Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Robert Eaglestone, Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος. Του Δρ. Αγαθοκλή Αζέλη


Robert Eaglestone, Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος, μετ. Άννυ Σπυράκη, πρόλογος Γιώργος Κόκκινος, εκδ. Επέκεινα, Τρίκαλα 2014

__________________

Στο κείμενο του Eaglestone προτάσσεται ευσύνοπτος πλην όμως κατατοπιστικός πρόλογος του πανεπιστημιακού Γιώργου Κόκκινου, συγγραφέα αρκετών μελετών σχετικών με το Ολοκαύτωμα, ο οποίος κάνει μια εισαγωγή στη γενική προβληματική του θέματος που διεξέρχεται ο συγγραφέας, εντάσσοντάς το στη σχετική επιστημονική συζήτηση. Η σημαντικότερη συνεισφορά του βιβλίου είναι η συμβολή του στη συζήτηση σχετικά με τη σύνδεση του μεταμοντερνισμού στην ιστορία με τον ιστορικό αναθεωρητισμό, συγκεκριμένα την άρνηση του Ολοκαυτώματος από ιστορικούς ή από φερόμενους ως ιστορικούς.

O Eaglestone θέτει ουσιαστικά δύο στόχους με το βιβλίο του. Θέλει να αμφισβητήσει την θετικιστική προσέγγιση της ιστορίας αφενός καταδεικνύοντας την αξία των αναλυτικών εργαλείων ενός ήπιου μεταμοντερνισμού για την προσέγγιση ιστορικών φαινομένων. Συνάμα στοχεύει να συνδέσει αυτόν τον θεωρητικό στοχασμό με μια πρακτική εφαρμογή, η οποία σχετίζεται με την άρνηση του Ολοκαυτώματος. Όπως χαρακτηριστικά γράφει:

«Γενικώς πιστεύω ότι ο μεταμοντερνισμός είναι μια απόκριση στο Ολοκαύτωμα η οποία έρχεται να αμφισβητήσει τον πολιτισμό που το κατέστησε δυνατό στον ίδιο τον πυρήνα του. Πέρα όμως από αυτό, θέλω να δείξω ότι τα ερωτήματα που θέτει ο μεταμοντερνισμός για την Ιστορία και τους ιστορικούς είναι πολύ ισχυρά όπλα στη μάχη εναντίον της άρνησης του Ολοκαυτώματος. Τα ερωτήματα αυτά είναι τρόποι να τραβήξουμε τη μάσκα της «αμεροληψίας» και της «ιστορικής αντικειμενικότητας» από τους αρνητές ώστε να αποκαλύψουμε τι είναι στην πραγματικότητα η άρνηση».

Τι είναι όμως άρνηση του Ολοκαυτώματος;

«Με πολύ απλά λόγια, η άρνηση του Ολοκαυτώματος είναι ο ισχυρισμός ότι η δολοφονία περίπου έξι εκατομμυρίων Εβραίων κατά τη ναζιστική γενοκτονία στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου ουδέποτε συνέβη.»

Ο συγγραφέας μας για να καταδείξει το πρόβλημα και τις διαστάσεις του, εστιάζει σε μια αντιδικία (με την κυριολεκτική της σημασία) μεταξύ της μια αμερικανίδας πανεπιστημιακού, της Ντέμπορα Λίπσταντ, και του συγγραφέα αναθεωρητικών βιβλίων για την ιστορία του Ολοκαυτώματος Ντέιβιντ Ίρβινγκ. Στo βιβλίο της “Denying the Holocaust: The Growing Assault on Truth and Memory” («Η άρνηση του Ολοκαυτώματος: Μια κλιμακούμενη επίθεση κατά της αλήθειας και της μνήμης») o Ίρβινγκ προσέφυγε στα αγγλικά δικαστήρια κατηγορώντας την Λίπσταντ ότι «είχε πλήξει βάναυσα την εγκυρότητά του ως ιστορικού» και είχε αμαυρώσει την υπόληψή του κατηγορώντας τον ότι είναι απολογητής των Ναζί που έχει διαστρεβλώσει γεγονότα και παραποιήσει ντοκουμέντα. Η κατηγορία ότι είναι κακός ιστορικός αποτελούσε για τον Ίρβινγκ –αλλά και για τον πρόεδρο του δικαστηρίου- τον πυρήνα της υπόθεσης. Στη δίκη κλήθηκαν ως μάρτυρες υπεράσπισης ιστορικοί, η δε απόφαση δικαίωσε την καθηγήτρια Λίπσταντ. Στην απόφαση του δικαστηρίου περιλαμβάνεται η εξής παράγραφος:

«Έκρινα βάσιμα αληθινές τις κατηγορίες ότι, για δικούς του ιδεολογικούς λόγους, ο Ίρβινγκ έχει αναπαραστήσει ψευδώς και έχει παραποιήσει ιστορικά τεκμήρια σκοπίμως και κατά συρροήν. Ότι για τους ίδιους λόγους παρουσιάζει μιαν αθεμελίωτα ευνοϊκή προσωπογραφία του Χίτλερ κυρίως σε ό,τι αφορά στη στάση του έναντι των Εβραίων και στην ευθύνη του για τη μεταχείρισή τους. Ότι είναι δραστήριος αρνητής του Ολοκαυτώματος. Ότι είναι αντισημίτης και ρατσιστής και ότι συνδέεται με ακροδεξιούς εξτρεμιστές που προάγουν τον νεοναζισμό».

Το ζήτημα της κατανόησης και της καταπολέμησης της άρνησης του Ολοκαυτώματος είναι στενά συνδεδεμένο με τις αντιλήψεις για τα κειμενικά είδη και για το τι είναι η ιστορία.

Σύμφωνα με τον Eaglestone, όλοι οι αρνητές στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική μοιράζονται κάποιες κοινές απόψεις. 1. Είναι πάντοτε αντισημίτες. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που η άρνηση του Ολοκαυτώματος μπορεί να γίνει πολύ απλά και ξεκάθαρα κατανοητή ως μια μορφή αντισημιτισμού: Ως μια μεταπολεμική εκδοχή της αντισημιτικής βίβλου και γνωστού προϊόντος πλαστογραφίας, «Τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών». 2. Οι αρνητές σχεδόν πάντοτε υποστηρίζουν νεοφασιστικά κόμματα ή σέχτες. Απ’ ό,τι φαίνεται πιστεύουν πως εάν «αφαιρέσουν» από την εξίσωση το Ολοκαύτωμα, εάν οι Ναζί κηρυχθούν αθώοι, εάν ο φασισμός απαλλαγεί από την ενοχή γι’ αυτές τις φρικτές πράξεις, με κάποιο τρόπο το μισαλλόδοξο, δόγμα τους, θα πείσει τους λαούς. 3. Οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί αρνητές είναι σχεδόν πάντοτε ρατσιστές. 4. Είναι πολύ δύσκολο να ανταλλάσσεις επιχειρήματα με τους αρνητές.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις μεταθέτουν τον προβληματισμό για τα φερόμενα ως ιστορικά κείμενα των αρνητών από το επίπεδο του περιεχομένου στο επίπεδο των εξωκειμενικών προϋποθέσεων των συγγραφέων. Για να μας οδηγήσει σε αυτή την σκέψη ο Eaglestone κάνει αρχικά την (ίσως σοκαριστική) παρατήρηση, ότι παρά τις τεράστιες διαφορές τους, ο Ίρβινγκ και η Λίπσταντ έχουν κάτι κοινό. Μοιράζονται μια συγκεκριμένη αντίληψη για το τι είναι στην πραγματικότητα η Ιστορία. Έχουν αυτό που θα λέγαμε μια παραδοσιακή εμπειριοκρατική οπτική. Στη συνέχεια επισημαίνει ότι ακριβώς αυτήν την οπτική θέτει υπό αμφισβήτηση ο μεταμοντερνισμός κι ότι η αμφισβήτηση αυτή παρέχει σημαντικά και ιδιαιτέρως χρήσιμα εργαλεία για την καταπολέμηση της άρνησης, ως εκ τούτου δεν πρέπει να τον αρνείται κανείς εκ των προτέρων και συνολικά.

Ο μεταμοντερνισμός (και όχι μόνον αυτός) έρχεται να αμφισβητήσει καταρχήν και καταρχάς την περί ιστορίας αντίληψη του Γερμανού ιστορικού του 19ου αιώνα φον Ράνκε. Σύμφωνα με τη θεωρία του Ράνκε (και των επιγόνων του): 1. Στόχος της ιστορίας είναι η ανασύσταση του παρελθόντος δια της ανα-παράστασης αυτού που «πραγματικά συνέβη» ή ήταν (wie es eigentlich gewesen). 2. Απαιτείται από τον ιστορικό η αντικειμενικότητα και η αγνόηση της κοσμοθεωρίας του. 3. Ο ιστορικός οφείλει να ακολουθεί μιαν εμπειρική μέθοδο και απλώς να διευθετεί τα τεκμηριωμένα δεδομένα, παραμένοντας παθητικός εμπρός στα γεγονότα.

Αυτές λοιπόν τις θέσεις έχει αμφισβητήσει τόσο η μεταμοντέρνα σκέψη όσο και στοχαστές που δεν ενστερνίζονται την τελευταία. Οι αμφισβητήσεις τους μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις ευρείες κατηγορίες: 1. Σε θέματα που αφορούν στη γνωσιολογία ή στο πώς μαθαίνουμε για το παρελθόν, 2. Σε θέματα σχετικά με το ποιος δημιουργεί την ιστορία και 3. Σε θέματα που αφορούν στην ίδια τη φύση της γλώσσας και της γραφής.

Ως προς την πρώτη κατηγορία, που αναφέρεται δηλαδή σε θέματα που αφορούν στη γνωσιολογία ή στο πώς μαθαίνουμε για το παρελθόν, ο Eaglestone γράφει ότι η γνωσιολογία σε σχέση με το παρελθόν διερευνά το πώς μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι γνωρίζουμε τα ιστορικά γεγονότα. Αυτό θέτει για τον ιστορικό μεταξύ άλλων τα εξής προβλήματα: 1. Δεν υπάρχει ιστορική καταγραφή που να μπορεί να καλύψει τον όγκο του παρελθόντος, καθώς το τελευταίο είναι τόσο ευρύ, ώστε η οποιαδήποτε απόπειρα πλήρους απολογισμού είναι απλώς ανέφικτη. 2. Το παρελθόν δεν είναι μια καταγραφή, ένα χρονικό, αλλά γεγονότα, αντιδράσεις και καταστάσεις που έχουν παρέλθει. Δεν μπορούμε να κρίνουμε την ακρίβεια μιας καταγραφής του παρελθόντος επιστρέφοντας πίσω, όπως κρίνουμε την ακρίβεια του χάρτη μιας πόλης περπατώντας στην περιοχή που υποτίθεται ότι αναπαριστά. 3. Η ιστορία δεν είναι η ανασύσταση του παρελθόντος όπως ήταν στην πραγματικότητα. Η γνώση για το παρελθόν κατατίθεται, χωρίς να είναι δυνατόν να επαληθευτεί με απλή σύγκριση και μελετάται προς τα πίσω.

Ως προς την δεύτερη κατηγορία, που αφορά δηλαδή στο ποιος δημιουργεί την ιστορία και τις συνέπειες αυτού, ο Eaglestone υποστηρίζει ότι η κάθε ιστορία διαπλάθεται από μια μεθοδολογία ή φιλοσοφία της ιστορίας, αλλά επίσης καθορίζεται από μιαν εκπεφρασμένη ή μη κοσμοθεωρία. Η ιστορία είναι πάντοτε ιστορία από μια συγκεκριμένη οπτική του κόσμου. Εδώ υποστηρίζει τη μεταμοντέρνα αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η «καθαρή», «ουδέτερη» ή «αντικειμενική» ιστορία είναι ανέφικτη, δεδομένου ότι η κάθε ιστορία, το κάθε αφήγημα του παρελθόντος, εκτυλίσσεται κάτω από το πρίσμα του ιστορικού, σύμφωνα με τη μεθοδολογία και τη φιλοσοφία της ιστορίας που ο ιστορικός ασπάζεται ενώ, με τη σειρά τους, οι τελευταίες διαμορφώνονται από τις ξεκάθαρες ή ασαφείς, ιδέες του για τη ζωή και τον κόσμο.

Ως προς την τρίτη κατηγορία, που έχει να κάνει με θέματα που αφορούν στην ίδια τη φύση της γλώσσας και της γραφής, ο συγγραφέας διαμεσολαβεί την άποψη ότι το γραπτό της ιστορίας δεν είναι ένα διαυγές παράθυρο στο παρελθόν: Διότι στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου αντικειμενικό. Αντιθέτως τα βιβλία της ιστορίας είναι κείμενα για το παρελθόν. Αναπληρώνουν ή ίσως αναλογούν στο απόν και μη ανακτήσιμο παρελθόν. Η «καθαρή», «ουδέτερη» ή «αντικειμενική» ιστορία είναι ανέφικτη. Η ιστορική γνώση παράγεται και τα βιβλία γράφονται ως κειμενικά είδη. Ακριβώς αυτή η έννοια της ιστορίας ως κειμενικό είδος είναι κεντρική στην υπόθεση Λίπσταντ-Ίρβινγκ, στην οποία αναφερθήκαμε στην αρχή. Επιπλέον κάθε κειμενικό είδος διέπεται από κανόνες ή γενικές συμβάσεις. Οι γενικές συμβάσεις είναι μέρος της πλοκής ή του ύφους που χαρακτηρίζουν το συγκεκριμένο είδος. Τις γενικές συμβάσεις τις καθιστά οικείες στον ιστορικό μόνον η επαγγελματική πρακτική εκπαίδευση, η οποία συνάμα εγγυάται τις συνθήκες επαγγελματικής επάρκειας και ακεραιότητας που αυτό απαιτεί. Αυτή η άποψη θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι γενικές συμβάσεις, οι οποίες είναι κεντρικής σημασίας στην ιστορία, εμπεδώνονται εμμέσως από αυτήν την επίμοχθη επαγγελματική εκπαίδευση και πως μόνον αφού αυτή ολοκληρωθεί –μόνον όταν ο ιστορικός γνωρίζει τους κανόνες– έχει κάποια αξία η ιστορία του.

Με την ευκαιρία, αξίζει νομίζω να αναφερθούμε στο μεγάλο ζήτημα του ποιος διδάσκει ιστορία στην ελληνική εκπαίδευση, ζήτημα το οποίο δε λαμβάνει καθόλου υπόψη τον παραπάνω προβληματισμό από την πλευρά όχι του συγγραφέα αλλά του διδάσκοντος και θεωρεί ότι όποιος διδάχθηκε κάποια στιγμή ιστορία είναι και σε θέση να τη διδάξει, προφανώς και σιωπηλώς δε, και να τη γράψει. Για να επιστρέψουμε στον Eaglestone, στο τέλος θέτει το ζήτημα της διυποκειμενικής ελεγξιμότητας των επιστημονικών προτάσεων όπως το θέτει αυτό η επιστημολογία, αναφερόμενος ουσιαστικά στον τρόπο χρήσης των τεκμηρίων, τόσο ως προς την προσέγγιση όσο και ως προς την παρουσίασή τους. Επανερχόμενος στη δίκη Λίπσταντ-Ίρβινγκ ο συγγραφέας παραθέτει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παραχαρακτικής χρήσης ιστορικής πηγής από τον Ίρβινγκ, πάνω στην οποία ήθελε να στηρίξει σημαντικό ισχυρισμό.

Κλείνοντας αυτή την ενότητα με την υπόθεση Ίρβινγκ, ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο τελευταίος έχει παραβεί τις γενικές συμβάσεις της ιστορίας πολλαπλώς, πράγμα που δέχτηκε και το ίδιο το δικαστήριο. Έτσι λοιπόν, επί τη βάσει της σύμβασης περί κειμενικών ειδών, οι ιστορικοί-μάρτυρες της Λίπσταντ απέδειξαν (αυτό δέχτηκε το δικαστήριο) όχι ότι ως ιστορικός ο Ίρβινγκ είχε λάθος αλλά ότι ο Ίρβινγκ τον περισσότερο καιρό δεν ήταν διόλου ιστορικός αλλά έγραφε ένα εντελώς διαφορετικό κειμενικό είδος, μιαν αντισημιτική φασιστική καταγγελία. Η άρνηση του Ολοκαυτώματος δεν είναι κακή ιστορία. Δεν είναι κανενός τύπου ιστορία και πολύ απλά δεν μπορεί να συζητείται σαν να είναι ιστορία. Αυτό ουσιαστικά αποδέχτηκε και το δικαστήριο.

Ο Eaglestone ολοκληρώνει το βιβλίο του υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει ακόμη, και πιθανώς να μην είναι δυνατόν να υπάρξει, ένας αλάνθαστος τρόπος να αποφασίζουμε τι είναι ιστορία και τι δεν είναι. Πάντως το να δηλώνουμε απλώς ότι η ιστορία οφείλει να είναι αντικειμενική χωρίς να διερευνούμε τι σημαίνει αυτό ή το να περιμένουμε από την ιστορία να «λειτουργεί» χωρίς να κατανοούμε τις διαδικασίες με τις οποίες λειτουργεί δεν είναι σωστή τακτική.

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι το βιβλίο του Eaglestone είναι μια κιβωτός της μεθοδολογίας και της φιλοσοφίας της ιστορίας, ένα πολύτιμο εργαλείο για όσους ασχολούνται με τη μελέτη και τη διδασκαλία της ιστορίας αλλά και για όσους ενδιαφέρονται για αυτό το γνωστικό αντικείμενο. Με ευσύνοπτο, γλαφυρό και πειστικό τρόπο ο συγγραφέας μάς εισάγει στη μεγάλη συζήτηση για την ιστορία και με την ευκαιρία μας κάνει κοινωνούς της προβληματικής του για το μεγάλο θέμα του Ολοκαυτώματος και της άρνησής του από μερίδα φερόμενων ως ιστορικών. Μεταμοντέρνος με τον τρόπο του, ο συγγραφέας καταδεικνύει τη χρησιμότητα των εργαλείων του ήπιου μεταμοντερνισμού και μας διδάσκει με διαφάνεια την κριτικά εποικοδομητική κριτική ενός τρόπου σκέψης του οποίου σε ένα βαθμό είναι ο ίδιος κοινωνός, μας δείχνει τρόπους δηλαδή να αποφεύγουμε τον δογματισμό. Για όσους από μας δεν παρακολουθούμε εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη της σχετικής συζήτησης στους ακαδημαϊκούς κύκλους, μια τόσο περιεκτικά συνοπτική παρουσίαση είναι ακόμη πιο πολύτιμη.




ΠΗΓΗ: http://www.badiera.gr

Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου