτο αίσθημα «εθνικής υπερηφάνειας» καθησυχάζοντας τα εθνικιστικά και θρησκόληπτα αντανακλαστικά και λιπαίνοντας το έδαφος του «ιστορικού αναλφαβητισμού». Στις εθνικές επετείους, έκπληκτα τα ΜΜΕ ανακαλύπτουν ότι μεγάλα τμήματα νεολαίας αγνοούν τι ακριβώς είναι αυτό που εορτάζεται. Ολόκληρες γενιές μαθητών αποφοιτούν από την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση έχοντας αφιερώσει δεκάδες ώρες σε μαθητικές παρελάσεις και ελάχιστες (7-8 συνολικά) για τη μελέτη της περιόδου 1936 – 1980. Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που ευνοεί την ιστορική αμάθεια, τα προβλήματα που προκύπτουν στην εκπαιδευτική διαδικασία μάλλον μεγεθύνονται παρά περιορίζονται. Ανάμεσα στον εθνοκεντρισμό και τον ευρωκεντρισμό : αναζητώντας μια νέα ισορροπία Η επιλογή των πηγών δεν είναι άμοιρη ιδεολογικών παραδοχών και αντιλήψεων, ούτε μπορεί να νομιμοποιήσει ως «επιστημονικά ουδέτερες» τις πολιτικές επιλογές της συγγραφικής ομάδας όπως αποτυπώνονται στα συνοπτικά βασικά κείμενα. Μια νέα σύνθεση εθνοκεντρικού και ευρωκεντρικού προσανατολισμού έρχεται να αντικαταστήσει την εθνική μυθολογία. Ας δούμε πως αντανακλάται αυτή η νέα «οπτική γωνία» σε κομβικά ζητήματα και έννοιες της νεότερης περιόδου. «παρά προστάτες να ‘χομε» : οι Μεγάλες Δυνάμεις ως εθνικοί ευεργέτες – Η Ιερή Συμμαχία στο Π.Β. ορίζεται ως μια συμμαχία που ιδρύθηκε το 1815 στην Ευρώπη «για να σταματήσει κάθε επαναστατική κίνηση» (Π.Β., σ. 12), παρουσιάζεται από το πρώτο κιόλας μάθημα ως απάντηση στη Γαλλική Επανάσταση και τους Ναπολεόντειους Πολέμους και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο κατανόησης της στάσης των Μεγάλων Δυνάμεων την πρώτη περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Σε επόμενη ενότητα επίσης, αναλύεται ο ρόλος της Ιερής Συμμαχίας και αναφέρεται ότι «οι χώρες – μέλη της…θεωρούσαν ιερό χρέος τους να προστατέψουν το (απολυταρχικό) πολιτικό καθεστώς των ευρωπαϊκών χωρών» από εξεγέρσεις και επαναστάσεις των λαών (Π.Β., σ. 134-135). Αντίθετα, στο νέο βιβλίο (Ν.Β.), η Ιερή Συμμαχία αποσυνδέεται από τα γεγονότα που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση και εισάγεται περίπου στη μέση της χρονιάς, με βάση τη θεματική παρουσίαση της Επανάστασης. Στο γλωσσάριο διαβάζουμε : «Ιερή Συμμαχία : Συμμαχία που δημιουργείται το 1814, μεταξύ της Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας, Αγγλίας και Γαλλίας, με στόχο τη διατήρηση της τάξης και των συνόρων μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών» (Ν.Β., σ.56). Τόσο κολακευτικό ορισμό δεν θα έδινε ούτε ο Μέτερνιχ στην Ιερή Συμμαχία ! – Οι επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων να διαμορφωθεί ένα μικρό, αδύναμο και εξαρτημένο κρατίδιο που η κάθε μια από αυτές διεκδικεί να έχει στην επιρροή της επιμελώς αποσιωπούνται. Η εξάρτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις, (Ν.Β., σ. 71, 74) εμφανίζεται μέσα από το πρίσμα της συνεργασίας, της «συναίνεσης» και «υποστήριξης» που πρέπει να εξασφαλίσει η Ελλάδα για να πετύχει τους «εθνικούς της στόχους». – «Οι Μεγάλες Δυνάμεις», αναφέρεται στο Π.Β., «αναμειγνύονταν στην πολιτική ζωή της χώρας, υποκινούσαν συνομωσίες και επηρέαζαν τα κόμματα…θύμα αυτής της κατάστασης ήταν κι ο Κολοκοτρώνης τον οποίο η αντιβασιλεία καταδίκασε σε θάνατο…οι αγωνιστές της Επανάστασης…παραμερίστηκαν τελείως και ταπεινώθηκαν…αρκετοί μάλιστα αναγκάστηκαν να καταφύγουν στα βουνά» (Π.Β., σ. 167). Στο Ν.Β. το κεντρικό πρόβλημα της Βαυαροκρατίας είναι το πολιτειακό, καθώς οι παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων περιορίζονται σε μια πηγή, το κοινωνικό πρόβλημα αποσιωπάται και δίνεται έμφαση στις «βασιλικές παρεμβάσεις που παραβιάζουν τη συνταγματική λειτουργία» (Ν.Β., σ.68). – Στο Π.Β. αναφέρεται ότι η Ελλάδα (μετά τη Γιάλτα) «βρέθηκε στη σφαίρα επιρροής της Αγγλίας» και ότι οι συγκρούσεις που οδήγησαν στον εμφύλιο ξέσπασαν «από λάθη και παραλείψεις όλων των παρατάξεων και την ανάμειξη των Άγγλων» (Π.Β., σ. 249). Υπάρχει και σχετική φωτογραφία για τη διάσκεψη της Γιάλτας με αναλυτική λεζάντα. Στο Ν.Β. ο εμφύλιος αποδίδεται απλά στις «αντιθέσεις ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις» – ο ρόλος και η συμμετοχή των Άγγλων αποσιωπάται (Ν.Β., σ.112). οι κοινωνικές τάξεις στο ρόλο του κομπάρσου Οι εμφύλιες συγκρούσεις, εμφανίζονται στο Ν.Β. ως αποτέλεσμα πολιτικών αντιθέσεων ανάμεσα σε αντίπαλες πολιτικές ομάδες με διακύβευμα τον «τρόπο διακυβέρνησης» και σπανιότατα κάποιες αόριστες αναφορές σε προνόμια. Στην επανάσταση του ’21, «η διαμάχη μεταξύ των αντίπαλων ομάδων καταλήγει πολλές φορές σε ένοπλες εμφύλιες συγκρούσεις» (Ν.Β., σ.52), αργότερα, ο διχασμός βενιζελικών και βασιλικών περιορίζεται στις διαφορετικές στάσεις Βενιζέλου και Κωνσταντίνου για τη συμμετοχή ή όχι της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Ν.Β., σ.97), ενώ ο Εμφύλιος του 1947, αποδίδεται αποκλειστικά στις «αντιθέσεις ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις» (Ν.Β., σ.112). Αυτή η απλοϊκή και λανθασμένη ερμηνεία, δημιουργεί την εντύπωση ότι οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, δεν έχουν κοινωνικές αναφορές και επιπλέον είναι «επικίνδυνες» – προτιμότερο συνεπώς είναι ένα κλίμα συναίνεσης. Η μοναδική περίπτωση που υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις και πολιτικές – οικονομικές εξελίξεις, είναι η αναφορά στο εργατικό κίνημα και τους αγώνες του την περίοδο του μεσοπολέμου. Το σχήμα όμως που ακολουθεί η συγκεκριμένη ενότητα είναι σαφές : «Η διεθνής οικονομική κρίση επηρεάζει την κοινωνία. Μεγάλος αριθμός εργατών και υπαλλήλων μένει άνεργος και οι περισσότεροι πολίτες αντιδρούν με πορείες, διαδηλώσεις και απεργίες. Πολλά δημοκρατικά πολιτεύματα, κάτω από αυτήν την πίεση, σταδιακά καταρρέουν. Τα διαδέχονται δικτατορίες» (Ν.Β., σ.106). Αλλού, οι οπλαρχηγοί της Επανάστασης, αποκαλούνται «άνθρωποι των όπλων» (Ν.Β., σ.52) που «διεκδικούν την εξουσία», κάτι που θα επιτύχει 140 περίπου χρόνια αργότερα «μια ομάδα συνταγματαρχών» (Ν.Β., σ.118). Πως μπορούν όμως έτσι τα παιδιά να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στους λαϊκούς αγωνιστές που πολεμούσαν για ανεξαρτησία, ελευθερία, δικαιοσύνη και σε μια ομάδα αμερικανοκίνητων συνωμοτών στρατιωτικών ; Πώς να κατανοήσουν ότι οι κοινωνικές τάξεις που πήραν μέρος στην Επανάσταση του ’21, κάτω από τις σημαίες της εθνικής απελευθέρωσης, είχαν διαφορετικά συμφέροντα και συνεπώς διαφορετικό όραμα για την ελεύθερη πατρίδα ; Πώς να αντιληφθούν ότι αυτές οι αγεφύρωτες διαφορές οδήγησαν σε ένα νέο κύκλο κοινωνικών και ταξικών ανταγωνισμών μέσα στο νεοσύστατο κράτος που έφθαναν μέχρι τις εμφύλιες συρράξεις ; Και γιατί πρέπει για μια ακόμα φορά να αποσιωπηθεί το γεγονός ότι οι λαϊκοί πόθοι για γη και ελευθερία αντιμετωπίστηκαν με την ξιφολόγχη των Βαυαρών και παραπλανήθηκαν με τη γέννηση της Μεγάλης Ιδέας, ενώ οι χιλιάδες ηρωικοί, ένοπλοι αγωνιστές κατέληξαν ζητιάνοι, ληστές και φυγόδικοι ; Γιατί πρέπει μια ολόκληρη περίοδος (1949 – 1967) που χαρακτηρίστηκε από έντονους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, απαγορεύσεις πολιτικών κομμάτων και εξορίες, πολιτικές δολοφονίες, εκλογές βίας και νοθείας, αποστασία, Ιουλιανά, παρεμβάσεις του Παλατιού και του αμερικάνικου παράγοντα, να παρουσιαστεί ως «πορεία προς τον εκδημοκρατισμό» ; Αν τα πράγματα είναι τόσο απλά, τότε από πού προκύπτει η «πολιτική αστάθεια» που εκμεταλλεύεται μια «ομάδα συνταγματαρχών» για να κάνει πραξικόπημα ; Και επιπλέον γιατί η καταστολή, οι νεκροί και οι τραυματίες φοιτητές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, δεν αναφέρονται πλέον στο βιβλίο του μαθητή αλλά έχουν εξοριστεί στο βιβλίο του δασκάλου (Ν.Β., σ. 118); εικοστός αιώνας χωρίς οκτωβριανή επανάσταση Στο Ν.Β. η – έστω μικρή – αναφορά στην Οκτωβριανή επανάσταση και την επιρροή της στα εργατικά και κοινωνικά κινήματα που υπήρχε στο προηγούμενο βιβλίο (Π.Β., σ. 207 και 229 αντίστοιχα) παραλείπεται. Προφανώς πρόκειται για ένα «ενοχλητικό» γεγονός που δύσκολα μπορεί να αναφέρει κανείς χωρίς να προχωρήσει σε «αξιολογικές κρίσεις». Αυτή όμως η βολική για τη συγγραφική ομάδα αποσιώπηση, οδηγεί αναπόφευκτα σε φαιδρότητες : Στο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, με τους Συμμάχους εμφανίζεται να συμμετέχει η…Ρωσία, ενώ ο χάρτης αναφέρει την ΕΣΣΔ και ο πίνακας με τις απώλειες τη Σοβιετική Ένωση (Ν.Β., σ. 109, 111). Η συγγραφική ομάδα διεκδικεί παγκόσμια πρωτοτυπία καθώς περιγράφει την εκδοχή ενός εικοστού αιώνα χωρίς ψυχρό πόλεμο !! Φυσικά, ο ελληνικός εμφύλιος, η χούντα καθώς και οι βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι δεν μπορούν να ερμηνευθούν μετά από μια τέτοια αποσιώπηση. το γυναικείο κίνημα στα μέτρα του political correct Η αναφορά στο γυναικείο κίνημα συγκαταλέγεται σίγουρα στα θετικά σημεία του βιβλίου. Ωστόσο, οι φωτοσκιάσεις και οι υπερβολές, δημιουργούν μια καρικατούρα γυναικείου κινήματος και φθάνουν στο σημείο να αναπλάθουν την ιστορία για να προκύπτουν οι …ποσοστώσεις ανδρών και γυναικών. Όμως οι γυναίκες δεν ήταν αποκλεισμένες από την ιστορία από ένα καπρίτσιο των ιστορικών, αλλά γιατί οι κοινωνικές σχέσεις μιας πατριαρχικής κοινωνίας τους το επέβαλλαν. Από πού προκύπτει π.χ. ότι οι λογοτέχνες που «ξεχωρίζουν» τον 19ου αιώνα ήταν «ο Διονύσιος Σολωμός, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, η Ελισάβετ Μαρτινέγκου, η Καλλιρρόη Παρρέν» ; (Ν.Β., σ. 86) Γιατί δεν θα ήταν καλύτερο, αντί να δοθεί μια ωραιοποιημένη εικόνα του 19ου αιώνα, όπου άνδρες και γυναίκες λογοτέχνες διακρίνονται για το έργο τους, να ειπωθεί η αλήθεια ; Ότι η Ελισάβετ Μαρτινέγκου, η πρώτη Ελληνίδα λογοτέχνης, ήταν απομονωμένη και καταπιεσμένη από το οικογενειακό της περιβάλλον και έγραψε ότι έγραψε σχεδόν σε συνθήκες απομόνωσης ; Γιατί να μην φανεί από τις πηγές η καταπίεση της γυναίκας σε όλο της το μέγεθος, η απαγόρευση της μόρφωσης, της καλλιέργειας, της λογοτεχνικής, πολιτικής και κοινωνικής έκφρασης ; Γιατί πρέπει η αποθέωση του πολιτικά ορθού να οδηγεί σε απίστευτες γελοιότητες όπως ο ορισμός της αλληλοδιδακτικής σύμφωνα με τον οποίο «ο/η δάσκαλος/α εκπαιδεύει τους/τις μεγαλύτερους/ες και ικανότερους/ες μαθητές/τριες και αυτοί/ες με τη σειρά τους τους/τις υπολοίπους/ες μαθητές/τριες» (Ν.Β., σ.. 62) ; από την εθνική συνέχεια στην ευρωπαϊκή προοπτική Έχει εύστοχα και τεκμηριωμένα υποστηριχθεί, ότι το νέο βιβλίο είναι «εξίσου εθνικό με τα προηγούμενα», αφού «θεωρεί πως η συλλογική ταυτότητα «Έλληνες» υπάρχει ήδη με τη σημερινή της σημασία από το 15ο αιώνα» . (4) Η ρομαντική αντίληψη του Παπαρρηγόπουλου περί αδιάλειπτης συνέχειας του ελληνικού έθνους από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, αναπαράγεται και υποστηρίζεται από τα κείμενα του βιβλίου – με πιο αντιπροσωπευτικό το σχήμα «κατά την περίοδο της ξένης κυριαρχίας, οι υπόδουλοι ελληνικοί πληθυσμοί…διατηρούν την ταυτότητά τους» (Ν.Β., σ.36). Η αντίληψη της αιώνιας και μεταφυσικής συνέχειας του έθνους, δεν αμφισβητείται παρά μόνο από κάποιες πηγές (π.χ. η δήλωση του Τρικούπη για τους πληθυσμούς της Μακεδονίας, Ν.Β., σ.73) που αποτελούν την εξαίρεση στον κανόνα. Ακόμα και η Ακαδημία Αθηνών, επισημαίνει ως έλλειψη ότι δεν θίγεται η «βαθμιαία αναβίωση της ελληνικής αυτογνωσίας έπειτα από ένα διάλειμμα δεκαπέντε αιώνων». Συμπληρώνει μάλιστα ότι «το 1453 οι ελληνόφωνοι αυτοπροσδιορίζονται ως Ρωμαίοι…η αναβίωση της ελληνικής αυτογνωσίας συντελείται με βραδύτατο ρυθμό…κατά τις τελευταίες δεκαετίες πριν από τη Μεγάλη Επανάσταση, η ελληνική αυτογνωσία έχει διαδοθεί πέραν των μορφωμένων» . (5) Επιπλέον, το Ν.Β. καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα εθνοκεντρικό και ευρωκεντρικό. Ο ευρωκεντρισμός του καταντά ανυπόφορος, όταν στην ανάλυση των παγκοσμίων πολέμων, επιμένει – όπως και το Π.Β. – να χρησιμοποιεί μόνο ευρωπαϊκούς χάρτες. Αφιερώνει τρεις σελίδες για την ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ δεν αναφέρει ούτε καν τον ΟΗΕ ! Οι υπόλοιποι λαοί συμμετέχουν σε αυτή την ιστορία «μόνο ως περαστικοί, όποτε η Ευρώπη έκανε περίπατο στον τόπο τους» για να θυμηθούμε το Μαρκ Φερό. Ας πούμε για παράδειγμα, οι Ιάπωνες (Ν.Β., σ.5) ή οι Ινδιάνοι (Ν.Β., σ.6) που αναφέρονται όταν τους συνάντησαν οι Ευρωπαίοι εξερευνητές. Η συνύπαρξη εθνοκεντρισμού και ευρωκεντρισμού δεν αποτελεί καινοτομία του συγκεκριμένου βιβλίου. Συνολικά, τα νέα ΑΠΣ και βιβλία, επιχειρούν με μια ποικιλία παραλλαγών να συνδυάσουν «τον εθνικό μύθο μ΄ αυτόν της ευρωπαϊκής ενοποίησης» (6) θέτοντας ένα πλαίσιο ανταγωνισμού και «συγκοινωνούντων δοχείων» ανάμεσα στα δυο ρεύματα. Ένα σαφές προμήνυμα της νέας ισορροπίας εθνoκεντρισμού – ευρωκεντρισμού αποτελούσε πριν πέντε χρόνια, το νέο βιβλίο Γεωγραφίας της Ε΄ δημοτικού, στο οποίο προβάλλεται σε ειδική ενότητα η «συνεχής και αδιάκοπη» ροή της ιστορίας των Ελλήνων από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα και καλούνται οι μαθητές να «πείσουν» με βάση (τι άλλο 😉 τις πηγές, όσους θεωρούν το αντίθετο ότι δεν έχουν δίκιο ! (7) Σε άλλη ενότητα του βιβλίου, παρουσιάζεται διεξοδικά η Ευρωπαϊκή Ένωση με μονοσήμαντα θετικό τρόπο, ενώ στο εξώφυλλο, τον τόνο δίνει το σκίτσο ενός παιδιού που φοράει μια μπλούζα με μαιάνδρους και κρατά δυο σημαίες : της Ελλάδας και της ΕΕ. το μέλλον είναι εδώ ! Αναπαράγοντας την αντίληψη του ιστορικισμού για τη συνεχή και αδιάκοπη πορεία προς την πρόοδο, το Ν.Β. προχωρά και στον απολογισμό του εικοστού αιώνα, με μια γεύση από Economist, απαριθμώντας μια σωρεία από θετικές εκτιμήσεις. Τρία όλα κι όλα τα μελανά σημεία : η μόλυνση του περιβάλλοντος, η σπατάλη των φυσικών πόρων και η φτώχεια που «συνεχίζει να επικρατεί σε πολλές περιοχές του πλανήτη» (Ν.Β., σ.127) Η εκμετάλλευση και η φτώχεια, έχουν εξοριστεί από το εδώ και το τώρα, υπάρχουν κάπου έξω και μακριά από δω, ίσως πριν εκατό χρόνια, ή ίσως σήμερα, στην Αφρική ή στην Ασία, αλλά όχι στην πολιτισμένη σύγχρονη Ευρώπη. Η ιστορία θυμάται τους άρχοντες και όχι τους σκλάβους Τα νέα σχολικά εγχειρίδια στο σύνολό τους, άλλοτε με εθνικιστικό και άλλοτε με μεταμοντέρνο πρόσημο, έχουν απαλλαγεί από την όποια αγωνιστική κληρονομιά και το ανθρωπιστικό φορτίο που αναδύονταν από τα σχολικά βιβλία της δεκαετίας του ’80. Η αποσιώπηση της Οκτωβριανής Επανάστασης και της επιρροής της στα εργατικά και κοινωνικά κινήματα από το βιβλίο της Στ΄, δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας των νέων βιβλίων. Οι μαθήτριες και οι μαθητές δεν θα συναντήσουν πια το Σπάρτακο στο βιβλίο της Ιστορίας της Ε΄, ούτε το Δρίμακο στη Γλώσσα της Δ΄. Θα μάθουν ότι οι δούλοι απλά «φρόντιζαν» τους κήπους (8) και τα σπίτια των πλουσίων και όχι ότι «οι Ρωμαίοι μαστίγωναν, αλυσόδεναν τους δούλους και τους έβαζαν να δουλεύουν χωρίς διακοπή και να κοιμούνται στα υπόγεια με ελάχιστη τροφή» . (9) Δεν θα ακούσουν πλέον τίποτα για την προσπάθεια των Γράκχων για αναδασμό της γης, τη δολοφονία τους από τους πλούσιους αλλά και την αντίστοιχη ενέργεια των Άγη και Κλεομένη στην αρχαία Σπάρτη . (10) Θα προσεγγίσουν τη Στάση του Νίκα όχι ως κοινωνική εξέγερση αλλά ως ανεπιθύμητη και καταστροφική «αναστάτωση» . (11) Ο μπαρμπα – Τζίμης και οι αγώνες για το οχτάωρο, οι «Μοντέρνοι καιροί», ο Μπαρμπα – Μήτσος ο Ντούλιας, πολιτικός πρόσφυγας μετά τον εμφύλιο, οι κολίγες στην «Παράσταση του Αρκουδιάρη», το «Μηχάνημα» του Τριβιζά, το «Σιδερένιο Ποτάμι» του Λουντέμη που αναφερόταν στον Ψυχρό Πόλεμο, έχουν αντικατασταθεί στα βιβλία της γλώσσας από συνταγές της Βέφας, οδηγίες χρήσης οικιακών συσκευών και διαφημίσεις παιχνιδομηχανών. Τα παιδιά θα διαβάσουν στο βιβλίο Θρησκευτικών ότι την προέλαση των Γερμανών ναζί θα σταματήσει στον Ορχομενό η Παναγία και όχι η αντίσταση . (12) Θα ταυτίσουν την ειρηνική συμβίωση λαών με την υποταγή του κατακτημένου στον κατακτητή, με παράδειγμα τη «συνύπαρξη Μακεδόνων του Μ. Αλεξάνδρου με τους λαούς που κατάκτησαν» αλλά και «τις φιλικές μας σχέσεις με τους Γερμανούς, τους Ιταλούς κ.α παρά τη σκληρή κατοχή της χώρας μας , στο διάστημα 1940-1944» … (13) «Σαν λουλούδια που γυρίζουν τους κάλυκές τους προς τον ήλιο, έτσι προσπαθούν και τα περασμένα, εξαιτίας ενός ηλιοτροπισμού μυστικής φύσης, να στραφούν προς την κατεύθυνση εκείνου του ήλιου που ανατέλλει στον ουρανό της ιστορίας» (14) Walter Benjamin «Εσείς που διαβάζετε», λέει ο Ε.Α. Πόε σε μια από τις σκοτεινές του αφηγήσεις, «είστε ακόμα ανάμεσα στους ζωντανούς, όμως εγώ που γράφω θα έχω προ πολλού περάσει στη χώρα των σκιών». Σκιαγραφεί έτσι τη χρονική διαδρομή του αφηγητή : από ένα σκοτεινό και ομιχλώδες παρελθόν προς το παρόν. Όχι ένα προκαθορισμένο παρόν, αλλά το κάθε παρόν του αναγνώστη. Η ιστορία ακολουθεί την ακριβώς αντίθετη διαδρομή. Γράφεται με τους όρους του σήμερα κι έτσι εξηγείται πως ο ίδιος συγγραφέας, τη σοσιαλίζουσα δεκαετία του ’80 έγραφε στο προηγούμενο βιβλίο ιστορίας της Ε΄ δημοτικού, ότι οι δήμοι στην Κωνσταντινούπολη του Ιουστινιανού «ήταν οργανωμένες ομάδες λαού» (15) ενώ στο νέο βιβλίο γράφει ότι ήταν «αθλητικά σωματεία» . (16) Είτε στην αφηγηματική, είτε στη δοκιμιακή και μεταμοντέρνα εκδοχή, φαίνεται πως η επίσημη σχολική ιστορία τηρεί πάντα τον κανόνα του happy end. Από αυτή την άποψη, ένας ασφαλής δείκτης για τον ιδεολογικό προσανατολισμό των εγχειριδίων σχολικής ιστορίας μπορεί να είναι το «τέλος της ιστορίας» της Στ΄ δημοτικού. Τα αντίστοιχα σχολικά βιβλία της Στ΄ τάξης του 1913, τελείωναν στο Γεώργιο τον Α΄, σε όλη τη διάρκεια της επταετίας το «τέλος» τοποθετούνταν στην «επανάσταση της 21ης Απριλίου», ενώ τη δεκαετία του ’80 και του ’90 στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, τη μεταπολίτευση και την πορεία προς την ενωμένη Ευρώπη. Το νέο βιβλίο τελειώνει με την εισαγωγή του ευρώ ως κοινού νομίσματος και τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2004. Η είσοδος της ιστορίας στο παρελθόν, γίνεται από την πύλη του παρόντος. Σε αυτή την αντίστροφη διαδρομή λοιπόν, η συγγραφική ομάδα του βιβλίου της Στ΄ με τα κενά και τις αποσιωπήσεις, τις ερμηνείες και τις αξιολογικές κρίσεις, τις επιλογές πηγών και αναφορών και την τακτική της φωτοσκίασης γεγονότων και προσώπων, αναπλάθει τη νεότερη ιστορία στα μέτρα του σήμερα. Εκατό χρόνια πριν, η σχολική ιστορία έπρεπε να παράγει κυρίως στρατιώτες, σήμερα πρέπει να παράγει κυρίως καταναλωτές. Πίσω από το θρυμματισμένο καθρέφτη ενός κατακερματισμένου παρελθόντος, κάτω από το προσωπείο της αποθέωσης της μεθοδολογίας, ένας νέος φρονηματισμός ανατέλλει : ο φρονηματισμός στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της ευρωπαϊκής ενοποίησης, της πολιτικής συναίνεσης, της κυριαρχίας της αγοράς και του political correct καθωσπρεπισμού. Η εποχή των μεγάλων αντιθέσεων, των μεγάλων αφηγήσεων και των μεγάλων οραμάτων δεν ανήκει απλά στο παρελθόν : για τη «νέα» σχολική ιστορία δεν υπήρξε ποτέ. Τα μεγάλα πάθη πρέπει να αποσιωπηθούν, οι λεηλασίες και οι βαρβαρότητες πρέπει να κρυφτούν κάτω από το χαλί, το «αίμα των θυσιασμένων και οι χαμένοι στόχοι τους», να αφαιρεθούν από το σώμα της ιστορίας, ώστε αποστειρωμένο, άοσμο, άχρωμο και αδιάφορο, σαν οδηγίες φαρμακευτικής χρήσης, να παραδοθεί στην επόμενη γενιά. Τελικά ο Walter Benjamin είχε δίκιο : «μόνο στην απολυτρωμένη ανθρωπότητα είναι δυνατόν να αποδοθεί το παρελθόν της στην κάθε στιγμή του» . (17) Η ιστορία σε ψίχουλα «…οι εκδοτικοί οίκοι, ευαίσθητοι στην εκπαιδευτική κρίση…έβαλαν στα σκαριά ορισμένα πονήματα νέου είδους, στα οποία τα τεκμήρια και η στατιστική, όπως επίσης η θεματική μελέτη, αντικαθιστούσαν εκεί τη θεωρούμενη παλαιού συρμού και απαξιωμένη ιστορική αφήγηση, η οποία έπνεε τα λοίσθια…Οι εκδότες φόρτωσαν τα βιβλία αυτά με εικόνες, με μεγάλες έγχρωμες εικόνες, δημιούργησαν εγχειρίδια «θεαματικά», κατόρθωσαν να στήσουν την ιστορία σε σελίδες αντί να τη σκηνοθετήσουν. Από την ιστορία που ασφυκτιούσε στους χριστιανικούς εναγκαλισμούς, περάσαμε στην ιστορία σε ψίχουλα, καθώς οι μερίδες της έγιναν εξίσου μικροσκοπικές με τις μερίδες της Νέας Μαγειρικής, η προετοιμασία της το ίδιο δύσκολη και η γλώσσα της ακόμη πιο ακατανόητη. Η σελιδοποίηση μετρούσε τώρα περισσότερο από το κείμενο και το βιβλίο κατέληγε να είναι ένα απλό αντικείμενο όπως άλλωστε και η ιστορία η ίδια. Αυτή τη φορά, με τέτοια βιβλία στα χέρια, η ιστορία δολοφονήθηκε οριστικά και το ίδιο το σύστημα είχε εγκαθιδρύσει το χάος. Τα παιδιά «δεν μάθαιναν πλέον ιστορία» … (18) Mark Ferro «Η ιστορία που μαθαίνεται σαν ρουτίνα» λέει ο J. Fines, «μπορεί να χρησιμεύσει μόνο σε αυτούς που λύνουν σταυρόλεξα» . (19) Η απάντηση στην αποστήθιση όμως, δεν μπορεί να είναι μια μεθοδολογία που θα αγνοεί την ηλικία, το επίπεδο ωριμότητας και τις ικανότητες αντίληψης, κατανόησης και επεξεργασίας των παιδιών. Γιατί τότε η αποστήθιση αποδεικνύεται το τελευταίο και μοναδικό ασφαλές καταφύγιο των αδυνάτων. Ο στόχος της «μαθητείας στην ιστορία», της ανασύνθεσης δηλαδή από τα παιδιά ολόκληρων ιστορικών περιόδων με τη βοήθεια των πηγών, είναι παιδαγωγικά άστοχο και πρακτικά αδύνατο να υλοποιηθεί σε ολόκληρη την έκταση της ύλης. Αν ακολουθούσε κάποια σχολική τάξη κατά γράμμα αυτή τη μεθοδολογία, με τον περιορισμό των δυο διδακτικών ωρών την εβδομάδα, θα χρειάζονταν τουλάχιστον δυο σχολικά έτη για να καλύψει και τις πέντε ενότητες του βιβλίου . (20) Η απουσία υποστηρικτικού υλικού, εποπτικών μέσων και υλικοτεχνικής υποδομής, μάλλον δημιουργεί περισσότερα εμπόδια παρά ευνοεί την παραπάνω κατεύθυνση. Η «ανασύνθεση» των ιστορικών περιόδων είναι δοσμένη εκ των προτέρων μέσα από τα βασικά κείμενα που προηγούνται των πηγών. Τα βασικά κείμενα με το δοκιμιακό ύφος, την πυκνή γραφή και τις δυσνόητες έννοιες, αποδεικνύονται απροσπέλαστα για την πλειοψηφία των μαθητών. Οι μαθήτριες και οι μαθητές δυσκολεύονται να διαχειριστούν όλο αυτό το κατακερματισμένο υλικό, να κατανοήσουν τη διαφορετική προέλευση πηγών και δευτερογενών «συνθετικών» κειμένων, να διαχωρίσουν τα γεγονότα από τις αξιολογικές κρίσεις, να υποψιαστούν τους υπαινιγμούς και τις διαφορετικές οπτικές γωνίες των ιστορικών υποκειμένων. Δεν δυσκολεύονται όμως καθόλου να διαισθανθούν ότι το παιχνίδι είναι και πάλι «σικέ» : μια συγκεκριμένη ύλη που αναπτύσσεται σε ένα βιβλίο με διαφορετική αισθητική, με σελιδοποίηση που θυμίζει ιστοσελίδα στο διαδίκτυο, με στριφνά και δυσνόητα κείμενα, με μια διαδρομή σε πηγές που απλά νομιμοποιούν το βασικό κείμενο και οδηγούν σε προκαθορισμένα συμπεράσματα. Άλλωστε, μια ειλικρινής απόπειρα «ανασύνθεσης» της νεότερης ιστορίας, θα απευθυνόταν σε μεταπτυχιακούς φοιτητές που κάνουν το διδακτορικό τους και όχι σε μαθητές του δημοτικού σχολείου. Η επιλογή της θεματικής παρουσίασης της Ελληνικής επανάστασης αποδεικνύεται τουλάχιστον ατυχής. Στη θέση μιας συνολικής αφήγησης, με όλους τους κοινωνικούς, πολιτικούς και διεθνείς παράγοντες να αλληλεπιδρούν και να συμβάλλουν στην εξέλιξη των γεγονότων διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο ερμηνείας, έχουμε τη μέθοδο του κατακερματισμού. Η περίοδος της Επανάστασης τοποθετείται στον πάγκο του χασάπη και τεμαχίζεται : από δω οι πολεμικές επιχειρήσεις, από κει η πολιτική οργάνωση του αγώνα, λίγο παρακάτω η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων κλπ. Το αποτέλεσμα είναι ότι η εξέλιξη των γεγονότων ερμηνεύεται με αυθαίρετα απλοϊκά σχήματα στα πλαίσια αυτού του κατακερματισμού π.χ. η ήττα των επαναστατών από τον Ιμπραήμ ερμηνεύεται αποκλειστικά με στρατιωτικούς όρους : «οι Έλληνες αδυνατούν να συγκρατήσουν τον τουρκοαιγυπτιακό στρατό» (Ν.Β., σ.46) Nα αλλάξουν όλα! Πίσω από το συγκεκριμένο βιβλίο, υπάρχουν τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ) για την ιστορία, που αποτελούν νόμο του κράτους. Βιβλία και ΑΠΣ, λειτουργούν μέσα σε ένα συγκεκριμένο εκπαιδευτικό – κοινωνικό πλαίσιο που δεν μπορεί να αγνοηθεί, όπως δεν μπορεί να αγνοηθεί και το τελετουργικό των «εθνικών επετείων» που ευνοεί τον «ιστορικό αναλφαβητισμό». Επομένως, μια ουσιαστική, ριζοσπαστική, αντι – πρόταση, δεν μπορεί να περιορίζεται στο δίλημμα «απόσυρση» ή «υπεράσπιση» του βιβλίου. Ούτε οι «ιστορικοί συμβιβασμοί» της συγγραφικής ομάδας με την κριτική των εθνικών «ζηλωτών», ούτε η συγγραφή ενός νέου βιβλίου «δια χειρός αρχιεπισκόπου», μπορεί να έχουν σχέση με μια πραγματικά καινοτόμα και ριζοσπαστική αντίληψη για τη σχολική ιστορία. Μια τέτοια συνολική αντίληψη και πρόταση, μπορεί και πρέπει να διαμορφωθεί σήμερα, υπερβαίνοντας το ασφυκτικό δίλημμα της περιόδου και σε πλήρη αποστασιοποίηση από αυτό. Με δυο λόγια πρέπει να αλλάξουν όλα : ΑΠΣ, βιβλία, εκπαιδευτική δομή και εορταστική παράδοση των «εθνικών επετείων». 1. Ένα από τα προβλήματα που έχει επισημανθεί, είναι ο συνοπτικός χαρακτήρας του βιβλίου, που συμπυκνώνει σε 140 σελίδες ολόκληρη τη νεότερη ιστορία. Όμως, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι «συμπυκνώνονται έξι αιώνες σε 140 σελίδες», αλλά ότι πρέπει αυτή η μεγάλη ιστορική περίοδος να διδαχτεί στο συγκεκριμένο διδακτικό χρόνο των εννέα μηνών και των δυο διδακτικών ωρών την εβδομάδα. Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στις τρεις τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Αν πραγματικά μας ενδιαφέρει μια διαφορετική μεθοδολογική προσέγγιση της ιστορίας, αν μας ενδιαφέρει το σύνολο των παιδιών να προσεγγίσουν την ιστορική γνώση και να αποκτήσουν κριτική ιστορική συνείδηση, τότε χρειάζεται χρόνος. Συνεπώς, σε συνδυασμό με την αύξηση των γνώσεων που πρέπει να κατέχει ένας μαθητής που τελειώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση, μόνο η καθιέρωση της ενιαίας δωδεκάχρονης υποχρεωτικής δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης μπορεί να εξασφαλίσει αυτό το διδακτικό χρόνο και να δώσει τα περιθώρια για μια διαφορετική διάταξη της δομής της ύλης από τη Γ΄ Δημοτικού εως τη Γ΄ Λυκείου. 2. Η σχολική ιστορία πρέπει να βγει οριστικά στο ξέφωτο : μακριά από τα μαύρα δάση της εθνικιστικής μυθολογίας, από την παράδοση του Παπαρηγόπουλου, τις μεταφυσικές αντιλήψεις για την «αδιάλειπτη συνέχεια του έθνους ανά τους αιώνες» και να προσεγγίσει το φαινόμενο του έθνους και της ανάπτυξης εθνικής συνείδησης με κοινωνικούς και πολιτικούς όρους. Η εθνική μυθολογία, μπορεί να διδάσκεται στα πανεπιστήμια και μόνο εκεί, ως μελέτη της κυρίαρχης κουλτούρας της εποχής της Μεγάλης Ιδέας και του μετεμφυλιακού κράτους. Η σχολική ιστορία πρέπει όμως να πάρει διαζύγιο και από τον ευρωκεντρικό φρονηματισμό, τον εξωραϊσμό και την ωραιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που τείνουν να πάρουν το χαρακτήρα κατήχησης. Αντίθετα, πρέπει να θέσει στο κέντρο της, τον άνθρωπο – και μάλιστα τον εργαζόμενο άνθρωπο – και τα προβλήματά του, τους αγώνες του για απελευθέρωση και κοινωνική χειραφέτηση, τη συλλογική του δράση, τα πάθη του και τα λάθη του. Οι «ακάλεστοι», οι ηττημένοι και οι «αποκλεισμένοι», πρέπει να βρουν τη θέση τους σε μια τέτοια απελευθερωτική ιστορία, όχι ως ωραιοποιημένες καρικατούρες αλλά ως τμήμα μιας πραγματικότητας που αγνοούσαμε. Απέναντι στη μυθοπλασία του εθνικισμού και το μεταμοντέρνο «θρυμματισμένο καθρέφτη», να αντιπαραθέσουμε την «πλήρη ιστορία», δηλαδή την ιστορία ως «ένα αδιαίρετο ιστό στον οποίο όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες… υλικές και πολιτισμικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής… είναι αλληλοσυνδεόμενες» και ερμηνεύουν την ανθρώπινη εξέλιξη, όπως λέει ο Eric Hobsbawm. (21) 3. Η σχολική ιστορία, οφείλει να είναι συναρπαστική ! Απευθύνεται σε παιδιά, πρέπει να κερδίσει το ενδιαφέρον τους, να ξυπνήσει τον ενθουσιασμό και την περιέργειά τους, να καλλιεργήσει το κριτικό τους πνεύμα, να δώσει μια πρώτη εμπειρία έρευνας. Η επεξεργασία των πηγών και η επιλογή της ανασύνθεσης κάποιων ενοτήτων (και όχι του συνόλου), η συλλογή και επεξεργασία μαρτυριών από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον για πρόσφατα γεγονότα (π.χ. Πολυτεχνείο), η δραματοποίηση, τα παιχνίδια ρόλων, οι επισκέψεις σε μουσεία και ιστορικούς χώρους, η επαφή με πρωτογενείς πηγές και πρόσωπα που συμμετείχαν σε ιστορικά γεγονότα (π.χ. επισκέψεις σε παραρτήματα της Εθνικής Αντίστασης), τα ιστορικά παιχνίδια και τα παιχνίδια με τις ιστοριογραμμές, ο κινηματογράφος, τα ντοκυμαντέρ και τα κόμικς, το ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων, η τοπική ιστορία (ιδιαίτερα σε περιοχές με ένα ιστορικό βάρος, βλ. , Μεσολόγγι, Κερατσίνι, Καισαριανή), μπορεί να είναι στοιχεία μιας νέας, ευρηματικής και πολυδιάστατης μεθοδολογίας και διδακτικής πρακτικής. Όλα αυτά απαιτούν μέσα, υποδομή, χρόνο και πόρους – προϋποθέτουν δηλαδή ένα άλλο εκπαιδευτικό περιβάλλον. Ωστόσο, στις σημερινές δύσκολες συνθήκες, οι εκπαιδευτικοί της πράξης δίνουν τη δική τους μάχη, χρόνια τώρα, ενεργοποιώντας τέτοιες πραγματικά καινοτόμες πρακτικές. Έξω από το δίλημμα των ημερών και απέναντί του, όλοι όσοι επιμένουν πεισματικά να ερμηνεύουν τον κόσμο «για να τον αλλάξουν», οφείλουν να αναζητήσουν μια νέα συμμαχία. Ιστορικοί, διανοούμενοι και δάσκαλοι της πράξης, συλλογικότητες, όμιλοι και περιοδικά, μπορούν και πρέπει να συναντηθούν, σε μια διπλή κατεύθυνση. Τη διατύπωση μιας μεγάλης ρηξικέλευθης πρότασης για τη σχολική ιστορία και την έμπρακτη εφαρμογή πλευρών αυτής της πρότασης, με συλλογικό και οργανωμένο τρόπο στη διδακτική πράξη. Μια τέτοια συμμαχία, μπορεί στ’ αλήθεια να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά και να φέρει το Νέο στις σχολικές τάξεις. ______________________________________ (1) Mark Ferro, Πως αφηγούνται την ιστορία στα παιδιά σε ολόκληρο τον κόσμο, Μεταίχμιο, 2001, σ. 9 (2) Mark Ferro, ο.π. (3) «Mένει να αξιολογηθεί και από τους εκπαιδευτικούς που το διδάσκουν, να αξιολογηθεί δηλαδή ως προς τη χρήση του ως παιδαγωγικού εργαλείου» : Μαρία Ρεπούση, συνέντευξη στην εφημ. Ημερησία, 3-4/02/07, σε αξιολόγηση του βιβλίου από τους εκπαιδευτικούς που θα αφορά αποκλειστικά ζητήματα «λειτουργικότητας» αναφέρεται επίσης πρόσφατη απόφαση του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής Προσχολικής Ηλικίας (ΤΕΑΠΗ) : «To πρώτο είναι ποιος έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει το περιεχόμενο της διδασκαλίας της ιστορίας στην εκπαίδευση. Η απάντηση είναι αυτονόητη, αφού σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία, μόνον τα προς τούτο συντεταγμένα όργανα της πολιτείας …Η δε αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού υλικού σε συνάρτηση με τη διδακτική και την παιδαγωγική, με την εφαρμογή του δηλαδή από τους εκπαιδευτικούς μέσα στη σχολική τάξη, μπορεί να αναδείξει τελικώς τη λειτουργικότητά του», Καθημερινή, 5/04/07. (4) Χάρης Αθανασιάδης, Έθνος και Σχολική Ιστορία, Ελευθεροτυπία 4/4/07 (5) Ακαδημία Αθηνών, κριτικές παρατηρήσεις στο βιβλίο ιστορίας της έκτης δημοτικού, εφημερ. ΠΑΡΟΝ, 8/3/2007 (6) Χρήστος Ρέππας, Πέραν της εθνικοφροσύνης και του εκσυγχρονισμού : Σκέψεις για το νέο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ ‘ δημοτικού, περ. Εκπαιδευτική Κοινότητα , τευχ. 81, 2007 (7) Βιβλίο Γεωγραφίας Ε΄ δημοτικού, σ.147 (8) Νέο βιβλίο μαθητή ιστορίας Ε΄ δημοτικού, σ.17 (9) Παλιό βιβλίο μαθητή ιστορίας Ε΄ δημοτικού, σ.24 (10) Παλιό βιβλίο μαθητή ιστορίας Ε΄ δημοτικού, σ.16 (11) Νέο βιβλίο μαθητή ιστορίας Ε΄ δημοτικού, σ.45 (12) Θρησκευτικά Γ΄ Δημοτικού, σ. 42 (13) Νέο βιβλίο δασκάλου ιστορίας Ε΄ δημοτικού, σ. 37 : «…η μεταβολή στάσης των κατακτητών (σ.σ. Ρωμαίων) και η λήψη φιλελεύθερων μέτρων και για τους κατακτημένους (σ.σ. Έλληνες), χαλάρωσε την ένταση που υπήρχε μεταξύ τους και διευκόλυνε την προσέγγισή τους. Οι λαοί υπό το πρίσμα της αμοιβαιότητας, πρέπει να βρίσκουν λύσεις στις διαφορές τους. Παλαιό παράδειγμα έχουμε τη συνύπαρξη Μακεδόνων του Μ. Αλεξάνδρου με τους λαούς που κατάκτησαν. Ως σύγχρονο μπορούμε να αναφέρουμε τις φιλικές μας σχέσεις με τους Γερμανούς, τους Ιταλούς κ.α παρά τη σκληρή κατοχή της χώρας μας , στο διάστημα 1940-1944, αλλά και με τους Τούρκους, που κράτησαν την Ελλάδα σκλαβωμένη τετρακόσια χρόνια» (14) Walter Benjamin, Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, Θεσσαλονίκη, 2003 (15) Παλιό βιβλίο μαθητή ιστορίας Ε΄ δημοτικού, σ.42 (16) Νέο βιβλίο μαθητή ιστορίας Ε΄ δημοτικού, σ.35 (17) Walter Benjamin, ο.π. (18) Mark Ferro, ο.π., σ. 172 (19) John Fines, Evidence : the Basis of the Discipline, στο Έφη Αβδελά : Ιστορία και Σχολείο, εκδ. Νήσος, 1998, σ. 157 (20) Μιχάλης Μπατίλας – Ηλίας Ν. Σμήλιος, Νέο βιβλίο Ιστορίας Στ΄ τάξης: Πρώτη ανάγνωση, Παρέμβαση στην εκδήλωση του Παιδαγωγικού Ομίλου Θεσ/νίκης – 14/5/06, http://www.paremvasis.gr/forum. Επισημαίνεται ότι «…είναι φυσικό οι μαθητές να μη μπορούν να αναπλάσουν όλη την ιστορία από την άλωση μέχρι σήμερα μέσα από ιστορικές πηγές. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο στην περίπτωση που επιχειρούνταν η ανάπλαση μερικών μόνο ιστορικών γεγονότων» : (21) Eric Hobsbawm, Ιστορία: μια νέα εποχή της λογικής, περ. Διάπλους, τεύχος 7, 2005. Το άρθρο αυτό προέρχεται από την καταληκτική ομιλία του στη συζήτηση της Βρετανικής Ακαδημίας για την μαρξιστική ιστοριογραφία, το Νοέμβρη του 2004.http://www.indy.gr/analysis/i-s3c7olik-istoria-stin-klini-toy-prokroysti
    Σχόλιο από anonymous | 21/05/2007
  12. Από το “Πριν” 3/6/2007
    ——————-
    Ευτύχης Μπιτσάκης
    Μεταμοντέρνο υβρίδιο το βιβλίο της Στ΄Δημοτικού
    Επιχείρησα μια λεπτομερειακή, συγκεκριμένη κριτική του βιβλίου της Στ’ Δημοτικού. Σημείωσα τα εμπόδια που θα αντιμετώπιζε η συγγραφική ομάδα: Κρατική ιδεολογία και βιβλίο για παιδιά 11-12 χρονών. Συνεπώς η συγγραφική ομάδα δεν θα έγραφε ένα βιβλίο φιλοσοφίας της ιστορίας, ούτε κατά μείζονα λόγον ένα μαρξιστικό βιβλίο (αν τυχόν θα είχε την επιθυμία για κάτι τέτοιο). Αλλά το μετανεωτερικό πόνημα ήταν αναπόφευκτο; Η αποσπασματικότητα και η έλλειψη αντικειμενικότητας, δηλαδή η επιλογή της μεταμοντέρνας ιδεολογίας και η υποταγή στην κρατική σκοπιμότητα και στις αξιώσεις των γνωστών ομάδων πίεσης, ήταν η μόνη δυνατή επιλογή;
    Ως προς το πρώτο, η κυρία Ρεπούση είναι σαφής: «Η βασική ύλη συνδυάζει το κείμενο με τις ιστορικές πηγές, σε αναλογία που ανατρέπει την πρωτοκαθεδρία του κειμένου. Είναι πολυτροπικά, με την έννοια της ένταξης, διαφορετικής μορφής κειμένων, γραπτών και εικονιστικών. Και όλα αυτά διότι ακολουθούν σύγχρονες προσεγγίσεις για τη διδασκαλία της ιστορίας» (Καθημερινή, 1/04/07). Αλλά το βιβλίο μας δεν πρωτοτυπεί: «Όλα τα σύγχρονα σχολικά εγχειρίδια ακολουθούν την ίδια μέθοδο διδασκαλίας, με μικρά κείμενα και πολλές εικόνες» (Μ. Χαραλαμπάκης, Τα Νέα, 04/04/07). Διεθνές λοιπόν το ρεύμα της «ανανέωσης» να μην κουράσουμε τα παιδιά και να μην τα βάλουμε στον κόπο να σκεφτούν. Αλλά η «καινούργια μέθοδος» είναι τόσο καινούργια; Οι επιστημολογικές απαρχές της ανάγονται στο ρεύμα του θετικισμού (για να μη φτάσουμε μέχρι τον Χιουμ). Εμπλουτίζονται από τις διάφορες φιλοσοφίες και βρίσκουν το φυσικό περιβάλλον τους στο μετανεωτερικό χάος. Μεταμοντερνισμός, ιδεολογικό χάος, μικροαστικός κοσμοπολιτισμός, ελαφρότητα σκέψης, υποταγή στις αξιώσεις του ιερατείου και στις κρατικές σκοπιμότητες, παρήγαγαν το υβρίδιο το οποίο χαιρέτισαν και αρκετοί αριστεροί ως προάγγελο της ανανέωσης των διδακτικών βιβλίων.
    Συνειδητή λοιπόν η μετανεωτερική επιλογή. Κι ιδού το αποτέλεσμα της κατάργησης της ιστορίας ως συνεκτικής – ορθολογικής αφήγησης. Της μετανεωτερικής μη σκέψης.
    Αλλά η μετανεωτερική επιδημία δεν αφορά μόνο την ιστορία και δεν αφορά μόνο το Δημοτικό, αλλά και το Λύκειο και το Πανεπιστήμιο. Έχει κυριαρχήσει και στις λεγόμενες σκληρές επιστήμες, όπως στα μαθηματικά και στη φυσική. Η γενική τάση είναι να υποβαθμιστούν το αισθητηριακό στοιχείο και οι αποδείξεις. Αλλά η διάνοια χωρίς την αίσθηση είναι κενή, προειδοποιούσε ήδη ο Καντ. «Και χωρίς απόδειξη δεν υπάρχουν μαθηματικά. Και χωρίς μαθηματικά, δεν υπάρχουν μαθηματικοί, αλλά χρήστες των μαθηματικών». (Ε. Παπαδοπετράκης).
    Ο μοντέρνος πιθηκισμός (μίμηση και τότε των ξένων) οδήγησε στην εισαγωγή της συνολοθεωρίας κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’70, επί χούντας, στο Δημοτικό σχολείο. Η «μοντέρνα» παιδαγωγική απέτυχε, όπως είχαν αποτύχει παρόμοια πειράματα στο εξωτερικό. Η ευκλείδεια γεωμετρία, με τη σειρά της ουσιαστικά καταργήθηκε. Τα βιβλία γεωμετρίας είναι γραμμένα στο πνεύμα των «μοντέρνων» μαθηματικών, δηλαδή με αξιωματική παρουσίαση της ύλης, που θυμίζει περισσότερο Χίμπερτ παρά Ευκλείδη. Αλλά η ορθή οδός είναι από το αισθητό – συγκεκριμένο στο αφηρημένο και στο γενικό. Άλλο στοιχείο είναι η λογική ασυναρτησία. Στη φυσική, πχ., δεν διδάσκεται γεωμετρική οπτική. Διδάσκεται όμως κβαντική οπτική! Και τα παραδείγματα της δήθεν «μοντέρνας παιδαγωγικής» συντονισμένης με τη νεοφιλελεύθερη, χρησιμοθηρική αντίληψη (και πρακτική) για την παιδεία, θα μπορούσαν να πολλαπλασιασθούν.
    Επιστρέφουμε στο υπό συζήτηση βιβλίο
    Μοντέρνα λοιπόν παιδαγωγική! Δηλαδή απόρριψη της συνεκτικής σκέψης. Της κατανόησης της ιστορίας ως γίγνεσθαι καθοριζόμενο από ενδογενή αίτια, εξωτερικούς όρους και τυχαία συμβάντα. Αυτή είναι η υποταγή στις επιταγές του υπουργείου και σε γενικότερες πολιτικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες. Εν τέλει, δέσμιο των αντιφάσεων αυτών, υπήρξε ένα υβρίδιο. Μία αντιφατική και ψευδής αφήγηση της ιστορίας.
    Μπορεί όμως να υπάρξει «αντικειμενική» θεώρηση της ιστορίας; Η απάντηση είναι γνωστή: Η ιστορία είναι κατ’ εξοχήν ταξική επιστήμη. Η προσέγγιση, η θεώρηση, η ερμηνεία της, εξαρτάται τελικά από την ταξική όραση του μελετητή. Οι συγγραφείς του βιβλίου αποδέχτηκαν την κρατική σκοπιά, δηλαδή τη θεώρηση της ιστορίας από τη σκοπιά της ελληνικής αστικής τάξης, ειδικά του ιερατείου και από την άποψη των «συμμαχικών» μας δεσμεύσεων.
    Τι να έκαναν όμως οι συγγραφείς; Να μην αναλάμβαναν τη συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου! Αλλά τότε, κάποια άλλη συγγραφική ομάδα θα έπαιρνε τη δουλειά! Λοιπόν; Ας ακολουθούσαν τουλάχιστον την τακτική των διανοητών κατά το χριστιανικό Μεσαίωνα: Να πουν όση αλήθεια θα μπορούσαν με την πιο ήπια γλώσσα και στηριζόμενοι πάντοτε στις «γραφές», ώστε να μην οδηγηθούν στην πυρά. Εδώ εξάλλου πυρά θα σήμαινε απλώς την απόρριψη του βιβλίου. Αλλά οι δικοί μας δεν έκαναν ούτε αυτό, τοις μεταμοντέρνοις ρήμασι πειθόμενοι.
    Έτσι, μετανεωτερική αποσία σκέψης και υποταγή στην raison d’ Etat. Επιλογή συνειδητή. Το βιβλίο πάσχει. Και δεν διορθώνεται. Να καεί λοιπόν; Όχι, διότι το κάψιμο παράγει τοξίνες, θυμίζει άλλους καιρούς και ανοίγει το δρόμο και για άλλα καψίματα! Τότε; Θα πρότεινα να γίνει πολτός, χρήσιμος για την παραγωγή χαρτιού για κάποιο καλύτερο βιβλίο. Αλλά ποιοι θα το γράψουν το βιβλίο ενάντια στις απόψεις του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων; Ας σοβαρευτούμε: Μόνο ο αγώνας μαθητών και δασκάλων, συνολικά εκπαιδευτών και εκπαιδευόμενων σε όλες τις βαθμίδες και με τη συμπαράσταση του ζωντανού μέρους της κοινωνίας, θα μπορούσε να επιβάλει το σεβασμό στην επιστημονική μέθοδο και δεοντολογία. Το πρόβλημα, εν τέλει, δεν είναι η τύχη αυτού του βιβλίου. Είναι, μέσα από τη διαρκή σύγκρουση, να ηττηθεί η κυβερνητική πολιτική. Αλλά ας μην έχουμε αυταπάτες ως προς τα όρια ανοχής της αστικής κοινωνίας και του κράτους της.
    Εν τέλει το βιβλίο μπήκε στο δημοτικό. Δουλειά των δασκάλων είναι να το καταργήσουν στην πράξη, χρησιμοποιώντας την «παλαιομοδίτικη» μέθοδο διδασκαλίας που δεν αρκείται στα γεγονότα, που δεν αποκρύπτει γεγονότα και που επιχειρεί να ερμηνεύσει τα γεγονότα.
    Η ιστορία δεν έχει σκοπό. Δεν κατευθύνεται προς κάποιο τέλος (Χέγκελ) ή προς το άθλιο τέλος του αθλίου Φουκουγιάμα. Ας θυμηθούμε αντίθετα, τον Λούκατς: «Η ιστορία είναι μια μη αντιστρεπτή διαδικασία. Φαίνεται ως εκ τούτου φυσικό να ξεκινάμε την οντολογική διερεύνηση της ιστορίας με τη μη αντιστρεψιμότητα του χρόνου. Είναι προφανές ότι εδώ έχουμε μια γνήσια οντολογική σχέση». (G. Loykacs, The Ontology of Social Being, 2 Marx, Merlin Press, 1978, s. 70). (σ. σ. Δείτε: ΛΟΥΚΑΤΣ: Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ και Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΕΙΝΑΙ ).
    Οντολογία; Μη αντιστρεψιμότητα; Τα μετανεωτερικά νεόφυτα θα μας κατηγορήσουν δικαιολογημένα ότι επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα!
    «ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ»
    ΑΝΕΝΤΙΜΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
    Ένοχη σιωπή ωστόσο για το βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας
    Οι υποστηρικτές του βιβλίου Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού μιλάν για δεξιό εθνικισμό και για αριστερό εθνικισμό.
    Χρόνια τώρα ένας κύκλος αριστερών κατηγορεί το ΚΚΕ, αλλά και μεμονωμένους αριστερούς συγγραφείς, για εθνικισμό. Πρόκειται για ανέντιμη πράξη. Είναι γεγονός ότι το ΚΚΕ κατά καιρούς υπερτίμησε το πατριωτικό σε βάρος του ταξικού. Αλλά ποτέ δεν υπήρξε εθνικιστικό. Άλλο πατριωτισμός, οργανικά συνδεδεμένος με τον προλεταριακό διεθνισμό, και άλλο ο μόνο στη φαντασία «αριστερών αντιεθνικιστών» υπάρχων αριστερός εθνικισμός..
    Τι λένε για την Κύπρο οι «αριστεροί αντιεθνικιστές» μας; Τι λένε για το βομβαρδισμό και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας χάριν των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» των Κοσοβάρων; Λιγότερος μικροαστικός φανατισμός θα τους προφύλλασσε ίσως από τέτοια πολιτικά ολισθήματα.
    Η ελληνική Αριστερά, συνολικά, όπως γράφει ο Γ. Μαργαρίτης, ήταν πάντοτε αντιιμπεριαλιστική, πάντοτε πατριωτική, είχε πάντοτε συνείδηση αυτού του κρίσιμου παράγοντα. Αλλά τα τελευταία χρόνια, «ο αντιεθνικισμός καθίσταται πεμπτουσία της αριστερής πολιτικής με ισοπεδωτικό τρόπο, σαρώνοντας όλες σχεδόν τις υπόλοιπες αξίες και τα πολιτικά χαρακτηριστικά της Αριστεράς: Τη μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις θεώρηση των πραγμάτων πρώτα απ’ όλα. Πραγματικά η επιλογή αυτή καθιστά την αριστερή παρέμβαση “αταξική” με την έννοια ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί το πώς αυτά που διακυβεύονται συνδέονται με την οξυμένη κοινωνική – ταξική – πραγματικότητα στη χώρα μας» (Αυγή, 22/04/07). Εγώ θα έλεγα: «Πεμπτουσία μιας ορισμένης αριστερής πολιτικής, ενός ορισμένου χώρου της Αριστεράς». Εν τέλει: Υπάρχει αντιδραστικός εθνικισμός και υγιής πατριωτισμός. Υπάρχει αντιδραστικός αντιιμπεριαλισμός και αυθεντικός, αριστερός αντιιμπεριαλισμός. Υπάρχει κριτική από τα δεξιά της διαδικασίας παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου και κριτική από τη θέση της Αριστεράς και της κομμουνιστικής προοπτικής.
    Comment by anonymous | June 4, 2007 |
    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 06/06/2007
  13. […] ελληνική Αριστερά, συνολικά, όπως γράφει ο Γ. Μαργαρίτης, ήταν πάντοτε αντιιμπεριαλιστική, πάντοτε πατριωτική, […]
  14. […] “Αριστερά” της ΚΟΕ. Έρχεται ως συνέχεια της συνέντευξης Μαργαρίτη (28-5-07) και της θέσης της οργάνωσης που εκφράστηκε με το […]
  15. Διαβασα με πολύ προσοχή τα αρθρα του Γ. Μαργαριτη …Και μπορει να συμφωνώ σε επιμερους παρατηρησεις …. Ομως ειλικρινά δεν μπορω να καταλάβαω πώς αλλιως πάρα »ιμπρεσσιονιστικά» (δηλαδή μεσα απο ασαφεις εντυπώσεις και οχι με συνεκτικότητα -βαθος και συστημα ..μπορει να διδασκεται η Ιστορια στην Στ Δημοτικού .. Δηλαδή εμεις που διδαχτηκαμε Μη ιμπρεσσιονιστικά την Ιστορια πριν -δεν θυμαμαι πιά πόσα χρονια -την καταλάβαμε καλύτερα;
    Τελος παντων ο κ Μαργαριτης καθηγητης Ιστορίας ειναι σε ελληνικό πανεπιστημιο εχει γραψει πολλά βιβλια Ιστοριας (τα οποια θεωρουνται και ειναι πολύ καλά ) μαλλον θα ξερει καλύτερα(μόνο που φοβαμαι οτι θεωρει οτι τα παιδια της Στ Δημοτικου οφείλουν να γνωριζουν την Ιστορία που ξερει αυτός .. πραδειγμα :
    .
    Ε Βεβαια …. Τα παιδια της Στ Δημοτικου οφειλουν να ξερουν οτι το ναζιστικό κόμμα δεν το ίδρυσε ο Χίτλερ αλλά ο Άντον Ντρέξτλερ στα1919 – ενω »ο Χίτλερ είχε μάλιστα την υπ’ αριθ. 55 κάρτα μέλους γεγονός που προβλημάτιζε την μετέπειτα ναζιστική αγιογραφία»

    Επίσης μου κανει εντυπωση το πάθος (ή η εμπαθεια) που διαποτιζει τα εν λόγω αρθρα …
    Αλλά κατι εχει παρει το αυτι μου (και το ματι μου) για το πως αντιμετωπίζει ο ενας τον αλλον οι διαφοροι Πανεπιστημιακοι …

    Σχόλιο από Νοσφεράτος | 22/08/2007
  16. Σίγουρα κάτι παραπάνω θα βλέπει το μάτι σου και θα ακούει το αυτί σου από εμένα ώ μέλλοντα συνπότη,σχετικά με τα των πανεπιστιμιακών.
    Μπορώ να εικάσω αλλά το προσπερνώ.

    Ας μένουμε στην ουσία. Μακριά από μένα κάθε υπόννοια στήριξης ή όχι του οποιoυδήποτε.
    Αλλά μια και το έφερε η κουβέντα :
    Στα παλιά βιβλία μαθαίναμε για μια επανάσταση κάπου στην Ρωσία, έναν Οχτώβρη του 1917 που κάτι κακοί μπολσεβίκοι σφάξανε τους τσάρους, κάτι αγροίκοι πήραν τις περιουσίες των πλουσίων, έκλεισαν τις εκκλησίες……
    Καλώς ή κακώς αυτά μαθαίναμε, κάτι μαθαίναμε.
    Σήμερα τα πράγματα με το τωρινό βιβλίο είναι πολύ χειρότερα.
    Σήμερα η όποια επανάσταση του Οχτώβρη δεν υπάρχει.
    Έτσι απλά, δεν υπάρχει…
    Κάτι ξέρεις εσύ …..
    (και είμαι πολύ περίεργος να δω εδώ την «αλλαγή» του διορθωμένου καθώς και τις αντιδράσεις των διάφορων συνποτών και συντρόφων)

    Και γιατί όχι, για την ιστορική εμπειρία 2,500,000 ιθαγενών της Ανατολής η οποία επίσης απλά δεν υπάρχει ούτε αυτή. Δεν υπάρχει. Δεν υπήρξαν αυτοί, δεν υπήρξαν..
    Συνωστίστηκε σε μια λέξη η οποία έχει αλλάξει και μάλλον θα εμπεριέχει πια το στοιχείο της αναγκαστικής επιβίβασης στα πλοία από την απλή αναμονή των πλοίων εν είδει ολιγόωρης καθυστέρησης λόγω βλάβης της μπουκαπόρτας.

    Σχόλιο από mumul | 22/08/2007
  17. Καλά βρε μελλοντα συνπότη ….για να καταλάβω ή θυμηθώ….
    – Εσυ στο βιβλιο της Στ Δημοτικου εμαθες για την Επανασταση του 1917;
    Γιατί εγώ στην στ Δημοτικου …το μόνο που εμαθα…απ’ οσο θυμαμαι ηταν κατι ψιλά για τον Μεγαλέξανδρο και κατι χουντικους υμνους στον Ππαδοπουλο …
    Ε μαλλον μας χωριζει ΜΕΓΑΛΗ διαφορά ηλικιας (και καλά .. στο βιβλιο της στ Δημοτικου ταμαθες αυτά; απο τοτε ; )
    Μουμουλ … 🙂

    Σχόλιο από Νοσφεράτος | 23/08/2007
  18. Παντως -και με ολο το σεβας στον καθηγητη Μαργαριτη (του οποίου τα βιβλια ειναι πολύ καλά )
    – αν προσπαθησω να τον φανταστω -κρινοντας απο τα εδώ γραπτα του που αν μη τι αλλο δειχνουν το παθος για την επιστημη του …
    ..Να διδασκει ιστορια οχι στο Δημοτικό αλλά στο Λυκειο…
    Ε τοτε λυπάμαι και τα παιδια …αλλά και τον ιδιο

    (Και προς αποφυγήν παρεξηγησης …Οχι γιατί δεν θα ειναι καλός δασκαλος αλλά μάλλον για το αντιθετο …Θα ειναι ΥΠΕΒΟΛΙΚΑ καλός για εκεινο το επιπεδο ….
    (και το τι και πως θα διδαξεις στο Λυκειο ή πολύ περισσοτερο στο Δημοτικό -ειναι κατι που διαφερει πολύ πολύ μεγαλο βαθμό απο οτι θα διδαξεις στο Πανεπιστημιο πως να το κανουμε ΄..)
    Σχόλιο από Νοσφεράτος | 23/08/2007
  19. «..-Εσυ στο βιβλιο της Στ Δημοτικου εμαθες για την Επανασταση του 1917;
    -Στα παλιά βιβλία μαθαίναμε για μια επανάσταση κάπου στην Ρωσία, έναν Οχτώβρη του 1917 που κάτι κακοί μπολσεβίκοι σφάξανε τους τσάρους, κάτι αγροίκοι πήραν τις περιουσίες των πλουσίων, έκλεισαν τις εκκλησίες……
    Καλώς ή κακώς αυτά μαθαίναμε, κάτι μαθαίναμε..»

    Τα υπόλοιπα τα μάθαμε στον δρόμο..
    Απ’ ότι βλέπω δυσκολεύεσαι να βρείς ακόμη την απαραίτητη ισσοροπία μεταξύ Σφρίγους, Ρώμης και Αγχολυτικών 🙂
    Σχόλιο από mumul | 23/08/2007
  20. Μουμουλ
    την ειχα καπως βρει … Ομως , μ’ αυτά που γινανε , μου Καηκε η καρδιά .

    Σχόλιο από Νοσφεράτος | 27/08/2007
  21. Απίστευτο αυτό που γίνεται…
    Όπως απιστευτος και ο κυνισμός τους…
    Ξεχείλισε η οργή ξάδερφε..
    Δεν έχω όρεξη ουτε ένα postάκι να φτιαξω…
    Σχόλιο από mumul | 27/08/2007
  22. »Όπως απιστευτος και ο κυνισμός τους…΄»
    Αλλά και η ευστροφια τους να προσπαθουν να κατευθυνουν την οργή …εκει που παντα την εστρεφαν ….σε ενα κυνηγι μαγισσων για να καλυψουν την δική τους Πρωτοφανή αθλιοτατη ανεπαρκεια..
    Ε ,παρολα αυτά … φτιαξε κανενα ποστακι .

    Σχόλιο από Νοσφεράτος | 27/08/2007
  23. ΑΠΌ ΤΟ ΦΟΡΟΥΜ ΤΟΥ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΦΟΡΟΥΜ»
    ————————————————–

    Άκης Γαβριηλίδης Επισκέπτης
    Δημοσιεύθηκε: Σαβ Οκτ 06, 2007 10:09 am Θέμα δημοσίευσης: «Επιθυμητοί συμπατριώτες»: ο Μαργαρίτης & το β
    ——————————————————
    Στην Ελευθεροτυπία της 26 – 09 – 2007 δημοσιεύθηκε κείμενο του Γιώργου Μαργαρίτη σχετικό με την απόσυρση του βιβλίου ιστορίας της 6ης δημοτικού.

    Η θέση που είχε υποστηρίξει τελευταία ο Μαργαρίτης για το ζήτημα αυτό -καθώς και για μια σειρά άλλα ζητήματα- ήταν φυσικά γνωστή, αλλά κατά τη γνώμη μου το συγκεκριμένο κείμενο πάει ένα βήμα παραπέρα. Είναι εξαιρετικά προβληματικό και ανήκει στις χειρότερες παραδόσεις της αριστεράς -αν θεωρήσουμε ότι ο συγγραφέας μιλάει εδώ ως αριστερός, πράγμα που δεν είναι απολύτως σαφές. Πρόκειται για ένα κείμενο πολιτικά συντηρητικό όπου μόνος του στόχος –το λέει και ο ίδιος άλλωστε- είναι να υπερασπιστεί το κράτος του, ακόμη κι αν αυτό κάνει λάθος! Σκέφτηκα να εκθέσω κατωτέρω τις αντιρρήσεις μου γι’ αυτό, όχι από κάποια διάθεση προσωπικής πολεμικής, αλλά επειδή πιστεύω ότι οι απορίες στις οποίες προσκρούει το κείμενό του αντανακλούν με γενικότερο τρόπο τα αδιέξοδα της αριστερής σκέψης και πρακτικής στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.
    Καταρχάς, στην πρώτη παράγραφο ξαναπιάνει το γνωστό θέμα της αντιδιαστολής των «ελευθεριών» που είναι «αόριστες», τυπικές, διαδικαστικές κ.λπ. προς κάποια «ουσία» που υποτίθεται ότι βρίσκεται στο «βάθος» και είναι η μόνη σημαντική.
    Αυτή η ουσιοκρατία είναι πολιτικά αφελής (εκτός κι αν είναι υποκριτική). Βεβαίως και βρέθηκαν κάποιοι και κάποιες -δυστυχώς όχι τόσο πολλοί όσοι φοβόταν ο κ. καθηγητής, αλλά υπαρκτοί- που κατήγγειλαν κυβερνητικές παρεμβάσεις (καθόλου «σκοτεινές», αλλά ολοφάνερες) στη διδακτική πρακτική και διαδικασία. Και πολύ καλά έκαναν. Ο κ. καθηγητής τι λέει περί αυτών; Τις χλευάζει ως ασήμαντες, επιφανειακές, κροκοδείλιες. Δεν βλέπει κανένα λόγο να γίνονται, διότι η πολτοποίηση βιβλίων δεν τον ενοχλεί αν αυτά τα βιβλία δεν έχουν τα «επιστημονικά και παιδαγωγικά χαρακτηριστικά» που τυγχάνουν της εγκρίσεως του κ. καθηγητή του ΑΠΘ.

    Μετά, όμως, θέτει και το «φλέγον ερώτημα», αντάξιο ομιλίας συνδικαλιστή σε φοιτητικό αμφιθέατρο:
    θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς πού ήταν όλοι αυτοί όταν η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας πήρε την απόφαση να ευθυγραμμίσει απόλυτα τη διδασκαλία της Ιστορίας (και όχι μόνο) με τα αυτοκρατορικά διατάγματα (οδηγίες και ΕΠΕΑΕΚ) και τις πολιτικές θέσεις των Βρυξελλών;
    Το ερώτημα αυτό είναι αντιδεοντολογικό και «κίτρινο». Τι θα πει «πού ήταν»; όπου ήθελαν ήταν. Να τους ψάξουμε δηλαδή έναν έναν και να του δώσουμε αναφορά ; Καταρχάς, αφού δεν προσδιορίζει ποιους συγκεκριμένα εννοεί, το ερώτημά του είναι αδύνατο να απαντηθεί με πληρότητα. Αλλά τι αλλάζει με αυτή την ad personam ανακριτικού τύπου ερώτηση; Μήπως η ορθότητα (ή μη) μιας κριτικής εξαρτάται από το «πού ήταν» παλιότερα αυτός που την κάνει;
    Μετά, όμως, τον κ. καθηγητή τον πιάνει ο πόνος επειδή λέει … οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα και η Γκρινπίς δεν είναι δυνατό να καθορίζουν την εκπαιδευτική πολιτική καθώς «δεν υπόκεινται σε κανέναν άμεσο ή έμμεσο λαϊκό έλεγχο και δεν λογοδοτούν σε κανένα εκλεγμένο όργανο«. Ο λαϊκισμός αυτού του άσχετου επιχειρήματος είναι οφθαλμοφανής. Στην προκειμένη περίπτωση, την πολιτική του υπουργείου Παιδείας δεν την καθόρισαν ούτε οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ούτε η Γκρινπίς: την καθόρισαν η Εκκλησία της Ελλάδος, εθνοτοπικοί σύλλογοι, εν ενεργεία ή επίδοξοι στρατιωτικοί και τηλεοπτικοί παρα-επιστήμονες και ρήτορες. Όλοι αυτοί είναι επίσης μη εκλεγμένοι. Για τον κ. καθηγητή, όμως, φαίνεται έχουν δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοτούν, εφόσον ανήκουν στο έθνος κράτος (του).
    Είναι πραγματικά θλιβερό -ή και κωμικό, ανάλογα με την οπτική γωνία που θα το δει κανείς- να βλέπεις έναν άνθρωπο να μιλάει με πραγματικό έρωτα για το νεωτερικό αστικό κράτος, νομίζοντας ότι προωθεί σκοπούς κριτικούς και χειραφετητικούς.
    Το κυριότερο βέβαια είναι ότι ο έρωτας αυτός -όπως συμβαίνει συνήθως- βασίζεται σε μία φαντασίωση. Στη φαντασίωση ότι «Το εθνικό κράτος και η εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνησή του συντονίζουν και διαμορφώνουν -με καλό ή κακό τρόπο- με βάση την ιδεολογία τους και τις πολιτικές τους θέσεις τη διδασκαλία των παιδιών». Λες και δεν ξέρει ο κ. καθηγητής της ιστορίας ότι στο ελληνικό εθνικό κράτος, και τώρα αλλά και ήδη από την ίδρυσή του, η διδασκαλία των παιδιών επηρεάστηκε και επηρεάζεται καθοριστικά από παρεμβάσεις μεγαλο (και μικρο-) εκδοτών, επιχειρηματιών, ιδιωτικών σχολαρχών, «ευεργετών» και «προγραμμάτων». (Ας θυμηθούμε μόνο τα ονόματα μερικών επιφανών ιδρυμάτων μέσης και ανώτατης εκπαίδευσης που τελειώνουν σε «-ειο»).

    Το ξέρει βέβαια. Αλλά το παρακάμπτει, πετώντας απλώς ένα «με καλό ή κακό τρόπο» νομίζοντας ότι ξεμπερδεύει. Ναι, αλλά εμένα με ενδιαφέρει να ξέρω: τι από τα δύο; με καλό ή με κακό τρόπο; Γιατί έχει διαφορά! Αλλά για τον Μαργαρίτη δεν έχει, διότι μια εκπαίδευση που καθορίζεται, έστω και με κακό τρόπο, από το έθνος, είναι προτιμότερη· right or wrong, my country. Αν δεν την καθορίσει το έθνος, τότε θα έρθει να την καθορίσει η Γκρηνπίς.
    Και εδώ πηγαίνει περίπατο η προτίμηση της «επιστημονικής ουσίας» εις βάρος των «διαδικασιών»: ο Μαργαρίτης αρκείται στο απλό διαδικαστικό κριτήριο ότι μια απόφαση εκπορεύεται από την Αθήνα και όχι από τις Βρυξέλλες, προκειμένου να την θεωρήσει άνευ ετέρου προτιμότερη.
    Αυτό το «Καραμανλής ή Γκρηνπίς» όμως είναι που δίνει τελικά έναν αντιδραστικό χαρακτήρα στην τοποθέτηση του Μ. Ο ιστορικός μας σκηνοθετεί το εξής εκβιαστικό δίλημμα: είτε εκπαίδευση που καθορίζεται ενιαία από το κράτος έθνος για όλο το κράτος έθνος (με άλλα λόγια: Ein Volk, ein Staat, ein Fuehrer, χωρίς παρεκκλίσεις), είτε αλλιώς μια εκπαίδευση που είναι «άλλη για πλούσιους και άλλη για φτωχούς«.
    Από πού όμως βγαίνει αυτό το αυθαίρετο συμπέρασμα; Γιατί άραγε η μόνη δυνατότητα να παρεκκλίνουμε από τον ολοκληρωτισμό του έθνους κράτους είναι … οι διακρίσεις υπέρ των πλουσίων;!
    Βγαίνει μόνο από το γεγονός ότι ο κ. καθηγητής, όπως και σύμπασα η ελληνική αριστερά, ανανεωτική ή μη, έχει ως απόλυτο ορίζοντα της πολιτικής σκέψης και φαντασίας του το νεωτερικό αστικό κράτος και δεν έχει καταλάβει ότι δεν ζούμε πλέον σε ένα τέτοιο κράτος όπως αυτό ήταν το 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα.
    Για παράδειγμα, ο μαθητικός πληθυσμός σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι Ein Volk, δεν έχει μία αλλά πολλές εθνοτικές καταγωγές (π.χ. έχει αλβανική, πακιστανική, νιγηριανή κ.ο.κ.). Ούτε και στο παρελθόν ήταν, εξάλλου. Και εν πάση περιπτώσει, εμείς, ως κομμουνιστές, δεν έχουμε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να επιθυμούμε να ενοποιηθούν εθνικά όλες αυτές οι ποικίλες προελεύσεις, τις οποίες θεωρούμε πλούτο άξιο να διατηρηθεί και να ενισχυθεί. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει αναγκαία να απομακρυνθούμε από τον τόσο προσφιλή στον κ. καθηγητή ενιαίο και ομογενή καθορισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας με βάση το έθνος· να ζητήσουμε δηλαδή εμείς να διδάσκονται με πολλαπλούς τρόπους πολλαπλές ιστορίες στο ελληνικό σχολείο (π.χ. η ιστορία της Αλβανίας, του Πακιστάν, της Νιγηρίας κ.λπ.). Δηλαδή να ζητήσουμε διαφοροποιήσεις, οι οποίες θα είναι όχι βεβαίως υπέρ των … πλουσίων, αλλά υπέρ των παιδιών μεταναστών.
    Αυτό όμως δεν φαίνεται να περνάει από το μυαλό του κ. καθηγητή. Η ενασχόληση με τους «ανεπιθύμητους συμπατριώτες» είναι καλή όταν αφορά τις δεκαετίες του 30 και του 40, όχι όμως το σήμερα.
    Το ίδιο ισχύει και για την παρουσία των γυναικών, ή/και της οπτικής του φύλου γενικότερα, στην ιστορία. Το βιβλίο επικρίθηκε -ενίοτε χλευάστηκε κιόλας- επειδή υποτίθεται ότι προσπάθησε να εισαγάγει μια τέτοια οπτική κατά τρόπο υπερβολικό ή αδόκιμο. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές οι αντιρρήσεις δεν αφορούσαν τον τρόπο υλοποίησης, αλλά την ίδια την αρχή. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι κανείς δεν μπήκε στον κόπο να προτείνει έναν κατά τη γνώμη του καλύτερο τρόπο να καταστεί ορατή η έμφυλη διάσταση και να ξεφύγουμε από ανδροκρατικό πρότυπο αφήγησης της ιστορίας με βάση θυσίες, μάχες, ηρωισμούς κ.λπ. Με την απόσυρση του βιβλίου, επανήλθαμε στην πλήρη κυριαρχία αυτού του προτύπου αφήγησης, χωρίς αυτό να φαίνεται ότι θέτει πρόβλημα για κανέναν.
    Αυτή η εμμονή της αριστεράς στις ενοποιημένες μεγάλες αφηγήσεις με επίκεντρο την κρατική εξουσία, και η αδιαφορία για την πολλαπλότητα και την ετερογένεια της ανθρώπινης υποκειμενικότητας, την αφοπλίζει, και την οδήγησε να παρακολουθεί συχνά αμήχανη τη διαμάχη γύρω από το βιβλίο, και πολλές άλλες διαμάχες, ή να λέει πράγματα που ενσωματώνονται εύκολα σε διλήμματα που άλλοι θέτουν ερήμην της άλλοι.
    ——————————————————————————-
    ΑΛΛΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΟΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ Ο κ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ … [ΕΔΩ]

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 11/12/2007
  24. […] -Οι παρεμβάσεις Μαργαρίτη 1.129 […]
  25. […] -Οι παρεμβάσεις Μαργαρίτη […]
  26. […] -Οι παρεμβάσεις Μαργαρίτη για το βιβλίο […]
  27. […] -Οι παρεμβάσεις Μαργαρίτη για το βιβλίο Ιστορίας […]

ΠΗΓΗ: 
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου