Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Καμένος


Του Βελούχη Αρειώτη

ΧΑΝΔΟΝ

«Έχει συντάξει ευλαβικώς όλα του τα αυτοπυρπολημένα ελαττωματικά κύτταρα σε αυστηρά απόλυτους στρατιωτικούς σχηματισμούς εδώ και καιρό σε μιαν γωνιά του εγκεφάλου του που επικοινωνεί χωρίς άλλην εντολή με την καρδιά του και τους ξαναβάζει φωτιά κάθε πρωί στ’ αμάξι, στα κόκκινα φανάρια που αργούνε χαρακτηριστικώς και στις στροφές με τις Φιλιππινέζες και τις Σριλανκέζες που βολτάρουν γιαγιάδες ξεχασμένες απ’ τα παιδιά και τα εγγόνια τους, κάθε βράδυ στις έρημες οδούς που κατρακυλάει η θλίψη του τραβώντας τον στο σπίτι, ρουφώντας λαίμαργα νότες στην διαπασών από Πουλικάκο, Dylan, Λογαρίδη και Rolling Stones, βυθιζόμενο στις στροφές των ματιών και των καροτσιών τους, ψάχνοντας να θυμηθεί γιατί στον διάολο ακούει αυτήν την μουσική ακόμη σεργιανώντας τούτη την μαστουρωμένη άσφαλτο μιας πόλης που αιωνίως κοιμάται και που έχει βαλθεί να ξεριζώσει ό,τι μπορεί, μα πάντα θα σκοντάφτει στον αναπάντεχο παλμό ενός παλιού του ονείρου. Κάποτε μαγείρευαν ξέγνοιαστα οι άνθρωποι χωρίς το τηλεοπτικό χρονόμετρο, περιμένοντας φίλους. Τα άγχη τους δεν εξαντλούνταν στο ψήσιμο του ψαριού, στην θερμοκρασία του κρασιού και στον ενδυματολογικό κώδικα, μα κουβέντιαζαν – τι μαγεία, κουβέντιαζαν στ’ αλήθεια… – για όλα εκείνα που ρουφούσαν τις ώρες της ημέρας τους, η οποία τότε αγνοούσε τις μετρήσεις της τηλεθεάσεως και αναλωνόταν σε θέματα ταπεινά που αγγίζανε πραγματικά τις ανάγκες, τα όνειρα, τις επιθυμίες της ζωής τους, όπως λόγου χάριν το πώς περνούν αυτοί οι ίδιοι αυτές τις ώρες, όπως το πώς ερωτεύονται κι όπως το πώς απογοητεύονται. Πόσο μακριά είναι, γαμώ το, η εποχή που στερούμασταν κάτι για να αποκτήσουμε ένα βινύλιο και να μοιραστούμε με τους φίλους μας τον τρόπο που κερνούσε τα σόλα του ο κιθαρίστας; Κάποτε οι άνθρωποι είχαν κάτι να γοητευθούν, αν θυμάστε. Μπορούσαν να διαθέσουν χρόνο για να γοητευθούν από κάποιον ή από κάτι. Δεν πουλούσαν όσο όσο την ζωούλα τους στο μεροκάματο και ό,τι περίσσευε, στην νοσηρή κακομοιριά μιας συσκευής μετά τις οκτώ επειδή αφυδατώνονταν από όλην αυτήν την ανούσια τρεχάλα.

…Αλήθεια, το θυμάστε;»

Έκλεισε το τετράδιο με το σκληρό εξώφυλλο και πήγε για ύπνο πανευτυχής που είχε ξοδέψει την ζωή του προσπαθώντας να κολυμπήσει γυμνός στον ήχο των λέξεων του Νίκου Γκάτσου, ξέροντας πως το πρωί θα τον περίμενε για καφέ μόνο ένα τραγούδι του Tom Waits. Την σκεφτόταν κρεμασμένη στο ξύλινο μπαλκόνι του σπιτιού στο χωριό να τον ακούει που της τραγούδαγε «Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα ’ρθω να σε βρω» και να του απαντάει «And I hope that I don’t fall in love with you» μισή στιγμή πριν βυθιστεί ξανά.

«Πόσες φορές;» τον ρώτησε ο Σταμάτης Μεσημέρης ένα τέταρτο της στιγμής πριν τον Μορφέα.

Για ακόμη μιαν φορά, δεν πρόλαβε να απαντήσει.

ΠΗΓΗ: http://efimeridaenosis.com/?p=2020

Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου