Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Αναστάσιμη διάβαση στη ζωή και την γλώσσα

Δημήτρης Γ. Ιωάννου
 
Η κατεξοχήν ημέρα, «ην εποίησεν ο Κύριος», ταυτίζεται για την Εκκλησία με την ευφρόσυνη εορτή της Αναστάσεως. Αντίθετα όμως από την πρακτική ορισμένων μεμονωμένων τοπικών εκκλησιών, που συνήθιζαν να εορτάζουν αυτό το γεγονός σε μια τακτή ημερομηνία, όπως και τις άλλες μεγάλες εορτές, επικράτησε τελικά η γενικότερη συνήθεια, να μιλάμε δηλαδή για την «Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα», που έχει μάλιστα μυητικό χαρακτήρα. Η Ανάσταση δηλαδή δεν αντιμετωπίζεται τόσο ως μια υπερνίκηση των νόμων της φύσεως, ως το εκπληκτικό «άλμα», όπως στην δυτική ζωγραφική, κάποιου νεκρού υπεράνω του τάφου, αλλά ως το μυστικό πέρασμα  από τον θάνατο στη ζωή, εξ ου και η γνωστή παράσταση της Αναστάσεως στην βυζαντινή ζωγραφική ως της «εις Άδου Καθόδου». Και δεν υπάρχει τρόπος να εννοήσει κανείς αυτή την μετάβαση, ή μάλλον τη διάβαση από τη φθορά στην αφθαρσία, παρά αν ζήσει το ανέσπερο φως εκείνης της βραδιάς, καθώς τα λόγια αδυνατούν να μεταφέρουν ό,τι μόνο μια τελετή μύησης μπορεί να μεταδώσει. Πράγματι, υπάρχουν θεολόγοι που προτείνουν να διαβαστεί το Πάσχα με ανθρωπολογικούς όρους, ως δηλαδή η χριστιανική απάντηση στις μυητικές τελετές των αρχαίων θρησκειών, που ήταν ατελείς, και που στο κάτω κάτω δεν παρείχαν παρά μια μερική, πεπερασμένη και στην ουσία πλανερή γνώση. Τώρα, όμως, οι κατηχούμενοι, έχοντας διανύσει το διάστημα της πολυήμερης νηστείας, βαπτίζονται αυτήν την ολοφώτεινη βραδιά, και η ειρήνη, η πάντα νουν υπερέχουσα, μαζί και η αγάπη, μεταδίδεται στις καρδιές όλων, καθώς ο Κύριος «ανέστη εκ νεκρών» και «ζωή πολιτεύεται».
Η ποίηση της πασχαλινής νύχτας εστιάζει ακριβώς σε αυτή την ανθρωπολογική διάσταση της Ανάστασης, στο μυστικό πέρασμα από τον θάνατο στην ζωή, και όχι, όπως είπαμε, στο Μέγα Γεγονός ως μια απλή υπερνίκηση κάποιων φυσικών νόμων. Παραφράζοντας, ως γνωστόν, ένα κήρυγμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει τον περίφημο κανόνα της Αναστάσεως, λουσμένον ολόκληρο στο φως. Η μυητική ατμόσφαιρα για την μετοχή και είσοδο στο αναστάσιμο μυστήριο είναι σαφής. Καιρός να «λαμπρυνθούμε», να ντυθούμε δηλαδή στο σώμα και στη ψυχή την πιο αστραφτερή στολή –και πράγματι, έχει παρατηρηθεί, όλοι γίνονται όμορφοι τη νύχτα της Ανάστασης. Όλοι λάμπουν από μια αλλόκοσμη ομορφιά, που χαριτώνει και τη φαινομενική ασχημία της μορφής. Δεν υπάρχει άλλος λόγος, παρά μόνος ο εξής: «Πάσχα  Κυρίου Πάσχα». Γινόμαστε όμορφοι, γιατί δεν είναι ότι απλά νηστέψαμε, αποφύγαμε κάποιες τροφές, καταπολεμήσαμε και κατανικήσαμε το σώμα. Όχι, η ουσία είναι ότι «καθαρθήκαμε ως προς τις αισθήσεις», όπως παλιά, που αγνίζονταν πριν τις μεγάλες τελετές, για να μην μολύνουν και να μην μολυνθούν από την επαφή με το ιερό. Τώρα όμως αυτό που καθαίρει είναι η αγάπη, γιατί το μόνο που μολύνει είναι ο εγωισμός. Μόνο με καθαρές τις αισθήσεις, με αυτή τη φορεσιά των αρετών, σαν τις όμορφες εκείνες, περίλαμπρες στολές των συμμετεχόντων στα αρχαία μυστήρια, θα μπορέσουμε να δούμε το απρόσιτο φως της Ανάστασης- ένα φως που δεν έχει ανάλογό του, είναι η αλήθεια, παρά την πληθώρα των φώτων, στην αρχαία Ελλάδα. Και είναι τόσο παράξενο αυτό το φως, γιατί πρώτη φορά πλημμυρίζεται όχι από μια απόκρυφη γνώση, που διαχωρίζει μεροληπτικά κάποιον γνώστη από κάποιον μη ειδήμονα, αλλά από την χαρά∙ αυτή είναι που ξεσπά σε «επινίκιο» ύμνο, απόκριση ευφροσύνης στους παλαιούς λαούς, σε «μέγα έλεος» ημέρας καινής «ην εποίησεν ο Κύριος· αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή». Φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει από την γιορτή το γλυκόπιοτο κρασί, ο αγαπημένος μα και αντιμετωπιζόμενος με καχυποψία οίνος των αρχαίων, που τώρα όμως έχει μεταβληθεί σε «πόμα καινόν», «πηγή αφθαρσίας», για να μεθύσουν με νηφάλια μέθη και άφατη αγαλλίαση οι συμπότες. Όλοι συμμετέχουν στην γιορτή, το νόημά της είναι ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί κανείς, καμιά μερικοτήτα δεν έχει θέση εδώ, οι πάντες δικαιούνται «τρυφή».
Φυσικά, ο νέος μυστικός θίασος θα ξυπνήσει πρωί («ορθρίσωμεν όρθρου βαθέος»), γιατί η νύχτα είναι ανοιχτή στην προσευχή, και οι ουρανοί αφουγκράζονται τέτοια ώρα τη γη∙ τόσο πολύ ίσαμε που ανοίγουν διάπλατα, και τα πάντα, «ουρανός και γη» γίνονται μια φωταψία. Μπορεί οι μυροφόρες να έφεραν τα μύρα στον Σωτήρα, τον υπνώσαντα Θεό, τώρα όμως εμείς είμαστε που θα προσφέρουμε τον ύμνο στον Κύριο («τον ύμνον προσοίσωμεν τω Δεσπότη»). Ξανά ο επινίκιος, ξανά η ερωτική προσευχή προς τον Νυμφίο της Εκκλησίας. Να μια ένωση ενός επιθαλάμιου τραγουδιού με ένα νικηφόρο παιάνα. Και αυτή τη νύχτα, όπου ο θίασος βαδίζει στα όρη και τα βουνά του κόσμου, του κακού, του θανάτου, όλων αυτών που παραδίδουν πια τις δυνάμεις τους και πνέουν τα λοίσθια, φυσικά και όλοι κρατούν λαμπάδες, γι’ αυτό και προσέρχονται «λαμπαδηφόροι τω προιόντι Χριστώ», τον Χριστό δηλαδή που βγαίνει «ως νυμφίος εκ του μνήματος». Αυτή η ένωση ενός μοιρολογιού με ένα γαμήλιο τραγούδι, του τάφου με τη νυφική παστάδα, είναι ένα κατεξοχήν τρόπαιο της ελληνικής ποίησης, μαζί και γλώσσας- χάρη πάντα στην πασχάλια νύχτα. 
Κάθε μύηση απαιτεί κάθοδο, και γι’ αυτό δεν έχουμε να κάνουμε απλά με «επάνοδο στη ζωή ενός νεκρού». Με άλλα λόγια, ο Κύριος κατέβηκε στον Άδη, και δεν έμεινε απλά στον τάφο, περιμένοντας μόνο να νικήσει με την δύναμή του τη φθορά. Αυτή η Κάθοδος στον Άδη- και εδώ σκόπιμα οι μεγάλοι υμνωδοί χρησιμοποιούν αυτή την ελληνική λέξη, γιατί στην αρχαία ελληνική ποίηση περιγράφηκε πολύ καλά αυτός ο χώρος ως το βασίλειο του αρνητισμού και του μηδενός- είναι η άκρα ταπείνωση του Χριστού, στην οποία όμως μυστικά συμμετέχουμε κι εμείς (προπαντός με το βάπτισμα, που τελούνταν αυτή ειδικά τη νύχτα).  Η κάθοδος είναι στοιχείο απαραίτητο της μύησης, και ιδού λοιπόν που ο Χριστός συντρίβει τους αιωνίους μοχλούς του Άδη, αυτούς που κρατούν δέσμιους τους νεκρούς. Ο Άδης «καθηρέθη», λέγει ο υμνωδός. «Σαρκί υπνώσας ως θνητός, ο βασιλεύς και Κύριος», μπολιάζει την έκπτωτη ανθρώπινη ύπαρξη αναστάσιμη θεία ζωή.  Όλα λαμπρύνονται, ουρανός και γη και τα καταχθόνια.
Μόνο το γυναικείο φύλο γνωρίζει πραγματικά να θρηνεί, μόνο αυτό επίσης ξέρει να γιορτάζει αληθινά. Η γυναικεία φωνή είναι η μυστική ηχώ του σύμπαντος, η μαγική εκείνη ματιά, μεταφυσική σχεδόν, που στον Όμηρο διακρατούν οι Θεοί, που ατενίζουν από ψηλά τα πάθη των θνητών, σχολιάζοντάς τα βέβαια σε απόσταση. Τώρα όμως η μυστική αυτή ματιά, καθώς οι γυναίκες είναι μέρος του ανθρώπινου φύλου, γίνεται πιο περιπαθής και λυρική και επική μαζί, γίνεται ο νέος κεχαριτωμένος χορός της τραγωδίας. «Γυναίκες μετά μύρων» έτρεξαν πίσω από τον Κύριο. Ποιος ξέρει πραγματικά να μοιρολογεί αν όχι η γυναίκα; Ποιος το μπορεί στ’ αλήθεια ν’ αγαπά τόσο πολύ, αν όχι επίσης η γυναίκα, η οποία κέρδισε την άφεση των αμαρτιών της «επειδή ηγάπησε πολύ», που δεν φοβάται ακόμη να έρθει την άγρια νύχτα να αλείψει με αρώματα Εκείνον που την έκανε καλά από την ασθένειά της; Οι γυναίκες αξιώθηκαν πρώτες να δουν τον Άγγελο που τους μίλησε για την Ανάσταση, οι γυναίκες είδαν πρώτες τον Νυμφίο Χριστό, και έγιναν οι κήρυκες του μεγάλου γεγονότος στην Οικούμενη. Η μαρτυρία της γυναίκας ίσως να είναι πιο ηχηρή και από αυτή του άνδρα, γιατί το θήλυ, ευάλωτο, αδύναμο, απροστάτευτο, μεταβάλλει, αν χρειαστεί, το φόβο του σε ιαχή θριάμβου. Και βέβαια, πάνω από όλες τις γυναίκες, η Θεοτόκος, η Μητέρα του Λυτρωτή, η Βασίλισσα, θα ακούσει πρώτη το «φωτίζου φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ». «Χαίρε, Παρθένε, χαίρε∙ χαίρε, ευλογημένη, χαίρε δεδοξασμένη». 
                                        …………………………………
Όλα αυτά τα μυητικά στοιχεία γίνονται «θέμα» για την ελληνική ποίηση, μαζί και γλώσσα, αιώνες μετά, με πρωτεργάτη θα μπορούσε να πει κανείς τον ίδιο τον Σολωμό, που θεμελιώνει τη νεοελληνική εκφραστική, τον ελληνικό «τρόπο» του είναι, σε αντιπαραβολή με τον δυτικό πολιτισμό- αν και πάντα σε εντελώς γόνιμο και δημιουργικό διάλογο μαζί του. Αυτό μπορεί κανείς να το αναγνώσει στο μέγιστο έργο του, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», ένα ποιητικό αριστούργημα που πραγματεύεται ακριβώς αυτήν την όχι απλά ηθική, αλλά οντολογική μετάβαση των Μεσολογγιτών από το δεύτερο όρο του τίτλου («πολιορκημένοι») στον πρώτο («ελεύθεροι»). Η μετάβαση αυτή συντελείται κατά την ηρωική «έξοδο», τη διάβαση δηλαδή των ηρώων, από την αποκλεισμένη πόλη προς την εκτός πολιορκίας περιοχή, την επαναστατημένη Πατρίδα, μια διάβαση που συντελείται ακριβώς την παραμονή των  Βαΐων –πρόκειται σίγουρα για  μια πασχάλια διάβαση, για  ένα πέρασμα από τον θάνατο στη ζωή, έστω και αν σε γήινο επίπεδο συμβαίνει το αντίθετο. Λίγο πριν επιχειρήσουν την ηρωική έξοδο, διαβάζουμε ότι οι ήρωες, μέσα σε απόλυτη σιγή, λεν «μέσα» τους λόγια 
 
«…για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει∙ 
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνονται οι στοχασμοί τους∙ 
Τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους. 
Αγάπη και έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν∙ 
Τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα πότε δεν ησυχάζουν∙ 
γλυκιά κι ελεύθερη η ψυχή σα να ’τανε βγαλμένη, 
κι ύψωναν με χαμόγελο την όψη την φθαρμένη».
 
Οι ήρωες, που βρίσκονται για τα καλά εντός της διάβασης, «στοχάζονται», κι εδώ η γλώσσα πλαταίνει, καθώς ο «στοχασμός» σημαίνει πια το οραματικό στοιχείο, την μέθεξη στο μυστηριακό στοιχείο της ζωής, την ηθικό-οντολογική αιώρηση πάνω από τα πεζά νοήματα. Με αγάπη και έρωτα «καλού» -άλλη μια λέξη που στον Σολωμό χρωματίζεται διαφορετικά- τινάζονται τα «σπλάχνα» τους, λέξη που παραπέμπει σε βιβλικά ανάλογα, ενώ η ψυχή έχει από τώρα κατεβεί στον Άδη, γι’ αυτό κι είναι γλυκιά κι ελεύθερη «σαν να ’τανε βγαλμένη». Παρεμπιπτόντως, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης ο μυστικός χωρισμός του σώματος και της ψυχής του Κυρίου αρχίζει με τον Μυστικό Δείπνο, όταν ξεκινά και η τρομερή αγωνία, το Δράμα του Θεανθρώπου, καθώς ακούγεται το «εις εξ υμών παραδώσει με».  Ακολουθεί στο έργο του Σολωμού μια ιερή τελετουργική πυρά, οπού καίγονται τα «άτυχα κρεβάτια» του γάμου «με το σεμνό στεφάνι», και κατόπιν αναπέμπεται σε ένα σπήλαιο μια δέηση στον Θεό, οπότε και οι γυναίκες «δειλιάζουν λιγάκι». Βρισκόμαστε ίσως όχι μπροστά σε πραγματική δειλία, αλλά σε κάτι ανάλογο με την αγωνία του Κυρίου ενώπιον του θανάτου, η οποία προκύπτει, κατά τους Θεολόγους, από το ότι ο άνθρωπος, ο κατεξοχήν άνθρωπος, ο Χριστός, δεν είναι πλασμένος για τον θάνατο, αλλά για τη ζωή. Θέλημα του Ίδιου του Χριστού, ως Θεού, είναι ο άνθρωπος να μετέχει στην θεία ζωή.  
Κατόπιν, η Μεγάλη Μητέρα, η Πατρίδα, «θεάνθρωπη», καμωμένη πραγματικά από θεανθρώπινους αγώνες, αν σκεφθούμε ότι μέσα στους αγίους και τους ήρωες είναι «ο ίδιος ο Θεός που αγωνίζεται», κατά την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, «αισθάνεται» και αναλαμβάνει όλα τα παθήματα, «καθαρίζοντάς τα εις την μεγάλη ψυχή της». Πράγματι, αν ο Θεός δεν αναδεχόταν το ανθρώπινο πάθος, αυτό θα έμενε ένα απλό βάσανο, ένας πόνος, όχι όμως τέτοιος που να μπορεί να χαρακτηριστεί αληθινά «πάθος» -με ένα βάρος που, κατ’ αναλογίαν, έχει ο όρος όταν χρησιμοποιείται για το «θείο πάθος». Γι’ αυτό διαβάζουμε τον εξής συγκλονιστικό στίχο:
«Πολλές πληγές κι εγλύκαναν γιατ’  έσταξ’ αγιομύρος».
Οι ήρωες είναι μυροβλύτες. Ο νικηφόρος παιάνας πασχάλιος: «θανάτω θάνατον πατήσας», διά του φυσικού θανάτου η έξοδος από τον υπαρξιακό θάνατο. Δεν αλλαξοπίστησαν για να σωθούν και μην παραδίδοντας την ιερή γη της ψυχής τους, το Μεσολόγγι διαχρονικά παραμένει δικό τους.
Ήδη οι ήρωες είναι μάρτυρες, πριν τυπικά σκοτωθούν, γι’ αυτό και αποκαλούνται από πριν έτσι. Το μαρτύριο δεν  είναι απλά «εσωτερικό», όπως συνηθίζουμε να διαβάσουμε στους μελετητές του Σολωμού, που μιλούν διαρκώς για «εσωτερική» ελευθερία, όπου δεν ξέρει κανείς τι στ’ αλήθεια σημαίνει «εσωτερική» (=ψυχική; ψυχολογική; φιλοσοφική; διανοητική;). Τιποτ’ απ’ αυτά. Είναι η όλη πορεία, με τους αναβαθμούς της, πάντα ανάλογη του Πασχαλίου Μυστηρίου, της  Σταυροαναστάσιμης Πορείας του  Κυρίου, αυτή που φωτίζει και τους ήρωες του Σολωμού.  
«Παντ’ ανοιχτά, παντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου».
«Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέλησή μου βράχος», λέγει κατόπιν ο ποιητής, γιατί όλα αυτά πραγματικά τελειώνουν με την κατίσχυση, θα ’λεγε κανείς, της ανθρώπινης φύσης, που στερεώθηκε πραγματικά, όντας ασταθής, ευάλωτη, και τρεπτή, από την Ανάσταση. Η πασχάλια διάβαση στερεώνει τα νοήματα, και η ελληνική στερεώνει επίσης τις λέξεις της. Το «φως» δεν είναι πια το τρεμουλιαστό σημάδι ζωής που αναφαίνεται μέσα από το σκοτάδι, όπως στον Όμηρο, αλλά η πλημμυρίδα εκείνη φωτός, που λάμπει στην «Φεγγαροντυμένη» του Σολωμού, λάμπει στον υπερρεαλισμό του Ελύτη. Ούτε για τον άνθρωπο ισχύει πια το «οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών», καθώς ο άνθρωπος είναι τώρα το μυστηριακό εκείνο ον που ατενίζει με χαρά τον κόσμο, ως δώρο, ένα ον που δεν φοβάται να διεισδύσει ποιητικά βαθιά μέσα στον κόσμο και να ξετυλίξει τα μυστικά του- όπως και πάλι στον Ελύτη, που το φως γίνεται η ουσία του κόσμου και εξαφανίζονται όλες οι σκοτεινές, μυστηριακές κοσμικές δυνάμεις, που ταλάνιζαν μέχρι το τέλος τον αρχαίο Έλληνα. Πράγματι, μαζί με τον κόσμο, η ελληνική γλώσσα στερεώνεται πια, και αυτό δεν σημαίνει παρά περισσότερο δυναμισμό, περισσότερο σφρίγος, περισσότερη δροσιά και κάλλος, ενώ ταυτόχρονα σηματοδοτεί τη μετοχή στην αλήθεια. Φως Χριστού φαίνει πάσι. Το ήθος της γλώσσας μας μπορεί να είναι πια αναστάσιμο.
                                      ………………………………..
Αυτή η μυητική αναστάσιμη διάβαση –που για διαφόρους λόγους ατόνησε στην Δύση (θεωρία Ανσέλμου περί θείας δικαιοσύνης κλπ), όπου και υπερτονίστηκαν τα Χριστούγεννα, επιδρά πάρα πολύ στη γλώσσα μας, και μεταμορφώνονται αναλόγως ένα σωρό λέξεις. Παράδειγμα ο «πόλεμος»: κι εδώ αξίζει να δούμε τη νήψη που προκύπτει μέσα από το αγγελικό και μαύρο φως του Σεφέρη. Στο ωραιότερο ίσως ποίημά του, την «Ελένη», μυητική τελετουργία είναι ο πόλεμος, καθώς ο ήρωας, ο Τεύκρος ήταν ένας πολύ εύστοχος τοξότης, που κλήθηκε να συμμετάσχει στην Τρωική εκστρατεία, όπου όμως δεν μπόρεσε να αποτρέψει την αυτοκτονία του αδελφού του, Αίαντα, ο οποίος θίχτηκε από το ότι οι Αχαιοί έδωσαν τελικά τα όπλα του Αχιλλέα στον ανταγωνιστή του Οδυσσέα. Γυρίζοντας πίσω, στην πατρίδα του, ο πατέρας του δεν τον δέχτηκε, και γι’ αυτό θεμελίωσε μια άλλη πόλη, ομώνυμη της παλιάς, για να θυμάται τις ρίζες του. Είναι βράδυ, το φεγγαρόφωτο, το φως, λειτουργεί και πάλι λυτρωτικά, και στοχάζεται, με την σολωμική έννοια του «στοχασμού», την μοίρα του. Και αυτός ο στοχασμός, τον βοηθά να μεταλλαχτεί από ένα γενναίο, αγέρωχο, υπερήφανο φιλοπόλεμο άνδρα, σε κάποιον ξεριζωμένο, κάποιον που «ξαστόχησε» (ας θυμηθούμε εδώ και την περιγραφή της αμαρτίας στους Έλληνες Πατέρες κατά βάσιν ως οντολογικής «αστοχίας»). Εν πάση περιπτώσει, η λέξη «αστοχία» απόκτα πια ένα μοναδικό βάθος στην Ελένη, που μόνο τα προηγούμενα ποιητικά κατορθώματα μπορούν να το αναδείξουν και να το υποδηλώσουν. Τελικά, και με καταλύτη τον μύθο της Ελένης (της πραγματικής και του ειδώλου αυτής), ο ήρωας μεταβάλλεται μέσα από την μύηση του πολέμου σε κάποιον αναζητητή, κάποιον που διερωτάται, κάποιον που ψάχνει τη ζωή: 
 
«άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,
Αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι…»
Και κατόπιν: 
«Που ειν’ η αλήθεια;…
Τι είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;»
 
Έστω και με έναν σκοτεινό τρόπο- ας μην ξεχνάμε ότι στον «Αίαντα» του Σοφοκλή ο ήρωας τρελαίνεται, καθώς περιπίπτει σε μια κατάσταση ένθεης «μανίας», σε ένα σκοτάδι που κατονομάζεται περισσότερο όμως ως «φώτιση» σε σχέση με το σύνηθες, κοινό φως των θνητών-, ο Τεύκρος, δηλαδή ο ποιητής, μπορεί με αφορμή τον πόλεμο να συλλάβει το όραμα της κοινής ανθρώπινης μοίρας και ν’ ανακαλύψει ως το κύριο έργο της ανθρώπινης ζωής τον θρήνο: αξίζει να κλαίμε για την τραγωδία του ανθρωπίνου γένους.
Μια σειρά από λέξεις μεταμορφώνονται θαυμαστά στο ποίημα: φεγγάρι, τοξότης, ξαστοχώ, θεός, πατρίδα, παραμύθι, δόλος, ανώνυμος, ζωή κλπ. Δεν είναι ότι απλά γίνονται «σύμβολα», όπως συνήθως λένε οι μελετητές. Το σημαντικό είναι να καταλάβουμε τι είναι αυτό που τους επιτρέπει να γίνουν σύμβολα, και μάλιστα τέτοια σύμβολα: τι είναι αυτό που επιτρέπει στο «παραμύθι», να σημάνει εδώ την «αλήθεια», αν δεν παρεμβληθεί το ενδιάμεσο «παραμυθία», με όλα τα χριστιανικά συμφραζόμενα του όρου; Ίσως σε άλλες γλώσσες, πιο εμπειρικές, πιο τεχνοκρατούμενες, όταν λέγει κανείς «πόλεμος», το μυαλό του να πηγαίνει αμέσως σε αμυντικές ταχτικές και στρατηγικές και δεξιότητες στα όπλα κλπ.  Εδώ, όταν λέμε πόλεμος, το μυαλό μας πάει μόνο στην τραγωδία, αλλά και στην έννοια της υπέρτατης δοκιμής: φοβούμαστε τον πόλεμο, γιατί δεν ξέρουμε αν θα κρατηθούμε άνθρωποι εκεί.
                                          ………………………………….
Στον Ρίτσο τα πράγματα είναι διαφορετικά: στην «Ρωμιοσύνη» του, ο πόλεμος δεν αποβαίνει τόσο τέτοια δοκιμασία, γιατί οι άνθρωποι είναι εξαρχής πασχάλιοι, αναστημένοι. Επειδή έχουν περάσει πολλές συμφορές, ο σταυρός είναι διαρκές παρόν. Ο σταυρός έχει γίνει η μυστηριακή τους φύση:
«Έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κι η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους,
Ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας…»
 
Ωστόσο, απόμεινε η «καρδιά» τους, και «όλοι σκοτώνονται μα κανένας δεν πέθανε», γιατί είναι αναστημένοι. Είναι θαυμάσιο ποίημα η «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου, ωστόσο, κατά την γνώμη μου, οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» υπερτερούν, γιατί η στιγμή της μύησης στην αθανασία συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας. Και εδώ τα σύμβολα αφθονούν, αλλά δεν πρέπει να τα αποκαλούμε απλά «σύμβολα», παρά λέξεις με μνήμη, λέξεις οδοδείκτες. Ιδού μερικά: ουρανός, βήματα, Ήλιος, τοπίο, φως, δρόμος, μάρμαρο, σκόνη, λαχάνιασμα, χελιδόνι, άστρα κλπ.
Γενικότερα, ο ελληνικός υπερρεαλισμός, αν και υποτίθεται υπηρέτησε την αστάθεια των νοημάτων, το ρευστό όνειρο, την κατάργηση των σαφών λογικών ορίων, στην πραγματικότητα στερέωσε τα νοήματα, και γι’ αυτό έδωσε την πιο θαυμαστή- κυρίως μέσω του Ελύτη- περιγραφή του ελληνικού τοπίου.
                               ………………………………………..
Ίσως θα πει κανείς ότι όλα αυτά είναι υποκειμενικά, ότι είναι μέρος ενός γενικότερου δυναμισμού των ίδιων των λέξεων, ως μεμονωμένων μονάδων, ανεξαρτήτως γλώσσας. Ωστόσο, δεν έχει την ίδια δυναμική η λέξη «dream» ή το «rêve», με το ελληνικό όνειρο. Το πρώτο παραπέμπει σε κάτι μάλλον εξωλογικό, σε κάτι που υστερεί της πραγματικότητας, που αναφέρεται απλώς σε μια διαταραχή αυτής, οπότε και καλεί για επιδιόρθωση του «κόσμου- γύρω- μας», ενώ το δεύτερο σχετίζεται μάλλον με το επιθυμητικό στοιχείο, που και πάλι πρέπει να ικανοποιηθεί στον συνήθη κόσμο του «κοινού νου», του «εξ - ύπνου» βίου. Το «όνειρο» όμως σε μας είναι η καρδιά της πραγματικότητας, και αυτό γιατί, πχ για θεολογικούς λόγους, αντίθετα από την αυγουστίνεια-θωμιστική θεολογία, γίνεται το κτιστό να κοινωνήσει αληθινά με το άκτιστο. Και όλες οι λέξεις διαπερνώνται εντέλει από την θεολογία. Να γιατί το όνειρο στον ελληνικό υπερρεαλισμό δεν απέβη τελικά καθόλου χρήσιμο, καθώς το οραματικό στοιχείο (η «χάρη» της βυζαντινής θεολογίας) θεωρείται μέρος, κατά μια έννοια, της «φύσης» (πράγμα εντελώς απαράδεκτο στον Άγιο Αυγουστίνο). Και χωρίς μια θεολογία της γλώσσας, πώς να προσεγγίσει κανείς τους ποιητές; Χωρίς μια θεολογία της γλώσσας, πώς να πραγματοποιηθεί η αναστάσιμη διάβαση, πώς οι του βίου πολιορκημένοι θα μετουσιωθούν σε ελεύθερους υιούς φωτός;
 
πηγή: Aντίφωνο
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου